Skip to main content

Νέα ελληνική

Ανθολογία λογοτεχνίας: η γενιά του 1880

Ανθολογία λογοτεχνίας: η γενιά του 1880


Η «ΓΕΝΙΑ ΤΟΥ 1880» ΚΑΙ ΟΙ ΕΠΙΓΟΝΟΙ ΤΗΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΤΩΝ ΠΡΩΤΩΝ ΔΕΚΑΕΤΙΩΝ ΤΟΥ ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

Στην παρούσα ανθολογία επιχειρείται να ανθολογηθούν αντιπροσωπευτικά δείγματα της λογοτεχνικής παραγωγής της «Γενιάς του 1880» και των συγγραφέων των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα. Πρέπει να διευκρινιστεί ότι από τους συγγραφείς των αρχών του εικοστού αιώνα έχουν επιλεγεί εκείνοι, των οποίων το έργο φαίνεται να φέρει τα ίχνη ή να ακολουθεί ως ένα βαθμό τις τάσεις και τα χαρακτηριστικά της λογοτεχνικής παραγωγής της «Γενιάς του 1880». Αυτή την ομάδα ονομάζουμε άτυπα «επιγόνους» της προηγούμενης κυριαρχικής «Γενιάς του 1880». Είναι εύλογο ότι οι διαχωρισμοί δεν είναι απόλυτοι και μπορεί να υπάρχουν ως ένα βαθμό επικαλύψεις τόσο με την προηγούμενη περίοδο του αποκαλούμενου «ελληνικού ρομαντισμού» όσο και με την επόμενη «του χαμηλόφωνου λυρισμού». Επίσης ορισμένοι συγγραφείς εξελίσσονται συνεχώς παρακολουθώντας τα λογοτεχνικά ρεύματα της Ευρώπης και το έργο τους σφραγίζει ολόκληρη την περίοδο (μια τέτοια περίπτωση αποτελεί το έργο του Παλαμά), ενώ άλλοι ακολουθούν στατικά μια σταθερή πορεία. Τα ερεθίσματα τόσο από τις ζυμώσεις στον εσωτερικό χώρο όσο και από την επαφή με την Ευρώπη είναι πολλά και ορισμένες φορές αντιφατικά. Εναπόκειται στη δημιουργική πνοή του κάθε συγγραφέα ο τρόπος που θα χειριστεί αυτά τα ερεθίσματα και θα αξιοποιήσει την έμπνευσή του. Ωστόσο η πρόκριση ορισμένων τάσεων κατευθύνει και τον τρόπο που αξιολογούμε τη λογοτεχνία της περιόδου και την επιλογή των κειμένωνπου έχουν προταθεί. Βασικός στόχος της ανθολόγησης είναι να αποτυπωθεί η ειδολογική, θεματική, τεχνοτροπική, μορφολογική και γλωσσική εικόνα και αυτής της γραμματολογικής φάσης και περιόδου (στο μέτρο που είναι επιτρεπτό βάσει της διαθέσιμης έκτασης).

Έχουν ανθολογηθεί κυρίως πεζά κείμενα - άλλωστε ένα από τα ζητούμενα της περιόδου είναι η άνθηση της πεζογραφίας - και ποιητικά έργα (πλήρη ή αποσπάσματα). Σε μικρότερο βαθμό έχουν ανθολογηθεί αποσπάσματα θεατρικών έργων και δοκίμια (πλήρη ή αποσπάσματα). Δεν ανθολογήθηκαν, λόγω του περιορισμού της έκτασης της ανθολογίας, μεταφράσεις λογοτεχνικών έργων, παρότι η σχετική πρακτική είναι πολύ διαδεδομένη την περίοδο και παρουσιάζει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Εξαίρεση αποτελεί μόνο η μετάφραση της Νανάς του Εμίλ Ζολά, ένα κείμενο ιδιαίτερης γραμματολογικής σημασίας. Οφείλουμε να επισημάνουμε επίσης ότι μια εργασία αυτού του τύπου δεν μπορεί ούτως ή άλλως να είναι εξαντλητική και οπωσδήποτε αντανακλά ως ένα βαθμό τις προσωπικές εκτιμήσεις του ερευνητή αλλά και τις αντικειμενικές δυσκολίες εύρεσης, προσέγγισης και διάθεσης ορισμένων κειμένων. Ο στόχος είναι ο αναγνώστης να χαρεί την ανάγνωση διαφορετικών κειμένων και να γνωρίσει με τον τρόπο αυτό τη λογοτεχνία της περιόδου.

Νέες Τάσεις

Η δεκαετία του 1880 αποτελεί αφετηρία για τη δημιουργία και εξέλιξη διαφορετικών τάσεων, ειδών και τεχνοτροπιών στη λογοτεχνία (Beaton 1996: 102). Είναι μια δεκαετία που ξεκινάει με μια αίσθηση αισιοδοξίας στην ελληνική κοινωνία για την εδαφική της επέκταση και την αναδιάρθρωση του κράτους.[1] Στην Ευρώπη επίσης επικρατεί ως επί το πλείστον ένα αισιόδοξο πνεύμα, απόρροια της προόδου των επιστημών και των νέων τεχνολογικών επιτευγμάτων που δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ευρύτερες κοινωνικές αλλαγές, έστω και αν ορισμένες πληθυσμιακές ομάδες βιώνουν δυσκολίες (Travers 2005: 119-120). Η συνειδητοποίηση της σημασίας των υλικών παραμέτρων όπως είναι φυσικό, επηρεάζει και την πνευματική ζωή. Την περίοδο 1880-1910 περίπου καθιερώνονται νέοι τρόποι έκφρασης στο πολιτιστικό και ιδιαιτέρως στο λογοτεχνικό πεδίο, προβάλλεται ως μέσο έκφρασης μια όλο και λιγότερο λόγια γλώσσα, οι λογοτέχνες έρχονται σε επαφή άμεσα ή έμμεσα με τα νέα ρεύματα που κυριαρχούν στην Ευρώπη και αναμετρούν τις δυνάμεις τους απέναντι στους Ευρωπαίους ομολόγους τους.

Η δεκαετία 1880-1890 ξεκινάει με την απόρριψη του ρομαντισμού. Άλλωστε οι πολιτικές, οικονομικές και κοινωνικές αλλαγές επιβάλλουν σε γενικές γραμμές προσγειωμένες τοποθετήσεις. Ένας κόσμος που αλλάζει όμως είναι εύλογο να προκαλεί αμφιβολίες και αμφίσημα συναισθήματα σε μία μερίδα ανθρώπων για τους οποίους ορισμένες αξίες θεωρούνται ανυπέρβλητες. Στο κατώφλι της δεκαετίας 1880, ο Λουκής Λάρας (1879) του Βικέλα, θεωρήθηκε έργο «αντιρομαντικής και ρεαλιστικής τοποθέτησης» (Πολίτης 2003: 201), ωστόσο είναι επίσης ένα έργο διαποτισμένο από ευαισθησία για τις αξίες της οικογένειας και της πατρίδας που υφίστανται αλλαγές και καταγράφει εύστοχες διαπιστώσεις για την εμπειρία της διασποράς. Όπως αναφέρει ο αφηγητής του: "Aλλ' ούτε οι γονείς μου ανεπαύθησαν εκεί, ούτε τα ιδικά μου οστά πέπρωται να επιστρέψωσιν εις χουν εις την προσφιλή εκείνη της πατρίδος γωνίαν. Την σήμερον ζώμεν και αποθνήσκωμεν εις εδώ και άλλος εκεί, πλάνητες εν τω βίω και νεκροί ξενιτευμένοι, η δε ανεμοζάλη της διασποράς εκλόνισε και διέσπασε τους ιερούς δεσμούς, τους προσκολλώντας την καρδίαν των τέκνων εις των γονέων τα αναπαυτήρια» (1991: 56). Ο προσγειωμένος και ευκρινής τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει ο Βικέλας ένα ιστορικό θέμα (την επανάσταση του 1821) είναι χαρακτηριστικός της νέας νοοτροπίας. Ένα άλλο κείμενο που προετοιμάζει τις καταστάσεις μετά το ρομαντισμό, είναι το διήγημα του Βιζυηνού, Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως (1883). Ο τίτλος του υποδηλώνει συμβολικά την ενδιάμεση κατάσταση στην οποία βρέθηκε ο συγγραφέας και άλλοι ομοϊδεάτες του εκείνη την περίοδο: αποχαιρετώντας τον Αθηναϊκό ρομαντισμό, επιδιώκουν να επαναπροσδιορίσουν τη σχέση τους με την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία και να παρουσιάσουν συγχρόνως κάτι αυτόνομο και ενδεικτικό της εγχώριας δημιουργικής πνοής. Ο στόχος είναι να αποφευχθεί τόσο η πιστή αντιγραφή όσο και η απόρριψη του Ευρωπαϊκού μοντέλου και να βρεθεί ένας γνήσιος δρόμος μεταξύ των δύο τάσεων (Βιζυηνός 1996: ρθ΄& Μαργαρώνη 1997: 10). Ο Βιζυηνός με τα διηγήματά του καθώς και ο Παπαδιαμάντης με τη Φόνισσα μερικά χρόνια αργότερα, κατάφεραν να δώσουν μια ολοκληρωμένη πρόταση μέσα σ' αυτό το πλαίσιο.

Ένα καίριο ζήτημα αυτή την περίοδο είναι το γλωσσικό. Ενώ στην προηγούμενη περίοδο, ο γλωσσικός αγώνας εντοπίζεται μεταξύ «καθαρεύουσας» και «αρχαΐζουσας» (Βαρελάς, εισαγωγή λογοτεχνίας 1830-1880), στην παρούσα περίοδο πληθαίνουν οι φωνές υποστήριξης ως προς τη χρήση της δημοτικής στη λογοτεχνία (Πολυλάς 1959, Ροΐδης 1978) και τα παραδείγματα που ωθούν προς την καθιέρωσή της. Το 1888, ο Ψυχάρης, ένας Έλληνας της Διασποράς, φέρνει δυναμικά στο προσκήνιο το θέμα της χρήσης της ομιλούμενης γλώσσας στη λογοτεχνία. Με το κείμενό του Το Ταξίδι μου (1888), και μια πληθώρα θεωρητικών άρθρων που θα ακολουθήσουν, υπερασπίζεται τη δημοτική ως το μοναδικό μέσο για την ανάπτυξη του γραπτού λόγου. Επηρεασμένος από το παράδειγμα του Ψυχάρη, ο Καρκαβίτσας γράφει το μυθιστόρημά του Ο Ζητιάνος (1896) στη δημοτική, εγκαταλείποντας την καθαρεύουσα που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε στα διηγήματά του. Επίσης και οι Βλαχογιάννης και Εφταλιώτης γράφουν στη δημοτική, ακολουθώντας ως ένα βαθμό τις προτάσεις του Ταξιδιού του Ψυχάρη. Ωστόσο, οι αλλαγές προς την καθιέρωση της δημοτικής, συμβαίνουν αρκετά αργά σε ό,τι αφορά το έργο των περισσότερων πεζογράφων της περιόδου. Στα κείμενα που ανθολογούνται παρατηρεί κανείς τη χρήση μεγάλου μέρους του φάσματος της ελληνικής γλώσσας, από την πιο λόγια καθαρεύουσα μέχρι τη γλώσσα που ενσωματώνει πολλές ιδιωματικές εκφράσεις και στοιχεία ντοπιολαλιάς. Παράδειγμα της πρώτης περίπτωσης μπορεί να αναφερθεί το κείμενο του Εμμανουήλ Λυκούδη, Υπό την αυτήν στέγην, ενώ της δεύτερης περίπτωσης, το διήγημα του Χρήστου Χρηστοβασίλη, Ο Ξενιτεμένος, στο οποίο αξιοποιείται πλήρως το λεξιλόγιο και οι εκφράσεις μιας μικρής αγροτικής κοινότητας. Σε αρκετά κείμενα της περιόδου πάντως, η αφήγηση γίνεται σε απλή καθαρεύουσα ενώ οι διάλογοι είναι γραμμένοι στη δημοτική με έμφαση στο τοπικό ιδίωμα. Βέβαια, ακόμα και η «δημοτική» - όπου χρησιμοποιείται - παρουσιάζει διαφοροποιήσεις από τον ένα συγγραφέα στον άλλο (για παράδειγμα η «δημοτική» του Ψυχάρη, δεν είναι ίδια με τη «δημοτική» της Πηνελόπης Δέλτα). Μπορούμε ενδεικτικά να δώσουμε ένα παράθεμα από το ανθολογούμενο απόσπασμα από τον Πατούχα του Κονδυλάκη, όπου φαίνεται η γλωσσική διαφοροποίηση στο λόγο αφηγητή/προσώπων. Ο λόγος του αφηγητή δίνεται σε απλή καθαρεύουσα, ενώ της μητέρας σε δημοτική που παραπέμπει στον προφορική λόγο:


«Ο Σαιτονικολής αντήλλαξε με τη γυναίκα του βλέμμα εκπλήξεως και χαράς.
-Να κάτσης, παιδί μου, όσο θέλεις, είπεν η μητέρα του. Και πάντα να θέλης να μείνης, καλλίτερα· μεγάλη μας χαρά. Κεμείς αυτό θέμε, κανακάρη μου.»

