Skip to main content

Νέα ελληνική

Ψηφιακό αρχείο ανθολογιών νεοελληνικής ποίησης (1899-1922) και διηγηματογραφίας (1923)

Ψηφιακό αρχείο ανθολογιών νεοελληνικής ποίησης (1899-1922) και διηγηματογραφίας (1923)


Στις σελίδες που ακολουθούν παρατίθενται σε σαρωμένη μορφή (scanned) τέσσερις ανθολογίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας, πλαισιωμένες από αναλυτικές κατατοπιστικές εισαγωγές:

  • α) Πανελλήνιος ανθολογία ήτοι απάνθισμα των εκλεκτοτέρων ελληνικών ποιημάτων του Δημητρίου Κ. Κοκκινάκη, Αθήνα 1899
  • β) Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως του Ιωάννη Πολέμη, Αθήνα 1910
  • γ) Οι νέοι. Εκλογή από το έργο των νέων Ελλήνων ποιητών 1910-1920, του Τέλλου Άγρα, Αθήνα 1922
  • δ) Οι νέοι διηγηματογράφοι, του Α. Δ. Παπαδήμα, Αθήνα 1923
  • Πανελλήνιος ανθολογία ήτοι απάνθισμα των εκλεκτοτέρων ελληνικών ποιημάτων, υπό Δημητρίου Κ. Κοκκινάκη, Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου Α. Ζ. Διαλησμά 1899.

    Η Πανελλήνιος ανθολογία ήτοι απάνθισμα των εκλεκτοτέρων ελληνικών ποιημάτων, του Δημητρίου Κ. Κοκκινάκη, στη σελίδα τίτλου έχει τα στοιχεία: «Εν Αθήναις, Εκ του τυπογραφείου Α. Ζ. Διαλησμά 1899», ενώ, αντιθέτως, στο εξώφυλλο έχει τα στοιχεία: «Αθήναι, Τυπογραφείον & Χαρτοπωλείον Δ.Κ. Κοκκινάκη 1902». Μπορούμε να εικάσουμε ότι οι διαφορετικές χρονολογίες οφείλονται στην τετραετία που χρειάστηκε για να ολοκληρωθεί η στοιχειοθεσία του ογκώδους βιβλίου των 960 σελίδων. Έτσι, η νεότερη χρονολογία του εξωφύλλου μαρτυρεί, προφανώς, τον πραγματικό χρόνο έκδοσης.


    • Μια λαϊκή ανθολογία

      Ο ανθολόγος των ποιημάτων, ο Δημήτριος Κ. Κοκκινάκης, εμφανίζεται και ως εκδότης. Παρά τη συστηματική αναζήτηση πληροφοριών για τον Δημήτριο Κοκκινάκη, σε διάφορες λιγότερο ή περισσότερο ειδικές πηγές, δεν στάθηκε δυνατό να βρεθούν πληροφορίες για τη ζωή και την επαγγελματική ή πνευματική δραστηριότητά του. Η ανθολογία του Κοκκινάκη εντάσσεται σε μια σειρά μεγάλων ποιητικών ανθολογιών που επιμελήθηκαν εκδότες και οι οποίες απευθύνονταν ιδίως, όχι στο λόγιας μορφωτικής συγκρότησης και μάλλον περιορισμένο κοινό των σταθερών αναγνωστών της ποίησης, αλλά σε ένα σαφώς ευρύτερο κοινό εγγραμμάτων· αυτό το κοινό, για να το αντιδιαστείλουμε από το περιορισμένο κοινό της ποίησης, μπορούμε να το ονομάσουμε λαϊκό. Μια ισχυρή ένδειξη ότι ο εκδότης και ανθολόγος Κοκκινάκης απέβλεπε κυρίως σε αυτό το λαϊκό κοινό είναι η δήλωση στον Πρόλογό του ότι οι αναγνώστες κρατούν στα χέρια τους μια ανθολογία «προωρισμένην κυρίως προς τέρψιν των πολλών» (σ. 3). Η στενή σχέση της ύλης της ανθολογίας Κοκκινάκη με την ύλη άλλων, λίγο μεταγενέστερών της ανθολογιών διαπιστώνεται από τους Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη: «Τα περιεχόμενα και η διάρθρωση της Ανθολογίας του Κοκκινάκη συμπίπτουν σε πολύ μεγάλο βαθμό με την Ανθολογία του Σαλίβερου […] [Νέα ελληνική ανθολογία ήτοι συλλογή εκλεκτών και νεωτέρων ελληνικών ποιημάτων, Αθήνα 1911] - γεγονός που σημαίνει ότι είτε η δεύτερη αντλεί από την πρώτη, είτε έχουν κοινή αφετηρία σε άλλη ανθολογία του 19ου αιώνα. Επίσης, από την Ανθολογία του Κοκκινάκη αντλεί σε μεγάλο βαθμό η Ανθολογία της "Ατλαντίδος" [Νέα ελληνική ανθολογία περιέχουσα τα εκλεκτότερα έργα των νεωτέρων ποιητών της Ελλάδος από του Ρήγα Φεραίου μέχρι των ημερών μας, Αθήνα 1913]»[1]. Επίσης ο Δημήτρης Μάργαρης, σε παλαιότερο μελέτημά του για τις πρώτες ποιητικές ανθολογίες, εκείνες του 19ου αιώνα, αναφερόμενος στις όψιμες ανθολογίες του αιώνα, καταλήγει στη διαπίστωση ότι πρόκειται για «νέες ανθολογίες […] [που] βγαίνουν από φιλότιμους εκδότες σαν τον [Αν.] Κωνσταντινίδη [Ελληνική ανθολογία, Αθήνα 1898], τον Κοκκινάκη, αντίγραφα σχεδόν όλες των προηγουμένων»[2].

      Εκδεδομένη, λοιπόν, στο μεταίχμιο ανάμεσα στον 19ο και στον 20ό αιώνα και συνδεδεμένη με παλαιότερες και νεότερές της ποιητικές ανθολογίες, η ανθολογία Κοκκινάκη είναι μία επιβλητική, κυρίως ως προς τον όγκο της και συνεπώς ως προς την πληθώρα του ποιητικού υλικού που περιλαμβάνει, σύνοψη-επίλογος των λαϊκών ποιητικών ανθολογιών του περασμένου αιώνα και της εποχής της. Η γενική αυτή διαπίστωση θα πιστοποιηθεί ακριβέστερα από την εξέταση, καταρχήν, της θεματικής διάρθρωσης και, στη συνέχεια, των ποσοτικών δεδομένων της ανθολογίας Κοκκινάκη.


    • Η θεματική διάρθρωση της ανθολογίας

      Στις συνολικά 960 σελίδες της η ανθολογία χωρίζεται σε τρία μέρη. Τα δύο πρώτα μέρη χωρίζονται σε επιμέρους, θεματικές κατά βάση, κατηγορίες:

       

      Μέρος πρώτον: Λυρική ποίησις. Α΄ Άσματα ερωτικά (σ. 9-248). Β΄ Πατρίς (σ. 251-384). Γ΄ Φύσις (σ. 387-422). Δ΄ Θρησκεία-Οικογένεια (σ. 425-486). Ε΄ Λυρικά διάφορα (σ. 489-616). Στ΄ Σατυρικά και ευτράπελα (σ. 619-666). Ζ΄ Επιγράμματα-Μύθοι-Αινίγματα (σ. 669-700). Η΄ Βακχικά (σ. 703-722). Θ΄ Παντοία (σ. 723-727). Ι΄ Δίστιχα (σ. 728-756).

      Μέρος δεύτερον: Δημοτική ποίησις. Α΄ Άσματα ιστορικά, κλέφτικα, ηρωικά (σ. 759-828). Β΄ Ερωτικά και άλλα διάφορα (σ. 829-850). Γ΄ Άσματα του χορού (σ. 851-867). Δ΄ Ανέκδοτα κρητικά δίστιχα (σ. 868-884).

      Μέρον τρίτον: Νέα Ανθοδέσμη, ήτοι συνεννόησις διά των ανθέων. Σκέψεις και γνώμαι, ανέκδοτα, αποφθέγματα, ευτράπελα (σ. 889-928).

      Κάποια γενικά, καταρχήν, σχόλια. Ο προσδιορισμός των ποιημάτων του πρώτου μέρους ως «λυρική ποίησις» είναι ακυρολεκτικός και αδόκιμος, ακόμη και για τα δεδομένα της ορολογίας των ειδών της ποίησης κατά τον 19ο αιώνα, αφού τα πολλά και ποικίλα ως προς τη θεματική τους ποιήματα του πρώτου μέρους δεν ανήκουν όλα στο λυρικό γένος· ανάμεσά τους υπάρχουν πολλά, π.χ., επικά ποιήματα, κυρίως σε αποσπάσματά τους. Συνεπώς, ο προσδιορισμός «λυρική ποίησις» χρησιμοποιείται αντί του ακριβέστερου (και, βεβαίως, μη χρησιμοποιούμενου την εποχή εκείνη) προσδιορισμού «προσωπική ποίηση», και σε αντιδιαστολή με τα ποιήματα του δεύτερου μέρους, εκείνα της «δημοτικής ποίησης». Η πριμοδότηση, πάντως, των ποιητικών προϊόντων της προσωπικής δημιουργίας έναντι εκείνων της δημοτικής Μούσας είναι ολοφάνερη και μόνο από τα ποσοτικά δεδομένα: το πρώτο μέρος της ανθολογίας εκτείνεται σε 747 σελίδες και το δεύτερο μέρος σε 125 σελίδες. Εκ πρώτης όψεως, η χωριστή παρουσίαση της «δημοτικής ποίησης» φαίνεται να αναγνωρίζει την αυτονομία της, ωστόσο μια προσεκτικότερη ματιά στην ανθολογία, όπως θα δούμε παρακάτω, δείχνει ότι η διάκριση από τον Κοκκινάκη σε ποιήματα της προσωπικής δημιουργίας και σε ποιήματα του ανώνυμου λαϊκού τραγουδιστή είναι εντελώς αμέθοδη. Επιπρόσθετα, η κατάταξη των ποιημάτων του πρώτου μέρους στις 10 επιμέρους θεματικές υποκατηγορίες παρουσιάζει επίσης προβλήματα. Όπως παρατήρησαν σχετικά οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη, «ο ανθολόγος, προκειμένου να ανταποκριθεί στη θεματική διάρθρωση της ανθολογίας του, αρκετές φορές διασπά ένα ποίημα σε αποσπάσματα τα οποία εντάσσει σε διαφορετικές ενότητες, δίνοντας μάλιστα δικό του τίτλο»[3]. Ένα τέτοιο ποίημα είναι, π.χ., ένα από τα πιο αγαπητά στη διάρκεια του 19ου αιώνα ποιητικά συνθέματα, ο Οδοιπόρος του Παναγιώτη Σούτσου. Επίσης στο εσωτερικό της κάθε υποενότητας τα ποιήματα παρατίθενται άτακτα, χωρίς να ακολουθείται κάποιο σύστημα κατάταξης. Μάλιστα αυτά δεν είναι τα μόνα προβλήματα, όπως θα δούμε παρακάτω. Το τρίτο μέρος της ανθολογίας, η «Νέα Ανθοδέσμη, ήτοι συνεννόησις διά των ανθέων. Σκέψεις και γνώμαι, ανέκδοτα, αποφθέγματα, ευτράπελα», αποτελείται από κατηγορίες μη ποιητικών κειμένων που εντάσσονται στην ανθολογία καταχρηστικά. Καταρχήν, η «Νέα Ανθοδέσμη» (σ. 889-914) πρόκειται για έναν κατάλογο των συμβολικών ερμηνειών που έχουν τα διάφορα άνθη καταταγμένα σε αλφαβητική σειρά. Στη συνέχεια, τα «Αποφθέγματα» (σ. 915-922) είναι διάφορες γνώμες που είτε ανήκουν σε γνωστά πρόσωπα, από έλληνες και ξένους συγγραφείς μέχρι ιστορικούς και πολιτικούς, είτε δεν δηλώνεται η πατρότητά τους. Τα «Ιστορικά ανέκδοτα» (σ. 923-926), χωρίς όνομα συγγραφέα, αναφέρονται σε πολύ γνωστά πρόσωπα των εθνικών αγώνων, όπως ο Κανάρης, ο Κολοκοτρώνης και ο Αθανάσιος Διάκος. Τέλος, τα «Ευτράπελα» (σ. 927-928) είναι μερικές ανεκδοτολογικές ιστοριούλες.


    • Τα ποσοτικά και ορισμένα ποιοτικά στοιχεία της ανθολογίας

      Ας έρθουμε τώρα στα ποσοτικά δεδομένα που θα παραθέσω και θα σχολιάσω σε συνδυασμό με κάποια άλλα «ποιοτικά» στοιχεία. Στην ενότητα «Λυρική ποίησις. Α΄ Άσματα ερωτικά» (σ. 9-248) περιλαμβάνονται 322 ποιήματα. Αριθμούνται από το 1 έως το 285 εσφαλμένα, για την ακρίβεια είναι 287, η αρίθμηση όμως δύο ποιημάτων παραλείπεται. Το υπ' αριθμόν πάλι 285 δεν είναι ένα ποίημα, αλλά μια ενότητα 35 ποιημάτων (εσφαλμένα αριθμημένων από το Ι μέχρι το ΧΧΧIV), τα «Παντοία ερωτικά του λαού». Μια ενότητα λοιπόν ερωτικών δημοτικών τραγουδιών επιτάσσεται στα ερωτικά ποιήματα επωνύμων ποιητών. Δεν είναι έτσι ακριβώς. Επειδή αφενός μέσα στα «Παντοία ερωτικά του λαού» βρίσκουμε, π.χ., το υπ' αριθμόν VII «[Φύσα, Βοριά μου…]» (σ. 233), ποίημα του Βαλαωρίτη, και το (καθαρευουσιάνικο!) υπ' αριθμόν Χ «Μόνος, πλην δεν είμαι μόνος…» (σ. 235), ποίημα του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, αφετέρου, και κυρίως, πολλά δημοτικά ή/και ανώνυμα ποιήματα, ιδίως δίστιχα από αυτά που σήμερα βρίσκουμε στην πίσω όψη ημερολογίων τοίχου, διασπείρονται ανάμεσα στα επώνυμα ποιήματα, σε όλη την έκταση της ενότητας.

      Στην ενότητα «Β΄ Πατρίς» (σ. 251-384) περιλαμβάνονται 88 ποιήματα (η αρίθμηση, πάλι εσφαλμένη, φτάνει στον αριθμό 87). Μεταξύ πολύ γνωστών παλαιότερων πατριωτικών ποιημάτων, του Ρήγα, του Σολωμού, του Βαλαωρίτη, υπάρχουν πολλά ποιήματα αναφερόμενα στους κρητικούς αγώνες, τα οποία επιβεβαιώνουν όσα γράφει στον «Πρόλογό» του ο Κρητικός στην καταγωγή Κοκκινάκης: «Από πολλού έτρεφον τον πόθον όπως προβώ εις την έκδοσιν ποιητικής συλλογής, οία η παρούσα. Σήμερον δε, ότε η ιδιαιτέρα μου πατρίς Κρήτη εγένετο Αυτόνομος και ευθαλής βλαστός του σεπτού Βασιλικού Οίκου της Ελλάδος ανέλαβε την διοίκησίν της, έκρινα την στιγμήν πλέον ή άλλοτε κατάλληλον προς πραγμάτωσιν του πόθου μου εκείνου» (σ. 3).

      Στην ενότητα «Γ΄ Φύσις» (σ. 387-422) περιλαμβάνονται 46 ποιήματα.

      Στην ενότητα «Δ΄ Θρησκεία-Οικογένεια» (σ. 425-486) περιλαμβάνονται 62 ποιήματα.

      Στην ενότητα «Ε΄ Λυρικά διάφορα» (σ. 489-616) περιλαμβάνονται 151 ποιήματα (η αρίθμηση, πάλι εσφαλμένη, φτάνει στον αριθμό 150). Η εντελώς αμέθοδη κατάταξη των ποιημάτων από τον Κοκκινάκη φαίνεται από το ότι πολλά ποιήματα αυτής της ενότητας θα μπορούσαν, με βάση τα θέματά τους, να ενσωματωθούν στις πρώτες 4 υποενότητες, «Άσματα ερωτικά», «Πατρίς», «Φύσις» και «Θρησκεία-Οικογένεια».

      Στην ενότητα «Στ΄ Σατυρικά και ευτράπελα» (σ. 619-666) περιλαμβάνονται 41 ποιήματα (η αρίθμηση, πάλι εσφαλμένη, φτάνει στον αριθμό 39).

      Στην ενότητα «Ζ΄ Επιγράμματα-Μύθοι-Αινίγματα» (σ. 669-700) περιλαμβάνονται 64 ποιήματα, τα περισσότερα σύντομα.

      Στην ενότητα «Η΄ Βακχικά» (σ. 703-722) περιλαμβάνονται 27 ποιήματα.

      Στην ενότητα «Θ΄ Παντοία» (σ. 723-727) περιλαμβάνονται 8 ποιήματα. Στην αρχική σελίδα της ενότητας διευκρινίζεται ότι πρόκειται για μέρη «Εκ κωμειδυλλίων».

      Στην ενότητα «Ι΄ Δίστιχα» (σ. 728-756) περιλαμβάνονται, καταρχήν, 3 ενότητες διστίχων επωνύμων ποιητών (του Βηλαρά, του Δροσίνη και του Κρυστάλλη), και, στη συνέχεια, «Δίστιχα του λαού», κατανεμημένα σε 24 ενότητες, από το Α έως το Ω, με βάση το αρχικό γράμμα των διστίχων.

      Συνολικός αριθμός των ποιημάτων του πρώτου μέρους: 836.

      Στην ενότητα «Μέρος δεύτερον: Δημοτική ποίησις. Α΄ Άσματα ιστορικά, κλέφτικα, ηρωικά» (σ. 759-828) περιλαμβάνονται 77 ποιήματα (η αρίθμηση, πάλι εσφαλμένη, φτάνει στον αριθμό 75). Ανάμεσά τους, πάντως, υπάρχουν μερικά ποιήματα επωνύμων ποιητών, όπως, π.χ. το «Η Κρήτη (Εκ του ποιήματος "Οθωμανός")» του Δ. Χαιρέτη (σ. 813-814) και το «Τραγούδι κλέφτικο» (σ. 818-819) του Κρυστάλλη.

      Στην ενότητα «Β΄ Ερωτικά και άλλα διάφορα» (σ. 829-850) περιλαμβάνονται 37 ποιήματα. Την αδυναμία διάκρισης ανάμεσα στην επώνυμη και τη δημοτική ποίηση μαρτυρεί η συμπερίληψη, και σε αυτή την υποενότητα, μερικών ποιημάτων όπως, π.χ., το «Ο Γύπαρης και η Πανώρηα» από το έργο της κρητικής λογοτεχνίας Γύπαρις (σ. 829-833) και το ποίημα «Η ποδιά της Μαριώς» του Κρυστάλλη (σ. 835-836).

      Στην ενότητα «Γ΄ Άσματα του χορού» (σ. 851-867) περιλαμβάνονται 23 ποιήματα.

      Στην ενότητα «Δ΄ Ανέκδοτα κρητικά δίστιχα» (σ. 868-884) περιλαμβάνονται ενότητες διστίχων κατανεμημένες σε 22 μέρη, από το Α έως το Ω, με βάση το αρχικό γράμμα των διστίχων (δεν υπάρχουν δίστιχα με αρχικό γράμμα από Ζ και Φ).

      Συνολικός αριθμός των ποιημάτων του δεύτερου μέρους: 159.

      Τέλος, οι εξηγήσεις των ανθών στη «Νέα Ανθοδέσμη» διανθίζονται από 55 ερωτικά δίστιχα. Στην πρώτη σελίδα της «Νέας Ανθοδέσμης» (σ. 889) διευκρινίζεται σε υποσημείωση ότι «άπαντα τα εν τη Ανθοδέσμη δίστιχα ταύτα, εισίν εκ των του Αλ. Ρ. Ραγκαβή». Ο Κοκκινάκης πάντως, για άλλη μια φορά, δεν αποδεικνύεται ακριβής, καθώς μεταξύ των 55 διστίχων το 1 είναι του Αχιλλέα Παράσχου (σ. 904), ενώ στη «Νέα Ανθοδέσμη» υπάρχουν και 3 τετράστιχα, επίσης του Παράσχου (σ. 895, 906 και 913).

      Το συνολικό άθροισμα των ποιημάτων της ανθολογίας Κοκκινάκη (για την ακρίβεια, των δύο πρώτων μερών της) είναι 995. Οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη, στο δημοσίευμά τους όπου καταγράφουν τα περιεχόμενα των ποιητικών ανθολογιών της περιόδου 1901-1920, καταγράφουν τα αναλυτικά περιεχόμενα και της ανθολογίας Κοκκινάκη, όπως αυτά παρατίθενται στο τέλος της («Ευρετήριον των περιεχομένων» [σ. 929-954]), καταταγμένα σύμφωνα με την αλφαβητική σειρά των ανθολογημένων ποιητών. Στην καταγραφή των περιεχομένων οι τρεις μελετητές πρόσθεσαν, όπου χρειαζόταν, συμπληρώσεις και διευκρινίσεις[4]. Αυτή ακριβώς η συμπληρωμένη καταγραφή των περιεχομένων κατά ποιητή παρατίθεται στο ευρετήριο των ποιημάτων εδώ· διόρθωσα μόνο λιγοστά τυπογραφικά αβλεπτήματα. Επίσης, στην αρχή των περιεχομένων δίνεται η δυνατότητα στον χρήστη να επιλέξει να επισκεφτεί όλες τις θεματικές ενότητες και υποενότητές της. Σημειώνω ότι στο τέλος της ανθολογίας Κοκκινάκη υπάρχει και δεύτερο ευρετήριο περιεχομένων, κατά τη σειρά των μερών, των θεματικών υποενοτήτων και των ποιημάτων (σ. 954-960).


    • Πατρίδα και έρωτας: οι δύο θεματικοί κοινοί τόποι των λαϊκών ανθολογιών

      Τόσο η θεματική διάρθρωση όσο και τα περιεχόμενα της ανθολογίας Κοκκινάκη μπορούν να σχολιαστούν σύμφωνα με μια διαπίστωση που ισχύει για τις ποιητικές ανθολογίες του 19ου αιώνα: «Πολλές ανθολογίες του 19ου αιώνα είναι επιλογές "ηρωικών και ερωτικών" ασμάτων, δηλαδή συνθέτονται με αποκλειστική ή κύρια ύλη τα δύο βασικά ποιητικά θέματα του ρομαντισμού, την πατρίδα και τον έρωτα. Με άλλα λόγια, στον 19ο αιώνα η ποιότητα ενός έργου (και, συνεπώς, η επιλογή του ή όχι) είναι εξαρτημένη από το τι εκφράζει, από το "περιεχόμενό" του, ώστε η ανθολογία να μπορεί να διαδραματίσει τον ρόλο που επιζητεί η εποχή - έναν ρόλο, θα λέγαμε, εθνικό»[5]. Πολύ ακριβέστερα εξέτασε τα βασικά χαρακτηριστικά των ποιητικών ανθολογιών του 19ου αιώνα ο Αλέξης Πολίτης σε πρόσφατη μελέτη του. Κάνοντας μια πρώτη συστηματική απογραφή αυτών των ποιητικών ανθολογιών, ο Πολίτης κατέληξε καταρχήν στα εξής ποσοτικά δεδομένα: «Στα εβδομήντα ύστερα χρόνια του αιώνα, δηλαδή 1831-1900, έχω συγκεντρώσει έναν πρώτο αριθμό εκατόν ενενήντα πέντε ανθολογιών (συνυπολογίζοντας και τις επανεκδόσεις), στις οποίες πρέπει ίσως να προσθέσουμε είκοσι εκδόσεις που αποβλέπουν στο ξενόγλωσσο κοινό και έναν αρκετά μεγάλο αριθμό από τις πενήντα τέσσερις παιδικές ή σχολικές»[6]. Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η διάκριση που κάνει, στη συνέχεια, ο Πολίτης ανάμεσα στις ευάριθμες λόγιες ανθολογίες και τη μεγάλη πληθώρα των λαϊκών ανθολογιών του 19ου αιώνα. Ας δούμε, συγκεκριμένα, ποια είναι τα κριτήρια αυτής της διάκρισης: «Από τον πολύμορφον αυτόν ορμαθό ελάχιστες, πέντε ή έξι μόνον, φαίνεται πως σχεδιάστηκαν με το μάτι στραμμένο προς το λόγιο κοινό: αυτό το διακρίνουμε από τους προλόγους, από την ύπαρξη ειδικού επιμελητή, από την έλλειψη επανεκδόσεων, από τις αντιδράσεις του λόγιου κοινού και λιγότερο από τα περιεχόμενα»[7]. Με βάση τα παραπάνω κριτήρια εντοπισμού των λόγιων ανθολογιών, αλλά και κάποια επιμέρους χαρακτηριστικά των λαϊκών ανθολογιών του 19ου αιώνα, δεν μένει αμφιβολία ότι η ανθολογία του Κοκκινάκη, αν δεν προσγράφεται άμεσα, τουλάχιστον συγγενεύει στενά με τις παλαιότερές της λαϊκές ανθολογίες. Έτσι, π.χ., όπως δείχνει και ο Πολίτης, ένα βασικό χαρακτηριστικό της θεματικής διάρθρωσης και των περιεχομένων των λαϊκών ποιητικών ανθολογιών της περιόδου 1834-1841, αλλά και των πολλών ανατυπώσεών τους επί δεκαετίες, είναι ότι περιλαμβάνουν δύο βασικές κατηγορίες ποιημάτων, τα «ηρωικά» και τα «ερωτικά»[8]. Βασικά την ίδια θεματική διάρθρωση και τα ίδια περιεχόμενα έχει και η ανθολογία Κοκκινάκη, στο τέλος πια του αιώνα ή στην αυγή του νέου, 20ού αιώνα, με μία, όμως, ενδιαφέρουσα αντιστροφή της σειράς: τώρα προηγούνται τα ερωτικά και ακολουθούν τα ηρωικά ποιήματα. Αυτή η αλλαγή της σειράς δείχνει μάλλον μια, διαφαινόμενη ακόμη, αλλαγή που θα πιστοποιηθεί με την ποίηση των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα: το ευρύ ή λαϊκό κοινό στο οποίο απευθύνεται ο Κοκκινάκης, αλλά και οι άλλες μεγάλες ανθολογίες της εποχής, αρχίζει να προτιμά περισσότερο τα ποιήματα που εκφράζουν ιδιωτικότερες και συναισθηματικότερες όψεις της ζωής, χωρίς βεβαίως ακόμη το ίδιο κοινό να αδιαφορεί για τις ποιητικές εκδηλώσεις της εθνικής του πατριδογνωσίας και της συναφούς ιδεολογικής του αγωγής.