(Κονδυλάκης 1961: 75).

Θα περίμενε κανείς ότι η δημοτική θα είχε εισχωρήσει σε μεγαλύτερο βαθμό στην πεζογραφία, βάσει των προγραμματικών εξαγγελιών και τάσεων για πιστότητα και αμεσότητα στην αναπαράσταση, εντούτοις, φαίνεται ότι η χρήση της καθαρεύουσας δεν εγκαταλείπεται εύκολα.

Στην ποίηση πάλι επικρατούν σχηματικά δύο τάσεις: στα ποιήματα που είναι εγγύτερα στη ρομαντική τεχνοτροπία της προηγούμενης περιόδου η γλώσσα βρίσκεται στο μεταβατικό στάδιο μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, όπως στα ποιήματα του Προβελέγγιου της συλλογής Διπλή Ζωή και «O Σοφιανός» του Βιζυηνού. Η δημοτική βρίσκει πιο πρόσφορο έδαφος στην ποίηση λόγω της παράδοσης του δημοτικού τραγουδιού, και της καταλυτικής επίδρασης του Παλαμά (ένθερμου υποστηρικτή της) στο μεγαλύτερο μέρος της ποιητικής ομάδας της περιόδου. Με κύριο όργανο τη δημοτική συντίθενται τα ποιήματα του Εφταλιώτη, του Βλαχογιάννη, του Κρυστάλλη (με έμφαση στο λεξιλόγιο από τον κόσμο της υπαίθρου), του Γρυπάρη, του Βλαστού, του Τριαντάφυλλου, του Πολέμη, του Σπήλιου Πασαγιάννη, του Αργυρόπουλου, του Σουρή, του Πάλλη καθώς και τα περισσότερα ποιήματα του Δροσίνη. Στα ποιήματα του Στρατήγη και του Καμπά μπορεί επίσης να διακρίνει κανείς τη μεταβατική πορεία από την απλή καθαρεύουσα προς τη δημοτική. Πρέπει να τονιστεί ότι ακόμα και όταν μιλάμε για δημοτική, η γλώσσα των ποιητών διαφέρει στο ύφος, στο λεξιλόγιο που επιλέγει ο καθένας, σύμφωνα και με την καταγωγή του, καθώς και στους τύπους πολλές φορές. Σε απλή καθαρεύουσα τα ποιήματα του Νιρβάνα και το πεζό ποίημα του Επισκοπόπουλου (οι οποίοι βρίσκονται εκτός του κύκλου του Παλαμά και των δημοτικιστικών επιδιώξεων). Σε ό,τι αφορά το θέατρο, η γλώσσα όλων των ανθολογούμενων αποσπασμάτων είναι η δημοτική, κάτι που φανερώνει πόσο πρόσφορο υπήρξε το θεατρικό πεδίο για την αξιοποίηση του λαϊκού λόγου, όπως είχε ήδη διαφανεί από την προηγούμενη περίοδο (βλ. Βαρελάς, εισαγωγή λογοτεχνίας 1830-1880).


  • Η πεζογραφία είναι το λογοτεχνικό είδος του οποίου η διαμόρφωση αυτή την περίοδο προτάσσεται επιτακτικά ως απαραίτητο στοιχείο για τη ταυτότητα του έθνους. Έχουν επιλεγεί αρκετά χαρακτηριστικά κείμενα στα οποία μπορεί ο αναγνώστης να ανιχνεύσει τις ιστορικές, κοινωνικές και πνευματικές τάσεις της εποχής. Όπως αναφέρθηκε ήδη, ο Ψυχάρης, είχε τονίσει με άμεσο τρόπο σΤο Ταξίδι μου (1888) την ανάγκη ανάπτυξης της νεοελληνικής πεζογραφίας και μάλιστα σε μια γλώσσα που δε θα διέφερε από την καθημερινή ομιλία. Το Ταξίδι μου είναι ένα κείμενο που δύσκολα κατατάσσεται κάπου ειδολογικά, αλλά προσφέρει άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με λυρισμό και ενίοτε με σχολαστικότητα, τις απόψεις του συγγραφέα μεταξύ άλλων για τη γλώσσα και τους γλωσσολόγους, τη λογοτεχνία, την ομογένεια και την αρχαιοελληνική κληρονομιά. Το απόσπασμα από Το Ταξίδι μου που επιλέχθηκε παρουσιάζει τα παθήματα του αφηγητή, όταν τόλμησε να προκαλέσει τις διαδεδομένες απόψεις των Αθηναίων γλωσσολόγων, με χιουμοριστική και αυτοσαρκαστική διάθεση αντίστοιχη με αυτήν που διακρίνει για παράδειγμα, το εντελώς διαφορετικής θεματικής αφήγημα του Μπάμπη Άννινου Η οικογένεια διασκεδάζει.

    α) Θετικισμός

    Το κυρίαρχο στοιχείο της περιόδου τόσο στην πεζογραφία όσο και στην ποίηση είναι η αντιρομαντική κατεύθυνση και η καθιέρωση του ρεαλιστικού τρόπου γραφής.[2] Στο πλαίσιο αυτό, διαμορφώνονται εκ παραλλήλου οι κατάλληλες συνθήκες για την ανάπτυξη της λαογραφίας, της ηθογραφίας και του διηγήματος, καθώς και για την πρόσληψη του νατουραλισμού.

    Ήδη από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, η πρόοδος των επιστημών και της τεχνολογίας καθώς και η εξάπλωση του θετικισμού στη φιλοσοφία είχαν διευρύνει την κυριαρχία των επιστημονικών δομών και σε άλλους τομείς της ανθρώπινης δραστηριότητας. Η φιλοσοφία του Auguste Compte ενάντια στον ιδεαλισμό του ρομαντισμού και στις υπερβολές της φαντασίας, προώθησε την αξιοποίηση των δεδομένων της εμπειρίας. Ο θετικισμός εξέφρασε την προσπάθεια να εφαρμοστεί η μεθοδολογία των φυσικών επιστημών (έρευνα, ανάλυση, ταξινόμηση) για την επεξήγηση των κοινωνικών φαινομένων (Deshusses 1984: 13). Στη λογοτεχνία, οι θέσεις του θετικισμού εκφράστηκαν από τον Hippolyte Taine στην Introduction à l'histoire de la littératureAnglaise (1863) (Εισαγωγή στην Ιστορία της Αγγλικής λογοτεχνίας). Ένα λογοτεχνικό κείμενο υποστήριζε ο Taine πρέπει να θεωρείται έκφραση της ψυχολογίας του ατόμου, η οποία είναι αποτέλεσμα του περιβάλλοντος και της περιόδου στην οποία ζει το άτομο και του γένους στο οποίο ανήκει (Taine 1880:1-36). Τα δεδομένα της εμπειρίας, της παρατήρησης και της εξέτασης υπαγορεύουν την εφαρμογή κάποιων κανόνων, που υιοθετήθηκαν επίσης και στην τέχνη. Καλλιεργήθηκε η πεποίθηση ότι η τέχνη είναι ή θα πρέπει να είναι μια μιμητική αντικειμενική απεικόνιση της εξωτερικής πραγματικότητας (ρεαλισμός). Οι συγγραφείς που ακολούθησαν αυτές τις επιταγές (οι ρεαλιστές) επέλεξαν το κοινότοπο και προσιτό και προσπάθησαν να είναι αντικειμενικοί (Furst & Skrine 1990: 16). Όπως εύστοχα έχει επισημάνει ο Wellek, ο ρεαλισμός ως γραφή στα συμφραζόμενα του δέκατου ένατου αιώνα συνιστά την «αντικειμενική αναπαράσταση της σύγχρονης κοινωνικής πραγματικότητας» (1963: 240-241). Στην ελληνική ιστορική, κοινωνική και πολιτισμική πραγματικότητα της εποχής, ο ρεαλισμός συνδέθηκε στην πράξη με την ηθογραφία. Στην πράξη επίσης, η φαντασία δεν εξοβελίστηκε ποτέ εντελώς από τα γραπτά της περιόδου. Επίσης και η ανάπτυξη της λαογραφίας είναι ένα χαρακτηριστικό στοιχείο της περιόδου. Αν και η λαογραφία ξεκίνησε με βάσεις ρομαντικές, στηρίχθηκε δηλαδή στην πρόταση του Herder κατά την οποία οι εγχώριες παραδόσεις ενός λαού εκφράζουν τις ρίζες και συνθέτουν την ταυτότητα του έθνους σε όλη την πορεία του (Beaton 1996: 106), η συστηματοποίησή της πέρα από το ρομαντικό ζητούμενο σε επιστήμη με συγκεκριμένες κατευθύνσεις, μεθοδολογία και στόχους οφείλεται στο επιστημονικό πνεύμα της περιόδου.

    β) Ηθογραφία [3]

    Όλη σχεδόν η πεζογραφική παραγωγή που δημοσιεύεται κατά τη διάρκεια των δύο τελευταίων δεκαετιών του δέκατου ένατου αιώνα τείνει να απεικονίζει μικρές παραδοσιακές κοινότητες στο φυσικό τους περιβάλλον (με διαφορετική βέβαια κάθε φορά χρήση του υλικού από τον εκάστοτε συγγραφέα, βλ. Beaton 1996: 107). Η αναπαράσταση δεν περιορίζεται μόνο στον αγροτικό χώρο αλλά φορά και σε κοινότητες του αστικού χώρου, και έτσι η ηθογραφική προσέγγιση είναι χαρακτηριστικό και των διηγημάτων ή μυθιστορημάτων του άστεως. Η ηθογραφία νοείται ως «απεικόνιση εκ του φυσικού ηθών και εθίμων, ανθρώπινων τύπων και περιοχών», δηλαδή πιστή μεταγραφή της πραγματικότητας και συμπίπτει με τη γενική έννοια του ρεαλισμού (Γκότση 2004: 45). Αυτό αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι ως όρος δηλωτικός του είδους ξεπερνά τα χρονικά πλαίσια των τελευταίων δεκαετιών του δέκατου ένατου αιώνα ή ακόμα και των αρχών του εικοστού αιώνα (για παράδειγμα το μυθιστόρημα του Θεοτόκη, Η Ζωή και ο Θάνατος του Καραβέλα, δημοσιεύτηκε. το 1920 με τον υπότιτλο ηθογραφικό μυθιστόρημα).[4] Αν δούμε συνδυαστικά τους δύο όρους, ρεαλισμό και ηθογραφία, τότε η έννοια της ηθογραφίας γίνεται πιο εύληπτη. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι όπως και ο ρεαλισμός είναι μια τεχνική, μια γενική τάση, και έργα διαφορετικών εποχών μπορούν να χαρακτηριστούν ως ηθογραφικά, με τον ίδιο τρόπο που έργα διαφορετικών εποχών χαρακτηρίζονται ως ρεαλιστικά (για το ζήτημα του ρεαλισμού βλ. Furst & Skrine1990:16,17). Η ηθογραφία συνδέθηκε ειδικά τις τελευταίες δεκαετίες του δέκατου ένατου αιώνα με τις λαογραφικές επιδιώξεις, με στόχο τη «γνωριμία με την ντόπια ανθρωπογεωγραφία» (Γκότση 2004: 45). Σε ένα κλίμα αναζήτησης της ελληνικής ταυτότητας και γενικής αισιοδοξίας για την επέκταση των ορίων του ελληνικού κράτους, σταθερό ζητούμενο ήταν η ανίχνευση της φύσης του ελληνικού πολιτισμού. Οι συγγραφείς της περιόδου καταγράφουν ως λαογράφοι στοιχεία ενδεικτικά των ελληνικών ηθών μερικά από τα οποία χρησιμοποιούν και στα δικά τους μυθιστορήματα. Είναι γνωστή για παράδειγμα η περιγραφή από τον Καρκαβίτσα του πραγματικού χωριού που «αποτέλεσε τη βάση για τη μυθοπλαστική απόδοση του χωριού των ζητιάνων στο μυθιστόρημά του ο Ζητιάνος» στο περιοδικό Εστία (Beaton 1996: 107n). Για να αναφέρουμε ένα ακόμη παράδειγμα, στο ίδιο περιοδικό δημοσιεύει και ο Κονδυλάκης τις «Κρητικές Εικόνες» του από τα Χανιά και το Ηράκλειο. Είτε θεωρήσει κανείς αυτού του είδους την εργασία ως ενταγμένη κυρίως στα πλαίσια μιας εθνικής ιδεολογίας είτε την αναλύσει με όρους που παραπέμπουν στη μεθοδολογία του ρεαλισμού/νατουραλισμού το αποτέλεσμα δεν διαφέρει. Πρόκειται για ένα είδος γραφής βασισμένο στην παρατήρηση, την όσο το δυνατόν πιο πιστή μεταγραφή, και τέλος την ανάλυση. Σχηματικά, οι Έλληνες συγγραφείς έχουν στη διάθεσή τους δύο παράλληλα και συμπλεκόμενα συστήματα.

    Πολλά από τα κείμενα που ανθολογούνται παρουσιάζουν αυτή την τάση ηθογράφησης (παρουσίαση μιας μικρής κοινότητας, μελέτη χαρακτηριστικών τύπων της κοινότητας ή συγκεκριμένων δοξασιών). Τέτοια κείμενα είναι Το βοτάνι της αγάπης του Δροσίνη, που παρουσιάζει στοιχεία του ελληνικού τοπίου με κάποια δόση εξωτισμού, όπως θα τα έκρινε ίσως ένας αποστασιοποιημένος από τον ελληνικό χώρο παρατηρητής (Mackridge 1992: 154), Η Λυγερή του Καρκαβίτσα που δίνει εικόνες της επαρχιακής ζωής στην πόλη των Λεχαινών (γενέθλια πόλη του συγγραφέα) (Σαχίνης 1975: 159), η Μαργαρίτα Στέφα του Ξενόπουλου που απεικονίζει τη ζακυνθινή ζωή, οι Φυλλάδες του Γεροδήμου του Εφταλιώτη και «Ο Καπετάν Γιώργης» και «η Αγγέλικα» από τις Νησιώτικες Ιστορίες του που δίνουν με νοσταλγικό τόνο την ήσυχη ζωή των ανθρώπων της Μυτιλήνης (Πολίτης 2003: 213). Επίσης Ο Ξενιτεμένος του Χρηστοβασίλη, Ο Πατούχας του Κονδυλάκη, η Αρφανούλα του Μωραϊτίδη εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο της ηθογραφικής προοπτικής. Στις περισσότερες περιπτώσεις οι ηθογράφοι συγγραφείς γνωρίζουν καλά τον τόπο και τις συνήθειες των ανθρώπων που περιγράφουν στα έργα τους, για τις οποίες συχνά εκδηλώνουν μια νοσταλγική προσκόλληση, συνδυασμένη ενίοτε με τις αναμνήσεις παλαιών παιδικών τραυμάτων (Mackridge 1992: 150). Η τάση ηθογράφησης περιλαμβάνει και το χώρο του άστεως. Το απόσπασμα από την Χειραφετημένη της Παρρέν, για παράδειγμα, παρουσιάζει την ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, Το Λαμπρό Αμάξι του Παπαντωνίου δίνει διαφορετικές όψεις της ζωής της Αθήνας για τις διαφορετικές κοινωνικές ομάδες της, ομοίως και το μυθιστόρημα Οι Άθλιοι των Αθηνών του Κονδυλάκη (απόσπασμα του οποίου ανθολογείται). Ορισμένα κείμενα έχουν ανθολογηθεί γιατί εντοπίζονται σ' αυτά περισσότερες από μία τάσεις, όπως διαφαίνεται από την ανάγνωσή τους. Μία βασική χαρακτηριστική τάση της εποχής είναι η καλλιέργεια του διηγήματος.

    γ) διήγημα

    Aρκετοί παράγοντες συνεισέφεραν στην ανάπτυξη της φόρμας του διηγήματος. Κατ' αρχάς η ανάπτυξη του Τύπου που έδωσε την ευκαιρία σε πολλούς λογοτέχνες να παρουσιάσουν τη δουλειά τους στις σελίδες του. Ο ημερήσιος τύπος γίνεται το βασικό αναγνωστικό υλικό και μέσο προώθησης ιδεών (Chryssanthopoulos 1997: 62-63). Όπως σημειώνει ο Beaton, «μεγάλο μέρος των πολιτισμικών ζυμώσεων γύρω στα 1880 πέρασε στον περιοδικό τύπο και ειδικά στις στήλες της Εστίας (1876-95) και του Ραμπαγά (1878-89)» (104) (βλ. επίσης Παπακώστας 1982). Στην Εστία, όπου δημοσιεύονταν συχνά μεταφράσεις ξένων έργων, εξαγγέλλεται το 1883, με υπόδειξη του λαογράφου Ν. Πολίτη, διαγωνισμός διηγήματος με θέματα σχετικά με την αρχαία, τη μεσαιωνική ή τη σύγχρονη ελληνική περίοδο. Αν και η προκήρυξη, όπως έχει επισημανθεί, υπήρξε αρκετά ασαφής (Μουλλάς 1996: μς΄-μζ΄), στην πράξη το υλικό που στάλθηκε όρισε το αφηγηματικό είδος του ελληνικού διηγήματος (Beaton 1996: 105). Το διήγημα είναι ένα σύντομο μυθοπλαστικό κείμενο με πλαίσιο δράσης κυρίως τον παραδοσιακό αγροτικό τόπο. Επιπλέον, σταδιακά το διήγημα συνδυάζεται με την «επισταμένην μελέτη του πραγματικού» (Παλαμάς 1969: 155)· δηλαδή κατά τον Παλαμά, το διήγημα συνδέεται με τη σύγχρονη ρεαλιστική προοπτική (Γκότση 2004: 67). Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι και ο Ξενόπουλος, ο οποίος ασχολήθηκε με τη θεωρητική ανάλυση αυτού του αφηγηματικού είδους, ορίζει το διήγημα στο κείμενό του Σαν Όνειρο ως 'βραχύ' - συνεκδοχικά αναφερόμενος στον τίτλο του κειμένου του, και το έργο του διηγηματογράφου ως αντιγραφή «υπό τινάς όρους» αληθούς ιστορίας ή αλλιώς ζωγραφική εκ του αληθούς (Ξενόπουλος 1890: 17-19). Το κείμενο «Σαν Όνειρο» παρουσιάζει το εξής ενδιαφέρον, ο συγγραφέας δίνει οδηγίες προς εαυτόν για τη συγγραφή διηγήματος και συγχρόνως παρουσιάζει την ιστορία του: «Ο διάλογος του διηγήματος, φυσικός, σπάνιος και σύντομος, δεν αρκεί να συντελή μόνον εις την εξέλιξιν της υποθέσεως, αλλά πρέπει να ήνε και χαρακτηριστικός, να ζωγραφίζη αμέσως τα συνομιλούντα πρόσωπα, τους τρόπους των, τας σχέσεις των, τας συνηθείας των […]» (18). Ενδεικτική είναι και η κρίση του Ξενόπουλου για τον Λουκή Λάρα του Βικέλα: «[…]Πρώτος ο κ. Βικέλας έγραψε διήγημα ελληνικόν, πραγματικόν, έχον ήρωας ανθρώπους γηΐνους και απεικονίζον σκηνάς εκ του αληθούς. Του συγγραφέως η έκτακτος δεξιότης και η ευφυΐα, γνωρίσαντος να συγκινήση τους συγχρόνους δι' άλλου τρόπου ή των έως τότε εν χρήσει πατριωτικών φωνασκιών, συνέτεινεν ώστε υπέρ του νέου είδους να κλίνη η πλάστιγξ ταχεία και εμφαντική. Η διηγηματογραφία ήρχισεν έκτοτε να κινήται και να εισέρχεται εις τον δρόμον της.» (Ξενόπουλος 1891: 368-369).

    Στο διήγημα βρίσκουν τη φόρμα για να εκφραστούν πολλές φορές και συνδυαστικά, οι περισσότερες τάσεις και στοιχεία που συνυπάρχουν αυτή την περίοδο: τάση παρατήρησης και καταγραφής των παραδόσεων και συνηθειών μιας συγκεκριμένης ομάδας σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον (τάση που παραπέμπει στη λαογραφία και την ηθογραφία), τάση παρουσίασης διαφορετικών πτυχών του εξελισσόμενου αστικού τοπίου (αστική θεματολογία), προσπάθεια απόδοσης του ιδιώματος των χαρακτήρων που σκιαγραφούνται σε συνάφεια με τη ρεαλιστική κατεύθυνση για πιστή απόδοση της πραγματικότητας (όλο και πιο συχνή χρήση της δημοτικής, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι εγκαταλείπεται η καθαρεύουσα). Ο Εφταλιώτης στις Φυλλάδες του Γεροδήμου, που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Νουμά, αξιοποιεί το τέχνασμα της εύρεσης ενός χειρογράφου, για να τονίσει την αξία της 'βάρβαρης' γλώσσας.[5] Όπως σημειώνεται με κάποια δόση αυτοαναφορικότητας: «[…] αυτά είναι τα χειρόγραφά του, κι όποιος περαστικός επιθυμεί ας τα διαβάση, κι όποιος τα διαβάση από την αρχή ως το τέλος και του αρέσουν, μπορεί και να τα πάρη μαζί του» (1909: 1). Δηλαδή όποιος δεχτεί τη δημοτική και δεν τον ξενίζει, μπορεί να την κάνει κτήμα του. Επομένως συνδυάζονται στο διήγημα και εγγενείς και ευρύτερες τάσεις του Ευρωπαϊκού χώρου.[6] Πολλά από τα ανθολογούμενα κείμενα ανήκουν στο είδος του διηγήματος και μπορεί κανείς να εντοπίσει την μεγάλη ποικιλία θεμάτων και τις διαφορές στον τρόπο που χειρίζεται ο κάθε συγγραφέας το υλικό του. Εκτός από το διήγημα του Βιζυηνού Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως, συμπεριλαμβάνονται το διήγημα Έρωτας στα χιόνια και Ο ξεπεσμένος δερβίσης του Παπαδιαμάντη, Με Χιμαίρας της Ευγενίας Ζωγράφου, τα διηγήματα της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου και της Αρσινόης Παπαδοπούλου, Δυο φίλοι του Ψυχάρη, Η Μόχρα του Κωνσταντίνου Μεταξά-Βοσπορίτη, Υπό την αυτήν στέγην του Εμ. Λυκούδη, Το σκυλάκι της του Ι. Διαμβέργη, το ναυτικό Ο Καπετάν Σάββας του Κων. Ράδου, το ιστορικό Κανάρης του Γιάνη Βλαχογιάννη, Ο Ξενιτεμένος του Χρηστοβασίλη, Το Λαμπρό Αμάξι του Παπαντωνίου, Ποιος θα βαρέσει την καμπάνα του Σ. Πασαγιάννη, Η οικογένεια διασκεδάζει του Μπ. Άννινου, Του Κορνήλιου το φάντασμα του Δ. Καμπούρογλου, Χρυσαυγή του Δημήτριου Ταγκόπουλου, επίσης τα διηγήματα των Εφταλιώτη, Αλ. Μωραϊτίδη, Δημ. Χατζόπουλου. Ορισμένα από τα κείμενα αυτά, όπως αναφέρθηκε ήδη μπορούν να χαρακτηριστούν ως ηθογραφικά, μερικά συνδυάζουν το ρεαλιστικό με άλλα στοιχεία (ρομαντικά, ιστορικά, αισθητιστικά) και σε πολλά από αυτά κυρίαρχο είναι και το στοιχείο του χιούμορ. Αυτό είναι ένα δευτερεύον ζητούμενο ανοιχτό προς διερεύνηση, σε ποιο βαθμό υπήρξε πρόσφορη για χιουμοριστικές προσεγγίσεις η σύντομη έκταση του διηγήματος. Ανθολογείται επίσης ένα απόσπασμα από τα έμμετρα διηγήματα του Επτανήσιου Πολύβιου Δημητρακόπουλου, Το Γαρούφαλλο, μια ιστορία δοσμένη με αμεσότητα και χιούμορ που ακολουθεί μάλλον την παράδοση της Επτανησιακής Σχολής στη σατιρική θεματική.