    • Η τιτλοφόρηση των ποιημάτων από τον ανθολόγο

      Ο λαϊκός χαρακτήρας της ανθολογίας Κοκκινάκη επαληθεύεται και από την εξέταση λεπτομερειακών όψεών της, όπως είναι η τιτλοφόρηση ποιημάτων ή αποσπασμάτων τους από τον ίδιο τον ανθολόγο, με άλλα λόγια η αντικατάσταση ή αλλοίωση των πραγματικών τίτλων. Όπως δείχνουν οι πληροφορίες που μας δίνει ο Αλέξης Πολίτης, η τάση για την τιτλοφόρηση των κειμένων από τους ανθολόγους ή για τη γλωσσική (καθαρευουσιάνικη) αλλαγή-αλλοίωση των τίτλων των ποιημάτων μαρτυρείται ήδη από την πρώτη λαϊκή ποιητική ανθολογία, Στίχοι ηρωικοί και ερωτικοί, το 1834, από τον Ηλία Χριστοφίδη[9]. Η ίδια όμως τάση εντοπίζεται και στην πρώτη λόγια ποιητική ανθολογία του 19ου αιώνα, του Χαντζερή (1841), όπου όχι μόνο οι τίτλοι των αποσπασμάτων οφείλονται στον επιμελητή, αλλά και οι γλωσσικές και εκφραστικές αλλοιώσεις των ποιημάτων είναι πάμπολλες[10]. Επίσης, ακόμη και η ενσωμάτωση λιγοστών μεταφρασμένων ποιημάτων ανάμεσα στα ποιήματα των Ελλήνων ποιητών, δεν μαρτυρεί μια θεώρηση των μεταφρασμένων ποιημάτων ως εφάμιλλων με τα πρωτότυπα ποιήματα, όπως θα μπορούσε να εικάσει κανείς με μια πρώτη και βιαστική ματιά, αλλά είναι ένας ακόμη δείκτης του λαϊκού χαρακτήρα της ανθολογίας[11].


    • Τα χρονικά όρια της ανθολογημένης ποίησης

      Τα χρονικά όρια που τα ανθολογημένα από τον Κοκκινάκη ποιήματα καλύπτουν είναι ευρύτατα, καθώς εκτείνονται από τον Ερωτόκριτο μέχρι τη σύγχρονη με τον ανθολόγο ποίηση. Όπως γράφει σχετικά ο Κοκκινάκης στο σύντομο πρόλογό του, «όλη η νεωτέρα Ελλάς της ποιήσεως περικλείεται εις τας σελίδας του παρόντος βιβλίου περισυλλεγέντων μετ' επιμελείας απάντων των γνησίων ποιητικών προϊόντων της, όσα έχουσι παραχθή κατά το μέγα χρονικόν διάστημα το από της εποχής του "Ερωτοκρίτου" και των Δημοτικών Ασμάτων μέχρι των καθ' ημάς χρόνων» (σ. 3). Συνεπώς, ο προσδιορισμός «Πανελλήνιος» στον τίτλο της ανθολογίας δεν σημαίνει ότι σε αυτήν περιλαμβάνονται ποιήματα από όλες τις ελληνικές περιοχές, αλλά ποιήματα που καλύπτουν όλο το χρονικό ανάπτυγμα της νεοελληνικής ποιητικής παραγωγής, εννοείται, για κάποιον που τη θεωρεί από τη σκοπιά του 1900. Σχετικά με τη χρονική αφετηρία των ποιητικών ανθολογιών του πρώτου μισού του 20ού αιώνα οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη γράφουν: «Εύκολα διαπιστώνει κανείς ότι οι περισσότερες ανθολογίες ξεκινούν από τον Ρήγα, τον Χριστόπουλο και τον Βηλαρά»[12]. Και λίγο παρακάτω προσθέτουν: «Τρεις μόνον ανθολογίες αρχίζουν από παλαιότερες εποχές: από τον Ερωτόκριτο, η ανθολογία του Κοκκινάκη […]· από τον Διγενή, του Σιδέρη (1916), και από τον 9ο αιώνα, του Χρυσανθόπουλου (1937)»[13]. Συνεπώς, θεωρημένη και από τη σκοπιά της σύγκρισής της με τις λίγο νεότερές της ανθολογίες, διαπιστώνεται ότι η ανθολογία του Κοκκινάκη αρχίζει από εκείνο το έργο στο οποίο ένας εκδότης (και Κρητικός) μπορούσε, το 1900, να τοποθετήσει την αρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας: από τον Ερωτόκριτο.


    • Η ενσωμάτωση στην ανθολογία των δημοτικών τραγουδιών

      Αφενός ο εθνικός και, αφετέρου, ο λαϊκός χαρακτήρας της ανθολογίας Κοκκινάκη επιβεβαιώνονται, επίσης, από τη συμπερίληψη των δημοτικών τραγουδιών αλλά και τη διασπορά τους σε διάφορα σημεία του βιβλίου. Όπως παρατηρήσαμε παραπάνω, ο Κοκκινάκης, από τη μια μεριά, ξεχωρίζει τα δημοτικά τραγούδια στο δεύτερο μέρος της ανθολογίας· φαίνεται έτσι να αναγνωρίζει την αυτονομία τους. Από την άλλη όμως μεριά, διασπείρει αρκετά ακόμη δημοτικά τραγούδια ανάμεσα στα προσωπικά ποιήματα του πρώτου μέρους της ανθολογίας, επομένως φαίνεται να τα θεωρεί οργανικό μέρος της νεοελληνικής ποιητικής παραγωγής. Προκειμένου να υποστηρίξει την άποψή του ότι «οι ποικίλες ανθολογίες [του 19ου αιώνα] άνθησαν […] χάρη στην καλλιέργεια της προφορικής περισσότερο λειτουργίας της ποίησης, παρά της γραπτής», ο Πολίτης αναφέρει ότι «οι λαϊκές μάλιστα [ανθολογίες] εμπεριέχουν πολλά δημοτικά τραγούδια, αντλώντας ωστόσο […] από τη γραπτή παράδοση»[14]. Σε σημείωση αναφερόμενη ειδικά στην ανθολογία του Κοκκινάκη ο Πολίτης πληροφορεί ότι «έχει ένα αυτοτελές "Μέρος δεύτερον. Δημοτική ποίησις", όπου το τελευταίο υποκεφάλαιο τιτλοφορείται: "Ανέκδοτα κριτικά δίστιχα" ([…] Πηγές του Κοκκινάκη είναι πια ο Πάσσοβ, ο Legrand και ο Γιανναράκης»[15]. Όπως, όμως, έδειξαν οι ακριβέστερες παρατηρήσεις μας, αφενός «δημώδη άσματα» ενσωματώνονται ανάμεικτα με τα προσωπικά ποιήματα και στο πρώτο μέρος της ανθολογίας, αφετέρου επώνυμα ποιήματα εντοπίζονται και μεταξύ των δημοτικών τραγουδιών. Για το αν και κατά πόσο οι ποιητικές ανθολογίες του πρώτου μισού του 20ού αιώνα περιλαμβάνουν δημοτικά τραγούδια, οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη γράφουν: «Οι μισές περίπου ανθολογίες δεν ανθολογούν δημοτικά τραγούδια, χωρίς ωστόσο αυτό να σημαίνει ότι υποτιμάται η αξία της δημώδους ποίησης· οφείλεται, ίσως, στην αναγνώριση της αυτονομίας της - σκέψη που δικαιολογεί και την ξεχωριστή ανθολόγησή της»[16]. Και σε υποσημείωσή τους δίνουν τα εξής στοιχεία: «Δημοτικά τραγούδια περιλαμβάνονται στις ανθολογίες των Κοκκινάκη (1902), Σαλίβερου (1911), Ατλαντίδος (1913), Αυλωνίτη (1924), Αργυρόπουλου (1928), Χρυσανθόπουλου (1937)»[17].


    • Η ισχυρή παρουσία της αθηναϊκής ποιητικής παράδοσης του 19ου αιώνα

      Σε σύγκριση, ωστόσο, με όλα τα παραπάνω γνωρίσματα, χαρακτηριστικά του λαϊκού χαρακτήρα της ανθολογίας του Κοκκινάκη, ο κυριότερος δείκτης της πρόθεσής της να απευθυνθεί στο ευρύ, λαϊκό αναγνωστικό κοινό της εποχής της είναι η θεμελίωση της ύλης της στην παράδοση της καθαρευουσιάνικης κλασικορομαντικής ή ρομαντικής αθηναϊκής ποιητικής παράδοσης της πεντηκονταετίας 1830-1880. Έτσι, με δεδομένο ότι η ανθολογία εκδίδεται μια εικοσαετία μετά την εκπνοή αυτής της παράδοσης και μετά την εμφάνιση της δημοτικιστικής και ανανεωτικής ως προς τη παλαιά ρομαντική παράδοση γενιάς του 1880, στην περίπτωση του Κοκκινάκη τίθενται τα ενδιαφέροντα και γενικά για τις ποιητικές ανθολογίες αλληλένδετα ερωτήματα των Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη: «Μήπως οι επιλογές του ανθολόγου είναι, μέχρις ενός σημείου, ενδεικτικές της εποχής του; Μήπως, λόγου χάρη, η συχνή ανθολόγηση κάποιων ποιημάτων σημαίνει, ίσως, ότι τα ποιήματα αυτά ικανοποιούν και ένα καθολικότερο φιλολογικό γούστο»[18]. Σχολιάζοντας τα παραπάνω ερωτήματα, στην περίπτωση της ανθολογίας Κοκκινάκη, το πλήθος των καθαρευουσιάνικων κλασικορομαντικών και ρομαντικών ποιημάτων, που ίσως αντλήθηκαν από παλαιότερες ανθολογίες, και η, βάσιμα εικαζόμενη, πρόθεση της ανθολογίας να απευθυνθεί στο μεγάλο κοινό δείχνουν ότι, το 1900, η παλαιά αθηναϊκή ποιητική παράδοση ανταποκρινόταν ακόμη στο γούστο ενός μεγάλου μέρους του μη ειδικού κοινού της ποίησης.


    • Ο αλφαβητικός κατάλογος των ανθολογημένων ποιητών

      Προκειμένου να σχηματίσουμε μια σαφή εικόνα των επιλογών του Κοκκινάκη από το χώρο των επωνύμων ποιητών, παρατίθεται ένας αλφαβητικός κατάλογος των ανθολογημένων ποιητών όπου δίπλα στο όνομα κάθε ποιητή καταγράφεται ο αριθμός των ανθολογημένων ποιημάτων του (τα ονόματα των ποιητών γράφονται στην πλήρη μορφή τους, στις περιπτώσεις όπου αυτή μας είναι γνωστή):

      Αμπελάς Τιμολέων: 8
      Άννινος Χαράλαμπος: 1
      Αξιώτης Π.: 2
      Αργυρόπουλος Μιχαήλ: 2
      Αρσένης Ν.Α.: 1
      Αυγουστίδης Γ.: 1
      Αυλίχος Γ.: 1
      Βαλαβάνης Δημοσθένης: 1
      Βαλαωρίτης Αριστοτέλης: 18
      Βάλβης Σταμάτιος: 2
      Βαρβάτης Γ.: 2
      Βασιλειάδης Σπυρίδων: 6
      Βασιλικός Πέτρος: 1
      Βελλιανίτης Θεόδωρος: 2
      Βεργωτής Πέτρος: 1
      Βερναρδάκης Δημήτριος: 4
      Βηλαράς Ιωάννης: 8
      Βιζυηνός Γεώργιος: 14
      Βικέλας Δημήτριος: 7
      Βλαστός Παλλάσιος Γ.: 1
      Βλάχος Άγγελος: 1
      Βραχνός Αλέκος: 5
      Βυζάντιος Αλέξανδρος: 3
      Βυζάντιος Σ. Δημήτριος: 1
      Γαβρίλης Α.Ι.: 2
      Γεωργοπούλος Γ.Μ: 1
      Γούναρης Κ.Ζ.: 4
      Γρυπάρης Ιωάννης: 1
      Δαμβέργης Ιωάννης Μ.: 1
      Δίβαρης Ν.: 1
      Δοσίου Αικατερίνη: 1
      Δροσίνης Γεώργιος: 15
      Ειμαρμένος Αιμίλιος [= Κουρτίδης Αριστοτέλης]: 1
      Ευαγγελίδου Βιργινία: 1
      Ζαΐμης Ν.Γ.: 1
      Ζαλοκώστας Γεώργιος Χ.: 18
      Ζαμπέλιος Ιωάννης: 2
      Ζερμπίνης Γεώργιος: 1
      Ζωιόπουλος Θρασύβουλος [= Δάφνης Στέφανος]: 3
      Ηλιόπουλος Π.: 1
      Θαλείδης Κωνσταντίνος: 1
      Θεοφίλου Γ.: 1
      Θέρος Άγις: 1
      Ιατρού Π. Μαγδαληνή: 1
      Ιωαννίδης Ι.Π.: 3
      Καζάζης Νεοκλής: 1
      Καλαμογδάρτης Ηλίας Γ.: 2
      Κάλβος Ανδρέας: 1
      Καμπούρογλου Δημήτριος Γρ.: 7
      Καμπούρογλου Ιωάννης Κ.: 21
      Καπετανάκης Ηλίας: 1
      Καραβίας Αχιλλεύς Γ.: 25
      Καρασούτσας Ιωάννης Δ.: 4
      Καρύδης Σοφοκλής: 3
      Καστριώτης Γεώργιος ο Σκενδέρμπεης: 1
      Κατακουζηνός Αλεξάνδρος: 3
      Κοκκίνης Γεώργιος: 1
      Κοκκινάκης Κωνσταντίνος: 2
      Κόκκος Δημήτριος Ι.: 16
      Κοντόπουλος Ν.: 2
      Κορνάρος Βικέντιος: 1
      Κορομηλάς Δημήτριος: 1
      Κρης ποιητής: 5
      Κρυστάλλης Κώστας: 9
      Κυπαρίσσης Ν.: 1
      Κύπριος Θεοδ. Γ.: 1
      Κωλέττης Ιωάννης: 1
      Κωστόπουλος Λυμπέριος Θ.: 2
      Λαγκουϊδάρας Γ.: 1
      Λάκων Δημήτριος: 1
      Λάμπρος Σπυρίδων Π.: 1
      Λαντς Ευγένιος: 2
      Λασκαράτος Ανδρέας: 3
      Λαφφόν Γουσταύος: 1
      Λεοντιάς Σαπφώ: 1
      [Μάγκας]: 1
      Μαζαράκη Αγανίκη: 2
      Μαλακάσης Μιλτιάδης: 2
      Μάνος Κωνσταντίνος: 2
      Μανούσος Αντώνιος: 4
      Μαράνος Ιωάννης: 1
      Μάργαρης Διονύσιος Ι.: 1
      Μαρκοράς Γεράσιμος: 10
      Μαρτζώκης Ανδρέας: 2
      Μαρτζώκης Στέφανος: 6
      Μαρτινέλης Γεώργιος: 2
      Ματαράγκας Παναγιώτης: 4
      Μάτεσις Αντώνιος: 3
      Μελισσιώτης Παναγιώτης: 1
      Μινέικος Στανίσλαος: 1
      Μπέτσου Μαριέττα: 3
      Μωραϊτίδης Αλέξανδρος: 2
      Νερουλός Ιάκωβος Ρίζος: 2
      Νικολάρας Ανδρέας Δ.: 8
      Νικολάρας Ιωάννης Δ.: 1
      Νυκτόβιος: 1
      Ξένος Κ.Γ.: 1
      Οικονομίδου Φωτεινή Α.: 2
      Οικονομόπουλος Ηλίας Ι.: 5
      Ορφανίδης Θεόδωρος Γ.: 3
      Παλαμάς Κωστής: 4
      Πανάς Φωκίων: 4
      Παπαδήμας Γ.: 7
      Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος: 3
      Παπαδιαμαντόπουλος Ιωάννης: 1
      Παπαντωνίου Ζαχαρίας Λ.: 3
      Παπαρρηγόπουλος Δημήτριος: 6
      Παπασπύρου Μήτσος: 5
      Παππαδοπούλου Αρσινόη: 1
      Παππαδόπουλος Κωστής: 6
      Παρασκευάς Βλαδίμηρος: 1
      Παράσχος Αχιλλέας: 30
      Παράσχος Γεώργιος: 7
      Περδικίδης Αλ. Κ.: 7
      Πεταλάς Χριστόδουλος Γ.: 1
      Πετρουνάκος Ιωάννης Π.: 1
      Πίπιζα Μαρίκα: 6
      Πιτσιπιός Ιάκωβος: 1
      Πλεύρης Γεώργιος: 2
      Πολέμης Ιωάννης: 4
      Πρασάς Κ.Ι.: 2
      Προβελέγγιος Αριστομένης: 6
      Ραγκαβής Αλέξανδρος Ρίζος: 23
      Ραγκαβής Ιάκωβος Ρίζος: 1
      Ραγκαβής Κλέων Αλ.: 1
      Ραυτόπουλος Π. Γ.: 4
      Ρώμας Κανδιάνος: 1
      Σαϊκτσής Θ.Γ.: 8
      Σακελλαρόπουλος Κ.Δ.: 4
      Σαλτέλης Νικόλαος: 1
      Σαμαρτσίδης Χ.: 1
      [Σατανάς = Κ.Φ. Σκόκος]: 3
      Σημηριώτης Άγγελος: 1
      Σκόκος Κ.Φ.: 1
      Σκυλίτσης Ισ.: 2
      Σκυλίτσης Ιωάν. Ι.: 1
      Σολωμός Διονύσιος: 27
      Σουρής Γεώργιος: 19
      Σούτσος Αλέξανδρος: 6
      Σούτσος Παναγιώτης: 22
      Σπηλιωτόπουλος Αντων. Θ.:1
      Σταυρίδης Γεώργιος: 1
      Στρατήγης Γεώργιος: 2
      Στρατουδάκης Εμμ.: 3
      Συνοδινός Ηλ.: 1
      Συνοδινός Παναγιώτης Σ.: 11
      Συνοδινός Τηλέμαχος Παν.: 4
      Ταγκόπουλος Δημ. Π.: 6
      Τανταλίδης Ηλίας: 29
      [Τίμος (= Τίμος Μωραϊτίνης)]: 1
      Τριανταφύλλης Κωνσταντίνος: 1
      Τριαντάφυλλος Κλεάνθης: 8
      Τρικούπης Σπυρίδων: 1
      Τσακασιάνος Ιωάννης Γ.: 16
      Τσοκόπουλος Γεώργιος Β.: 1
      Τσοπανάκος Π.: 2
      Τυπάλδος Ιούλιος: 3
      Φεραίος Ρήγας: 4
      Φέρμπος Παναγ.: 1
      Χαιρέτης Δ.: 1
      Χενιέρος Ανδρέας (=André Chénier): 1
      Χορτάκης [sic = Χορτάτσης] Γεώργιος: 3
      Χρηστοβασίλης Χ.: 1
      Χρηστόπουλος Αθανάσιος: 16
      Ψάλτης Δημ. Μπενή: 2


    • Οι προτιμήσεις του ανθολόγου

      Ακολουθεί μια κατάταξη, ενδεικτική των προτιμήσεων του Κοκκινάκη, εκείνων των 17 ποιητών οι οποίοι ανθολογούνται με περισσότερα από 10 ποιήματά τους. Οι ποιητές κατατάσσονται κατά τον αριθμό των ποιημάτων σε φθίνουσα σειρά:

      30 ποιήματα: Αχιλλέας Παράσχος
      29 ποιήματα: Ηλίας Τανταλίδης
      27 ποιήματα: Διονύσιος Σολωμός
      25 ποιήματα: Αχιλλέας Γ. Καραβίας
      23 ποιήματα: Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
      22 ποιήματα: Παναγιώτης Σούτσος
      21 ποιήματα: Ιωάννης Καμπούρογλου
      19 ποιήματα: Γεώργιος Σουρής
      18 ποιήματα: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης, Γεώργιος Ζαλοκώστας
      16 ποιήματα: Δημήτριος Ι. Κόκκος, Ιωάννης Γ. Τσακασιάνος, Αθανάσιος Χριστόπουλος
      15 ποιήματα: Γεώργιος Δροσίνης
      14 ποιήματα: Γεώργιος Βιζυηνός
      11 ποιήματα: Παναγιώτης Π. Συνοδινός
      10 ποιήματα: Γεράσιμος Μαρκοράς

      Ας σχολιάσουμε συνολικά τους δύο παραπάνω πίνακες. Στη συντριπτική τους πλειονότητά, οι 166 ανθολογημένοι ποιητές καλύπτουν όλο το φάσμα της ελληνικής ποιητικής παραγωγής του 19ου αιώνα. Το αποτέλεσμα είναι ανάμεσά τους να υπάρχουν αρκετά εντελώς λησμονημένα ή και άγνωστα ονόματα ποιητών. Ουσιαστικά η «πανελλήνια» διάσταση της ανθολογίας του Κοκκινάκη επαληθεύεται από τη συμπερίληψη και διασπορά των δημοτικών τραγουδιών, δηλαδή ποιημάτων που κατά βάση ανάγονται στην πριν τον 19ο αιώνα εποχή, όχι όμως και από την ανθολόγηση των παλαιότερων επωνύμων ποιητών. Κι αυτό γιατί η ανθολογία Κοκκινάκη περιλαμβάνει λιγοστά αποσπάσματα από τρία έργα της κρητικής λογοτεχνίας, τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου και την Ερωφίλη και τον Γύπαρη του Χορτάτση, δεν ανθολογεί όμως καθόλου ποιητικά κείμενα του 18ου αιώνα, ούτε του Δαπόντε ούτε των περισσότερων νεότερων ποιητών της περιόδου του νεοελληνικού διαφωτισμού. Ανθολογεί, βεβαίως, ποιήματα των δύο «προδρόμων» του Σολωμού, του Βηλαρά και, πολύ περισσότερο, του, αγαπητού στους πρώτους Αθηναίους ρομαντικούς, Χριστόπουλου. Αυτή η ιστορικογραμματολογική «στιγμή» της νεοελληνικής ποίησης είναι η ουσιαστική αφετηρία της ανθολογίας. Ο Επτανήσιος Διονύσιος Σολωμός κατέχει μια θέση, την τρίτη, ανάμεσα σε μια εξάδα Αθηναίων ρομαντικών ή κλασικορομαντικών ποιητών οι οποίοι καλύπτουν όλο το φάσμα της αθηναϊκής ποιητικής παράδοσης της περιόδου 1830-1880, από τις αρχές της μέχρι το τέλος της. Μάλιστα ο Αχιλλέας Παράσχος, ο λαϊκός ποιητής το έργο του οποίου θεωρήθηκε η χαρακτηριστικότερη έκφραση του φθίνοντος αθηναϊκού ρομαντισμού, κατέχει την πρώτη θέση του πίνακα, με τα περισσότερα ανθολογημένα ποιήματα. Η σχετικώς ευρεία ανθολόγηση του Σολωμού λιγότερο αντανακλά την αισθητική αποδοχή της ποίησής του (εξάλλου ανθολογούνται κυρίως τα ερωτικά και πατριωτικά νεανικά ποιήματα και όχι τα ώριμα και αποσπασματικά έργα του), και περισσότερο την αναγωγή του σε εθνικό ποιητή. Από τους υπόλοιπους Επτανήσιους ποιητές του 19ου αιώνα με αρκετά ποιήματα ανθολογούνται ο Βαλαωρίτης, ο κύριος «σύνδεσμος» ανάμεσα στις δύο ποιητικές παραδόσεις του 19ου αιώνα, και ο Γεράσιμος Μαρκοράς, ποιητής που έγινε αρκετά αγαπητός στην Αθήνα κατά την τελευταία δεκαετία του αιώνα. Από τους ποιητές πάλι της νέας γενιάς, της γενιάς του 1880, περιλαμβάνονται στον πρώτο κατάλογο αρκετοί ποιητές, όπως όμως δείχνει ο δεύτερος κατάλογος ανάμεσά τους πριμοδοτούνται ο ευθυμογράφος (και μετριότατος ποιητής) Γεώργιος Σουρής και ο ευκολογράφος Γεώργιος Δροσίνης. Μια χαρακτηριστική εκδήλωση του λαϊκού χαρακτήρα της ανθολογίας είναι ότι ο Κωστής Παλαμάς, ποιητής πιο «δυσνόητος» και λιγότερο λαϊκός από τον Δροσίνη, ανθολογείται από τον Κοκκινάκη με τέσσερα μόλις ποιήματα.