    δ) Νατουραλισμός

    Η δυναμική των ιδεών και των λογοτεχνικών κινημάτων της Ευρώπης βρίσκει είτε άμεσους αποδέκτες (Νικόλαος Πολίτης, Ψυχάρης, Γεώργιος Βιζυηνός, λόγω της διαμονής και εκπαίδευσής τους στο εξωτερικό) είτε έμμεσους (Ξενόπουλος, λόγω των διαβασμάτων του).Ο νατουραλισμός κάνει την αδιαμφισβήτητη εμφάνισή του με τη μετάφραση της Νανάς του Εμίλ Ζολά από τον Ιωάννη Καμπούρογλου (Φλοξ). Η μετάφραση δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Ραμπαγά προτού διακοπεί λόγω αντιδράσεων (μεταξύ άλλων από τον Άγγελο Βλάχο στην Εστία το 1879) εξαιτίας του σκανδαλώδους περιεχομένου του έργου. Με τη Νανά σηματοδοτείται η εμφάνιση του γαλλικού νατουραλισμού στην Ελλάδα. Έχει ανθολογηθεί ένα μικρό μέρος αυτής της μετάφρασης (από την έκδοση του μυθιστορήματος σε βιβλίο το 1880) η οποία έχει ιστορική σημασία. Στο απόσπασμα από το κεφάλαιο V, δίνεται η ατμόσφαιρα στα παρασκήνια προτού η Νανά (μια χορεύτρια βαριετέ) βγει στη σκηνή.

    Ο Ξενόπουλος έπαιξε σημαντικό ρόλο στην πρόσληψη του νατουραλισμού στην Ελλάδα τόσο με το άρθρο του στην Εικονογραφημένη Εστία «Αι περί Ζολά προλήψεις» το 1890, με το οποίο προώθησε τη θεωρία του νατουραλισμού, όσο και με ορισμένα μυθιστορήματά του. Ένα από τα πρωτόλειά του το οποίο ανθολογείται εδώ (από την πρόσφατη έκδοσή του από το Ε.Λ.Ι.Α), το μυθιστόρημα Νικόλας Σιγαλός (1890), φανερώνει το διάλογο του συγγραφέα με το Ζολαδικό νατουραλισμό αλλά και με τεχνικές που θυμίζουν Μπαλζάκ. Εύκολα αναγνωρίζεται η αντίστοιχη ανθρωπογεωγραφία και κοινωνική διαστρωμάτωση που παραπέμπει στο μυθιστόρημα LePèreGoriot (1834-35) του Μπαλζάκ. Η δε προσπάθεια «διαλόγου» με το γαλλικό νατουραλισμό δεν εξαντλείται μόνο στην αναφορά του ονόματος του Ζολά και του ρόλου της κληρονομικότητας σε πολλά σημεία του κειμένου. Στη σκηνή που ανθολογείται, ο «πραγματικισμός», όπως ονόμαζε ο Ξενόπουλος το νατουραλισμό, ενσωματώνεται φυσικά στο κείμενο (Αμιλήτου 2002: 53) (ο όρος «πραγματικισμός» ίσως προέρχεται από τη γαλλική έκφραση «chosisme» που χρησιμοποιείται με σχετικά αρνητική χροιά στη Γαλλία). Πρόκειται για το μάθημα φυσιολογίας για τα ούρα και τον ιδρώτα, στο αμφιθέατρο της Ιατρικής του Πανεπιστημίου Αθηνών που τυχαία παρακολουθούν οι ήρωες του μυθιστορήματος. Και από την πλευρά της θεματικής αλλά και από την πλευρά της αφηγηματικής τεχνικής (ο αφηγητής-παρατηρητής δίνει λεπτομερή περιγραφή μιας καθημερινής σκηνής με αντικειμενικότητα, ακρίβεια και πιστότητα σχεδόν φωνογραφική), έχουμε ένα δείγμα νατουραλιστικής γραφής. Βέβαια ο Ξενόπουλος δεσμεύεται από τις ευκολίες του κι έτσι δεν αξιοποιεί πλήρως το νατουραλιστικό μοντέλο που φαίνεται ότι τον θέλγει. Τόσο η συγκεκριμένη σκηνή όσο και όλο το μυθιστόρημα τελειώνουν με ένα ηθικοδιδακτικό μήνυμα που ανατρέπει την ντετερμινιστική θεώρηση των πραγμάτων. Ο Ξενόπουλος όμως συντέλεσε στη διάδοση της λογοτεχνίας ακριβώς λόγω της απήχησης του έργου του στο ευρύ αναγνωστικό κοινό (Πολίτης 2003: 214).
    Ένα άλλο κείμενο στο οποίο προβάλλονται πιστά οι αρχές του νατουραλισμού (το ντοκουμέντο, η αληθινή ιστορία, το πείραμα) είναι ο πρόλογος του μυθιστορήματος του Ψυχάρη, Η άρρωστη δούλα (1906) που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο Νουμά. Τα μυθιστορήματα του Καρκαβίτσα Η Λυγερή (1892) και κυρίως Ο Ζητιάνος (1895), καθώς και η Φόνισσα (1903) του Παπαδιαμάντη, έχουν επίσης αρκετά νατουραλιστικά στοιχεία. Στο Ζητιάνο και στη Φόνισσα, παρατηρείται χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, μια διαπλοκή δηλαδή των σκέψεων του αφηγητή με τις σκέψεις των ηρώων, μέσω της οποίας παρουσιάζεται εναργέστερα ο εσωτερικός τους κόσμος. Ο Παπαδιαμάντης με την έξοχη ψυχογράφηση της Φόνισσάς του βρίσκεται ήδη πολύ κοντά στην προσπάθεια διερεύνησης της υποκειμενικότητας του ατόμου που θα προβληθεί με το κίνημα του Συμβολισμού στις αρχές του εικοστού αιώνα. Νατουραλιστικά στοιχεία εντοπίζονται και στο μυθιστόρημα του Κονδυλάκη Οι Άθλιοι των Αθηνών, το οποίο όμως βρίθει και από υπερβολές και ρομαντικά κατάλοιπα σε τέτοιο βαθμό ώστε να μοιάζει με λαϊκό ανάγνωσμα (Πολίτης 2003: 216). Στο νατουραλιστικό πλαίσιο εντάσσεται και το μεταγενέστερο μυθιστόρημα του Θεοτόκη Η Ζωή και ο Θάνατος του Καραβέλα (1920). Από τις χρονολογίες δημοσίευσης των παραπάνω έργων, διαπιστώνεται ότι ο νεοελληνικός νατουραλισμός, αν και εμφανίζεται σε μια περίοδο που στην Γαλλία το κίνημα είχε ήδη αρχίσει να εκπνέει (βλ. Pagès 1989: 13-21), επιβιώνει για αρκετά χρόνια στον ελληνικό χώρο.

    ε) Κείμενα δημοσιογραφικού τύπου

    Προτού περάσουμε στα άλλα βασικά λογοτεχνικά είδη, την ποίηση, το θέατρο και το δοκίμιο πρέπει να σημειώσουμε την πληθώρα για την περίοδο σύντομων αφηγηματικών κειμένων, ένα είδος διηγημάτων με προσμίξεις μυθοπλαστικών και δημοσιογραφικών στοιχείων (Γκότση 2004: 65). Τα κείμενα αυτά είναι αποτέλεσμα της προσπάθειας περιγραφής των διαφόρων όψεων της πόλης της Αθήνας (αθηναιογραφία) και των τύπων της, με έμφαση στο επίκαιρο, στην εντύπωση, σε ό,τι μπορεί να κινήσει το ενδιαφέρον για μια σύντομη, συνήθως αποσπασματική παρουσίαση. Ενδεικτικοί είναι και οι τίτλοι που χρησιμοποιούνται ('εικόναι', 'σκηναί'), αναπαραγωγή των ξένων όρων (scènes, scenes, sketches) (για το είδος αυτό βλ. Γκότση 2004: 65-79). Τα κείμενα που εντάσσονται σ' αυτή την κατηγορία έχουν στοιχεία και από το είδος του χρονογραφήματος και από το αφηγηματικό είδος του διηγήματος. Ως αντιπροσωπευτικά αυτής της κατηγορίας έχουν επιλεγεί τα κείμενα: Οιωνός του Μιχαήλ Μητσάκη (με υπότιτλο της συλλογής των πεζογραφημάτων απ' όπου προέρχεται, «Αθηναϊκαί Σελίδες- Εικόνες και Σκηναί-Ταξιδιωτικάι Εντυπώσεις») και Ένας αλχημιστής του Παύλου Νιρβάνα, από τη σειρά Αθηναϊκοί Περίπατοι, καθώς και Οι Μενεξέδες του ίδιου συγγραφέα. Στην κατηγορία αυτή μπορούν να ενταχθούν επίσης το διήγημα του Παπαντωνίου Το Λαμπρό Αμάξι, ένα κείμενο που συνδυάζει τη μυθοπλασία με την ανεκδοτολογία, παρουσιάζοντας σκηνές από τη ζωή του ποιητή Κώστα Κρυστάλλη στην Αθήνα, το απόσπασμα από το κείμενο Ιεραί συγκινήσεις των κάτω άκρων του Εμ. Λυκούδη, το διήγημα του Μπ. Άννινου Η οικογένεια διασκεδάζει, το σατιρικό διήγημα-χρονογράφημα του Κων. Σκόκου Το χαρτοβασίλειο (με χαρακτηριστικό επεξηγηματικό υπότιτλο της συλλογής από την οποία ανθολογείται: 'ευθυμογραφήματα, κοινωνιολογικά σκαλαθύρματα, εικόνες, τύποι, χαρακτηρισμοί, εντυπώσεις') καθώς και τα δύο διηγήματα του ποδόγυρου του Δ. Χατζόπουλου (Μποέμ). Επίσης τα Δύο Ανάκτορα του Μητσάκη, ένα ταξιδιωτικό και δημοσιογραφικού τύπου κείμενο για την Κέρκυρα, δεν είναι εντελώς αταίριαστο με αυτή την κατηγορία κειμένων.

    στ) Γυναικεία πεζογραφία

    H γυναικεία πεζογραφία της περιόδου είναι όχι μόνο παρούσα αλλά και αρκετά ανεπτυγμένη. H θεματική των γυναικών πεζογράφων στρέφεται προς τον χώρο του σπιτιού, της οικογένειας και των κοινωνικών συναναστροφών. Ένα από τα βασικά θέματα που συναντά κανείς με κάποιες διαφοροποιήσεις είναι η αποκατάσταση των θηλυκών με τον κατάλληλο σύζυγο. Το θέμα αυτό θίγεται στο διήγημα Με Χιμαίρας της Ευγενίας Ζωγράφου, και στο διήγημα Ο Κύριος «Χρυσωρυχείον» της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, με τάση προσγείωσης των ρομαντικών ιδανικών. Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γυναικείας πεζογραφίας είναι η περιγραφή του συναισθηματικού κόσμου των ηρωΐδων, συχνά με κάποια ειρωνική διάθεση, όπως στο διήγημα Ταξείδι Απροσδόκητο της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου. Επίσης στη γυναικεία πεζογραφία εντοπίζεται ενίοτε μια διδακτική τάση, είτε με τη χρήση του μοτίβου του παραμυθιού (διήγημα Αλήθεια της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου), είτε με το τέχνασμα της επιστολής μέσω της οποίας η αφηγήτρια δίνει συμβουλές (διήγημα Εξ Αθηνών εις Μασσαλίαν της Αρσινόης Παπαδοπούλου) είτε με έμφαση στα ιδεώδη της πατρίδας και της οικογένειας (Π. Δέλτα). Κυρίαρχη μορφή αποτελεί η Καλλιρρόη Παρρέν, η οποία με την τριλογία της Τα βιβλία της Αυγής, έδωσε στη νεοελληνική λογοτεχνία της περιόδου το μυθιστόρημα της γυναικείας χειραφέτησης. Όπως αναφέρθηκε ήδη, ανθολογείται απόσπασμα από το πρώτο βιβλίο της τριλογίας, Η Χειραφετημένη (για το έργο της Παρρέν, βλ. Αναστασοπούλου 1997, Ψαρρά 1999, για το έργο της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, βλ. Παπακώστας 1980).

    ζ) Το συμβολιστικό και το ιδεολογικό μυθιστόρημα

    Από τις στήλες της Εστίας και του Ραμπαγά περνάει η προβληματική του νατουραλισμού (μεταφράσεις, δοκίμια), όπως λίγο αργότερα από τα βραχύβια περιοδικά Η Τέχνη (1898-1899) του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου και Ο Διόνυσος (1901-1902) των Δημητρίου Χατζόπουλου και Γιάννη Καμπύση, παρουσιάζονται οι κοινωνικές ιδέες και οι νέες τάσεις στη λογοτεχνία, προβάλλεται η φιλοσοφία του Νίτσε και επιζητείται μια πιο ενεργή συμμετοχή των συγγραφέων στα κοινωνικά δρώμενα (βλ. Γουνελάς 1984). Παρατηρείται έντονο ενδιαφέρον για τις ιδεολογικές ζυμώσεις που επικρατούν στην Ευρώπη (την ανάδυση στο προσκήνιο των σοσιαλιστικών ιδεών). Αυτές οι τάσεις οδηγούν σε δύο νέες (ή σχετικά νέες) μορφές, στην καλλιέργεια του μυθιστορήματος της ψυχολογικής ανάλυσης και στο ιδεολογικό μυθιστόρημα. Το μυθιστόρημα της ψυχολογικής ανάλυσης των χαρακτήρων που εμφανίζεται ως αποτέλεσμα της αντίδρασης στην ορθολογιστική προσέγγιση της ζωής του ατόμου και της λογοτεχνίας από τον νατουραλισμό (και γενικότερα το θετικισμό), βρίσκει οπαδούς και στην Ελλάδα. Στο ψυχολογικό ή συμβολιστικό μυθιστόρημα δίνεται μια λεπτομερέστερη περιγραφή του εσωτερικού κόσμου των ηρώων και συχνά αντιστοιχίζονται τα συναισθήματά τους με κάποιο στοιχείο της φύσης ή κάποιο άλλο επαναλαμβανόμενο στοιχείο ή σύμβολο. Το σημαντικό δεν είναι τα αίτια και το αποτέλεσμα των πράξεων τους, αλλά τι σκέφτονται και τι αισθάνονται (Rey 1993: 161). Μέσω της διερεύνησης του εσωτερικού κόσμου δίνεται έμφαση επίσης στην κοινωνική ανάλυση. Αυτή τη νέα κατεύθυνση στη λογοτεχνία είχαν καλλιεργήσει στη Γαλλία οι Maurice Barrès, Paul Bourget, Anatole France, Pierre Loti. Βεβαίως, o εσωτερικός κόσμος των ηρώων δεν είναι κάτι εντελώς νέο στο ελληνικό μυθιστόρημα. Όπως έχει σημειωθεί, τόσο ο Βιζυηνός όσο και ο Παπαδιαμάντης εμβαθύνουν στην ψυχολογία των ηρώων τους. (Beaton 1996: 142). Ουσιαστικός εκπρόσωπος όμως του είδους θεωρείται ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, ο οποίος ήταν επίσης εκφραστής της Συμβολιστικής ποίησης στην Ελλάδα. Ανθολογείται το μυθιστόρημά του Ο πύργος του ακροπόταμου. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα στο οποίο η δράση είναι περιορισμένη, εν αντιθέσει, αναλύεται ο εσωτερικός κόσμος των βασικών προσώπων. Τρεις αδελφές ζουν απομονωμένες σ' έναν πύργο και σιγά-σιγά συνειδητοποιούν ότι κάθε ελπίδα για βελτίωση της ζωής τους και αποκατάστασή τους φθίνει. Με μια μελαγχολική διάθεση καταγράφονται τα συναισθήματα και οι σκέψεις τους που μας προετοιμάζουν για το τέλος. Το απόσπασμα που έχει επιλεγεί είναι το τελευταίο κεφάλαιο του μυθιστορήματος. Κατά τον Λίνο Πολίτη, το μυθιστόρημα αυτό είναι από τα καλύτερα του Χατζόπουλου, καθώς ενυπάρχουν σ' αυτό σε ισομερή αναλογία «το ρεαλιστικό υπόβαθρο και η ψυχογραφική φροντίδα» (2003: 257).

    Το ενδιαφέρον για τις κοινωνικές συνθήκες και τις απαραίτητες αλλαγές στο κοινωνικό πεδίο εκφράζεται με το ιδεολογικό μυθιστόρημα και τον κύριο εκπρόσωπό του τον Κωνσταντίνο Θεοτόκη (η διερεύνηση των κοινωνικών ζητημάτων είχε ήδη επιχειρηθεί και συνέχιζε να αποτελεί μια σταθερά της θεματικής των αστικών μυθιστορημάτων του Ξενόπουλου). Ο Θεοτόκης παρουσιάζει τις κοινωνικές συγκρούσεις στα περισσότερα έργα του. Η Ζωή και ο Θάνατος του Καραβέλα ακολουθεί μεν τις επιταγές της ηθογραφίας (αυτός είναι άλλωστε και ο υπότιτλος του μυθιστορήματος) αλλά φτάνει σε ακραίες νατουραλιστικές περιγραφές. Στόχος του συγγραφέα είναι πέρα από τις κοινωνικές και ενδο-οικογενειακές συγκρούσεις να δώσει τη μοιραία και προδιαγεγραμμένη πορεία ενός ατόμου, έρμαιο όχι μόνο των παθών του, αλλά και του συστήματος, στον κυκλώνα του οποίου είχε την ατυχία να βρεθεί. Σ' αυτή την μετα-ηθογραφική χρονική περίοδο εντάσσεται και ο Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, ο οποίος επηρεασμένος από τις λογοτεχνικές εξελίξεις στην Ευρώπη, εκπροσωπεί στην Ελλάδα το κλίμα του αισθητισμού. Ο Χρηστομάνος υπήρξε δάσκαλος των ελληνικών της αυτοκράτειρας Ελισάβετ όταν σπούδαζε στη Βιέννη και συνοδός της σε κάποια από τα ταξίδια της. Εμπνευσμένος από τα ταξίδια αυτά σύνθεσε το Βιβλίο της αυτοκράτειρας Ελισάβετ (στα γερμανικά), «μια βιογραφική ανάλυση γραμμένη με σπάνια ευαισθησία και αρκετό λυρισμό» (Πολίτης 2003: 256). Το βιβλίο, απόσπασμα του οποίου ανθολογείται, μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες και εκδόθηκε στα ελληνικά το 1907. Ένα πεζό ποίημα, το «Άσμα Ασμάτων» του Νικ. Επισκοπόπουλου, ανήκει επίσης στην τάση του αισθητισμού.

    Έχουν ανθολογηθεί επίσης και άλλοι σημαντικοί πεζογράφοι των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, εκφραστές του ελληνοκεντρικού πνεύματος. Ενδεικτικά, συμπεριλαμβάνονται ορισμένα ηθικοδιδακτικά κείμενα της Πηνελόπης Δέλτα και του Ίωνα Δραγούμη. Ιδιαιτέρως στα κείμενα του Δραγούμη, υπερισχύει η περηφάνια για τις ελληνικές αρετές: «Ο φίλος του, καθισμένος κοντά του, μιλούσε για τον τόπο και για τα πράγματα, και ο Αλέξης είχε μια λαχτάρα, να πέθαινε εκεί, πλαγιασμένος έτσι στο αγαπημένο χώμα» (Μαρτύρων και ηρώων αίμα, 1914: 93). Η σύνδεση με τον τόπο και την παράδοση στο κείμενο του Δραγούμη θυμίζει αντίστοιχες επισημάνσεις από το μυθιστόρημα του Barrès Les Déracinés(1897). Το δεύτερο απόσπασμα της γραφής του Δραγούμη προέρχεται από Το Αιώνιο Διάβα, ένα κείμενο περισσότερο φιλοσοφικού και δοκιμιακού τύπου παρά μυθοπλαστικό. Ο Πολίτης το χαρακτηρίζει ως ένα πρώιμο δείγμα έκφρασης μιας «εσωτερικής ψυχολογίας στη νεοελληνική λογοτεχνία» (2003: 255).

  • α) από τον φθίνοντα ρομαντισμό στον Παρνασσισμό

    Όπως και στην πεζογραφία, έτσι και στην ποίηση, τα θέματα, η τεχνοτροπία, η γλώσσα και οι στόχοι σταδιακά αλλάζουν. Η ρομαντική διάσταση φθίνει, ενώ συγχρόνως εμφανίζονται νέα στοιχεία ικανά να αναμορφώσουν την ποίηση. Βέβαια κάθε αλλαγή επιτελείται συνήθως βαθμιαία και γι' αυτό το λόγο τυχαίνει να συνυπάρχουν για κάποιο διάστημα αντιφατικές τάσεις και ποικιλία ειδών. Όμως η βασική κατεύθυνση και στην ποίηση είναι η προσγείωση των ρομαντικών ιδανικών σε μια καθημερινότητα πεζή, αλλά όχι απαραίτητα δυσάρεστη. Εγγύτερα στο ρομαντισμό βρίσκονται τα ποιήματα του Πέτρου Ζητουνιάτη και του Γεωργίου Στρατήγη. Στο μεταβατικό στάδιο απομάκρυνσης από το ρομαντισμό και ανάπτυξης της νέας ποιητικής βρίσκονται τα ποιήματα του Βιζυηνού «O Σοφιανός» και του Αριστομένη Προβελλέγγιου «Η ποίησις των ερειπίων» και «Ήταν ωραίες η στιγμές εκείνες».

    Στις εφημερίδες Ραμπαγάς και Μη Χάνεσαι των Κλεάνθη Τριαντάφυλλου και Βλάση Γαβριηλίδη κάνουν την πρώτη εμφάνισή τους με θέματα καθημερινά και σατιρική προοπτική νέοι ποιητές όπως ο Δροσίνης, ο Παλαμάς, ο Σουρής, ο Πολέμης. Προβάλλουν κάτι διαφορετικό από τον καθιερωμένο μέχρι το 1880 ρομαντικό τόνο των καθαρευουσιάνικων ποιημάτων (Πολίτης 2003: 186). To 1880 με την έκδοση των ποιητικών συλλογών Στίχοι του Νίκου Καμπά (η μοναδική συλλογή του), Ιστοί Αράχνης του Δροσίνη και Γέλωτες του Δημητρίου Κόκκου, εμφανίζεται και επίσημα η νέα ποιητική «Γενιά του 1880». Τα ποιήματα αυτά συμβαδίζουν με το γενικό πνεύμα της εποχής, η φαντασία δίνει το προβάδισμα στην καθημερινότητα, χρησιμοποιείται ως επί το πλείστον η απλή γλώσσα, και η τεχνοτροπία προέρχεται από τον γαλλικό Παρνασσισμό.