    • Η επιβίωση ενός παλαιότερου και ακόμη ισχυρού ποιητικού γούστου

      Συγκρίνοντας τις επιλογές της ύλης των έξι ποιητικών ανθολογιών που εκδόθηκαν από την αρχή του 20ού αιώνα μέχρι το 1930, οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη διαπιστώνουν ότι «οι τέσσερις προσανατολίζονται, σε διαφορετικό βέβαια βαθμό η καθεμία, προς την παλαιότερη ποίηση. Οι επιλογές τους θα μπορούσαν, ίσως, να θεωρηθούν ως επιβίωση ενός παλαιότερου ή παρωχημένου γούστου που, ωστόσο, εξυπηρετούσε το σκοπό της ανθολογίας»[19]. Η ίδια διαπίστωση ισχύει, πολύ περισσότερο μάλιστα, για την ανθολογία Κοκκινάκη. Επιπρόσθετα στην περίπτωση του Κοκκινάκη δύσκολα μάλλον μπορούμε να υποθέσουμε ότι οι επιλογές της ύλης δείχνουν την «επιβίωση ενός παλαιότερου ή παρωχημένου γούστου» του ανθολόγου, αφού το γούστο αυτό πρέπει να αντανακλά στις ισχυρές αντιστάσεις της παλαιάς (καθαρευουσιάνικης και ρομαντικής) ποίησης στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού του 1900.

      Τελικά, μετά όλα όσα επισημάναμε παραπάνω σε τι μπορεί να εντοπιστεί το σημερινό ενδιαφέρον γι' αυτήν την δίχως άλλο παρωχημένη και ξεπερασμένη ανθολογία; Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, σε σύντομο άρθρο του όπου επισημαίνει αδυναμίες και αυθαιρεσίες παλαιότερών του ποιητικών ανθολογιών, κυρίως εκείνων του 19ου αιώνα, με πρώτη και κύρια εκείνη του Χαντζερή (1841), θεωρεί ως μία από τις αδυναμίες την «ανοχή» του ανθολόγου: «Σύμφωνα με την αρχή της ανοχής, ο συλλέκτης, κάθε στιχουργό που δημοσίευσεν έμμετρα, τον θεωρεί μια κατάστασι και τον περιλαμβάνει στο βιβλίο του. Στην πυκνή αυτή λόχμη ο αναγνώστης αφίνεται μόνος του ν' ανοίξη δρόμο όπως μπορεί. Τσουκνίδες, χαμόκλαδα και φρύγανα εννοούν να ζήσουν μαζί με τα δέντρα»[20]. Μάλιστα ως το πιο ακραίο παράδειγμα «ανοχής» του ανθολόγου, ο Παπαντωνίου αναφέρει την ανθολογία Παρνασσός που εκδόθηκε σε τρεις τόμους στη Σμύρνη, από το 1894 έως το 1896, ως έκδοση του περιοδικού «Αμάλθεια»· γράφει, εντελώς απαξιωτικά, γι' αυτήν: «Ήρθε σε κάποιο λόγιο της Σμύρνης η ιδέα να αρπάξη από τη λήθη όλους τους πεθαμένους στίχους των ερασιτεχνών, ενθρονίζοντάς τους σ' ένα νέο Παρνασσό, καταπληκτικό για την ανοχή του και για τον όγκο του - 1894 - άσυλο για τα καταδικασμένα έργα της καθαρευούσης, ξερό Παρνασσό χωρίς νερό και χορτάρι, όπου ο Πήγασος θα έγινε πετσί και κόκκαλο. Αυτή ήταν η μεγαλύτερη Ανθολογία της ανοχής που έγινε στην Ελλάδα»[21]. Είναι φανερό ότι η ειδικότερη σκοπιά από την οποία ο Παναντωνίου επικρίνει την ανθολογία είναι εκείνη της δημοτικιστικής του προτίμησης. Ακριβέστερη περιγραφή της ίδιας ανθολογίας έκανε ο Δημήτρης Μάργαρης, στο δικό του σύντομο άρθρο με θέμα τις πρώτες νεοελληνικές ανθολογίες, όπου χαρακτηρίζει τη σμυρνέικη ανθολογία του Παρνασσού «ένα νέο τέρας ανθολογίας με καταπληκτικό συναγερμό ποιητών ζωντανών και πεθαμένων»[22]. Ο Μάργαρης μάς δίνει πιο συγκεκριμένες πληροφορίες: ο πρώτος τόμος περιλαμβάνει 46 πεθαμένους ποιητές σε 800 σελίδες, ο δεύτερος 19 ζώντες ποιητές (από το Α έως το Κ) σε 572 σελίδες, και ο τρίτος, που εκδόθηκε το 1896, 46 ζώντες ποιητές (από το Λ έως το Χ), 4 ξένους και 22 Σμυρνιούς σε 1064 σελίδες. Εν συνόλω, λοιπόν, 137 ποιητές[23]. Εξάλλου και μια πρόχειρη σύγκριση με τα ποσοτικά δεδομένα των προηγούμενων βασικών και λόγιων ανθολογιών του 19ου αιώνα δείχνει ότι η ανθολογία του Κοκκινάκη είναι μία από τις μεγαλύτερες. Έτσι η ανθολογία του Χαντζερή (1841) έχει 390 σελίδες, εκείνη του Ραπτάρχη (1868) έχει 736 σελίδες, εκείνη του Ματαράγκα (1880) έχει περισσότερες από 1000 σελίδες[24].

      Θεωρημένη, λοιπόν, από τη σκοπιά του χρόνου της δημοσίευσής της, το 1900, η ανθολογία του Κοκκινάκη μπορεί να κατηγορηθεί για την «ανοχή» του επιμελητή της, με αποτέλεσμα αυτός να θολώνει τα νερά μιας ευκρινούς και ποιοτικά διαβαθμισμένης εικόνας της παλαιότερης και σύγχρονής του ποίησης. Μάλιστα ανθολογεί 166 επώνυμους ποιητές, μη συμπεριλαμβανομένων δηλαδή των «δημοτικών ασμάτων», συνεπώς ξεπερνά και τους 137 ποιητές της σμυρνέικης ανθολογίας του Παρνασσού. Θεωρώντας ωστόσο την ανθολογία Κοκκινάκη από τη σημερινή σκοπιά, το τότε ελάττωμά της γίνεται, όχι βέβαια η σημερινή της αρετή, αλλά μια εστία ενδιαφέροντος. Κι αυτό γιατί με την τόσο μεγάλη πληθώρα ποιητών που περιέλαβε μάς προσφέρει μια εκτεταμένη απογραφή του μέσου όρου της ποιητικής παραγωγής του 19ου αιώνα.

      Από την άλλη, αν κρίνουμε την ανθολογία του Κοκκινάκη με γνώμονα τη στάση της απέναντι στη σύγχρονή της ποίηση, δηλαδή την ποίηση των νέων της γενιάς του 1880, διαπιστώνουμε ότι η στάση αυτή συνιστά ίσως την αρνητικότερη όψη της. Η ελλιπής, άνιση και άστοχη ανθολόγηση των σύγχρονων ποιητών από τον Κοκκινάκη δείχνει ότι ο δρόμος της ποιητικής καθιέρωσης για τη δημοτικιστική γενιά του 1880 ήταν ακόμη αρκετά μακρύς και δύσκολος, τουλάχιστον όσον αφορά στο ευρύ κοινό. Οι λιγοστοί μελετητές που ασχολήθηκαν με τις ποιητικές ανθολογίες του 19ου αιώνα επισημαίνουν ότι η μοναδική ανάμεσα στις όψιμες ανθολογίες του αιώνα η οποία απηχεί το κλίμα της ποιητικής ανανέωσης που έφερε η γενιά του 1880 είναι εκείνη του Δ.Π. Ταγκόπουλου, Νέα λαϊκή ανθολογία, Αθήνα 1899, καθώς «συγκεντρώνει [στις 528] σελίδες της όλους τους νέους ποιητές που άνοιξαν τον καινούργιο δρόμο στην ελληνική παράδοση από το ξεκίνημα του 1880 μέχρι της εποχής του. Εκεί μέσα εισβάλλουν για πρώτη φορά και οι λεγόμενοι μαλλιαροί που εξελίχτηκαν στη θαυμαστή χορεία των δημοτικιστών». [25]

      Ευριπίδης Γαραντούδης


    • Πίνακας περιεχομένων

      ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

      Πρόλογος του εκδότη Δημητρίου Κ. Κοκκινάκη (σ. 3-4).

      Μέρος πρώτον: Λυρική ποίησις. Α΄ Άσματα ερωτικά (σ. 9).

      Β΄ Πατρίς (σ. 251).

      Γ΄ Φύσις (σ. 387).

      Δ΄ Θρησκεία-Οικογένεια (σ. 425).

      Ε΄ Λυρικά διάφορα (σ. 489).

      Στ΄ Σατυρικά και ευτράπελα (σ. 619).

      Ζ΄ Επιγράμματα-Μύθοι-Αινίγματα (σ. 669).

      Η΄ Βακχικά (σ. 703).

      Θ΄ Παντοία (σ. 723).

      Ι΄ Δίστιχα (σ. 728).

      Μέρος δεύτερον: Δημοτική ποίησις. Α΄ Άσματα ιστορικά, κλέφτικα, ηρωικά (σ. 759).

      Β΄ Ερωτικά και άλλα διάφορα (σ. 829).

      Γ΄ Άσματα του χορού (σ. 851).

      Δ΄ Ανέκδοτα κρητικά δίστιχα (σ. 868).

      Πρόλογος στη Νέα Ανθοδέσμη (σ. 887-888).

      Μέρον τρίτον: Νέα Ανθοδέσμη, ήτοι συνεννόησις διά των ανθέων (σ. 889).

      Αποφθέγματα (σ. 915).

      Ιστορικά ανέκδοτα (σ. 923).

      Ευτράπελα (σ. 927).

      Ευρετήριον των περιεχομένων [κατά την αλφαβητική σειρά των ανθολογημένων ποιητών] (σ. 929).

      [Ευρετήριο περιεχομένων κατά τη σειρά των ενοτήτων και των ποιημάτων] (σ. 954).

      ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΛΦΑΒΗΤΙΚΗ ΣΕΙΡΑ ΤΩΝ ΑΝΘΟΛΟΓΗΜΕΝΩΝ ΠΟΙΗΤΩΝ:

      Αμπελά Τιμολ.: Α΄ 211 Συ (Όταν εζήτουν εύελπις) σ. 176. - Α΄ 235 Ο πρώτος έρως <Επί του ήχου του άσματος «Siceliana»> (Όταν έρριψα ένθους) σ. 194. - Α΄ 275 Εις την ζώνην της (Άψυχε ζώνη) σ. 221. - Α΄ 275 Εις μίαν κόρην της Εύας (Απόσπασμα) (Μίαν φοράν) [εννιά τετράστιχες στροφές] σ. 223. - Γ΄ 20 Εις ρυάκιον (Κύλα, κύλα το νερόν σου) σ. 401. - Ε΄ 7 Ασμάτιον <Εκ των «Κογχυλών»> (Τι ψελλίζεις μικρά φίλη;) σ. 493. - Ε΄ 23 Μετά Καδμείαν νίκην <Εκ των «Κογχυλών»> (Μετά φλογώδη έρωτα) σ. 507. - Ε΄ 118 Λαΐδος Δάκρυα <Εκ των «Κογχυλών»> (Έχει στιγμάς αγνότητας) σ. 588.

      Αννίνου Χαραλ.: Ε΄ 139 Παράπονον (Προχθές ακόμη, Χλόη μου) σ. 608.

      Αξιώτου Π.: Ζ΄ 15 Χήνες (Με βέργα μεγαλώτατη) σ. 673. - Ζ΄ 17 Χωριάτης και άλογο (Χωριάτης βρώμη έσπερνεν) σ. 676.

      Αργυροπούλου Μιχαήλ: Ε΄ 111 Η Τουρκάλαις (Δερβίση μου, γιατί) σ. 584. - Α΄ 73 Της μάννας ο καϋμός (Αχ! ήταν μια φορά) σ. 822.

      [Αρσένη Α.Ν.: Α΄ 73 Της μάννας ο καϋμός (Αχ! ήταν μια φορά). Τονισθέν υπό Φλωρεντίας Ν. Αρσένη σ. 822.]

      Αυγουστίδου Γ.: Α΄ 181 Αθυμία (Ω Θεέ, την ζωήν εβαρύνθην) σ. 149.

      Αυλίχου Γ.: Ε΄ 142 Το αέρι <(Ναυτικόν άσμα)> (Φύσα λίγο, φύσ’ αέρι) σ. 610.

      Βαλαβάνη Δημοσθ.: Α΄ 85 Εκείνη (Εις σύρτιν, όπου στρώνεται) σ. 65.

      Βαλαωρίτου Αριστ.: Α΄ 3 Ρεμβασμός (Πόσαις φορές τα κύματα) σ. 11. - Α΄ 117 Ο αποχαιρετισμός <Εκ της «Κυρά Φροσύνης»> (Σαν φύλλο κίτρινο) [οκτώ στροφές] σ. 95. – [Α΄ 285, VII (Φύσα, Βοριά μου, φύσησε) σ. 233.] - Β΄ 12 Ο Δήμος και το καρυοφύλλι του (Εγέρασα) σ. 265. - Β΄ 24 Ευαγγελισμός και Ελλάς (Με μιας ανοίγει) σ. 296. - Β΄ 40 Εις τον ανδριάντα Γρηγορίου Ε΄, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως (Πώς μας θωρείς) <Τονισθέν υπό Γ. Λαμπίρη> σ. 317. - Β΄ 48 Η φυγή (Τ’ άλογο! τ’ άλογο! Ομέρ Βριόνη) σ. 329. - Β΄ 49 Ασπασμός προς την Ελλάδα (Άνοιξε, μάνα μας) σ. 330. - Β΄ 56 Ο Πνευματικός (Θύμιε, Θύμιε! μ’ ακούς;) σ. 339. - Β΄ 65 Ο Σαμουήλ (Καλόγερε! τι καρτερείς) [49 στίχοι] σ. 352. - Β΄ 66 Ο Αστραπόγιαννος (Ξύπν’ Αστραπόγιαννε) σ. 354. - Β΄ 70 Η Φάλαγξ (Ζώστε, ζώστε τ’ άρματά σας) <Τονισθέν υπό Γ. Λαμπίρη> σ. 359. - Γ΄ 27 Το μαρανθέν ρόδον (Την αυγή με τη δροσούλα) σ. 407. - Δ΄ 28 Νανάρισμα (Φύσ’ αεράκι δροσερό) σ. 450. - Ε΄ 39 Αλής, μονολογών <Εκ της «Κυρά Φροσύνης»> (Δεν έχεις θάρρος να με ιδής) [εννιά στροφές] σ. 519. - Ε΄ 50 Η Λίμνη <(Κατά τον Λαμαρτίνον)> (Πάντα λοιπόν θα τρέχωμε) σ. 529. - Ε΄ 71 Θάνατος της Φροσύνης <Εκ της «Κυρά Φροσύνης»> (Εκκύταξε ο Αλήπασας) [τέσσερις στροφές] σ. 546. - Ε΄ 102 Θανάσης Βάγιας (Ελεημοσύνη, Χριστιανοί) σ. 571.

      Βάλβη Σταματίου: Ζ΄ 16 Δύο Μύθοι (Όνος τις φέρων αλγεινώς – [Φεύγετε, τέκνα, πάντοτε]) σ. 674, 675.

      Βαρβάτη Γ.: Ε΄ 128 Το Τραγούδι της (Ένα τραγούδ’ απ’ το γλυκό) σ. 597. - Ε΄ 138 Μου πέρασ’ η αγάπη (Ανέλπιστα μου πέρασε) σ. 607.

      Βασιλειάδου Σπυρίδωνος: Α΄ 189 Ο Ερωτευμένος Ενετός (Δεν με αρέσει) <Τονισθέν υπό Γ. Λαμπίρη> σ. 157. - Α΄ 190 Εις Λεύκωμα (Προχθές εις μίαν εξοχήν) σ. 158. - Ε΄ 2 Εκ των «Εικόνων» (Όταν προβάλλει εις το βουνόν) σ. 490. - Ε΄ 11 Το Ανώνυμον (Καθώς δυο τρία άνθια) σ. 496. - Ε΄ 54 Νοσταλγία (Ω τάφε, εις τα στήθη σου) σ. 534. - Ε΄ 95 Εις Άγγελον και Δαίμονα (Εκοιμώμην δίχως) σ. 566.

      Βασιλικού Πέτρου: Ε΄ 37 Στη Βρύση (Μια αυγή καθώς εξύπνησα) σ. 518.

      Βελλιανίτη Θ.: Α΄ 253 Η προσευχή (Όταν σε θλιβεραίς στιγμαίς) σ. 208. - Ε΄ 66 Παληό Τραγούδι (Απ’ τη στιγμή που φάνηκες) σ. 542.

      Βεργωτή Π.: Β΄ 28 Εμβατήριον εις το Αρκάδι (Εμπρός παιδιά) <Τονισθέν υπό Γ. Λαμπίρη> σ. 301.

      Βερναρδάκη Δημητρίου: Α΄ 47 Άσμα Γύφτισσας <Εκ της «Ευφροσύνης»> (Δυο πέρδικαις ζωγραφισταίς) σ. 37. - Β΄ 8 Εκ του Πλάνητος (Και έμεινες ούτως, Ελλάς) [πέντε στροφές] σ. 258. – Β΄ 9 Άσμα ληστών <Εκ της «Εικασίας»> (Ευνήν εις το σπήλαιον) [επτά στροφές] σ. 260. - Β΄ 62 Άλωσις Κωνστ/πόλεως υπό Λατίνων <Εκ της «Μαρίας Δοξαπατρή»> (Ανατολαί, θρηνήσατε) [δεκατρείς στροφές] σ. 347.

      Βηλαρά Ιωάννου: Α΄ 153 Συμβουλή (Θωρώ σου, Χλόη κ’ άδικα) σ. 124. - Α΄ 208 Το έρημον πτηνόν (Πουλάκι, ξένο, ξενητεμένο) σ. 173. - Α΄ 215 Αποχαιρετισμός (Αχ! έλα θάνατε πικρέ) σ. 178. - Ε΄ 74 Υγειά-Καλή καρδιά (Ή ζήσω τη ζωή μου) σ. 549. - ΣΤ΄ 20 Μωρόσοφος (Πώς ο Πάνσοφος εξέχει) σ. 638. - Ζ΄ 48 Γάτος και καθρέπτης (Ω φιλόσοφοι σοβαροί) σ. 687. - Ζ΄ 60 Χαρά-Μάτια (Το πρώτο μ’ όποιος έχει) σ. 698. - Ι΄ 1 Δίστιχα σ. 728.

      Βιζυηνού Γεωργίου: Α΄ 88 Το παράπονον (Κυρά μου Αφροδίτη) σ. 69. - Α΄ 119 Παραβολή (Ουδέ τ’ άστρον της αυγής) σ. 97. - Α΄ 132 Τα άνθη (Τ’ άνθη που μ’ έχεις χαρισμένα) σ. 107. - Β΄ 171 Η καρδία του ποιητού (Είνε η καρδιά) σ. 138. - Γ΄ 2 Τα δένδρα (Όλα τα δένδρα) σ. 388. - Γ΄ 3 Η νεφέλη (Όταν βαρεθή η νεφέλη) σ. 389. - Γ΄ 9 Η εσπέρα (Κλίνει ο ήλιος) σ. 392. - Γ΄ 14 Η καταιγίς (Ήλθαν τα νέφη στου Βοριά) σ. 396. - Γ΄ 17 Το έρημον πτηνόν (Ήλθαν νέφη στα βουνά) σ. 399. - Γ΄ 18 Ο Μάρτιος (Ο Μάρτης βάλλει τ’ Απριλιού) σ. 400. - Δ΄ 31 Ο αποχωρισμός (Φουρτούνιασεν η θάλασσα) σ. 455. - Ε΄ 25 Η αγία Σοφία (Μέρα και νύχτα μελετά) σ. 509. - Ε΄ 46 Το όνειρον μου (Εψές είδα ’ς τον ύπνο μου) σ. 525. – Ζ΄ 52 Αι δύο λαμπάδες (Δύο άνισαι λαμπάδαις) σ. 691.

      Βικέλα Δημητρίου: Α΄ 232 Μη ξεχνάς (Μη ψυχρά με κυττάζεις) σ. 192. - Δ΄ 46 Η Λενούλα (Λενούλα, ιδές εφόρεσα) σ. 469. - Ε΄ 5 Απολογία (Μου είπαν: Μη στην ποίησι) σ. 492. - Ε΄ 22 Σ’ αγαπώ (Χθες όταν ’χωρισθήκαμε) σ. 507. - Ε΄ 34 Εις ξένην (Μη την σπιθόβολη ’ματιά) σ. 516. - Ε΄ 45 Μητρική τύφλωσις (Γιατί μαδιέσαι, πέρδικα) σ. 524. - Ζ΄ 12 Εις την Νεοελληνικήν (Πού την τραβάτε) σ. 672.

      Βλαστού Παλλασίου: Ε΄ 113 Άνοιξις (Μέσα σε άρμα ολόχρυσο) σ. 585.

      Βλάχου Αγγέλου: Α΄ 45 Τι θέλω (Δεν θέλω πλούτη και χρυσόν) σ. 35. - Α΄ 115 Το άστρον (Εις τους γαλανούς αιθέρας) σ. 94. - Β΄ 72 Ο τελευταίος Έλλην (Τι εγείνατο Αθήναι;) σ. 366. - Β΄ 73 Ο νεοσύλεκτος (Δος μου, μητέρα, μια ευχή) σ. 369. - Ε΄ 49 Η μουσική (Τι εσκόπει, των Αγγέλων) σ. 528.

      Βραχνού Αλέκου: Α΄ 72 Τριλογία (Το ρόδο ώμορφο λουλούδι) σ. 52.

      Βυζαντίου Αλεξάνδρου: Α΄ 97 Δάφνη, ρόδον, κυπάρισσος (Είμαι η δάφνη• εμέ) σ. 77. - Β΄ 44 Προς τον Κανάρην (Ως λείψανον εισέτι ζων) σ. 325. - Β΄ 71 Σωκράτης και Αριστοφάνης (Όταν πλανώμ’) σ. 360.

      Βυζαντίου Δημητρίου: Α΄ 133 Αφιέρωσις στίχων (Με ανεμώνην έστεψα) σ. 107.

      Γαβρίλη Ι.Α.: Γ΄ 25 Η Μπενίτσες (Μαγεύει, χωροπούλα μου) σ. 405. - Ε΄ 65 Εις κόρην ξενιτευθείσαν (Στην ξενιτειά) σ. 542.