    Οι Γάλλοι Παρνασσιστές αποτελούν μια ομάδα ποιητών που γύρω στο 1866 αντιδρά στις συναισθηματικές υπερβολές του ρομαντισμού, συνδέεται μέσω εφήμερων περιοδικών εκδόσεων και αναγνωρίζει την αξία του δόγματος της αυτοδυναμίας της τέχνης ('l'art pour l'art'). Η ομάδα που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τους Th. Gaultier, Leconte de Lisle, Baudelaire, Heredia, Ménard, Coppée, εκδίδει μια «συλλογή νέων στίχων», την οποία ονομάζει Le Parnasse Contemporain (o Σύγχρονος Παρνασσός) τιμώντας το βουνό των Μουσών (Lagarde & Michard 1985: 418). Οι Παρνασσιστές δίνουν σημασία στη φόρμα του ποιήματος, κάτι που είχε παραμεληθεί στη ρομαντική ποίηση. Τους ενδιαφέρει η ρυθμική και μελωδική στιχουργία, η καλλιέργεια έντεχνων στροφικών συμπλεγμάτων και προκρίνουν τη φόρμα του σονέτου (Πολίτης 2003: 187). Στρέφονται επίσης προς το αρχαιοελληνικό παρελθόν και τα καλλιτεχνικά δημιουργήματά του. Κάπως αντίστοιχα με τους Γάλλους από το έργο των οποίων εμπνέονται, εμφανίζονται και οι «Έλληνες Παρνασσιστές». Αντιδρούν στις γλυκερότητες των ποιημάτων του Αχιλλέα Παράσχου, τελευταίου εκπροσώπου της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής και της ομάδας του, και επιδιώκουν να δημιουργήσουν κάτι καινούριο (Ανδρειωμένος 2002: 33,34).

    Στα ποιήματα του Καμπά αναγνωρίζουμε στοιχεία και από το παλιό που φθίνει και από το καινούριο που έρχεται (γλωσσική αμφιταλάντευση μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, αλλού πεζολογία και αλλού κάποια ρομαντική διάθεση). Για παράδειγμα, τα ποιήματα «Τα άσματά μου» και «Το λευκάνθεμον» δεν είναι μακριά από το ρομαντικό πνεύμα, αλλά στροφή προς το νέο φανερώνουν τα ποιήματα «Θα βραχούμε» και «Τι λες Μαρία;». Εγγύτερα στις αρχές του Παρνασσισμού βρίσκεται το ποίημα «Φθινόπωρον», ενώ ενδιαφέρον παρουσιάζει και το αυτοβιογραφικό «Απ' Αθηνών εις Αλεξάνδρειαν» καθώς και το αυτοαναφορικό «Φιλολογική Έρις» (η απάντηση του Καμπά στην κριτική που δέχτηκε από τους ρομαντικούς). Είναι ενδεικτικό ότι οι κατηγορίες που προσάπτονται στους νέους ποιητές (τους οποίους αποκαλούν 'παιδαρέλια' οι οπαδοί του Παράσχου) - και τις οποίες ο Καμπάς ενσωματώνει στο ποίημά του «Φιλολογική Έρις» - δεν διαφέρουν από τις επικρίσεις που είχαν δεχθεί επίσης και οι Γάλλοι Παρνασσιστές. Φαίνεται ότι η έμφαση στην αισθητική της φόρμας δημιουργεί την εντύπωση της αδιαπέραστης ποίησης. Οι Παρνασσιστές θα αντιτάξουν ότι η ποίησή τους αποπνέει αίσθηση γαλήνης και ισορροπίας και είναι η καταλληλότερη για να εκφράσει τις συναισθηματικές διακυμάνσεις αλλά και τις φιλοσοφικές σκέψεις. Βέβαια η θεματική των ποιημάτων των Καμπά, Δροσίνη, Κόκκου και των πρώτων ποιημάτων του Παλαμά, εστιάζει επίσης και στον έρωτα ως παιχνίδι και χαρά και στον οικείο χώρο του σπιτιού (Μουλλάς 1977: 415). Μελετώντας τα ποιήματα αυτής της ομάδας διαπιστώνουμε ότι την έμπνευση τους αποτελούν συχνά απλές σκέψεις της στιγμής για καθημερινά θέματα. Στα ποιήματα του Δροσίνη αναγνωρίζουμε εκτός από τα στοιχεία του Παρνασσισμού (σονέτο «Πρωταπριλιά», «Τη κυρία») και την έμπνευση από τη λαογραφική παράδοση και την αγροτική σκηνογραφία («Η εις το χωρίον επάνοδος», «Η ψαροπούλα») καθώς και το δημοτικό τραγούδι («Η Γιαννούλα»). Αυτά τα στοιχεία τα χειρίζεται ενίοτε με μεγάλη επιδεξιότητα και ευστοχία («Ο κρυφός λόγος»). Αντιπροσωπευτικό της Παρνασσιστικής τεχνοτροπίας είναι το ποίημα του Αριστομένη Προβελέγγιου «Η τέχνη παρήγορος»: έμφαση στο θέμα της τέχνης, προσοχή στη φόρμα, ανάπτυξη αφηρημένων εννοιών (πόνος, μνήμη, ψυχή), χρήση εντυπωσιακών λέξεων και σχημάτων λόγου καθώς και παρήχηση, ομοίως και το σονέτο του Πολέμη «Διπλός πόνος». Ενώ στο ποίημά του με τίτλο «Η κριτική» ο Πολέμης θεματοποιεί τα ενδιαφέροντά του και προλαμβάνει τις ενστάσεις των κριτικών απέναντι στο έργο του. Παρνασσιστικής κατεύθυνσης είναι επίσης και τα ποιήματα του Νιρβάνα.

    Στα ποιήματα του Κόκκου τόσο στο λεξιλόγιο όσο και στον τόνο εντυπώνεται μια έντονη χιουμοριστική διάθεση. Έχουν ανθολογηθεί επίσης σατιρικά ποιήματα του Κλεάνθη Τριαντάφυλλου και του Γεωργίου Σουρή, ο οποίος αφιερώθηκε ολοκληρωτικά σ' αυτό το είδος γραφής. Ευθυμογράφος θα παραμείνει και ο Κωνσταντίνος Σκόκος, γνωστός και για τα επιγράμματά του (Μουλλάς 1977: 416) (βλ. επιλογή από τα Επιγράμματα: παλαιά και νεότερα). Σατιρικά είναι επίσης και τα ποιήματα του Πολύβιου Δημητρακόπουλου της συλλογής του Ελληνική Πολιτεία - άλλωστε αυτός είναι και ο υπότιτλος της συλλογής («Σάτυραι πολιτικοκοινωνικαί»). Πυρήνας αυτής της γενιάς και αδιαφιλονίκητος αρχηγός της υπήρξε ο Κωστής Παλαμάς, του οποίου η ποίηση σφραγίζει την περίοδο και εξακολουθεί να καταλαμβάνει σημαντική θέση στο νεοελληνικό λογοτεχνικό κανόνα για αρκετά χρόνια.

    β) Κωστής Παλαμάς: από τον Παρνασσισμό στο Συμβολισμό

    Με τη συλλογή Τα Τραγούδια της Πατρίδας μου, ο Παλαμάς βρίσκεται κοντά στο δημοτικό τραγούδι, η θεματική της συλλογής αυτής εκφράζει την πατριωτική έξαρση και χρησιμοποιείται ενίοτε ο δεκαπεντασύλλαβος. Στο ποίημα «Ψυχή» από τη συλλογή Τα μάτια της ψυχής μου διαφαίνεται ήδη η τάση του ποιητή να εναρμονίσει τις ανώτερες έννοιες με τη μορφή του δημιουργήματός του. Τα ποιήματα «Η φύσις κρύβει» και ιδιαιτέρως τα «Μαγιοβότανα» από τη συλλογή Ίαμβοι και Ανάπαιστοι[7] προαναγγέλλουν κατά κάποιον τρόπο το «Δωδεκάλογο του Γύφτου». Στο ποίημα «Μαγιοβότανα» και στον επικό «Δωδεκάλογο» κυριαρχεί το σύμβολο του πλάνητος ποιητή/ καλλιτέχνη που ζει εξόριστος από την κοινωνία. Στα σονέτα του Παλαμά που έχουν επιλεγεί από όλες τις ποιητικές συλλογές του διακρίνονται επίσης τα θέματα του έρωτα, του καθημερινού στοιχείου, του οικείου χώρου και η έκφραση του συναισθήματος. Αυτό όμως που χαρακτηρίζει κυρίως την ποίηση του Παλαμά είναι η επιδίωξη εναρμόνισης του λόγου με το ρυθμό (βλ. και Πολίτου-Μαρμαρινού 1976). Η ενασχόληση αυτή εκφράζεται εύστοχα σ' ένα τετράστιχο του «Δωδεκάλογου»: «Καθώς δένω και το Λόγο,/δαίμονα και ξωτικό,/ στο χρυσό το δαχτυλίδι,/ στο Ρυθμό» (Λόγος τρίτος, τετράστιχο 7). Η Παλαμική ποιητική εξελίσσεται προχωρώντας από τον Παρνασσισμό στο Συμβολισμό. Η τεχνική του Συμβολισμού αφορά στη χρήση μιας συγκεκριμένης εικονοποιίας για να εκφραστούν αφηρημένες ιδέες και συναισθήματα (Chadwick 1981, βλ. http://www.komvos.edu.gr/diaglossiki/REVMATA/Symbolismos/Symboli...). Ο συμβολιστής ποιητής ως αντιπρόσωπος ενός υπερβατικού κόσμου, είναι σε θέση να συλλάβει, έστω και φευγαλέα, ορισμένα μηνύματα ή οράματα, τα οποία υποβάλλει εμμέσως με την ποίησή του.

    Η εξέλιξη αυτή στην ποιητική του Παλαμά γίνεται ιδιαίτερα αισθητή στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου», όπου η ποίηση χρησιμοποιείται για την υποβολή ιδεών. Το βιολί στο «Δωδεκάλογο» είναι το σύμβολο της μουσικής που ο ποιητής συνδέει με την τέχνη του ενώ ο Γύφτος συμβολίζει τον υπερ-καλλιτέχνη. Με το βιολί του, δηλαδή τη μουσική και την ποίηση, θα επιδιώξει να αναγεννήσει τον κόσμο και να αναδημιουργήσει τα φθαρμένα είδωλα του πολιτισμού που είχε ήδη καταρρίψει λόγω της αναποτελεσματικότητάς τους (αγάπη, θρησκεία, πατρίδα, αρχαιότητα, γκρεμίζονται για να αναδημιουργηθούν). Έτσι ο Γύφτος δηλώνει ευθαρσώς «δε γνωρίζω από θρησκείες,/ μήτε σκύβω σε θεούς» (Λόγος Τρίτος, τετράστιχο 26) , αλλά «[…] Ξέρω/ την πανώρια μουσική/ θα τη ζήσης θεία μαζί μου/ στο δικό μου το βιολί» (Λόγος Τρίτος, τετράστιχο 15). Στον τέταρτο Λόγο «Ο Θάνατος των Θεών», ο ποιητής τιμά την έμπνευσή του με αναφορές στην ποίηση του Leconte de Lisle (ο λόγος του οποίου προβάλλει αυτούσιος ως motto στην αρχή και δημιουργικά ενσωματωμένος στα τετράστιχα 7 και 8, στ. 58-65). Την πορεία του Παλαμά από τον Παρνασσισμό στο Συμβολισμό ακολουθεί και ο ποιητής Ιωάννης Γρυπάρης, ο οποίος στη συλλογή του Σκαραβαίοι και Τερακότες ακολουθεί τις επιταγές του Παρνασσισμού, ενώ στις ποιητικές συλλογές Ιντερμέδια και Ελεγεία βρίσκεται εγγύτερα στο Συμβολισμό.