      Γεωργοπούλου Γ.Μ.: Ε΄ 112 Θα ξανάρθη (Ναυτόπουλο, πανώρηο) σ. 584.

      Γούναρη Κ.: Η΄ 6 Ξανθό μεθύσι (Σαν είδα τα μαλλιά σου) σ. 706. - Η΄ 11 Πρόποσις (Στα γυμνασμένα παλληκάρια) σ. 711. - Η΄ 18 Θρησκεία και κρασί (Ευφραίνει, λέγει, το κρασί) σ. 717. - Η΄ 26 Στον Σωκράτη (Εγώ σ’ ανακηρύσσω) σ. 722.

      Γρυπάρη Ι.: Α΄ 268 Πόθος (Τα φιλιά σου είχαν τη λαύρα) σ. 218.

      Δαμβέργη Μ. Ιωάννου: Δ΄ 48 Ένα φιλί ’ς τη μάννα σου (Με κάθε φύσημα) σ. 472.

      Δίβαρη Ν.: Ε΄ 115 Εις μάτην (Μάτην το πνεύμα μού πλανάς) σ. 586.

      Δοσίου Αικατερίνης: Ε΄ 96 Το άσμα της Μεδώρας <Εκ του «Πειρατού» του Βύρωνος> (Μυστικόν γλυκύ) σ. 567.

      Δροσίνη Γεωργίου: Α΄ 9 Το δόλωμα (Μια κόρη με ξανθά μαλλιά) σ. 14. - Α΄ 21 Το δώρο της πρωτοχρονιάς (Τι θέλω, μ’ ερωτάς) σ. 21. - Α΄ 37 Τετράστιχον <Κατά τον Goethe> (Όταν γλυκολιγώνεσθε) σ. 29. - Α΄ 40 Μάτια μου μαύρα (Μέσ’ ’ς της ζωής μου) σ. 31. - Α΄ 41 Γιατί Μαρία (Όταν σου λέω κάποτε) σ. 31. - Α΄ 78 Ο Ψαράς και η βοσκοπούλα (Βοσκοπούλα) σ. 57. - Α΄ 79 Τα χλωμά της κάλλη (Έσκυψεν η κόρη κάτω) σ. 59. - Α΄ 225 Το άγαλμα (Την κεφαλή μόνον) σ. 187. - Β΄ 76 Δόξα εις παρά τα σύνορα πεσόντας (Ω πατρίδα μου καϋμένη) <Ωδή τονισθείσα υπό Γ. Λαμπίρη> σ. 372. - Γ΄ 35 Η μυγδαλιά (Τ’ άσπρο της φόρεμα) σ. 414. - Ε΄ 9 Λύπη και ελπίδα (’Σ το στρώμ’ απάνω) σ. 495. - Ε΄ 30 Ευτυχία (Την ευτυχία πάντα προσμένω) σ. 513. - Ε΄ 72 Εξομολόγησις (Σαν ήρθ’ η ώρα) σ. 548. - Ε΄ 106 Η κόρη της ανοίξεως (Γεννήθηκες την Άνοιξι) σ. 580. - Ι΄ 2 Δίστιχα της αγάπης [είκοσι δίστιχα] σ. 729.

      Ειμαρμένου Αιμιλίου [= Κουρτίδη Αριστοτέλη] Α΄ 262 Το άπειρον (Δεν ηδυνάμην, κόρη) σ. 215.

      Ευαγγελίδου Βιργινίας: Α΄ 228 Νυξ (Είναι νυξ και γαλήνη) σ. 189.

      [Ζαΐμη Γ.Ν.: Α΄ 285, XVII (Εις τον κόσμον μίαν μόνον) σ. 239.]

      Ζαλοκώστα Γεωργ.: Α΄ 4 Ρόδον και χορτάρι (Ένα λουλούδι) σ. 11 - Α΄ 14 Το φίλημα (Μια βοσκοπούλα αγάπησα) σ. 18. - Α΄ 112 Η αναχώρησίς της (Ξυπνώ και μου ’παν) σ. 92. - Α΄ 204 Ο ποιητής (Ύπνο δεν βρίσκει η συμφορά) σ. 169. - Β΄ 58 Ο Βότσαρης (Ο λέων όταν έξαφνα) [οκτώ στροφές] σ. 341. - Β΄ 64 Ο πρωτομάρτυς Ρήγας (Εορτήν) σ. 349. - Δ΄ 33 Ο βορειάς που τ’ αρνάκια παγόνει (Ήτον νύχτα) σ. 458. - Δ΄ 36 Η πέρδικα (Βόσκουνε η άλλες πέρδικες) σ. 462. - Ε΄ 3 Ο Λαοκόων (Ο Λαοκόων καταβάς) σ. 491. - Ε΄ 10 Αθανασία (Στο μνήμα μέσα τον νεκρό) σ. 495. - Ε΄ 18 Οι δισταγμοί της κόρης <Μετάφρασις> (Στενάζω, λύπη) σ. 504. - Ε΄ 77 Τα μνήματα <Εκ των του Φωσκόλου> (Τι χρησιμεύ’ εις τους νεκρούς) σ. 552. - ΣΤ΄ 12 Ο φιλάργυρος (Στο σπίτι είχε κλεισμένα) σ. 631. - ΣΤ΄ 29 Ο Μαγνητισμός (Θαύματα ακούω) σ. 656. - Ζ΄ 29 Επί του τάφου δύο αδελφών (Τέκν’ αδελφά) σ. 680. - Ζ΄ 51 Κούρκος και αετός (Εμονομάχησαν ποτέ) σ. 690. - Η΄ 22 Το μάταιον της ζωής (Είναι μοίρα θνητών) σ. 720. - Η΄ 23 Επικούρειον άσμα (Άφησε τον άδην πλέον) σ. 720.

      Ζαμπελίου Ιωάννου: Α΄ 113 Τελευταία πρωία (Γλυκοφέγγει και τ’ άστρο της αυγούλας) σ. 92. - Ε΄ 91 Πόθος (Ροδοδάκτυλος αυγή μου) σ. 563.

      Ζερμπίνη Γεωργ.: Α΄ 74 Σε μια Μικρούλα (Σιμά μου σαν επέρασες) σ. 53.

      Ζωιοπούλου Θρασ. [= Δάφνη Στέφανου]: Ε΄ 51 Ιτιάς κλωνάρια (Ήρθε η άνοιξι γλυκειά μου) σ. 532. - Ε΄ 79 Η αγάπη μου (Στον κόσμο αυτόν) σ. 554. - Ε΄ 103 Στη λύπη (Αχ, έλ’ αγάπη μου γλυκειά) σ. 578.

      Ηλιοπούλου Π.: Α΄ 247 Η αύρα (Εσπερία αύρα μου αθώα) σ. 204.

      Θαλείδου Κωνστ.: Α΄ 202 Θρήνος (Εις το ρεύμα της ζωής μου) σ. 166.

      Θεοφίλου Γ.: Α΄ 70 Ύπνος εις τον γενναιότατον αρχηγόν της Ακαρνανίας Δημήτριον Γρίβαν (Αετός ήσαι του Πίνδου) σ. 820.

      Θέρου Αγ.: Α΄ 269 Τα πρώτα (Τι ώμορφο το πρώτο χελιδόνι!) σ. 218.

      Ιατρού Π. Μαγδαληνής: Ζ΄ 63 –Κ– Αμέλεια (Είμαι άνθος) σ. 699.

      Ιωαννίδου Π.Ι.: Ε΄ 137 Συμβουλή (Ποτέ σου την αγάπη σου) σ. 607. – Ε΄ 146 Αργυπνία (Όταν ξυπνώ την νύχτα) σ. 614. – Ε΄ 150 Κρασί-φιλί (Σ’ ένα ποτήρι μοναχά) σ. 616.

      Καζάζη Νεοκλέους: Ε΄ 141 Λησμόνει (Δεν θέλω εις ανθρώπινα) σ. 609.

      Καλαμογδάρτη Γ. Ηλ.: Α΄ 182 Μη κοιμάσαι (Ω! μη κοιμάσαι) σ. 150.- Α΄ 255 Παραγγελία (Αναχωρείς, κι αυτού που πας) σ. 209.

      Κάλβου Ανδρέου: Β΄ 41 Εις τον ιερόν λόχον (Ας μη βρέξη ποτέ) [4 στροφές] σ. 322.

      Καμπούρογλου Γρ. Δημ.: Α΄ 239 Συμβιβασμός (Ένα κορίτσι κρινοπλασμένο) σ. 197. – Ε΄ 62 Το Ξημέρωμα (Ο ήλιος ανατέλλει) σ. 540. – Ε΄ 63 Το Βασίλευμα (Ο ήλιος βασιλεύει πέρα στο βουνό) σ. 541. – Ε΄ 67 Πώς δεν ζηλεύει (Δεν έμεινε στον κόσμο χελιδόνι) σ. 543. - Ε΄ 73 Ο Ψαράς (Ψαράδικη βαρκούλα) σ. 549. - Ε΄ 80 Ο σπλαχνικός διαβάτης (Ωμορφονιά) σ. 555. - ΣΤ΄ 17 Έρως και Γραμματική (Ο έρως αφ’ ου έφαγε) σ. 635.

      Καμπούρογλου Ιωάννου: Α΄ 36 Απουσία (Γυρίζω καθώς ’γύριζα) σ. 28. - Α΄ 59 Εις καλήν (Είναι γλυκά τα μάτια σου) σ. 45. - Α΄ 116 Η βαρκούλα (Βάρκα, βαρκούλα, πάρε με) σ. 94. - Α΄ 135 Πόνος (Αν αγρυπνήσας κλίνω) σ. 109. - Β΄ 73 Αι Αθήναι μου (Αθήναι μου, οπόσον ζω) σ. 368. - Β΄ 83 Εις τον Βασιλέα Γεώργιον Α΄ (Της Ελλάδος) σ. 380. - Γ΄ 29 Συγκομιδής χαρά (Χαράγματα, πρωί, αρχίζει) σ. 409. - Γ΄ 30 Το Γουρουνόπουλο (Γουρουνόπουλο γυρίζει) σ. 410. - Γ΄ 31 Άνοιξις (Άνοιξις, ω χάρις θεία!) σ. 411. - Γ΄ 32 Του ουρανού το χρώμα (Στα πιο ακάθαρτα νερά) σ. 411. - Γ΄ 33 Μέλισσα και Πεταλούδα (Η Μέλισσα το θέρος) σ. 412. - Γ΄ 34 Μηλιά και Ψευτιά (Μηλιά, το μήλο σου θα πάρω) σ. 413. - Δ΄ 21 Του Θεού το Μάτι (Τα πουλάκια κελαδούν) σ. 445. - Δ΄ 23 Κυριακή δέησις (Θεού Κυριακή!) σ. 446. - Δ΄ 49 Ο ίδιος δρόμος (Με την στάμναν εις τον ώμο) σ. 473. - Δ΄ 51 Μητέρα και Παιδί <Κατά τον Uhland> (Βλέπεις εκεί ψηλά) σ. 475.- Δ΄ 52 Παιδική φιλοσοφία (Δύο παιδάκια μαλωμένα) σ. 476. - Δ΄ 53 Το έρημο και ορφανό (Πηγαίνω δεν ρωτά κανείς) σ. 477. - Ε΄ 69 Άσμα πλανηθέντος (Είδες γυναίκα ν’ αγαπά) σ. 545. - Ζ΄ 57 Τα κόκκινα πέδιλα <Κατά τον Heine> (Μια γάτα, γάτα πονηρή) σ. 696.

      Καπετανάκη Ηλ.: Θ΄ 2 Εκ του «Γενικού» Γραμματέως (Με τ’ αφέντη) [4 στροφές] σ. 742.

      Καραβία Γ. Αχιλλέως: Α΄ 218 Προς τους αστρονόμους (Προς σας καλοί μου φίλοι) σ. 81. - Α΄ 252 Εις Εκείνην (Τα στήθη έχεις θρόνο σου) σ. 20. - Α΄ 257 Έλ’ άνοιξε (Έλ’ άνοιξε, αγάπη μου χρυσή!) σ. 211. - Β΄ 16 Το ξίφος του Άρεως (Εις πέτρα του θανάτου) σ. 278. - Β΄ 53 Αναγέννησις (Όταν ’πήδησεν έξω η Δόξα) σ. 335. - Β΄ 88 Εις τους εθνομάρτυρας Φιλιππίδην και Πασχίδην (Εις την δούλην Ελλάδα) <Τονισθέν υπό Κηρύκου> σ. 383. - Γ΄ 22 Το Καναρίνι (Το χαϊδεμένο το καναρίνι) σ. 403.- Γ΄ 41 Αηδόνι (Μέσα σε κλουβί κλεισμένο) σ. 418. - Δ΄ 16 Εις τον κινδυνεύοντα σταυρόν (Σκοτεινιάζει) σ. 438. - Δ΄ 47 Χειμών-Ορφάνια (Σ’ αυτό το κρύο που μας) σ. 470. - Δ΄ 60 Εις τον Θ. Γ. Ρετσίναν <Επί τη ενάρξει του έτους 1895> (Νέον έτος ανατέλλει) σ. 485. - Ε΄ 26 Για μια καρδιά (Δεν ήθελα ψαλίδι σου) σ. 512. - Ε΄ 28 Μαρασμός (Δροσερώτατο αέρι) σ. 513. - Ε΄ 52 Τον έρωτά μου μην υβρίζης (Σε συγχωρώ) σ. 532. - Ε΄ 89 Έκφρασις πόνου (Αχ, με ηρνήθη) σ. 561. - Ε΄ 94 Ο έρωτας κουμπάρος (Εις γάμον, όπου ήταν) σ. 565. - Ε΄ 99 Πλάνη (Μ’ εμάγευσε το θελκτικόν σου άσμα) σ. 569. - Ε΄ 123 Μ’ αρνήθη (Μη μ’ ερωτάς, γιατί θρηνώ) σ. 593. - ΣΤ΄ 7 Η κρίσις μου (Τα ’μάτια και τα μάγουλα) σ. 626. - ΣΤ΄ 30 Ο Ψεύστης (Έλα, μάτια μου και φως μου) σ. 657. - ΣΤ΄ 32 Εκλογή (Απόψε υπανδρεύεσαι) σ. 658. - ΣΤ΄ 37 Χολόσκασμα (Θα μου αρνηθής και τώρα) σ. 665. - Ζ΄ 64 Επιτάφιον (Εις τα έρημα και πλήρη) σ. 700. - Α΄ 73 Η Μακεδονία 1895 (Σταθήτ’ εδώ, βρε) σ. 823. - Α΄ 74 Η δόξα εις το Δραγατσάνι (Εις το Δραγατσάνι) σ. 825.

      Καρασούτσα Δ. Ιωάννου: Α΄ 142 Μεταβολή (Τι έγινε της πρώτης) σ. 114. - Α΄ 152 Η καλλονή (Ω καλλονή της φύσεως) σ. 123. - Δ΄ 15 Εις εν άστρον (Ω συ ’πού εις αιθέρος) σ. 437. - Ζ΄ 53 Θεός και θάνατος (Ο Θεός τον θάνατον) σ. 692.

      Καρύδου Σοφοκλέους: Β΄ 31 Ο εν Κρήτη πληγωμένος εθελοντής (Χρυσά πουλάκια) σ. 304. - Β΄ 32 Η πρόσφυξ Κρήσσα (Ένα παιδί μου μοναχά) σ. 306. – Β΄ 86 Εις τον εθνομάρτυρα Πασχίδην (Του γένους την ανάστασιν) <Τονισθέν υπό Μ. Μελισηνού> σ. 382.

      Καστριώτου Γεωργίου του Σκενδέρμπεη: Α΄ 32 Οι τρεις καπητάνοι (Ο Κώστας ο μικρότερος) σ. 787.

      Κατακουζηνού Αλεξάνδρου: Γ΄ 44 Ο λαγός (Νύκτα ο λαγός εβγήκε) σ. 420. - Δ΄ 19 Ύμνος εις τον Θεόν (Με μέλος εναρμόνιον) σ. 444. - Ζ΄ 55 Ο Σαδής (Ωραίος ήτο ο Σαδής) σ. 694.

      Κόκκου Ι. Δημητρίου: Α΄ 11 Πέτρα-Καρδία (Λένε πως πέτρ’ αντί καρδιάς) σ. 16. - Α΄ 25 Ύπνος-Θάνατος (Τόσαις φοραίς, μελαχρινή) σ. 23. - Α΄ 31 Κάθε φορά (Κάθε φορά στον ουρανό) σ. 26. - Α΄ 42 Πρωτοχρονιά (Σκέπτομαι, ξανασκέπτομαι) σ. 32. - Α΄ 48 Να ήμουν γέρος (Μια ’μέρα, που ευρέθηκα) σ. 39. - Α΄ 49 Η χήρα (Έτσι μια ’μέρα έγραψε) σ. 39. - Α΄ 64 Ο Μανάβης (Πάρτε σταφύλια ροζακιά) σ. 48. - Α΄ 65 Μαγδαληνή (Αν ήτο η Μαγδαληνή) σ. 48. - Α΄ 226 Η Επάνοδος (Το τρελλό το χελιδόνι) σ. 188. - Α΄ 240 Έρως-Δυναμίτης (Όταν τα δυο) σ. 198. - Α΄ 241 Πρωταπριλιά (Θα με ’βαρεθή) σ. 199. - ΣΤ΄ 19 Άνθρωπος-Θεός (Αν είν’ αλήθεια) σ. 638. - ΣΤ΄ 33 Είδα … ένα όνειρο (Ήμουνα ’ς ένα) σ. 659. - Ζ΄ 44 Εις αντιπολιτευόμενον (Αντιπολιτευόμενος) σ. 685. - Θ΄ 3 Εκ της «Λύρας του Γερω-Νικόλα» (Κρατώντας) [16 στίχοι] σ. 725. - Θ΄ 6 Εκ του «Μπάρμπα-Λινάρδου» (Κρυμμένη) [8 στίχοι] σ. 726.

      Κοκκίνη Γεωργίου: Β΄ 68 Επιτύμβιον (Χαθήτε βρώμικα σκυλιά) σ. 357.

      Κοκκινάκη Κωνστ.: Β΄ 11 Ο Τουρκομάχος Έλλην (Ω λυγηρόν) σ. 264. – [Β΄ 51 Ο Τουρκομάχος Έλλην (Φωνή του Άρεως)] σ. 333.

      Κοντοπούλου Ν.: Γ΄ 40 Τα άνθη (Άνθη ωραία, καμαρωμένα) σ. 417. - Δ΄ 29 Νανούρισμα (Μη κλαις παιδάκι μου χρυσό) σ. 452.

      Κορνάρου Βικεντίου: Α΄ 96 Η αληθινή αγάπη <Εκ του «Ερωτοκρίτου»> (Όσ’ αγαπούσι καρδιακά) [δώδεκα στίχοι] σ. 77.

      Κορομηλά Δημητρίου: Θ΄ 1 Εκ του «Αγαπητικού της Βοσκοπούλας» (Καρδιά μου, τι έχεις) [31 στίχοι] σ. 723.

      Κρητός ποιητού: Β΄ 3 Η Κρήτη (Αν έβλεπεν ο Σολωμός) σ. 252. – Β΄ 5 Το Ακρωτήρι της Κρήτης (’Περήφανο) σ. 254. - Β΄ 10 Η Κρήτη (Με ’σπαθί ξεγυμνωμένο) σ. 263. - Β΄ 15 Αποχαιρετισμός προς τους Κρήτας (Λυπούμαι) σ. 276. - Β΄ 18 Προσφώνησις προς την Α.Β.Υ. τον Πρίγκ. Γεώργιον (Χίλια καλώς μας ώρισες) σ. 280.

      Κρυστάλλη Κώστα: Α΄ 249 Το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο (Ένα παλάτι) σ. 205. - Γ΄ 43 Ο Τρύγος (Όταν ανθίζ’ η αγράμπελη) σ. 420. - Ε΄ 76 Η αγαπητική (Για ιδές μαλλιά κατεβατά) σ. 551. - Ι΄ 3 Τραγούδια δίστιχα (Εγώ για σένα τραγουδώ) [δώδεκα δίστιχα] σ. 731. - Α΄ 68 Τραγούδι κλέφτικο (Πότε θα ’ρθή μιαν άνοιξι) σ. 818. - Β΄ 6 Η ποδιά της Μαριώς (Πλένει η Μαριώ ’στον) σ. 835. - Β΄ 13 Ήθελα νάμουν τσέλιγγας (Ήθελα νάμουν) σ. 839. - Β΄ 34 Τραγούδι του αργαλειού (Η Ζερβοπούλα) σ. 848. - Β΄ 35 Η καπετάνισσα (Η Ρούσιω η καπετάνισσα) σ. 848.

      Κυπαρίσση Ν.: Ε΄ 17 Ο κουρασμένος διαβάτης (Και διαβαίνει) σ. 501.

      Κυπρίου Θεοδώρου: Α΄ 186 Έβγα (Έβγα τ’ αστέρια όλ’ όσα) σ. 163.

      Κωλέττου Ιωάννου: Ε΄ 44 Πατρίς και Έρως (Η ώρα ήλθεν, έχε υγείαν) σ. 524.

      Κωστοπούλου Θ. Λυμπερίου: Ε΄ 24 Την είδα (Την είδ’ από τα κύματα) σ. 509. - Ε΄ 57 Γέλα (Έσο τοιαύτη πάντοτε) σ. 537.

      Λαγκουϊδάρα Γ.: Α΄ 176 Ο αποχωρισμός (Ίσως κόρη το ύστερόν μου) σ. 143.

      Λάκωνος Δημήτρ.: Α΄ 90 Με ηρνήθη (Εις της λευκής αγκάλης της) σ. 71.

      Λάμπρου Π. Σπυρίδωνος: Α΄ 234 Θα πηγαίνω (Εκεί όπου ροδοδάφνη) σ. 194.

      Λαντς Ευγ.: Α΄ 58 Η αγάπη μου (Σαν το κύμα εις την άμμο) σ. 45. - Α΄ 76 Μη πταίω; (Τι μ’ ερωτάς, πως σ’ αγαπώ) σ. 55.

      Λασκαράτου Ανδρ.: Α΄ 201 Το καϊκάκι (Σ’ ένα μικρό καϊκάκι) σ. 166. - Ε΄ 75 Τα χαρίσματα του Διός (Ήτανε ο Ζευς) σ. 550. - ΣΤ΄ 24 Γιατί τα τάλλαρα τα λένε τάλλαρα (Όντις έπλασε) σ. 644.

      Λαφφόν Γουσταύου: Α΄ 75 Κρύψε τα (Το βραχιόλι σου κυττάζω) σ. 54.

      Λεοντιάδος Σαπφούς: Δ΄ 26 Το λίκνον (Εντός του λίκνου νεαρά) σ. 448.

      [Μάγκα: Α΄ 270 Στη γειτόνισσά μου (Ο φούρναρης σου έκαψε) σ. 219.]

      Μαζαράκη Αγανίκης: Ε΄ 114 Εις τα λουτρά της Υπάτης (Ω, συ πηγή) σ. 586. - Ε΄ 125 Η φεύγουσα ευτυχία (Είσαι ωραίον όνειρον) σ. 595.

      Μαλακάση Μ.: Ε΄ 33 Άσμα ασμάτων (Έλα και γύρε το τετράξανθο) σ. 515. - Ε΄ 121 Η προσευχή της αγάπης (Εσύ π’ απ’ άλλον) σ. 591.

      Μάνου Κ.: Ε΄ 6 Τα χαρτιά (Χαρτιά μελαγχρινή μου) σ. 493. - Ε΄ 21 Καθρέπταις (Σένα σ’ αρέσει, Φρόσω μου) σ. 507.

      Μανούσου Αντων.: Α΄ 16 Το πρώτο ερωτικό φίλημα (Ωχ! θα πεθάνω) σ. 19. - Α΄ 93 Υποψία (Γιατί γλυκό φεγγάρι μου) σ. 75. - Α΄ 209 Το φίλημα (Ξυπνούν τα πουλάκια) σ. 175. - Ε΄ 147 Θα το κηρύξω (Εσύ ’σαι πλάσμα ουράνιο) σ. 615.

      Μαράνου Ι.: Α΄ 261 Σ’ αγαπώ (Σιγά σιγά σου τραγουδώ) σ. 214.

      Μάργαρη Ι.Δ.: Α΄ 213 Θα σ’ το πω (Μελαχρινή, στα μάτια σου) σ. 177.

      Μαρκορά Γεράσ.: Α΄ 46 Θύμηση (Του κάκου μας χωρίζουνε) σ. 36. - Α΄ 123 Σεμνότη (Μη μου πης δεν σ’ ερωτάω) σ. 100. - Α΄ 237 Λατρεία (Πως είσαι πλάσμα ουρανικό) σ. 196. - Α΄ 243 Άδικη ζήλεια (Του προσώπου σου τα κάλλη) σ. 200. - Α΄ 278 Πρώτα και κατόπι (Πώς δυνήθηκα να ζήσω) σ. 225. - Ε΄ 15 Μελαχρινούλα μου (Είνε ωραίο το πρόσωπό σου) σ. 500. - Ε΄ 31 Μάνα (Μάνα! Δεν βρίσκεται) σ. 514. - ΣΤ΄ 11 Το ψέμμα (Γιατί το ψέμμα) σ. 628. - Ζ΄ 19 Ο Καυχησιάρης (Και μέσ’ το ξυλοκρέββατο) σ. 677. - Ζ΄ 21 Ο φαντασμένος ποιητής (Της Ιπποκρήνης) σ. 677.

      Μαρτζώκη Ανδρέου: Ε΄ 90 Δέσπω και Φώτος (Ήλθ’ ο χειμώνας) σ. 562. - Δ΄ 50 Η πρώτη του ζημία (Και πριν ακόμη) σ. 474.

      Μαρτζώκη Στέφανου: Α΄ 148 Είναι στιγμαίς (Είνε στιγμαίς) σ. 120. - Α΄ 170 Η αγάπη μου (Ίσως μια μέρα κόρη μου) σ. 138. - Α΄ 214 Σονέττο (Τρέχω κ’ εγώ) σ. 178. - Α΄ 271 Πολλαίς φοραίς (Πολλαίς φοραίς) σ. 219. - Ε΄ 59 Μίσος (Στην αγκαλιά μου γέρνοντας) σ. 538. - Ζ΄ 27 Εις στίχους (Ευγάτε, στίχοι, ελεύθεροι) σ. 679.

      Μαρτινέλη Γ.: Α΄ 125 Η πρώτη αγάπη (Μικρός μικρή σ’ αγάπησα) σ. 101. - Α΄ 149 Το μυστικό (Μη μ’ ερωτάς τι αισθάνομαι) σ. 121.

      Ματαράγκα Παναγ.: Α΄ 24 Με ηπάτας (Και όταν εις τα χείλη μου) σ. 22. - Α΄ 43 Εις την ζωήν (Ζωή; τι είνε ζωή) σ. 32. - Ε΄ 109 Εις φύλλον (Πού πτωχόν υπάγεις φύλλον) σ. 582. - Ε΄ 124 Εις το έαρ (Το έαρ έπνευσε κι’ η φύσις) σ. 593.

      Μάτεσι Αντ.: Α΄ 250 Τραγούδια του Heine Ι (Πες το μου, κόρη) σ. 206. - ΙΙ (’Σαν την αφρογεννημένη) σ. 206. - Ε΄ 134 Απομάκρυνσις (Ως πότε, αγάπη μου γλυκειά) σ. 604.

      Μελισσιώτου Παναγιώτου: Θ΄ 5 Επιτάφιον του Μπαρούφα (Ο Μπαρούφας) σ. 658.

      Μενεΐκου Σ. Στανισλάου: Α΄ 264 Στην Πρωτομαγιά (Σβύνουν τ’ αστέρια) σ. 216.

      Μπέτσου Μαριέττας: Α΄ 185 Εις Κόρην (Μη νου ζητάς χαρούμενο) σ. 153. - Α΄ 220 Ο Δάσκαλος (Γνωρίζω ένα δάσκαλο) σ. 182. - Ε΄ 93 Ο άγνωστος (Τον άγνωστον εζήτησα) σ. 564.

      Μωραϊτίδου Αλεξάνδρου: Α΄ 82 Εις την θανούσαν κόρην (Υπό αιώνιον) σ. 62. - Α΄ 163 Εις τα όνειρά μου (’Σαν τα πουλιά) σ. 132.

      Νερουλού Ρίζου Ιακώβου: Β΄ 43 Ωδή εις τους Έλληνας (Άγριος τίγρις) σ.324. - Ζ΄ 14 Εις ιατρόν (Αυτός ’που το ανθρώπινον) σ. 673.

      Νικολάρα Δ. Ανδρέου: Α΄ 231 Το τραγούδι του ναύτου (Είνε νύκτα) σ. 192. - Γ΄ 11 Δάφνη και τριανταφυλλιά (Καμαρωτή) σ. 393. - Δ΄ 34 Το θνήσκον τυφλόν παιδίον (Το παν καθεύδει) σ. 460. - Ε΄ 19 Ξύπνα <Ασμάτιον τονισθέν υπό του μουσικοδιδασκάλου Σ. Δακαλαμίτα> (Κοιμάται η πλάση) σ. 505. - ΣΤ΄ 35 Τραγούδι αποκρηάτικο (Βάλ’ το ντόμινο Ελενιό) σ. 663. - Ζ΄ 45 Επίγραμμα (Ανδρούτσος! γιος της αστραπής) σ. 685. – [Β΄ 33 Πούλια και Αυγερινός (Τ’ αστέρια τρεμοσβύνουνε) σ. 847]. - Β΄ 36 Πλάνατος και λεμονιά (Ανθομαλλούσα) σ. 849.

      Νικολάρα Δ.Ι.: Β΄ 33 Ύμνος της Σπάρτης <Εκ του δράματος «Πατρίς», βραβευθέντος κατά τον Ρετσίνειον δραματικόν αγώνα> (Υπερόπτης και γαύρος) σ. 309.

      Νυκτοβίου: Α΄ 267 Πού ναύρω (Πού ναύρω) σ. 217.

      Ξένου Γ.Κ.: Ε΄ 68 Κενώσωμεν την κύλικα (Είν’ η ζωή συμπόσιον) σ. 544.

      Οικονομίδου Α. Φωτεινής: Α΄ 34 Εις την ημέραν των γενεθλίων μου (Αν εορτάζωσι) σ. 27. - Ε΄ 55 Σφάλλω (Αν η ποίησις με θέλγη) σ. 535.

      Οικονομοπούλου Ι. Ηλία: E΄ 53 Πεθαμένοι <Από τας «Τρελλάς Εμπνεύσεις»> (Γυρίζω μέσ’ τους τάφους) σ. 533. - Ε΄ 64 Στίχοι παράξενοι <Από τα «Μαρτύρια»> (Του αγνώστου Πόλου) σ. 541. - Ε΄ 92 Από σπήτι σε σπήτι <Από τα «Μαρτύρια»> (Εδιακόνευε) σ. 564.- Ε΄ 101 Σιγή <Από τα «Μαρτύρια»> (Σιγή, θεά αόρατος) σ. 570. - Ε΄ 110 Στον ουρανό <Από τας «Τρελλάς Εμπνεύσεις»> (Στο ζαφειρένιο θόλο) σ. 583.

      Ορφανίδου Θεοδώρου: Β΄ 78 Ο αποχαιρετισμός του νεοσυλλέκτου (Χαίρετε) σ. 374. – ΣΤ ΄22 Φιλική παράκλησις (Λάβετε δύο φιάλας) σ. 640. - ΣΤ΄ 23 Ο Καρα-Σεβδαλής (Ποιος είδε νέον σεβδαλή) σ. 640.

      Παλαμά Κωστή: Α΄ 245 Η ευτυχία (Καθόμαστε σαν πάντα οι δύο) σ. 202. - Γ΄ 36 Η Εληά (Είμαι του ήλιου θυγατέρα) σ. 414. - Δ΄ 35 Το αποθανόν παιδίον [Από τον «Τάφο», τρεις στροφές] (Ήμερα και πρόσχαρα) σ. 461. - Ε΄ 87 Κάτου στην άμμο (Κάτου ’ς την άμμο) σ. 560.

      Πανά Φωκ.: Α΄ 280 Τη… (Είνε φρικτός της θάλασσας) σ. 226. - Α΄ 282 Τ’ είν’ η αγάπη! (Γιατί χρυσό αηδόνι μου) σ. 227. - Α΄ 284 Πρωτοχρονιάτικο δώρο (Προτού τα ζαχαρόπλαστα) σ. 284. - Ε΄ 8 Ρεμβασμός (Θεέ, εις τι μυστήριον) σ. 494.

      Παπαδήμα Γ.: Α΄ 61 Μαύρα (Μαύρος ο τάφος) σ. 46. - Α΄ 67 Του κάκου (Του κάκου να τον ξαναϊδής) σ. 49. - Α΄ 107 Μορφιά και χάρι (Είπ’ η Μορφιά) σ. 88. - Α΄ 158 Στα μάτια της (Γλυκά μου μαύρα μάτια) σ. 128. - Α΄ 173 Αγάπα (Αγάπα μαυρομάτα μου) σ. 141. - Α΄ 179 Ακόμα (Ακόμα τη θυμάμαι) σ. 147. - Α΄ 188 Σε κάτι μάτια (Λαμπρόφωτα αστέρια) σ. 157.

      Παπαδιαμάντη Αλ.: Α΄ 164 Δίστιχον (Αγάπαις ταξειδιάραις) σ. 132. - Δ΄ 24 Δέησις <Εκ των Ψαλμών του Δαυΐδ> (Προς σε τας χείρας μου) σ. 446. - Ε΄ 56 Μια ψυχή (Ο άγγελος, ως λέγουν) σ. 536.

      Παπαδιαμαντοπούλου Ιωάννου: Ε΄ 61 Προ της εστίας (Χειμώνος μεσονύκτιον) σ. 540.

      Παπαντωνίου Λ.Ζ.: Α΄ 71 Ο Νειόγαμπρος (Αλλάξατε τα στέφανα) σ. 52. - Β΄ 77 Ο Σμολένσκης (Από τα δάση των δαφνών) σ. 373. - Ε΄ 122 Στο κλειστό παράθυρό της (Ω συ παράθυρό της) σ. 592.

      Παπαρρηγοπούλου Δημ.: Α΄ 87 Η Δέσπω (Η Δέσπω πλέον άσματα) σ. 68. - Α΄ 141 Ασμάτιον (Τι θέλεις άσμα μου γλυκύ) σ. 114. - Α΄ 216 Το απόρρητον (Την είδον μόλις) σ. 179. - Β΄ 27 Το Αρκάδι (Οπόσον έχεις μέγεθος) σ. 299. - Ε΄ 60 Εις Κόρην (Ολίγους στίχους με ζητείς) σ. 539. - Ζ΄ 35 Ο Έρως (Είναι ο έρως) σ. 682.

      Παπασπύρου Μήτσου: Α΄ 197 Απονιά (Η μαύρη μου καρδιά) σ. 164. – Α΄ 198 Παράπονο (Δροσιά γιομάτη) σ. 164. - Α΄ 219 Στην δενδροστοιχία (Εκεί που γλυκοτραγουδούν) σ. 181. - Α΄ 254 Σ’ εκείνη (Δεν ’ζήλεψα την ωμορφιά) σ. 209. - Ε΄ 130 Στην καρδιά της (Κι όποιον πρωτοειδούνε) σ. 599.

      Παππαδοπούλου Αρσινόης: Γ΄ 21 Ο εργάτης (Ευλογημέν’ η ταπεινή) σ. 402.

      Παππαδοπούλου Κωστή: Ε΄ 98 Μερόνυχτο (Στην αγκαλιά της χαραυγής) σ. 568. - Ε΄ 100 Ξερό δενδρί (Πέφτουν τα φύλλα) σ. 570. - Ε΄ 116 Η κόρη και ο βοσκός (Εκεί ’ς την ακροποταμιά) σ. 587. - Ε΄ 120 Τριανταφυλλιά-Κυπαρίσσι (Απάνου στην χρυσή) σ. 591. - Ε΄ 144 Μόσχος και Μυρτιά <Βουκολικόν ειδύλλιον> (Ο Μόσχος κ’ η ξανθή) σ. 612. - Ε΄ 148 Λησμονώ (Δεν θέλω τον πικρό μου) σ. 615.

      Παρασκευά Βλαδίμηρου: Ζ΄ 56 Της μέλισσας το πάθημα (Κήρυξ’ ένας μάγειρος) σ. 695.

      Παράσχου Αχιλλέως: Α΄ 12 Προ της Παναγίας (Στην έρημή σου έρχομαι) σ. 16. - Α΄ 28 Πατρίς και Έρως (Ω Πατρίς μου) σ. 25. - Α΄ 80 Εις φίλον (Σε στέλλω της μεγάλης σου) <Αποστέλλων αυτώ εικόνα Σαπφούς> σ. 60. - Α΄ 95 Ασμάτιον (Και όταν ήνοιγες θερμά) σ. 76. - Α΄ 118 Νικαία και Άγις (Είχεν εκπνεύσει) σ. 96. - Α΄ 136 Τη φίλη Κ…(Και πάλιν κείμαι) σ. 110. - Α΄ 143 Εις ποταμόν (Ποτάμι ταξειδιάρικο) σ. 115. - Α΄ 200 Απελπισία <Κατά το Φιλλανδικόν> (Τον ξανθοκόμην ήλιον) σ. 165. - Β΄ 29 Γαβριήλ Ηγούμενος (Και ήδη, ήδη εμβαίνον) σ. 303. - Β΄ 30 Επίγραμμα επί Αλεξ. Πραΐδην (Άταφος) σ. 303. - Β΄ 35 Το ορφανό της Κρήτης (Ένα παιδάκι) σ. 311. - Β΄ 57 Ο Κανάρης (Καράβι επαράδερνε) [δύο στροφές] σ. 340. - Γ΄ 12 Μεσάνυκτα (Στην ερημιά) σ. 394. - Γ΄ 13 Εις την θάλασσα (Δυστυχισμένη θάλασσα) σ. 395. - Γ΄ 39 Δάφνη (Μη με ζηλεύετε) σ. 416. - Δ΄ 2 Όλα προσεύχονται (Όλα προσεύχονται) σ. 426. – Δ΄ 3 Η Παναγία (Η Παναγία) σ. 427. - Δ΄ 7 Εις τον Θεόν (Θεό, σοφία, δύναμι) σ. 431. - Δ΄ 14 Προ της εικόνος του Αγ. Παντελεήμονος (Άγιε) σ. 436. - Δ΄ 18 Ο Χριστός και το παιδάκι (Με καλαθάκι) σ. 442. - Δ΄ 40 Το ορφανό (Εις τον προθάλαμόν σας) σ. 464. - Δ΄ 41 Ελεημοσύνη (Εσείς, όπου σκορπίζετε) σ. 466. - Δ΄ 43 Το χέρι (Μαμά, η Φρόσω) σ. 467. – Δ΄ 44 Η μικρά και το κανάρι (’Δέτε την κόρη) σ. 468. - Δ΄ 56 Εις λεύκωμα (Το όνομά των γράφουσιν) σ. 481. - Ε΄ 13 Μύρτω και Δάφνη (Η Μύρτω έχει της αυγής) σ. 498. - Ε΄ 84 Ασμάτιον (Κλεισθήτε, μάτια μου) σ. 558. - Ζ΄ 23 Εις Νικόλαον Έσλεν, πεσόντα εν Κρήτη (Η Θέμις ήτο μήτηρ του) σ. 678. - Ζ΄ 49 Αρνάκι και λύκος (Μια φορά κ’ ένα καιρό) σ. 688. – Η΄ 13 Το κρασί (Των τεθλιμμένων ο Θεός) σ. 713.

      Παράσχου Γεωργίου: Α΄ 27 Τετράστιχον Σουλτάνου <Κατά το Περσικόν> (Με υπεσχέθης φίλημα) σ. 24. - Α΄ 83 Μυόσωτον (Αγάπην εγεννήθην) σ. 63. - Α΄ 191 Ο έρως σου <Κατά τον V. Hugo> (Εις ανθισμένον ας λαλή) σ. 158. - Α΄ 276 Ελπίς (Έλα, φίλη της ψυχής μου) σ. 222. - Β΄ 25 Ύμνος εις τον Βασιλέα Γεώργιον τον Α΄ (Με το έαρ) σ. 298. - Β΄ 61 Εωθινόν (Ξυπνάτε με την σάλπιγγα) σ. 344. - Γ΄ 38 Ιτέα (Προσφιλής ιτέα) σ. 416.

      Περδικίδου Κ. Αλ.: Α΄ 273 Κανένα (Μια βραδυά ερώτησα) σ. 220. - Ε΄ 78 Στην καστανή μου (Ερώτησε τον άρρωστο) σ. 554. - Ζ΄ 37 Επιτύμβιον εις τον σκύλον μου (Ενθάδε κείται) σ. 683. - Ζ΄ 38 Εις στρατιωτικόν ιατρόν (Ορθά σκέπτεσαι) σ. 683. - Ζ΄ 39 Εις επιγραμματοποιόν (Αφού την γνώμην μου) σ. 683. - Ζ΄ 42 Εις το λεύκωμα του Αδάμ (Δεν εζήλεψα) σ. 684. - Ζ΄ 43 Το επιτύμβιόν μου (Ενθάδε κείμαι) σ. 684.

      Πεταλά Γ. Χριστοδούλου: Ε΄ 133 Ιδανικός Έρως (Στιγμάς ολίγας καθ’ οδόν) σ. 601.

      Πετρουνάκου Π. Ιωάννου: Α΄ 265 Ο Σακάτης (Σε παραθύρι φτωχικό) σ. 216.

      Πίπιζα Μαρίκας: Α΄ 256 Έλα! (Έλα πριν μας χωρίσουνε) σ. 211. - Α΄ 260 Ψεύτρα καρδιά (Όσαις φοραίς σαν) σ. 214. - Α΄ 263 Σύννεφα-Πόθοι (Σαν σύννεφα που βγαίνουν) σ. 215. - Β΄ 80 Στην Κρήτη (Λευτεριά και δόξα) σ. 378. - Β΄ 84 Κτύπα! (Κτύπα Ευρώπη!) <Εγράφη μετά τον βομβαρδισμόν της Κρήτης υπό των Ευρωπαίων> σ. 380. - Β΄ 85 Επί τη καθόδω του Πρίγκηπος (Στάσου κύμα) σ. 381.

      Πιτσιπιού Ιακώβου: Α΄ 81 Θρήνος (Ω αργυρά πανσέληνος) σ. 61.

      Πλεύρη Γεωργίου: Α΄ 69 Προς την ελευθερίαν της Κρήτης (Λευθεριά ατίμητη) σ. 819. - Α΄ 71 Η ελευθερία της Κρήτης 1898 (Η ’λευθεριά) σ. 821.

      Πολέμη Ιωάννου: Α΄ 233 Γιατί αργυπνώ (Δύο γλυκά ματάκια) σ. 193. - Α΄ 244 Στην ερημία μου (Συχνά με βλέπει) σ. 201. - Α΄ 283 Ο όρκος μου (Ωρκίσθηκα κ’ εσήκωσα) σ. 228. - Β΄ 82 Κρητικός ύμνος (Μες το αίμα βουτημένη) <Τονισθείς υπό Διον. Λαυράγκα> σ. 379.

      Πρασά Ι.Κ.: Α΄ 248 Άφιξις και αναχώρησις (Ήρχετο, και εις την) σ. 205. - Α΄ 274 Αποχαιρετισμός <Κατά το Γαλλικόν του Αλφρέδου Μυσσέ> (Υγίαινε! Βλέπω καλώς) σ. 220.

      Προβελεγγίου Αριστομένους: Β΄ 88 Η Κρήτη αυτόνομος (Ωραία είν’ η ’λευθεριά) σ. 314. - Γ΄ 24 Εις το δάσος (Απ’ τα δένδρα πέφτουνε) σ. 405. - Ε΄ 12 Ρεμβασμός (Καμμιά φορά στη μοναξιά) σ. 497. - Ε΄ 54 Νοσταλγία (Ω τάφε, εις τα στήθη σου) σ. 534. - Ε΄ 20 Η προδομένη (Μέσ’ της ζωής μου) σ. 506. - Ε΄ 38 Φως και σκότος (Η δύσι καίεται) σ. 519.

      Ραγκαβή Ρ. Αλ.: Α΄ 57 Η μοίρα <Κατά το Γαλλικόν> (Διατί κλωστήν μαύρην η μοίρα) σ. 45. - Α΄ 68 Αποχαιρετισμός (Τους στεναγμούς του στήθους) σ. 49. - Α΄ 77 Η άστατος κόρη (Σε, Σε όπου πηγαίνω) σ. 56. - Α΄ 165 Παράπονον (Βαρειά καρδιά, πικρή καρδιά) σ. 132. – [Α΄ 285, Χ (Μόνος, πλην δεν είμαι μόνος) σ. 235.] - Β΄ 19 Ο ιππεύς (’Στην μέση το σπαθί μου) σ. 290. - Β΄ 20 Ο κλέφτης (Μαύρη είν’ η νύκτα στα βουνά) σ. 291. - Β΄ 42 Εις Δημήτριον Σούτσον μετά του Ιερού Λόχου (Ήσουν εκεί, ω βλάστημα) σ. 323. - Γ΄ 8 Η πρωία (Και πάλιν χρωματίζεται) σ. 392.- Γ΄ 10 Η εσπέρα (Ο ήλιος εκρύβη) σ. 393. - Δ΄ 8 Θεού παρουσία (Θεός υπάρχει εις ουρανούς) σ. 432. - Δ΄ 55 Εις λεύκωμα νέας φίλης (Εις του κόσμου) σ. 479. - Δ΄ 57 Εις λεύκωμα <Κατά τον Βύρωνα> (Καθώς συχνά ονόματα) σ. 481. - Δ΄ 58 Επί φύλλου λευκώματος (Λάμπουσ’ οι κόσμοι) σ. 482. - Δ΄ 59 Έτερον (Εν μέσω τόσων σοι γνωστών) σ. 482. - Ε΄ 81 Η χαρά <Κατά τον Γκαίτε> (Ζητώ την χαράν) σ. 555. - Ζ΄ 32 Επί εικόνος της Κ… (Τις είναι ηξεύρεις) σ. 681. - Ζ΄ 33 Εις φωτογραφίαν μου (Εικών μου είναι αύτη) σ. 681. - Ζ΄ 34 Άλλο (Είν’ η εικών ομοία μου) σ. 682. - Ζ΄ 36 Εις εικόνα της Κ… (Ναι, αντιγράφει) σ. 682. - Ζ΄ 46 Ο Ζίζικας (Καλοκαίρι κι’ άνοιξι) σ. 685. - Ζ΄ 61 Αίνιγμα (Τις γίγας γεννάται) σ. 699. - Ζ΄ 62 Συλλαβογράφος (Το πρώτον μου είναι νησί) σ. 699.

      Ραγκαβή Ρ. Ιακώβου: Α΄ 105 Ο Ξενιτευμένος (Πού είν’ εκείνος ο καιρός) σ. 86.

      Ραγκαβή Αλ. Κλέωνος: Α΄ 84 Το χρυσούν μυστικόν (Γνωρίζει πού φερόμεθα) σ. 63.

      Ραυτοπούλου Γ.Π.: Α΄ 56 Απ’ τ’ ακρογιάλι (Μέσ’ απ’ του Κόρφου) σ. 44. - Ε΄ 132 Τι αγαπώ (Αγαπώ την μαύρην νύκτα) σ. 601. - Ε΄ 135 Πεταλούδα (Σαν σε βλέπω) σ. 606. - Ε΄ 140 Τι περιμένει (Σαν ήλιος στεφάνι) σ. 609.

      Ρώμα Κανδιανού: Α΄ 94 Σ’ αγαπώ (Σ’ αγαπώ δι’ αυτάς) σ. 76.

      Σαϊκτσή Θ.Γ.: Α΄ 69 Τα μάτια της (Στον ουρανό μαγευτικά) σ. 51. - Α΄ 70 Πέτρινες καρδιές (Κ’ οι πέτρες όταν τρίβωνται) σ. 51. - Α΄ 272 Ζήλεια (Και τι για την αγάπη της) σ. 220. - Ε΄ 85 Η μάγισσα (Κάτι τα στήθη μου βαραίνει) σ. 559. - Ε΄ 105 Τ’ αηδόνια (Ψάλλουν τα βράδυ δυο αηδόνια) σ. 579. - Ε΄ 117 Σονέττο (Εσύ δεν φταις σε τίποτε) σ. 588. - Ε΄ 127 Κροκόδειλος (Και ο φοβερός κροκόδειλος) σ. 597. - Ε΄ 149 Λήθη (Πώς ήθελα στα καταχθόνια) σ. 616.

      Σακελλαροπούλου Δ.Κ.: Ε΄ 104 Προς την σελήνη εν εκλείψει (Εάν νεφέλη) σ. 578. - Ε΄ 119 Ασμάτιον (Αηδόνι αγαπημένο μου) σ. 590. - Ε΄ 126 Ρεμβασμός (Οι κάμποι όλοι) σ. 596. - Ε΄ 131 Μια μέρα (Μια μέρα μέσα) σ. 600.

      Σαλτέλη Νικολ.: Δ΄ 37 Εις τριετές κοράσιον (Η υπόξανθός σου κόμη) σ. 463.