    γ) Άλλες τάσεις στην ποίηση

    Επιβιώνουν και σ' αυτή την περίοδο ποιήματα με ιστορικό/πατριωτικό θέμα (βλ. ποιήματα του Κώστα Πασαγιάννη και του Γιάννη Βλαχογιάννη), ενώ κεντρική θέση καταλαμβάνει σε πολλά ποιήματα ο κόσμος των λαϊκών παραδόσεων, σε συνάφεια και με την αντίστοιχη ανάπτυξη της ηθογραφικής προοπτικής στην πεζογραφία. Στα ποιήματα του Κώστα Κρυστάλλη διαφαίνεται και η τάση προσφυγής στο δημοτικό τραγούδι, ενώ στα ποιήματα του Σπ. Περεσιάδη αναγνωρίζουμε τη χρήση της αλληγορίας για τη μεταφορά μηνυμάτων σχετικών με την ελληνική παράδοση. Στο ηθογραφικό πλαίσιο εντάσσονται και τα ποιήματα του Αργύρη Εφταλιώτη. Έχουν ανθολογηθεί επίσης παιδικά ποιήματα του Αλέξανδρου Πάλλη καθώς και ποιήματα στα οποία αναδεικνύεται είτε ένας ιδιότυπος λυρισμός (Σπήλιος Πασαγιάννης) είτε ένα είδος λυρικής σάτιρας (Πέτρος Βλαστός). Όλες αυτές οι τάσεις τονίζουν τη δημιουργική πνοή της περιόδου, η οποία αποδεσμευμένη πλέον από τις πιέσεις των ρομαντικών στοιχείων είναι σε θέση να αναδείξει το καθημερινό και το οικείο ως σημαίνον, και συγχρόνως να αξιοποιήσει το νεοελληνικό λαογραφικό πλούτο και να εντρυφήσει στη θεμελιώδη αξία της ποιητικής τέχνης.

    Από την ανθολόγηση απουσιάζει ο Καβάφης, ο οποίος σχεδόν παράλληλα με τον Παλαμά, δημιουργεί στην Αλεξάνδρεια το δικό του ποιητικό έργο. Η απουσία αυτή δικαιολογείται από το γεγονός ότι το έργο του Καβάφη είναι ευρύτατα διαδεδομένο, ανθολογημένο και προσβάσιμο στον αναγνώστη κάθε μέσου, αλλά δύσκολα μπορεί να ενταχθεί στα πλαίσια διαμόρφωσης και δράσης της ποιητικής «Γενιάς του 1880».

  • Και σ' αυτή την περίοδο, όπως και στην αμέσως προηγούμενη, το εύρος της ανθολογίας μας επιτρέπει να ανθολογήσουμε μερικά μόνο δείγματα για να δώσουμε το στίγμα της θεατρικής παραγωγής. Με το σκεπτικό αυτό έχουν ανθολογηθεί τα έργα συγγραφέων που δεν ανθολογήθηκαν εξαντλητικά με το ποιητικό ή το πεζογραφικό τους έργο. Για παράδειγμα, ο Ξενόπουλος ανθολογείται στον τομέα της πεζογραφίας, αν και παρουσιάζει αυτή την περίοδο τις πρώτες θεατρικές του επιτυχίες (βλ. Το μυστικό της Κοντέσας Βαλέραινας, 1904). Σε γενικές γραμμές οι ανανεωτικές προσπάθειες στο θέατρο της περιόδου βασίζονται στα εξής στοιχεία: καλλιέργεια της δημοτικής γλώσσας, εκμετάλλευση της λαϊκής παράδοσης, ανάδειξη ελληνοκεντρικών στοιχείων με μια θεατρικότητα προσαρμοσμένη στο στοιχείο του θεατρικού νατουραλισμού (Πολίτης 2003: 263). Επιβιώνει το μοτίβο της εθνικής συνείδησης, όπως είχε εμφανιστεί στην προηγούμενη περίοδο, με κάποια συναισθηματική φόρτιση (βλ. Βαρελάς: εισαγωγή στην περίοδο 1830-1880) και η πορεία που διαγράφει η θεατρική παραγωγή είναι από το κωμειδύλλιο (κωμωδία με παρένθετα τραγούδια και θέματα καθημερινά) στο θέατρο Ιδεών. Πρέπει να επισημανθεί ότι στην παρούσα ανθολόγηση το θέατρο δεν εκπροσωπείται με τις χαρακτηριστικότερες εκδηλώσεις του, όπως είναι το κωμειδύλλιο και το δραματικό ειδύλλιο.

    Κύριος εκφραστής του θεάτρου Ιδεών είναι ο Γιάννης Καμπύσης. Στο απόσπασμα που ανθολογείται (Ανατολή) διακρίνεται ένας συμβολισμός με αφετηρία τον κόσμο του παραμυθιού (παραδόσεις, λαϊκές δοξασίες, λαϊκά θεάματα). Ο Δ. Καμπούρογλου ανθολογείται με ένα απόσπασμα από τη Νεράιδα του Κάστρου. Η γλώσσα είναι δημοτική και το θέμα αναφέρεται στην προεπαναστατική περίοδο. Οι λαϊκές δοξασίες συνδυάζονται με την εθνική περηφάνια για το σύμβολο του ελληνικού πολιτισμού, τον Παρθενώνα. Έχουν ανθολογηθεί επίσης αποσπάσματα από το έμμετρο (σε 15σύλλαβο) ερωτικό-ιστορικό δράμα του Σπ. Περεσιάδη, Σκλάβα, με έμπνευση από την ελληνική παράδοση, από το ιστορικό, Αγώνες του Σουλίου: Για την Πατρίδα του Χρ. Χρηστοβασίλη, από το ιστορικό του Γεράσιμου Βώκου, Η Μεγάλη Ιδέα, καθώς και από το ποιητικό δράμα του Η. Βουτιερίδη, Η Ηλιογέννητη. Σε όλα τα αποσπάσματα που ανθολογούνται διακρίνεται μια διδακτική πρόθεση που είτε αφορά σε ατομικό επίπεδο στο σωστό τρόπο συμπεριφοράς, είτε στοχεύει σε συλλογικό επίπεδο στην ενίσχυση του εθνικού φρονήματος. Αυτό το γεγονός δεν είναι τυχαίο, διότι η αμεσότητα της θεατρικής αναπαράστασης διευκολύνει την πρόσληψη του ιδεολογικού φορτίου των έργων.

    Επίσης ο Παντελής Χορν ασχολήθηκε αποκλειστικά με το θέατρο και υπήρξε ιδιαιτέρως δημιουργικός. Στα έργα του διακρίνεται ο ιδεαλισμός της εποχής του, όπως επισημαίνει ο Πολίτης (2003: 263). Το Ανεχτίμητο είναι ένα δράμα βασισμένο στη λαϊκή παράδοση (το γεφύρι που συνεχώς χτίζεται και δεν στεριώνει). Το έργο είναι δοσμένο σαν παραμύθι και παραπέμπει και στα θεατρικά του Shakespeare, αλλά έχει νύξεις και για το πνεύμα του θετικισμού και της προόδου της περιόδου: «[…] θα χτίσουμε τ' αχάλαστο και μεθάβριο πάνου σε χτισμένο, καταφρονώντας κάθε άλλη δύναμη με του αθρώπου τη γνώση […]» (1906: 58).

  • Με βάση το εύρος της ανθολογίας, δίνεται ένα μικρό μόνο δείγμα από το είδος του δοκιμίου, από μια περίοδο στην οποία παρατηρείται ανάπτυξή του. Ένα από τα χαρακτηριστικά στοιχεία της περιόδου είναι η διαπλοκή του δοκιμιακού με το μυθιστορηματικό λόγο, μια τάση που καλλιεργείται στα έργα των δημοτικιστών (Ψυχάρη, Δραγούμη) και όχι μόνο. Η τάση αυτή δημιουργείται όταν οι προθέσεις του συγγραφέα είναι κυρίως διδακτικές, δηλαδή όταν επιδιώκεται να προωθηθούν στον αναγνώστη κάποια μηνύματα. Στα δοκίμια της περιόδου είναι εμφανής η ποικιλία θεμάτων ανάλογα με τα ενδιαφέροντα του συγγραφέα. Βέβαια το κεντρικό ζήτημα στα περισσότερα δοκίμια υπήρξε το γλωσσικό, το οποίο έχει εκπροσωπηθεί στην πεζογραφία με ένα απόσπασμα από το Ψυχαρικό Ταξίδι μου.

    Έχουν ανθολογηθεί αποσπάσματα δοκιμίων κοινωνικού περιεχομένου: Αι Γυναίκες του Βλάσση Γαβριηλίδη και Σύγχρονοι Ελληνίδες της Ευγενίας Ζωγράφου, τα οποία μπορούν να διαβαστούν και σε αντιδιαστολή. Επίσης της Ευγενίας Ζωγράφου, Πώς μας βλέπουν οι ξένοι. Καθαρά θεωρητική και σε επιστημονική βάση είναι η φιλολογική μελέτη του Πέτρου Βλαστού για τον Πραγματισμό. Τέλος, με αφορμή την ελληνική φύση και φιλοσοφική στόχευση, ο Γεράσιμος Βώκος, αναλύει στο δοκίμιο Πεντέλη, το πώς μπορεί κανείς να φτάσει στην καθαρότητα των σκέψεών του: «Γιατί η αληθιναίς σκέψεις μας δεν είνε βέβαια εκείναις που κάνουμε στην υπολογισμένη ορθοφροσύνη των διαβημάτων μας, στον προδιαγεγραμμένο τρόπο των διαπραγματεύσεών μας, στις τυπικές ιδέες που ενεργούμε. Η αληθιναίς σκέψεις είναι εκείναις που μπορεί να είνε αδιάφορες από κάθε τι που λέγεται πρόσκαιρο, εφήμερο […]» (1911: 16-17). Με αυτές τις διαπιστώσεις του Βώκου, θα κλείσουμε το σύντομο αυτό εισαγωγικό σημείωμα με την ελπίδα ότι ο αναγνώστης που θα περιπλανηθεί στα κείμενα θα ανακαλύψει περισσότερα στοιχεία και πληροφορίες απ' όσα συνοπτικά θελήσαμε να παρουσιάσουμε.


1 Η διάθεση αυτή, με το έμβλημα της Μεγάλης Ιδέας, διατηρήθηκε ισχυρή παρά τα εμπόδια που παρουσιάστηκαν [στην οικονομική κυρίως ζωή]» (Beaton 1996: 100). Κατά τη διάρκεια του Πρώτου παγκόσμιου πολέμου η ελληνική εδαφική επικράτεια είχε διπλασιαστεί, όμως οι συνεχείς πόλεμοι που ακολούθησαν στη Μικρά Ασία για την περαιτέρω προσάρτηση εδαφών οδήγησαν τελικά στη συντριβή και υποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων. Το οδυνηρό αποτέλεσμα της εκστρατείας, η Μικρασιατική Καταστροφή, σηματοδοτεί το τέλος της Μεγάλης Ιδέας και σφραγίζει αρνητικά μία περίοδο που είχε ξεκινήσει με ευνοϊκούς οιωνούς. Τα αποτελέσματα της καταστροφής θα αναγκάσουν την ελληνική κοινωνία να αναδιπλωθεί και θα έχουν αντίκτυπο στον τρόπο σκέψης των συγγραφέων και στη θεματική της λογοτεχνίας της επόμενης περιόδου.