      Σαμαρτσίδου Χ.: Α΄ 92 Μη με λησμόνει (Οπόταν μόνος έρημος) σ. 74.

      [Σατανά = Κ.Φ. Σκόκου: Ζ΄ 24 Εις Εύμορφον Νοσοκόμον (Στους πληγωμένους τι ζητάς) σ. 678. - Ζ΄ 40 Ο Φίλος (Να σου γυρεύει δανεικά) σ. 683. - Ζ΄ 41 Εις Οιηματίαν (Δια τον εαυτόν σου) σ. 484.]

      Σημηριώτου Αγγέλου: Ε΄ 58 Το κάστρο (Μια μέρα στο περήφανο) σ. 74.

      Σκόκου Φ.Κ.: Ε΄ 42 Απολογία (Είσαι παιδίον) σ. 552. [Βλ. και Σατανάς]

      Σκυλίτση Ισ.: Α΄ 124 Υπόσχεσις (Πρωί βράδυ σ’ ενθυμούμαι) σ. 101. - Α΄ 128 Ανησυχία (Πού να ήνε; Τι να κάμνη;) σ. 104.

      Σκυλίτση Ι. Ιωάν.: Α΄ 222 Πατινάδα (Υγρόν από τα δάκρυα) σ. 184.

      Σολωμού Διονυσίου: Α΄ 2 Η έρημη βοσκοπούλα [= Ο θάνατος του βοσκού] (Να, μια βοσκοπούλα) σ. 10. - Α΄ 6 Η αγνώριστη (Ποια είναι τούτη) σ. 12. - Α΄ 129 Ανάμνησις (Τώρα ας παύση της κιθάρας) σ. 98. - Α΄ 126 Η Ευρυκόμη (Θάλασσα, πότε θέλ’ ιδώ) σ. 102. - Α΄ 127 Η Ανθούλα (Αγάπησε με, Ανθούλα μου) σ. 103. - Α΄ 159 Συμβουλή (Στοχάσου κοπέλλα) [ψευδοσολωμικό] σ. 129. - Α΄ 168 Η φαρμακωμένη (Τα τραγούδια μου τα ’λεγες) σ. 135. - Α΄ 246 Δεν μ’ αγαπάς (Όσα λούλουδα είν’ το Μάι) σ. 204. - Β΄ 2 Η καταστρφοφή των Ψαρών (’Σ των Ψαρών την) σ. 251. - Β΄ 14 Ύμνος εις την Ελευθερίαν (Σε γνωρίζω από την) [πενήντα οκτώ στροφές] σ. 268. – Β΄ 17 Η μάχη της Τριπολιτσάς [Από τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν, είκοσι μία στροφές] σ. 278. - Β΄ 24 Εις την ΚΕ΄ Μαρτίου (Σαν την σπίθα κρυμμένη) [ψευδοσολωμικό] σ. 295. - Β΄ 57 Εις τον θάνατο του Λορδ Μπάιρον (’Λευθεριά, για λίγο πάψε) [δώδεκα στροφές] σ. 338. - Γ΄ 19 Η φύσις εν ώρα ανοίξεως [= Από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους, 13 στίχοι] (Ο Απρίλης με τον) σ. 401. - Δ΄ 9 Η ημέρα της Λαμπρής (Χριστός Ανέστη) [η δεύτερη και η τρίτη οχτάβα] σ. 432. - Δ΄ 10 Εις Μοναχήν (Από τον θρόνο τ’ Άπλαστου) σ. 433. - Δ΄ 12 Η ψυχούλα (Ωσάν γλυκόπνοο) σ. 435. - Δ΄ 30 Τα δύο αδέλφια [Από τον Λάμπρο, τριάντα στροφές] (Η Αυγούλα πού να ’ναι) σ. 453. - Ε΄ 83 Το όνειρον (Άκου έν’ όνειρο) [οκτώ στροφές] σ. 557. - Ζ΄ 1 Το κοιμητήρι (Μάνα μου, σκιάζομαι πολύ) σ. 669. - Ζ΄ 2 Γαλήνη (Δεν ακούεται ούτ’ ένα κύμα) σ. 669. - Ζ΄ 3 Εις κόρην (Μικρός προφήτης έρριψε) σ. 670. - Ζ΄ 4 Εις ψεύστην (Η Μούσ’ αλαφροπάτησε) σ. 670. - Ζ΄ 5 Το ψίχαλο (Σε βλέπω πάντα ’που κυλάς) σ. 670. - Ζ΄ 6 Αμουσία (Έχεις τη Μούσα αν τη δεχθής) σ. 671. - Ζ΄ 7 Προς τους Επτανησίους (Δυστυχισμένε μου λαέ) σ. 671. - Ζ΄ 8 Σχέσις πολύπλοκη (Αργά πάει πέρα) σ. 671.

      Σουρή Γεωργίου: Α΄ 10 Ο Έρωτας (Από τα μάτια λένε καμπόσοι) σ. 15.- Α΄ 44 Εις βραβευθείσαν καλλονήν <Εις την καλλονήν του Σπα / που στη ράχη μου ξεσπά> (Ω βραβευμένη καλλονή) σ. 33. - Α΄ 50 Ο κόσμος (Το κάθε δώρον) σ. 39. - Α΄ 121 Η καλλονή (Η καλλονή αείποτε) σ. 98. - Α΄ 236 Σε μια γειτόνισσα (Καλή γειτόνισσα) σ. 195. - Α΄ 242 Το φίλημα (Στον ύμνο μου, Αργίτισσα) σ. 199. - Γ΄ 16 Χειμώνας (Καλώς τα πρωτοβρόχια) σ. 398. - Ε΄ 70 Η νεότης (Η νεότης είμ’ εγώ) σ. 546. - ΣΤ΄ 2 Πρωτοχρονιά (Καινούργιος χρόνος!) σ. 620. - ΣΤ΄ 4 Ο Ρωμηός (’Στον καφενέ απ’ έξω) σ. 622. - ΣΤ΄ 5 Ο Ρωμηός στον Παράδεισο (Θεούλη μου) σ. 623. - ΣΤ΄ 9 Στους στύλους (Βαρειά εξαπλωμένοι) σ. 627. - ΣΤ΄ 10 Τεμπελιά (Δεν έχω κέφι για δουλειά) σ. 628. - ΣΤ΄ 13 Φιλοσοφία (Να ζη κανείς ή να μη ζη) σ. 631. - ΣΤ΄ 18 Αποκρηαίς (Κ’ εγώ τραγούδια νέα) σ. 636. – ΣΤ΄ 21 Εις την πατρίδα (Ελλάς πατρίς μου) σ. 639. - ΣΤ΄ 23 Θεάματα του δρόμου (Κάθομαι στο παράθυρο) σ. 643. - Η΄ 5 Ο Μεθύστακας (Τα μάτια σας ανοίξετε) σ. 705. - Η΄ 19 Μεθύσι (Παιδί μου, έλα) σ. 717.

      Σούτσου Αλεξάνδρου: Β΄ 13 Ο Γέρος Καπετάνιος (Ξαπλωμένος ταις προάλλαις) σ. 267. - Β΄ 22 Πολεμιστήριον (Στην παλάμην και πάλιν) σ. 294. - ΣΤ΄ 1 Σάτυρα (Την μάστιγα της σάτυρας) σ. 619. - ΣΤ΄ 3 Ο αναθεματιζόμενος ποιητής (Τι θέλει το παιδί αυτό) σ. 621. - ΣΤ΄ 6 Η καλή πολιτική (Τώρα μικροί πολιτικοί) σ. 625. - ΣΤ΄ 14 Οι πολιτικοί (Εδώ βαθείς πολιτικοί) σ. 633.

      Σούτσου Παναγιώτου: Α΄ 18 Ερωτική απελπισία (Στα σκοτεινά) σ. 20. - Α΄ 91 Ύμνος εις τον έρωτα (Θεέ μου Ιλαρότατε) σ. 72. - Α΄ 92 Εις το παραθαλλάσιον <Εκ του «Οδοιπόρου»> (Αυτό βλέπεις το ποτάμι) [16 στίχοι] σ. 73. - Α΄ 109 Δέησις της Ραλλούς <Εκ του «Οδοιπόρου»> (Τους στεναγμούς μου άκουσε) [24 στίχοι] σ. 89. - Α΄ 110 Προτροπή <Εκ του «Οδοιπόρου»> (Το βράδυ, όταν στο βουνό) [12 στίχοι] σ. 90. - Α΄ 111 Η παρουσία της (Σαν σε βλέπω τι παθαίνω;) σ. 91. - Α΄ 154 Εξομολόγησις (Λάμπει το βράδυ) σ. 125. - Α΄ 279 Η αφροντισία μου (Απ’ όλους εγώ μόνος) σ. 225. - Β΄ 45 Αι σκιαί (Είνε σεις όπου την νύκτα) σ. 326. - Β΄ 46 Τα ερείπια της παλαιάς Σπάρτης (Κύλλα της) σ. 327. - Β΄ 47 Αποχαιρετισμός εις τον Μιαούλην (Δεν απέθανεν) σ. 327. - Γ΄ 6 Το όρος Άθως <Εκ του «Οδοιπόρου»> (Κρυσταλλωμένε Άθωνα) [12 στίχοι] σ. 391. - Γ΄ 5 Η Κωνσταντινούπολις <Εκ του «Αγνώστου»> (Ιδού η γη της έριδος) [18 στίχοι] σ. 390. - Γ΄ 23 Εξοχή (Στης κουκουναριάς τον ίσκιο) σ. 404. - Γ΄ 28 Η αγροτική ζωή μου (Άφες με εις τας αγκάλας) σ. 408. - Δ΄ 1 Ο Θεός <Εκ του «Οδοιπόρου»> (Θεέ! υμνεί την δόξαν σου) [20 στίχοι] σ. 426. - Δ΄ 5 Η ψυχή <Εκ του «Οδοιπόρου»> (Ψυχή! εκτός της γης αυτής) σ. 428. - Δ΄ 6 Ο Μεσσίας προς τον λαόν (Οι κοπιώντες, δράμετε) σ. 429. - Δ΄ 11 Η ψυχή <Εκ του «Μεσσίου»> (Ο εις πελάγη πλανηθείς) [14 στίχοι] σ. 434. - Ζ΄ 22 Η Ειμαρμένη (Όταν είναι πεπρωμένος) σ. 678. - Ζ΄ 25 Ο Θάνατος [= οι έξι τελευταίοι στίχοι από τον «Οδοιπόρο»] (Το άνθος μαραίνεται) σ. 679. - Ζ΄ 47 Ο Βάτραχος (Βάτραχος εις το λιβάδι) σ. 686.

      Σπηλιωτοπούλου Θ. Αντων.: Α΄ 53 Νυκτερινόν (Πόσο μ’ αρέσει να γυρίζω) σ. 41.

      Σταυρίδου Γεωργίου: Γ΄ 37 Λευκάνθεμον (Εις τον κήπον μου κατέβην) σ. 416.

      Στρατήγη Γεωργίου: Α΄ 140 Φωτιά-Δροσιά (Τα δάκρυά μου τρέχουνε βροχή) σ. 113. - Β΄ 79 Ο Κρητικός και το τουφέκι του (Γιατί βογκάς) σ. 376.

      Στρατουδάκη Εμμ.: Α΄ 26 Στήθος και θάλασσα (Το στήθος μας κ’ η θάλασσα) σ. 24. - Α΄ 178 Η βοσκοπούλα (Μια βοσκοπούλα κάθεται) σ. 146. - Β΄ 34 Μιχαήλ Κόρακας (Ασθμαίνων, κεκοπιακώς) σ. 310.

      Συνοδινού Ηλ.: Α΄ 192 Άσμα της φυλακής (Δεν με μέλλει το σκοτάδι) σ. 159.

      Συνοδινού Σ. Παν.: Α΄ 104 Παρά τας όχθας του ποταμού Γλάσκου (Και συ) σ. 81. - Α΄ 194 Τ’ άσπρα μου μαλλιά (Έχεις φως μου δύο χρόνια) σ. 160. - Β΄ 37 Εγερτήριον (Δεν απόστασα ακόμα) σ. 313. - Β΄ 67 Πατριωτικοί στόνοι (Τίναξ’ Ελλάς την χαίτην σου) σ. 355. - Ε΄ 35 Της στιγμής έμπνευσις (Εις την θέαν σου ψυχήν) σ. 517. - Ε΄ 36 Τι είμαι και τι είσαι (Είμαι μέλισσα ερήμου) σ. 518. - Ε΄ 40 Όνειρον (Παρήλθον όλα…) σ. 521. - Ε΄ 47 Τραγουδάκι (Αν αχάριστος εφάνης) σ. 526. - ΣΤ΄ 34 Τα τέκνα των μητέρων των (Ιδέτε τους!) σ. 661. - ΣΤ΄ 36 Τα πλιο αφύσικα πράγματα του κόσμου (Περσότερα τ’ αφύσικα) σ. 664. - ΣΤ΄ 38 Εξήγησις της λέξεως «Μακαρόνια» (Ιταλιστί) σ. 665.

      Συνοδινού Παν. Τηλ.: Γ΄ 42 Δύο λουλούδια (Δύο λουλούδια ήτανε) σ. 419. - Ε΄ 129 Ματαία παρηγορία (Μη δυνάμενος) σ. 598. - Ε΄ 136 Τα πάντα ματαιότης (Όλα στη γη παρέρχονται) σ. 606. - Ε΄ 145 Αφιέρωσις (Αφιερώ τα πρώτα μου) σ. 614.

      Ταγκοπούλου Π. Δημ.: Α΄ 259 Οι ψαράδες (Με μι’ αφρόπλαστη Νεράιδα) σ. 213. - Ε΄ 14 Το φθινόπωρον (Σ’ εγλύκανε η άνοιξη) σ. 499. - Ε΄ 16 Τραγουδάκι (Σιγά, με γέλια, με χαρά) σ. 500. - Ε΄ 29 Σε μια ξανθή (Τα ολόξανθα μαλλιά σου) σ. 513. - ΣΤ΄ 8 Εκείνη (Τι να την κάνω, ’πε μου την ψυχή σου) σ. 626. - ΣΤ΄ 28 Ο έρως μασκαράς (Του έρωτα μια μέρα) σ. 655.

      Τανταλίδου Ηλία: Α΄ 131 Ο Μάιος (Τον Μάιον, τον παλαιόν μου φίλον) σ. 106. - Α΄ 139 Το όναρ της χαράς (Κοιμάσαι, πλάσμα) σ. 113. - Α΄ 155 Το άσμα της νυκτός (Το παν κοιμάται) σ. 125. - Α΄ 157 Αιγιαλός (Τι ακίνητη βραδυά!) σ. 127. - Α΄ 166 Προσδοκία (Στο χέρι μου το μέτωπον) σ. 134. - Α΄ 172 Η μικρούλα (Εσείς που της αγάπης) σ. 139. - Α΄ 210 Το γατάκι (Είδες, φως μου, το γατάκι) σ. 175. - Β΄ 7 Ο Θούριος (Εις τα όπλα με καρδιά) σ. 257. - Γ΄ 7 Η πρωία (Ο ήλιος τα βουνά χρυσόνει) σ. 391. - Γ΄ 45 Ο Γάτος (’Στην θερμάστραν εμπρός) σ. 421. - Δ΄ 4 Εωθινόν άσμα (Πάσα πνοή και πάσα κτίσις) σ. 428. - Δ΄ 13 Η προσευχή (Εν ώρ’ αμηχανίας σου) σ. 436. - Δ΄ 27 Η Κυριακή (Μόλις έλαμπον τα κάλλη) σ. 450. - Δ΄ 32 Το ναυτόπουλο (Με καράβι στα ταξείδια) σ. 457. - Δ΄ 38 Η Σερμπέτη Φιφή (Σπασμένα μέσ’ την ώρα) σ. 463. - Δ΄ 39 Το Φροσάκι (Είχε γυρίσει κουρασμένη) σ. 464. - Δ΄ 42 Ο επαίτης (Για τον Θεό, ’λίγο ψωμάκι) σ. 467. - Δ΄ 45 Το ακόνι (Νά τ’ ακόνι, νά τ’ ακόνι) σ. 469. - Ε΄ 97 Απουσία (Μεταξύ εμού και σου) σ. 567. - ΣΤ΄ 15 Ο ποιητής (Αυτόν εδώ τον βλέπετε) σ. 633. - ΣΤ΄ 16 Εξαγωγή ριζών (Του κάκου, κυρ Αβράμιε) σ. 635. - Ζ΄ 6 Εις Αναστασίαν (Ανεστάτωσε το παν) σ. 671. - Ζ΄ 13 Εις βαρέως κοιμώμενον (Ζωντανόνεκρος σωρός) σ. 673. - Ζ΄ 20 Εις την ζώνην της (Μη την σφίγγης και ζηλεύω) σ. 677. - Ζ΄ 59 Βελόνη (Ψιλός και μικρός κ’ ελαφρός και λιγνός) σ. 698. - Η΄ 9 Ύμνος (Δεν κράζω εις βοήθειαν) σ. 708. - Η΄ 10 Φιλοσοφία (Άκουσε! πού φεύγεις;… μένε) σ. 710. - Η΄ 12 Θάλασσα (Αν ήσουν, θάλασσα, κρασί) σ. 712. - Η΄ 14 Διαθήκη (Ενόσω ζούσα, φίλοι) σ. 715.

      [Τίμου (= Τίμος Μωραϊτίνης)]: Α΄ 266 Επιτύμβιον εις κουτσήν (Του βίου της εσκόρπισεν) σ. 217.]

      Τριανταφύλλου Κλεάνθους: Α΄ 66 Μυτιαίς (Παίζουμε μυτιαίς; μου λέει) σ. 48. - Α΄ 99 Τετράστιχον (Αν ό,τι έσπερνεν κανείς εφύτρονε) σ. 79. - Α΄ 162 Πλάτανος και λεύκη <Έμπνευσις της φυλακής> (Ένα πλατάνι φουντωτό) σ. 131. - Α΄ 258 Ο βλάμης της Μανιώς (Απ’ την ώρα που) σ. 212. - Β΄ 75 Το ευζωνάκι <Εκ των του P. Derouled> (Δεν ήταν δεκαφτά χρονώ) σ. 370. - Γ΄ 26 Τραγούδι των ψαράδων (Γαλήν’ η θάλασσα) σ. 406. - ΣΤ΄ 27 Ο Ραμπαγάς (Θες την εξουσία) σ. 654. - Η΄ 7 Το κρασί (Ψέμμα πως την Αφροδίτη) σ. 706.

      Τριανταφύλλη Κωνσταντίνου: Ε΄ 43 Νοσταλγία (Γεράνια ταξειδιάρικα) σ. 523.

      Τρικούπη Σπυρίδ.: Β΄ 61 Πολεμιστήριον Τυρταίου (Τι τιμή στο παλληκάρι) σ. 347.

      Τσακασιάνου Γ. Ιωάννου: Α΄ 39 ’Σ την εικόνα σου (Δεν είσαι συ, γλυκειά μου) σ. 30. - Α΄ 54 Η πλάνη μου (Για ντροπαλό σ’ επίστεψα) σ. 43. - Α΄ 55 Μεγαλοπαρασκευιάτικο (Πετούσε ο χρόνος) σ. 43. - Α΄ 60 Αφιέρωσις στίχων (Δεν εγνώριζα για ποια κυρά) σ. 46. - Α΄ 129 Αγρυπνία (Της γης τα πλάσματα) <Τονισθέν υπό Ιω. Νικολάρα> σ. 105. - Α΄ 229 ’Σ τη χαρά μου (Γιατί πονώ και κλαίγω) σ. 190. - [Α΄ 285, VIII (Θυμήσου, άσπλαχνη) σ. 234.] - Β΄ 39 Κρήτη-Πρίγκηψ Γεώργιος-Αρραβώνες (Ματωμένη) <Εμελοποιήθη υπό του Αρχιμουσικού της Ανακτορικής Φρουράς Ιωσήφ Καίσαρη> σ. 316. - Δ΄ 25 Τα φώτα (Ουρανογέννητης χαράς) σ. 447. - Δ΄ 54 Η βασίλισσα του χωριού (Ο ήλιος εβασίλεψε) σ. 477. – ΣΤ΄ 25 Ο γάμος της τρελλής (Τ’ είνε και τρέχουνε) σ. 651. - Ζ΄ 18 Ζωή-Ψέμμα (Ένα ψευτοπαραμύθι) σ. 677. - Ζ΄ 26 Αλήθεια (Αν εζωγράφιζε η μορφή μας) σ. 679. - Ζ΄ 28 Προοίμιον συλλογής ποιημάτων (Κοντά στους) σ. 680. - Ζ΄ 30 Ο Θάνατος (Όχι, ο θάνατος δεν είνε) σ. 681. - Η΄ 8 Ανακρεόντειον (Σαν ρουφώ τ’ ωραίον κρασάκι) σ. 708.

      Τσοκοπούλου Β.Γ.: Α΄ 73 Δύο αγάπαις (Έχει δύο αγάπαις) σ. 52.

      Τσοπανάκου Π.: Β΄ 59 Η μάχη των Δολιανών (Πάλιν άρχισ’ ο πόλεμος) σ. 343. - Β΄ 60 Ναυμαχίαι (Αρμάδα έβαλε βουλή) σ. 344.

      Τυπάλδου Ιουλίου: Α΄ 145 Μαρία (Μόλις έφεγγε τ’ αστέρι) σ. 117. - Α΄ 114 Πρόσκλησις (Ξύπνα, γλυκειά μ’ αγάπη) σ. 93. - Ε΄ 88 Ξύπνα (Ξύπνα, ξύπνα και τ’ άστρον) σ. 561.

      Φεραίου Ρήγα: Α΄ 98 Μοναξία (Σκιερόν, ήσυχον δάσος!) σ. 78. - Β΄ 4 Θούριος ύμνος (Ως πότε παλληκάρια) σ. 252. - Β΄ 6 Η Ελλάς προς τα τέκνα της (Ω παιδιά μου) σ. 255. - Β΄ 21 Άσμα πολεμιστήριον (Ο καιρός αδελφοί) σ. 293.

      Φέρμπου Παναγ.: Ζ΄ 54 Κύων και πρόβατον (Ο κύων και το πρόβατον) σ. 693.

      Χαιρέτη Δ.: Α΄ 62 Η Κρήτη <Εκ του ποιήματος «Οθωμανός»> (Η Κρήτη η ηρωική) σ. 813.

      Χενιέρου Ανδρέου: Α΄ 102 Μια αλήθεια (Καθένας έχει βάσανα) σ. 80.

      Χορτάκη [sic] Γεωργίου: [Α΄ 86 <Μονόλογος του Έρωτα. Εκ του Κρητικού ποιήματος «Γύπαρις και Πανώρηα»>, 44 στίχοι, σ. 66.] - Ε΄ 48 Μονόλογος του Χάρου <Εκ της «Ερωφίλης»> (Άγρια κι’ ανελύπητη) [38 στίχοι] σ. 527. - [Β΄ 1 Ο Γύπαρης και η Πανώρηα (Καθώς το ’λάφι όντε βαστά), 112 στίχοι, σ. 829.]

      Χρηστοβασίλη Χ.: Δ΄ 61 Χριστούγεννα (Ψηλά στη ράχη του βουνού) σ. 482.

      Χρηστοπούλου Αθαν.: Α΄ 8 Ο καθρέφτης και το χτένι [= Δώρα] (Η Αφροδίτη μια φορά) σ. 13. - Α΄ 150 Εις τον Έρωτα (Ω έρωτ’ ανθηρότατε) σ. 121. - Α΄ 224 Θρήνος (Στενάξατε τριαντάφυλλα) σ. 186. - Ε΄ 4 Οι σύντροφοι (Εις βουνόν εγώ κι’ ο έρως) <Τονισθέν υπό Γ. Λαμπίρη> σ. 492. - Ε΄ 41 Εις άγαλμα έρωτος [= Έρωτας] (Μαρμαρένιο Ερωτάκι) σ. 522. - Η΄ 1 Αδιαφορία (Ωχ, ζωή μου! τι ζωή μου;) σ. 703. - Η΄ 2 Μακαριότης (Όταν πίνω το κρασάκι) σ. 704. - Η΄ 3 Βαρελοθήκη (Έξω, έξω τα βιβλία) σ. 704. - Η΄ 4 Κατάρα (Να μη φθάσω, να μη ζήσω) σ. 705. - Η΄ 15 Νουθεσία (Του κάκου κοπιάζεις) σ. 715. - Η΄ 16 Λιτανεία (Πτωχείας κυβερνήτρα) σ. 716. - Η΄ 17 Τρύγος (Καθαρώταταις παρθένες) σ. 716. - Η΄ 20 Βαθρακός (Εσύ, φίλε μουσικέ) σ. 719. - Η΄ 24 Πρόσκλησις [= Μονομαχία] (Θαυμαστοί κρασοπατέρες) σ. 721. - Η΄ 25 Γεμάτο (Φίλε Στέφανε, να ζήσης) σ. 721. - Η΄ 27 Το πρόβλημα [= Ποτήρι] (Στέφανε μου Γεωμέτρα!) σ. 722.

      Ψάλτη Μπενή Δημ.: Ε΄ 107 Μ’ αγαπάς (Σε λειβάδι ανθισμένο) σ. 581.

      Ψάλτη Μπενή: Ε΄ 82 Ο χωρισμός (Μου δαγκάνει η λύπη) σ. 556.

      Α΄ 7 Κρυφή αγάπη (Μέσ’ τα γλυκά ματάκια σου) σ. 13.
      Α΄ 15 Τετράστιχον (Αχ, η καρδιά σαν αγαπά) σ. 19. [=Α΄ 33].
      Α΄ 19 Ασμάτιον (Το πρώτο βλέμμα σου) σ. 21.
      Α΄ 20 Έτερον (Η νύχτα φεύγει ολόχαρη) σ. 21.
      Α΄ 29 Ασμάτιον (Μικρούλα χαϊδεμένη μου) σ. 26.
      Α΄ 30 Τετράστιχον (Εσύ θα ζης στην ερημιά) σ. 26.
      Α΄ 32 Στεναγμός (Σαν ρόδο που βγαίνει) σ. 27.
      Α΄ 33 Τετράστιχον (Αχ, η καρδιά σαν αγαπά) σ. 27. [=Α΄ 15].
      Α΄ 51 Θρήνος (Παγωμένη του ηλίου η θερμότης) σ. 40.
      Α΄ 52 Αφιέρωσις στίχων (Αν είχανε οι στίχοι μου) σ. 41.
      Α΄ 62 Ασμάτιον (Καλότυχος που αγαπά) σ. 47.
      Α΄ 63 Έτερον (Πριν σε γνωρίσω) σ. 47.
      Α΄ 100 Ερωτική εσπέρα (Χίλιαις φορές, αγάπη μου) σ. 79.
      Α΄ 106 Ασμάτιον (Το ’στερνόν μου σου στέλλω τραγούδι) σ. 87.
      Α΄ 146 Επιορκία (Ένα βράδυ του χειμώνα) σ. 118.
      Α΄ 147 Στεναγμός (Ως ρόδον είν’ ωραία) σ. 119.
      Α΄ 160 Αγρυπνία (Συ κοιμάσαι) σ. 130.
      Α΄ 167 Ασμάτιον (Ενθυμείσαι από πότε) σ. 135.
      Α΄ 174 Το ρόδον (Ρόδον, ρόδον μου ωραίον) σ. 141.
      Α΄ 174 Απελπισία (Χάρε, χάρε, ελθέ) σ. 142.
      Α΄ 180 Η αναχώρησις (Αν ήτο τρόπος) σ. 147.
      Α΄ 184 Εις νεάνιδα (Πουλάκι μικροφτέρουγο) σ. 152.
      Α΄ 186 Παράκλησις (Χωρίσατέ μου μια γωνιά) σ. 155.
      Α΄ 206 Ασμάτιον (Κοράσι ωραίο τρυφερό) σ. 172.
      Α΄ 221 Η άπιστος (Αχ, την πρώτην φοράν) σ. 183.
      Α΄ 251 Παράκλησις (Ξύπνα, ξύπνα, ιδού του Μαΐου) σ. 207.
      Β΄ 1 Τραγούδι του Στεργίου (Κ’ αν τα Δερβένια τούρκεψαν) σ. 251.
      Β΄ 26 Δέησις ψαλλομένη υπέρ Γεωργίου του Α΄ (Τον Βασιλέα μας ΓΕΩΡΓΙΟΝ) σ. 299.
      Β΄ 50 Γεώργιος Καραϊσκάκης (Η νίκη τρέχουσα) σ. 331.
      Β΄ 52 Ελληνίς (Ενώπιόν σου, Δέσποινα) σ. 334.
      Β΄ 81 Το πουλί της Κρήτης (Για πες μου πόθεν έρχεσαι) σ. 379.
      Β΄ 87 Ο δεσμώτης του Φεζάν 1888-1890 (Μελοποιηθέν υπό του ιδίου [τον Κήρυκο;] κατά τον υπό Κοκκινάκη, 1821, «ο Φρουρός της Πατρίδος») (Λαμπρός ποτε φωσφόρος) σ. 384.
      Γ΄ 1 Η βοσκοπούλα (Μια βοσκοπούλα ροδοπλασμένη) σ. 377.


    • Σημειώσεις

      1 Έφη Βαρακλιώτου, Χ.Λ. Καράογλου, Αρίστη Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1920. Βιβλιογραφική δοκιμή», Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής, Περίοδος Β΄, Τεύχος Τμήματος Φιλολογίας, τ. 6, 1996-1997 [κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο], σ. 113-226: 117.

      2 Δημ. Μάργαρης, «Οι πρώτες νεοελληνικές ανθολογίες», Νέα Εστία, τ. 27, 1940, σ. 211-215. Αναδημ. με συμπληρώσεις: Φιλολογική Πρωτοχρονιά, 1961, σ. 239-245: 245.

      3 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1920. Βιβλιογραφική δοκιμή», ό.π., σ. 136.

      4 Βλ. Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, ό.π., σ. 117-135.

      5 Έφη Χρ. Βαρακλιώτου, Χ.Λ. Καράογλου, Άριστη Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», Μνήμη Ελένης Τσαντσάνογλου. Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Πρακτικά Ζ΄ Επιστημονικής Συνάντησης, Υπεύθυνος: Χ.Λ. Καράογλου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 431-453: 432.

      6 Αλέξης Πολίτης, «Ποιητικές ανθολογίες 1830-1900. Ανιχνεύοντας τη γραπτή παράδοση», Μνήμη Ελένης Τσαντσάνογλου. Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Πρακτικά Ζ΄ Επιστημονικής Συνάντησης, Υπεύθυνος: Χ.Λ. Καράογλου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 405-429: 406.

      7 Πολίτης, ό.π., σ. 406.

      8 Βλ. Πολίτης, ό.π., σ. 408-412.

      9 Βλ. Πολίτης, ό.π., σ. 409, σημ. 10.

      10 Το θέμα αυτό έχει εξεταστεί από αρκετούς μελετητές. Βλ., κατά χρονική σειρά, Ζαχαρίας Παπαντωνίου, «Νεοελληνικοί Παρνασσοί», Ελεύθερον Βήμα, 24.7.1938. Αναδημ.: Κριτικά, επιμ. Φ. Μπουμπουλίδης, Αθήνα 1966, σ. 41-45: 41-42. Πολίτης, ό.π., σ. 414, σημ. 20. Ιδίως Ναταλία Δεληγιαννάκη, «Ο Ερωτόκριτος εις χείρας δοκίμου ποιητού», Μολυβδοκονδυλοπελεκητής, τ. 4, 1993, σ. 89-109, σε σχέση με τον Ερωτόκριτο.

      11 Πίνακα με τα ονόματα των μεταφραζομένων ποιητών παραθέτουν οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1920. Βιβλιογραφική δοκιμή», ό.π., σ. 136-137.

      12 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», ό.π., σ. 433.

      13 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», ό.π., σ. 433.

      14 Πολίτης, ό.π., σ. 417.

      15 Πολίτης, ό.π., σ. 417, σημ. 28.

      16 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», ό.π., σ. 433-434.

      17 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», ό.π., σ. 434.

      18 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», ό.π., σ. 433.

      19 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», ό.π., σ. 434.

      20 Παπαντωνίου, ό.π., σ. 43.

      21 Παπαντωνίου,ό.π., σ. 44.

      22 Μάργαρης, ό.π., σ. 242.

      23 Βλ. Μάργαρης, ό.π., σ. 242-243.

      24 Βλ. τα στοιχεία από το άρθρο του Μάργαρη, ό.π., και την αναγραφή των ανθολογιών στη μελέτη του Πολίτη, ό.π.

      25 Μάργαρης, ό.π., σ. 245.


  • Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως, υπό Ιωάννου Πολέμη, Εν Αθήναις, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία 1910, σελ. 328.

    Η ανθολογία Λύρα. Ανθολογία της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως, υπό Ιωάννου Πολέμη, Εν Αθήναις, Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία 1910, ανατυπώθηκε το 1919, με ασήμαντες διαφορές από την πρώτη έκδοση.[1] Ίσως η επανέκδοσή της μπορεί να θεωρηθεί δείκτης της αναγνωστικής απήχησης που είχε η ανθολογία. Οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη, συγκρίνοντας τις επιλογές της ύλης των 6 γενικών ποιητικών ανθολογιών που εκδόθηκαν από την αρχή του 20ού αιώνα μέχρι το 1930, διαπιστώνουν καταρχήν ότι οι περισσότερες από αυτές, συγκεκριμένα οι 4, είναι προσανατολισμένες προς την παλαιότερη ποίηση.[2] Γι' αυτό ξεχωρίζουν την ελάχιστα παλαιότερη ανθολογία του Δημητρίου Π. Ταγκόπουλου (Νέα λαϊκή ανθολογία, Αθήνα 1899), επειδή «ό,τι τη χαρακτηρίζει είναι η ρήξη με την παλαιότερη ποίηση, της καθαρεύουσας και του ρομαντισμού - ρήξη που οδήγησε στην εντονότατη προβολή της νέας, τότε, ποιητικής γενιάς».[3] Θέτοντας το γενικότερο ζήτημα τόσο της ιστορικής προοπτικής όσο και του συγχρονισμού των ποιητικών ανθολογιών των τριών πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα με τις τότε ποιητικές εξελίξεις, οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη φέρνουν τα εξής ενδεικτικά παραδείγματα: «Τι σημαίνουν, λ.χ., η απουσία του Δαπόντε από όλες τις ανθολογίες ή το γεγονός ότι, μετά την πρώτη και πρώιμη ανθολόγηση του Καβάφη, το 1899, στη Νέα λαϊκή ανθολογία του Ταγκόπουλου, χρειάστηκε να περάσουν 23 ακόμη χρόνια, για να βρει θέση σε ανθολογία, αυτή του Σκόκου που, σημειωτέον, τον φιλοξενούσε τακτικά, ήδη από το 1898, στο Εθνικόν και στο Αττικόν Ημερολόγιόν του;».[4] Συγκρίνοντας, τέλος, την ανθολογία του Πολέμη με τις λίγο παλαιότερες και λίγο νεότερές της ποιητικές ανθολογίες, οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη συμπεραίνουν ότι «πολύ περισσότερο ανοιχτή προς τη νεότερη ποίηση είναι, για ευνόητους λόγους, η ανθολογία του Πολέμη. Εκδομένη μόλις στα 1910, ανθολογεί, εκτός από τους συνοδοιπόρους του της γενιάς του 1880, και αρκετούς άλλους νεότερους, ενώ, σε ό,τι αφορά την παράδοση, δίνει το προβάδισμα στους Επτανησιώτες».[5] Οι «ευνόητοι λόγοι» αφορούν, βεβαίως, στο γεγονός ότι ο Πολέμης συγκαταλέγεται στους ποιητές της γενιάς του 1880 και ανθολογεί σύγχρονους, συνομήλικους και νεότερούς του ποιητές, με τους οποίους τον συνδέουν κοινοί κατά βάση αισθητικοί προσανατολισμοί. Πριν εξετάσουμε διεξοδικά το ζήτημα αν και κατά πόσο η ανθολογία του Πολέμη προβάλλει τη νεότερη, δημοτικιστική και αντιρομαντική ποίηση και αν επαναπροσδιορίζει, σε σύγκριση με τις άλλες λίγο-πολύ σύγχρονές της ανθολογίες, την αξιολογική εικόνα της ποίησης του 19ου αιώνα, ας δούμε πρώτα ποιος είναι ο ανθολόγος και ποια τα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία της ανθολογίας του.

     


    • Τα ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία της ανθολογίας

      Ο Ιωάννης Πολέμης (1862-1924), θεωρούμενος σήμερα ελάσσων ποιητής της γενιάς του 1880, ήταν, το 1910, στην ηλικία των 48 ετών, ένας από τους καταξιωμένους και ιδιαίτερα αγαπητούς στο αναγνωστικό κοινό της εποχής ποιητές. Μέχρι τότε είχε δημοσιεύσει τις 6 από τις συνολικά 9 ποιητικές συλλογές του (Ποιήματα, 1883· Χειμώνανθοι, 1888· Αλάβαστρα, 1900· Κειμήλια, 1904· Εξωτικά, 1905· Το παληό βιολί, 1909), ένα βιβλίο με ποιήματα για παιδιά (Τα πρώτα βήματα, 1904) και 2 θεατρικά έργα (Ο τραγουδιστής, 1893 και Ο βασιλιάς Ανήλιαγος, 1910).[6] Στο συνταγμένο από τον ίδιο βιογραφικό σημείωμά του στην ανθολογία διαβάζουμε επίσης ότι «συνέθεσε […] τα εξής δράματα: Το Όνειρον, το Εικόνισμα, Στην άκρη του κρεμνού, το Στοίχημα, το Μαγεμένο ποτήρι, Του βίγκας, Ο Πτωχοπρόδρομος» (σ. 258). Συνεπώς η ανθολογία του μπορεί να συνδεθεί με την πρόθεση ενός αναγνωρισμένου ποιητή να επικοινωνήσει με το ευρύ κοινό, συστήνοντάς του τον κανόνα της παλαιότερης και σύγχρονης ελληνικής ποίησης.

      Στις 328 σελίδες της ανθολογίας του ο Πολέμης κατατάσσει τους 69 συνολικά ανθολογημένους ποιητές σύμφωνα με τη χρονολογική τους σειρά, επειδή με τον τρόπο αυτό, όπως εξηγεί στο σύντομο και άτιτλο προλογικό σημείωμά του, «ηθελήσαμεν […] να υποδείξωμεν την εξέλιξιν και τας διαφόρους φάσεις της νεωτέρας Ελληνικής ποιήσεως κατά τε την μορφήν του στίχου ως και κατά την μορφήν της φράσεως» (σ. 6). Όπως η, κατά 12 χρόνια μεταγενέστερη, ανθολογία Οι νέοι του Τέλλου Άγρα (1922), έτσι και η ανθολογία του Πολέμη μπορεί να χαρακτηριστεί μια λόγια ανθολογία. Συγκεκριμένα, επιχειρώντας μια γενική σύγκριση ανάμεσα στην ανθολογία του Πολέμη και τις ανθολογίες του 19ου αιώνα αλλά και τις λίγο-πολύ σύγχρονές της ανθολογίες, δηλαδή τις ανθολογίες των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, είναι εύκολο να οδηγηθούμε στη διαπίστωση ότι η ανθολογία του Πολέμη αποτελεί λόγια ανθολογία. Αυτό καταδεικνύεται από γνωρίσματά της όπως το προλογικό σημείωμα του ανθολόγου (αν και άτιτλο και σχετικά μικρής έκτασης), η χρονολογική κατάταξη των ποιητών (και όχι η κατάταξη των ποιημάτων σε θεματικές κατηγορίες), τα συνταγμένα από τον επιμελητή εργοβιογραφικά σημειώματα και οι φωτογραφίες των περισσότερων ποιητών. Μάλιστα το σημείωμα του Πολέμη στο τέλος της ανθολογίας, «Μη δυνηθέντες, παρ' όλας τας προσπαθείας μας, να εύρωμεν τας εικόνας μερικών εκ των ποιητών τών εν τη ανθολογία περιληφθέντων, ηναγκάσθημεν να παραλείψωμεν αυτάς» (σ. 323), φανερώνει τη συστηματική μέριμνά του να πλουτίσει την ανθολογία με στοιχεία πραγματολογικής τεκμηρίωσης, τα οποία μαρτυρούν τον προσωπικό και έντεχνο χαρακτήρα της ανθολογημένης ποίησης. Συνολικά, η λόγια ταυτότητα της ανθολογίας του Πολέμη δείχνει τη γενικότερη ροπή, η οποία χαρακτηρίζει την ποίηση των αρχών του 20ού αιώνα, προς ένα, κατά κύριο λόγο ειδικό, λόγιο κοινό. Αυτή η ροπή θα ενισχύεται ολοένα και περισσότερο στα επόμενα χρόνια.

      Με τη χρονολογική κατάταξη των ποιητών ο Πολέμης ακολουθεί το ιστορικό ανάπτυγμα της ελληνικής ποίησης σε διάστημα λίγο μεγαλύτερο του ενός αιώνα, από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι την εποχή του. Προκειμένου να φανούν οι προτιμήσεις του Πολέμη σε ό,τι σήμερα ονομάζουμε νεότερη ποιητική παράδοση, είναι σκόπιμο να χωρίσουμε τους ανθολογημένους ποιητές σε ομάδες, ακολουθώντας την, λίγο-πολύ ισχύουσα έως σήμερα, ιστορικογραμματολογική κατάταξη της ποίησης από το τέλος του 18ου μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Με αυτό το σκεπτικό, στην ανθολογία του Πολέμη μπορούμε να διακρίνουμε τις εξής ομάδες: α) οι πρόδρομοι, β) οι Επτανήσιοι ποιητές του 19ου αιώνα (Επτανησιακή Σχολή), γ) οι Αθηναίοι ποιητές του 19ου αιώνα (Πρώτη ή παλαιά αθηναϊκή σχολή), δ) οι ποιητές της γενιάς του 1880, αλλά και άμεσοι επίγονοί της. Για την κάθε ομάδα ποιητών καταγράφονται ο αριθμός των ποιητών, ο αριθμός των ανθολογημένων ποιημάτων και ο αριθμός των σελίδων που αυτά καταλαμβάνουν. Για τον κάθε ποιητή καταγράφεται ο αριθμός των ανθολογημένων ποιημάτων του. Σε κάθε ομάδα οι ποιητές κατατάχθηκαν σύμφωνα με τη χρονολογία γέννησής τους.

      Α. Οι πρόδρομοι (3 ποιητές, 17 ποιήματα, 15 σελίδες)

      1. Ρήγας Φεραίος (1757-1798) (σ. 7-12) (3 ποιήματα).
      2. Ιωάννης Βηλαράς (1771-1823) (σ. 13-16) (6 ποιήματα).
      3. Αθανάσιος Χριστόπουλος (1772-1847) (σ. 17-21) (8 ποιήματα).

      Β. Οι Επτανήσιοι (7 ποιητές, 31 ποιήματα, 56 σελίδες)

      1. Ανδρέας Κάλβος (1792-1869) (σ. 22-29) (2 ποιήματα).
      2. Διονύσιος Σολωμός (1798-1857) (σ. 30-39) (8 ποιήματα).
      3. Ανδρέας Λασκαράτος (1811-1901) (σ. 68-78) (3 ποιήματα).
      4. Ιούλιος Τυπάλδος (1814-1883) (σ. 81-88) (3 ποιήματα).
      5. Αριστοτέλης Βαλαωρίτης (1824-1879) (σ. 98-108) (6 ποιήματα).
      6. Γεράσιμος Μαρκοράς (1826-1911) (σ. 109-114) (7 ποιήματα).
      7. Αντώνιος Μανούσος (1828-1903) (σ. 79-80) (2 ποιήματα).

      Γ. Οι Αθηναίοι (17 ποιητές, 61 ποιήματα, 93 σελίδες)

      1. Αλέξανδρος Σούτσος (1803-1863) (σ. 40-44) (2 ποιήματα).
      2. Γεώργιος Ζαλοκώστας (1805-1858) (σ. 45-53) (5 ποιήματα).
      3. Παναγιώτης Σούτσος (1806-1868) (σ. 54-58) (3 ποιήματα).
      4. Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892) (σ. 59-67) (8 ποιήματα).
      5. Θεόδωρος Ορφανίδης (1817-1886) (σ. 89-93) (2 ποιήματα).
      6. Γεώργιος Παράσχος (1822-1886) (σ. 94-97) (2 ποιήματα).
      7. Ιωάννης Καρασούτσας (1824-1873) (σ. 140-141) (2 ποιήματα).
      8. Δημήτριος Βερναρδάκης (1833-1907) (σ. 115-118) (2 ποιήματα).
      9. Παναγιώτης Ματαράγκας (1834-1895) (σ. 122-124) (2 ποιήματα).
      10. Δημήτριος Βικέλας (1835-1908) (σ. 119-121) (4 ποιήματα).
      11. Παναγιώτης Συνοδινός (1836-1912) (σ. 125-127) (2 ποιήματα).
      12. Αχιλλεύς Παράσχος (1838-1895) (σ. 128-139) (6 ποιήματα).
      13. Άγγελος Βλάχος (1838-1920) (σ. 142-147) (4 ποιήματα).
      14. Αλέξανδρος Βυζάντιος (1841-1898) (σ. 148-152) (2 ποιήματα).
      15. Κλέων Ραγκαβής (1842-1917) (σ. 153-156) (3 ποιήματα).
      16. Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος (1843-1873) (σ. 157-165) (6 ποιήματα).
      17. Σπυρίδων Βασιλειάδης (1844-1874) (σ. 166-170) (6 ποιήματα).

      Δ. Οι ποιητές της γενιάς του 1880 και οι επίγονοί τους (42 ποιητές, 167 ποιήματα, 152 σελίδες)

      1. Γεώργιος Βιζυηνός (1849-1896) (σ. 205-214) (5 ποιήματα).
      2. Αργύρης Εφταλιώτης (1849-1923) (σ. 277-278) (2 ποιήματα).
      3. Τιμολέων Αμπελάς (1850-1926) (σ. 171-172) (2 ποιήματα).
      4. Ιωάννης Καμπούρογλου (1851-1903) (σ. 173-176) (4 ποιήματα).
      5. Αριστομένης Προβελέγγιος (1851-1936) (σ. 177-185) (7 ποιήματα).
      6. Σπυρίδων Λάμπρος (1851-1919) (σ. 186-187) (2 ποιήματα).
      7. Δημήτριος Καμπούρογλου (1852-1942) (σ. 188-192) (6 ποιήματα).
      8. Χαραλάμπης Άννινος (1852-1934) (σ. 193-194) (1 ποίημα).
      9. Γεώργιος Σουρής (1853-1919) (σ. 195-204) (5 ποιήματα).
      10. Κωνστ. Φ. Σκόκος (1854-1929) (σ. 220-222) (9 ποιήματα).
      11. Στέφανος Μαρτζώκης (1855-1913) (σ. 223-226) (5 ποιήματα).
      12. Δημήτριος Κόκκος (1856-1891) (σ. 215-219) (3 ποιήματα).
      13. Νίκος Καμπάς (1857-1932) (σ. 227-229) (5 ποιήματα).
      14. Κωστής Παλαμάς (1859-1943) (σ. 230-239) (5 ποιήματα).
      15. Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951) (σ. 240-246) (9 ποιήματα).
      16. Διονύσιος Μάργαρης (1859-1895) (σ. 247-248) (2 ποιήματα).
      17. Γεώργιος Στρατήγης (1859-1938) (σ. 249-252) (4 ποιήματα).
      18. Μιχαήλ Αργυρόπουλος (1862-1949) (σ. 257) (1 ποίημα).
      19. Ιωάννης Μαράνος [ψευδώνυμο του Ιωάννη Δαμβέργη] (1862-1938) (σ. 253-254) (5 ποιήματα).
      20. Ιωάννης Πολέμης (1862-1924) (σ. 258-263) (11 ποιήματα).
      21. Πολύβιος Δημητρακόπουλος (1864-1922) (σ. 264-265) (4 ποιήματα).
      22. Παύλος Νιρβάνας (1866-1937) (σ. 266-267) (9 ποιήματα).
      23. Ιωάννης Βλαχογιάννης (1867-1945) (σ. 268-271) (2 ποιήματα).
      24. Πέτρος Βασιλικός [ψευδώνυμο του Κώστα Χατζόπουλου] (1868-1920) (σ. 292-293) (2 ποιήματα).
      25. Κώστας Κρυστάλλης (1868-1894) (σ. 283-285) (4 ποιήματα).
      26. Στέφανος Στεφάνου (1868-1944) (σ. 289-291) (3 ποιήματα).
      27. Μιχαήλ Νικ. Καΐρης (1869-;) (σ. 275-276) (5 ποιήματα).
      28. Ιωάννης Γρυπάρης (1870-1942) (σ. 281-282) (2 ποιήματα).
      29. Μιλτιάδης Μαλακάσης (1870-1943) (σ. 272-274) (4 ποιήματα).
      30. Άγγελος Σημηριώτης (1870-1944) (σ. 286-288) (4 ποιήματα).
      31. Αλέκος Φωτιάδης (1870-1943) (σ. 255-256) (4 ποιήματα).
      32. Γεώργιος Τσοκόπουλος (1871-1923) (σ. 279-280) (2 ποιήματα).
      33. Σπύρος Ματσούκας (1873-1928) (σ. 305-307) (3 ποιήματα).
      34. Άγις Θέρος (Σπ. Θεοδωρόπουλος) (1875-1961) (σ. 297-299) (3 ποιήματα).
      35. Πέτρος Ζητουνιάτης (1875-1909) (σ. 300-301) (1 ποίημα).
      36. Ζαχαρίας Παπαντωνίου (1877-1940) (σ. 302-304) (3 ποιήματα).
      37. Λάμπρος Πορφύρας (1879-1932) (σ. 308-311) (6 ποιήματα).
      38. Στέφανος Γρανίτσας (1880-1915) (σ. 312-313) (3 ποιήματα).
      39. Θρασύβουλος Ζωιόπουλος [γνωστός ως Στέφανος Δάφνης] (1882-1947) (σ. 314-318) (1 ποίημα).
      40. Σπύρος Μελάς (1883-1966) (σ. 319-320) (4 ποιήματα).
      41. Ιωάννης Ζερβός (1884-1959) (σ. 294-296) (3 ποιήματα).
      42. Μαρίνος Σιγούρος (1885-1961) (σ. 321-322) (2 ποιήματα).

    • Λιγότερο ή περισσότερο σημαίνουσες απουσίες από το ποιητικό παρελθόν

      Ο παραπάνω χωρισμός των ανθολογημένων ποιητών σε ομάδες φανερώνει ότι ο Πολέμης ουσιαστικά υιοθετεί, ιδίως ως προς το εναρκτικό όριο «της νεωτέρας ελληνικής ποιήσεως» και συνεπώς της ανθολογίας του, την ιστορικογραμματολογική περιοδολόγηση της νεότερης ελληνικής ποίησης, έτσι όπως αυτή συμπυκνώνεται με τον εμφατικό όρο της παλαμικής ποίησης και κριτικής «οι πατέρες». Στην αφετηρία, λοιπόν, της νεότερης ελληνικής ποίησης τίθεται ο εθνεγέρτης Ρήγας, λιγότερο για την αισθητική αξία των πατριωτικών στιχουργημάτων του και περισσότερο για τη εμβληματική συμβολή τους στον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Ο Χριστόπουλος και ο Βηλαράς ανθολογούνται ως πρόδρομοι του Σολωμού, επειδή με την ποιητική καλλιέργεια της δημοτικής έδειξαν τον ορθό δρόμο σε εκείνον και στους άλλους νεότερούς τους Επτανήσιους ποιητές. Ακολουθούν οι Επτανήσιοι ποιητές του 19ου αιώνα, ο Σολωμός και ιδίως όσοι ακολούθησαν το σολωμικό γλωσσικό και τεχνοτροπικό παράδειγμα, επειδή με τη σταθερή προσήλωσή τους στη χρήση της δημοτικής ως ποιητικής γλώσσας διαμόρφωσαν την παράδοση του ποιητικού δημοτικισμού, την οποία συνέχισαν οι ποιητές της γενιάς του Πολέμη. Οι «εξωσολωμικοί» Κάλβος και Βαλαωρίτης δεν ήταν δυνατό να λείπουν από την απογραφή της ποιητικής παράδοσης, καθώς αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της επτανησιακής ποίησης του 19ου αιώνα, από την εποχή (δεκαετία του 1880) που ο Παλαμάς τους ενέταξε στην Επτανησιακή Σχολή. Η απουσία από την ανθολογία των προσολωμικών ποιητών, τόσο των παλαιότερων (π.χ. ο Στέφανος Ξανθόπουλος, ο Ανδρέας Σιγούρος και ο Νικόλαος Κουτούζης) όσο και των νεότερων (π.χ. ο Αντώνιος Μαρτελάος, γεννημένος το 1754, συνομήλικος σχεδόν του Ρήγα), είναι μάλλον αναμενόμενη, το 1910, σε μια εποχή που αυτοί ήταν ελάχιστα γνωστοί.

      Η κρίση των Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη ότι «σε ό,τι αφορά την παράδοση, [ο Πολέμης] δίνει το προβάδισμα στους Επτανησιώτες» σχετικοποιείται, αν προσέξουμε και συγκρίνουμε τα ποσοτικά στοιχεία: 7 Επτανήσιοι ποιητές, με 31 ποιήματα, σε 56 σελίδες, έναντι 17 Αθηναίων (ή, ακριβέστερα, ελλαδιτών) ποιητών, με 61 ποιήματα, σε 93 σελίδες. Το προβάδισμα, λοιπόν, δίνεται μάλλον στους Αθηναίους, με μια ποσοτική αναλογία σχεδόν 3 προς 2, εκτός κι αν σκεφτούμε ότι ο Πολέμης ανθολόγησε τις δύο ποιητικές παραδόσεις του 19ου αιώνα με γνώμονα το, μάλλον απίθανο, ιστορικογραμματολογικό κριτήριο σύμφωνα με το οποίο η εκδεδομένη ποιητική παραγωγή των Αθηναίων ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνη των Επτανήσιων ποιητών. Εξάλλου, ακόμη κι αν δεχτούμε ότι ο ανθολόγος ακολούθησε αυτό το κριτήριο, πάλι μένει αναιτιολόγητη η απουσία αρκετών αξιόλογων Επτανήσιων ποιητών, όπως ο Αντώνιος Μάτεσης (1794-1875), ο Γεώργιος Τερτσέτης (1800-1874), ο Σπυρίδων Μελισσηνός (1823-1888), ο Ιάκωβος Πολυλάς (1825-1896), ο Παναγιώτης Πανάς (1832-1896), ο Μικέλης Άβλιχος (1844-1917), ο Ανδρέας Μαρτζώκης (1849-1923), ο Διονύσιος Ηλιακόπουλος (1852-1899). Αντιστοίχως, από την ομάδα των Αθηναίων ποιητών λείπει, περιέργως, μόνο ο Ηλίας Τανταλίδης (1818-1876). Οι απουσίες του Στέφανου Κουμανούδη (1818-1899), του Δημοσθένη Βαλαβάνη (1824-1854) και του Ιωάννη Παπαδιαμαντόπουλου (1856-1910), είτε οφείλονται στο ποιητικό γούστο του ανθολόγου είτε όχι, είναι μάλλον αμελητέες, με το σκεπτικό ότι ο συνολικά περιορισμένος αριθμός σελίδων της ανθολογίας δεν επέτρεπε στον Πολέμη μιαν ευρύτερα «αντιπροσωπευτική» καταγραφή της ποιητικής παραγωγής του 19ου αιώνα. Ακόμη, λοιπόν, κι αν ο ποιητής Πολέμης ανθολογεί περισσότερο τους Επτανήσιους ποιητές, σε σύγκριση με άλλους σύγχρονούς του ανθολόγους, οι οποίοι εξάλλου ήταν κατά βάση εκδότες, η παρουσία των 17 Αθηναίων ποιητών στην ανθολογία του δείχνει ότι οι αντιστάσεις της καθαρευουσιάνικης ρομαντικής ποίησης στις προτιμήσεις του αναγνωστικού κοινού των αρχών του 20ού αιώνα εξακολουθούσαν να είναι τόσο ισχυρές, ώστε δύσκολα μπορούσε να τις παραβλέψει ένας ποιητής-ανθολόγος ο οποίος ήθελε να έχει απήχηση στο ευρύ κοινό. Εξάλλου η ποσοτικά αισθητή ανθολόγηση των Αθηναίων ρομαντικών ποιητών μπορεί να συνδεθεί με χαρακτηριστικά του ίδιου του ποιητικού έργου του Πολέμη, σύμφωνα με τις επισημάνσεις της Σταυροπούλου: «Τον Πολέμη κυρίως ακολουθεί σταθερά ο χαρακτηρισμός "τελευταίος του αστικού ρομαντισμού", μολονότι δεν διακρίνουμε στους στίχους του ούτε την πεισιθάνατη ή θρηνητική διάθεση ούτε τη συναισθηματική υπερβολή. Κατά τη γνώμη μου, ο ρομαντισμός που του αποδίδουν συνίσταται περισσότερο στα ελαττώματα της ποίησής του, στη ρηχή κάποτε αισθηματολογία του, στην απλοϊκή μερικές φορές έκφραση ιδεών, στην απουσία φιλοσοφικού βάθους».[7] Αν δεχτούμε ότι οι αποφάνσεις της κριτικής για το ποιητικό έργο του Πολέμη ευστόχησαν, τότε αιτιολογείται γιατί η ανθολογία του ισορροπεί ανάμεσα στο αθηναϊκό ρομαντικό παρελθόν, από τη μια μεριά, και το επτανησιακό παρελθόν και το αθηναϊκό μετα- ή αντιρομαντικό παρόν (της γενιάς του 1880), από την άλλη μεριά. Τέλος, η αισθητή παρουσία των Αθηναίων καθαρευουσιάνων ποιητών στην ανθολογία μπορεί να συσχετιστεί με το γεγονός ότι τόσο το άτιτλο προλογικό σημείωμα, όσο και τα βιογραφικά σημειώματα των ποιητών γράφονται από τον Πολέμη στην καθαρεύουσα γλώσσα, αν και τα ποιήματά του τα γράφει βεβαίως στη δημοτική. Συνεπώς, σε μια εποχή που ο μαχητικός δημοτικισμός βρίσκεται στο απόγειό του, ο Πολέμης υιοθετεί μια γλωσσικά μετριοπαθή στάση, λόγω της οποίας ως ανθολόγος δεν αποκλείει ή δεν περιορίζει την καθαρευουσιάνικη αθηναϊκή ποίηση.


    • Ο Πολέμης ως ανθολόγος της γενιάς του 1880 και των άμεσων επιγόνων της

      Αν διακρίνεται μια τακτική εξισορρόπησης στον τρόπο με τον οποίο ο Πολέμης ανθολογεί τις δύο ποιητικές παραδόσεις του 19ου αιώνα, την επτανησιακή και την αθηναϊκή, την ίδια τακτική μπορούμε να παρατηρήσουμε και στη σχεδόν ισόποση ανθολόγηση της ποιητικής παράδοσης του 19ου αιώνα (με 109 ποιήματα σε 164 σελίδες), από τη μια μεριά, και της ποίησης των τριών τελευταίων δεκαετιών (σχηματικά 1880-1910) (με 167 ποιήματα σε 152 σελίδες), από την άλλη μεριά. Ο αισθητά μικρότερος αριθμός των ποιημάτων της παράδοσης οφείλεται στο ότι αρκετά από αυτά είναι εκτεταμένα αποσπάσματα συνθετικών ποιημάτων.

      Σχεδόν το ήμισυ, λοιπόν, της ανθολογίας του Πολέμη αφιερώνεται στην ποίηση της γενιάς του και στην ποίηση ηλικιακά νεότερών του ποιητών, οι οποίοι λειτουργούν ως άμεσοι εκφραστικοί επίγονοι της γενιάς του 1880. Δεν έχει νόημα, πέρα από τους 42 ποιητές αυτής της ομάδας, να αναζητήσουμε σημαίνουσες απουσίες άλλων ποιητών. Θα μπορούσαν να αναφερθούν αρκετοί ακόμη ποιητές οι οποίοι, σύμφωνα με τη λογική μιας ευρείας απογραφής, θα περιλαμβάνονταν στην ανθολογία του Πολέμη (εντελώς ενδεικτικά μνημονεύονται οι Πέτρος Βλαστός, Γιάννης Καμπύσης Αλέξανδρος Πάλλης, Σπήλιος Πασαγιάννης, Σωτήρης Σκίπης, Δημήτριος Ταγκόπουλος, Κλεάνθης Τριαντάφυλλος). Eίναι, όμως, προφανές ότι το γούστο του Πολέμη ως ανθολόγου ίσχυσε ιδίως για την επιλογή των σύγχρονών του ποιητών. Σημασία, για τη θεώρηση της ανθολογίας του από τη σημερινή σκοπιά, έχει ότι όλοι σχεδόν οι εκτιμώμενοι σήμερα ως αξιόλογοι ποιητές της γενιάς του 1880 εκπροσωπούνται στις σελίδες της. Μάλιστα, στην παρουσίαση αυτών των ποιητών παρατηρείται σαφώς η τάση να μην ιεραρχηθούν σε μείζονες και ελάσσονες. Έτσι οι αποκλίσεις στον αριθμό των ανθολογημένων ποιημάτων και στις σελίδες που αυτά καταλαμβάνουν, χωρίς βέβαια να λείπουν, είναι αρκετά μικρές, ώστε να θεωρηθούν σημαίνουσες. Π.χ., ο θεωρούμενος σήμερα ως ο σημαντικότερος και αναμφίβολα ο αξιολογότερος ποιητής της γενιάς του 1880, ο Κωστής Παλαμάς, ανθολογείται σε αρκετές σελίδες (σύνολο 10), τόσες όμως είναι και οι σελίδες των ανθολογημένων ποιημάτων του Βιζυηνού και του Σουρή. Ο Πολέμης, λοιπόν, ως ανθολόγος αποφεύγει να προβάλει τον Παλαμά ή κάποιον άλλο ποιητή ως ηγετική φυσιογνωμία της γενιάς του 1880. Μάλιστα σε σχέση με την ανθολόγηση του Παλαμά θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη η πληροφορία της Σταυροπούλου ότι «[ο Πολέμης] την παλαμική δημιουργία είχε κατηγορήσει φανερά σε συνέντευξή του το 1893, αλλά και το 1897 για στίχους "αδικαιολογήτως ασαφείς, είτε από την αμέθοδον σύμπτυξιν πολλών ταυτοχρόνως ιδεών, είτε από την ανεπάρκειαν της φράσεως"».[8] Με δεδομένο ότι ο Πολέμης διατηρούσε αισθητικές επιφυλάξεις για την παλαμική ποίηση, οφείλουμε να του αναγνωρίσουμε ότι ανθολόγησε τον Παλαμά με πολύ δίκαιο μέτρο, αφού του αφιέρωσε αρκετές σελίδες, τόσες που να αντιστοιχούν στη γενική αναγνώρισή του, το 1910, ως σημαντικού ποιητή.

      Με δεδομένο ότι παραπάνω, προκειμένου να κατατάξουμε τους ανθολογημένους ποιητές σε ομάδες, ακολουθήσαμε τον ισχύοντα σήμερα γραμματολογικό χωρισμό των Αθηναίων κλασικορομαντικών ποιητών από τους ποιητές της γενιάς του 1880, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι οι γλωσσικές επιλογές των ίδιων των ποιητών, έτσι όπως αποτυπώνονται στα ανθολογημένα από τον Πολέμη ποιητικά κείμενα, μαρτυρούν τη σχετικότητα των γραμματολογικών σχηματοποιήσεων. Συγκεκριμένα, χωρίς βέβαια να ανατρέπεται η διαπίστωση ότι η αθηναϊκή ποίηση του 19ου αιώνα γράφτηκε γενικά στην καθαρεύουσα, ενώ με την ποίηση της γενιάς του 1880 σημειώθηκε στροφή προς τη δημοτική, η σχετικότητα αυτής της διαπίστωσης καταδεικνύεται από το γεγονός ότι αρκετά από τα ανθολογημένα ποιήματα της αθηναϊκής ποιητικής παράδοσης είναι γραμμένα στη δημοτική (όπως, π.χ., τα 4 πρώτα από τα ποιήματα του Ζαλοκώστα [σ. 45-49]), όπως, επίσης, ευάριθμα, όχι όμως και αμελητέα, από τα ανθολογημένα ποιήματα των ποιητών της γενιάς του 1880 είναι γραμμένα στην καθαρεύουσα. Έτσι, ο Τιμολέων Αμπελάς ανθολογείται με 2 ποιήματα γραμμένα στην καθαρεύουσα («Ασμάτιον» [σ. 171-172] και «Συ» [σ. 172]), ενώ ο Ιωάννης Καμπούρογλου με 4 ποιήματα εκ των οποίων το πρώτο είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα («Έρως αυτάρκης» [σ. 173-175]) και τα άλλα 3 στη δημοτική. Βέβαια τόσο ο Αμπελάς όσο και ο Καμπούρογλου είναι ποιητές που ηλικιακά, συνεπώς και εκφραστικά, βρίσκονται στο μεταίχμιο ανάμεσα στην παλαιά και τη νέα αθηναϊκή σχολή. Άλλα ποιήματα γραμμένα στην καθαρεύουσα είναι, επίσης, το δεύτερο του Σπυρίδωνα Λάμπρου («Θα πηγαίνω» [σ. 187]), το τελευταίο του Δημητρίου Κόκκου (προφανώς λόγω του σατιρικού περιεχομένου του) («Ο αντιπολιτευόμενος» [σ. 218-219]), το πρώτο του Κωνσταντίνου Φ. Σκόκου («Η εικών της» [σ. 220]) και τα 2 από τα 5 ποιήματα του Νίκου Καμπά («Η Λεσβία» [σ. 228-229] και «Ηγάπων παις» [σ. 229]). Αντιστρόφως, ο γνωστός μας για τη χρήση της καθαρεύουσας γλώσσας στα διηγήματά του Γεώργιος Βιζυηνός ανθολογείται με 5 ποιήματά του γραμμένα στη δημοτική (σ. 205-214). Τέλος, μία σημαίνουσα λεπτομέρεια. Στην ανθολογία του Πολέμη δεν υπάρχει ούτε μία γυναίκα ποιήτρια. Η λεπτομέρεια είναι σημαίνουσα στο βαθμό που φανερώνει ότι η ποιητική γενιά του 1880 ήταν ανδροκρατούμενη.


    • Η ανθολογία του Πολέμη ως καθρέφτης της γενιάς του

      H πλούσια ποιητική παραγωγή της γενιάς του 1880, με κέντρο της τον πρωτεϊκό Παλαμά, εξακτινώθηκε προς ποικίλες εκφραστικές, θεματικές και μορφολογικές τάσεις. Γνωρίζοντας και θεωρώντας αυτές τις τάσεις από την απόσταση του χρόνου, διαθέτουμε ένα ουσιαστικό πλαίσιο κρίσης της ανθολογίας του Πολέμη ως ενός λιγότερο ή περισσότερο πιστού καθρέφτη της ποίησης της γενιάς του, η οποία το 1910 είχε πλέον διαμορφώσει την εικόνα της. Ορισμένοι ποιητές της γενιάς του 1880 εξέφρασαν τους ανεκπλήρωτους πόθους της ρωμιοσύνης και αξιοποίησαν τη σχέση τους με την εθνική, την αρχαιοελληνική και τη νεότερη δημοτική παράδοση. Αυτή η ισχυρή τάση εκπροσωπείται στην ανθολογία του Πολέμη με τα κείμενα ποιητών όπως ο Aριστομένης Προβελλέγιος, ο Kώστας Kρυστάλλης και ο Iωάννης Γρυπάρης. Άλλοι ποιητές της γενιάς, δεχόμενοι αμεσότερα την επίδραση της ευρωπαϊκής ποίησης, μεταφύτευσαν στην Eλλάδα τη μουσικότητα του συμβολισμού, συνδυασμένη με το μουντό ψυχικό κλίμα της βόρειας Eυρώπης. Αυτή, όμως, η τάση, που βέβαια ήταν πολύ λιγότερο έντονη απ' ό,τι η πρώτη, εκπροσωπείται ελάχιστα στην ανθολογία του Πολέμη, όπου περιέχονται δύο μόνο ποιήματα του Kώστα Xατζόπουλου, ενώ δεν ανθολογούνται οι Γιάννης Kαμπύσης και Σπήλιος Πασαγιάννης. Μια τρίτη ομάδα ποιητών της γενιάς του 1880 φανέρωσε τις ψυχικές διαθέσεις του αστισμού και αντίκρισε τον κόσμο της υπαίθρου μέσα από το εξωραϊστικό, αλλά και κάποτε παραμορφωτικό πρίσμα του ανθρώπου της πόλης. Και αυτή η τάση αντιπροσωπεύεται ικανοποιητικά στην ανθολογία του Πολέμη με τα ποιήματα του Γεωργίου Δροσίνη, του ίδιου του Πολέμη, του Παύλου Nιρβάνα, του Λάμπρου Πορφύρα, του Zαχαρία Παπαντωνίου. Τέλος, υπήρξαν ποιητές της γενιάς των οποίων ο αστισμός εκδηλώθηκε με τη λαϊκότροπη ή και λαϊκίστικη ευθυμογραφική σάτιρα των κοινωνικών εκδηλώσεων της αστικής τάξης. Αυτή η τάση αντιπροσωπεύεται στην ανθολογία με τα ποιήματα του Γεωργίου Σουρή και του Δημητρίου Κόκκου.

      H θεματολογία του έργου των περισσότερων ποιητών της γενιάς του 1880 είχε ως βασικά σημεία αναφοράς την πατρίδα, όχι πια ως αφηρημένη εθνική ιδέα, αλλά ως βιωματικά ζωντανή πραγματικότητα που διάφορες όψεις της έλκουν και άλλες απωθούν· την φύση, ιδωμένη μέσα από τα μάτια του εγρήγορου παρατηρητή, όχι ως αιτία για μεταφυσική ενατένιση, αλλά ως αφορμή για να εκδηλωθεί είτε η χαρά των αισθήσεων είτε αρνητικά συναισθήματα· τον έρωτα ως ερωτοτροπία και χαρά των αισθήσεων· το σπίτι και την οικογενειακή ζωή, θύλακες του ιδιωτικού αστικού χώρου, που προσφέρουν ασφάλεια και θαλπωρή. Όλα τα παραπάνω θεματικά κέντρα εμφανίζονται λιγότερο ή περισσότερο στην ανθολογία.

      Aπό μορφολογική άποψη, οι ποιητές της γενιάς του 1880 καλλιέργησαν στη δημοτική γλώσσα όλες τις παραδοσιακές μετρικές μορφές, αφενός αξιοποιώντας τη σχέση τους με τη δημοτική και έντεχνη στιχουργική παράδοση, αφετέρου επιχειρώντας τη ρυθμική ανανέωση και τον εμπλουτισμό του αυστηρά έμμετρου στίχου. Έτσι, χρησιμοποιήθηκαν όχι μόνο ο δεκαπεντασύλλαβος κι ο ενδεκασύλλαβος, αλλά και στίχοι (π.χ. ο δεκατρισύλλαβος) ή ποιήματα σταθερής μορφής (π.χ. το σονέτο) με μικρή χρήση στο παρελθόν. Η εικόνα αυτής της στιχουργικής πολυμορφίας στο περιβάλλον του αυστηρά έμμετρου στίχου σχηματίζεται μέσα από τα ποιήματα της ανθολογίας. Αλλά το στιχουργικά ανανεωτικό πνεύμα της γενιάς εκδηλώθηκε, παράλληλα, με τη δημιουργία του ελευθερωμένου στίχου (με πρωτεργάτη του τον Παλαμά, που τον ονόμαζε «πολύτροπο» στίχο), μορφής ενδιάμεσης ανάμεσα στον έμμετρο και τον ελεύθερο στίχο. Kυρίαρχη πάντως παρέμεινε, την περίοδο αυτή, η αντίληψη της ποίησης-τραγουδιού. H αντίληψη αυτή δεν κλονίστηκε από την ανάπτυξη, τη δεκαετία του 1890 και στη συνέχεια, εναλλακτικών μορφών ποιητικής έκφρασης σε πεζό λόγο, όπως το πεζοτράγουδο (ο γνωστότερος ποιητής είναι ο Παπαντωνίου) ή το πεζό ποίημα. Η ανθολογία του Πολέμη κρίνεται, όμως, πάρα πολύ επιφυλακτική ή και απορριπτική απέναντι στις τολμηρές ή και καινοτόμες μορφολογικές επιλογές. Ανάμεσα στα 276 ποιήματα της ανθολογίας (ακριβέστερα, ανάμεσα στα 167 ανθολογημένα ποιήματα των ποιητών της γενιάς του 1880 και των επιγόνων της) δεν υπάρχει ούτε ένα πεζοτράγουδο, μορφή που, παρά την ευρεία διάδοσή της, μάλλον αντιμετωπιζόταν γενικότερα με αμηχανία ως προς την ειδολογική ταυτότητά της, με επιφύλαξη ή και με υποτιμητική διάθεση ως κατώτερο νόθο είδος. Επίσης στο σύνολο των 276 ποιημάτων (ή των 167 κειμένων των ποιητών της γενιάς του 1880 και των επιγόνων της) υπάρχουν μόνο 6 ποιήματα σε ελευθερωμένο στίχο. Πρόκειται για τα εξής κείμενα: Κωστής Παλαμάς, «Η γέννησι του κρίνου» (σ. 