2 Ιδιαιτέρως ως προς το μυθιστόρημα, να σημειωθεί ότι μιλάμε για καθιέρωση και όχι για εισήγηση του ρεαλισμού, καθώς όπως έχει σημειωθεί, «το ελληνικό μυθιστόρημα ήταν πάντοτε εν γένει ρεαλιστικό ως προς τις κατευθύνσεις του» (Beaton 1996: 99).

3 Με το πολυσχιδές φαινόμενο της ηθογραφίας έχουν καταπιαστεί πολλές μελέτες, με διαφορετικές αποτιμήσεις του. Η Γκότση έχει σημειώσει τις βασικότερες από αυτές, τις οποίες αναφέρουμε και εδώ με χρονολογική σειρά: Beaton 1982-83, Πολίτου-Μαρμαρινού 1984, Vitti 1991, Μελισσαράτου 1992, Μηλιώνης 1992, Μουλλάς 1993, 1998 (κυρίως οι σελίδες 163-172), Mackridge 1993, Βουτουρής 1995, Βαρελάς 2001.

4 Ορισμένες φορές βέβαια μπορεί ο επεξηγηματικός υπότιτλος 'ηθογραφία' να χρησιμοποιείται ειρωνικά, όπως στην περίπτωση του μυθιστορήματος του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Ο πύργος του Ακροπόταμου (1909).

5 Πρωτοδημοσιεύτηκε το 1897 σε έκδοση της Εστίας.

6 Χρήσιμη είναι η προαναφερθείσα μελέτη του Μουλλά για το διήγημα, στην εισαγωγή του για τα Νεοελληνικά διηγήματα του Γ.Μ. Βιζυηνού (1996), όπως και η εισαγωγή του στα διηγήματα του Παπαδιαμάντη (1891). Ενδιαφέρον παρουσιάζει για τη μελέτη της λογοτεχνικής παραγωγής της ευρύτερης περιόδου η ανθολογία διηγήματος του Γεωργίου Κασδόνη: Ελληνικά διηγήματα μετά των εικόνων των συγγραφέων (1895). Βλ. Επίσης και τη διδακτορική διατριβή της Μαρίας Καραΐσκου (2002), την οποία δεν μπόρεσα να συμβουλευτώ.

7 Μια συλλογή κυρίως Παρνασσιστική με τάση όμως προς το Συμβολισμό.


  • ΕΛΛΗΝΟΓΛΩΣΣΕΣ

    Αμιλήτου Ευτυχία (εισαγωγή - επιμ.) 2002
    στο Γρηγόριος Ξενόπουλος Νικόλας Σιγαλός: αθηναϊκή μυθιστορία, Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α., σ.σ. 11-93
    Ανδρειωμένος Γιώργος (επιμ.) 2002
    στο Ν. Γ. Καμπάς Ποιήματα και Πεζά, Αθήνα, Ίδρυμα Κώστα και Ελένης Ουράνη, σ.σ. 11-62
    Βαρελάς Λάμπρος 2001
    «Κωμειδύλλιο και ηθογραφία: νεότερα στοιχεία για την ιστορία των όρων», Μικροφιλολογικά, τχ. 10: 20-21
    Βικέλας Δημήτριος 1991
    Λουκής Λάρας, επιμ. Μαριάννα Δήτσα, Αθήνα, Ερμής
    Βουτουρής Παντελής 1995
    Ως εις καθρέπτην…Προτάσεις και υποθέσεις για την ελληνική πεζογραφία του 19ου αιώνα, Αθήνα, Νεφέλη
    Βώκος Γεράσιμος 1916
    Ελληνικαί Συμφωνίαι, Αθήνα, Τυπογ. Παρασκευά Λεωνή
    Γκότση Γεωργία 2004
    Η Ζωή εν τη πρωτευούση: θέματα αστικής πεζογραφία από το τέλος του 19ου αιώνα, Αθήνα, Νεφέλη
    Γουνελάς Χαράλαμπος Δημήτριος 1984
    Η Σοσιαλιστική Συνείδηση στην Ελληνική Λογοτεχνία1897-1912, Αθήνα, Κέδρος
    Δραγούμης Ίων (Ίδας) 1914
    Μαρτύρων και Ηρώων Αίμα, Αθήνα, χ. έ., β΄έκδοση
    Εφταλιώτης Αργύρης 1909
    «Πρόλογος του κληρονόμου», Φυλλάδες του Γεροδήμου, Νουμάς, τχ. 352: 1-2
    Κονδυλάκης Ιωάννης 1961
    Ο Πατούχας, Τα Άπαντα (β΄τόμος), Αθήνα, Εκδόσεις Αηδών, β΄έκδοση
    Μελισσαράτου Γερασιμία 1992
    «Ο Καραβέλας, η ηθογραφία και κάποια προβλήματα αφηγηματικής ορολογίας», Διαβάζω τχ. 281: 13-24
    Μηλιώνης Χρήστος 1992
    «Ο Παπαδιαμάντης και η ηθογραφία ή ηθογραφίας αναίρεσις», Γράμματα και Τέχνες: Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Κοτζιά, τχ. 64-65: 59-65
    Μουλλάς Παναγιώτης 1977
    «Η λογοτεχνία από το 1880 ως τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο», Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, τ. ΙΔ΄, σ. σ. 413-425
    Μουλλάς Παναγιώτης (επιμ.) 1991
    «Το διήγημα, αυτοβιογραφία του Παπαδιαμάντη», στο Α. Παπαδιαμάντης αυτοβιογραφούμενος, Αθήνα Ερμής, σ.σ. ιε΄-ξε΄
    Μουλλάς Παναγιώτης 1993
    Ρήξεις και Συνέχεις: Μελέτες για τον 19ο αιώνα, Αθήνα, Σοκόλης
    Μουλλάς Παναγιώτης (επιμ.) 1996
    «Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ.Μ. Βιζυηνός», εισαγωγή στο Γ.Μ. Βιζυηνός Νεοελληνικά Διηγήματα, Αθήνα, Εστία, ε΄ έκδοση, σ. σ. ιζ΄-ρλς΄
    Μουλλάς Παναγιώτης 1998
    «Εισαγωγή», στη σειρά Η παλαιότερη πεζογραφία μας: από τις αρχές της ως τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, Αθήνα, Σοκόλης, τόμος Α΄, σ. σ. 17-223
    Ξενόπουλος Γρηγόριος 1890
    «Σαν Όνειρο», Εικονογραφημένη Εστία, τχ. 28: 17-19
    Ξενόπουλος Γρηγόριος 1891
    «Ο Λουκής Λάρας» Εικονογραφημένη Εστία τχ. 32: 368-369
    Παλαμάς Κωστής 1969
    «Το ελληνικόν διήγημα: Α΄ Βιζυηνός», Άπαντα, Αθήνα, Μπίρης-Γκοβόστης, τόμ. 2: 150-162
    Παπακώστας Γιάννης 1980
    Η Ζωή και το έργο της Αλεξάνδρας Παπαδοπούλου, Αθήνα, Ε.Λ.Ι.Α.
    Παπακώστας Γιάννης 1982
    Το περιοδικό Εστία και το διήγημα, Αθήνα, Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα
    Πολίτης Λίνος 2003
    Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, ιγ΄ ανατύπωση
    Πολίτου-Μαρμαρινού Ελένη 1976
    Ο Κωστής Παλαμάς και ο γαλλικός παρνασσισμός, Αθήνα, χ.έ.
    Πολίτου-Μαρμαρινού Ελένη 1984
    «Ηθογραφία», Papyros-Larousse-Britannica, τόμ. 26: 219-221
    Πολυλάς Ιάκωβος 1959
    «Η φιλολογική μας γλώσσα» (1892), Άπαντα, επιμ. Γ. Βαλέτας, Αθήνα, χ. έ., σ.σ. 246-305
    Ροΐδης Εμμανουήλ 1978
    «Τα Είδωλα» (1893), Άπαντα, επιμ. Ά. Αγγέλου, Αθήνα, Ερμής, τόμ. 4: 93-363
    Σαχίνης Απόστολος 1975
    Το νεοελληνικό μυθιστόρημα, Αθήνα, βιβλ. της Εστίας, χ.έ., δ΄ έκδοση
    Χόρν Παντελής 1906
    Το Ανεχτίμητο: δράμα με τρία μέρη, Ο Ξένος: δραματική σκηνή, Αθήνα, Γραφεία του «Νουμά»
    Ψαρρά Αγγέλικα 1999
    «Το μυθιστόρημα της χειραφέτησης ή η 'συνετή' ουτοπία της Καλλιρρόης Παρρέν» επίμετρο στο Καλλιρρόη Παρρέν Η Χειραφετημένη, Αθήνα, Εκάτη, σ. σ. 409-486

  • ΞΕΝΟΓΛΩΣΣΕΣ

    Anastasopoulou Maria (Αναστασοπούλου Μαρία) 1997
    "Feminist Discourse and Literary Representation in Turn-of-the-Century Greece: Kallirrhoë Siganou-Parren's 'The Books of Dawn' ", Journal of Modern Greek Studies 15: 1-28
    Beaton Roderick 1982-1983
    "Realism and Folklore in Nineteenth-Century Greek Fiction", BMGS 8: 103-122
    Beaton Roderick 1996
    Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία: ποίηση και πεζογραφία, 1821-1992, μτφρ. Ε. Ζουργού - Μ. Σπανάκη, Αθήνα, Νεφέλη
    Chryssanthopoulos Michalis, 1997
    "Anticipating Modernism: Constructing a Genre, a Past, and a Place", ed. D. Tziovas, Greek Modernism and Beyond, Lanham, Rowman & Littlefield publishers, inc., σ. σ. 61-76
    Deshusses Pierre, Karlson Léon & Thornander Paulette 1984
    Dix siècles de littérature française: XIXème & XXème siècles, τόμ. 2, Paris, Bordas
    Furst Lilian & Skrine Peter 1990
    Νατουραλισμός, μτφρ. Λ. Μεγάλου, Αθήνα, Ερμής, β΄ έκδοση
    Karaiskou Maria (Καραΐσκου Μαρία) 2002
    The Formation of the Modern Greek Short Story (διήγημα): Critical Perspectives and Narrative Practice (1880-1920), αδ. διδακτορική διατριβή, Department of Byzantine and Modern Greek Studies, King's College London
    Lagarde André & Michard Laurent 1985
    XIXème siècle: Anthologie et histoire littéraire, Paris, Bordas
    Mackridge Peter 1992
    "The textualization of Place in Greek Fiction 1883-1903", Journal of Mediterranean Studies, τόμ. 2, τχ. 2: 148-168
    Margaronis, Maria (Μαργαρώνη Μαρία) 1997
    Towards a Poetics of Displacement: Three Stories by Georgios Vizyenos, αδ. μεταπτυχιακή εργασία (Μ.Α.), Department of Byzantine and Modern Greek Studies, King's College London
    Pagès Alain 1989
    Le Naturalisme, Paris, Presses Universitaires de France
    Rey Pierre Louis 1993
    La Littérature Françaisedu XIXème Siècle, Paris: Armand Colin
    Taine, Hippolyte 1880
    History of English Literature, τόμ. 1, London, Chatto & Windus
    Travers, Martin 2005
    Εισαγωγή στη Νεότερη Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία: από τον ρομαντισμό ως το μεταμοντέρνο, εισ.- επιμ. Τ. Καγιαλής, μτφ. Ι. Ναούμ & Μ. Παπαηλιάδη, Αθήνα, Βιβλιόραμα
    Vitti Mario 1991
    Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, Αθήνα, Κέδρος, γ΄ έκδοση
    Wellek René 1963
    Concepts of Criticism, ed. & introduction Stephen G. Nichols, Jr., New Haven and London, Yale University Press

Ομάδα εργασίας
Βασίλης Βασιλειάδης

Συντονισμός εργασιών, σχεδιασμός πρότασης και περιγραφική αποτύπωση της βάσης δεδομένων, διορθώσεις και επιμέλεια των δελτίων καταγραφής, επιμέλεια και ηλεκτρονική επεξεργασία των συνοδευτικών-πληροφοριακών κειμένων και ευρετηρίων.

Τεχνική Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης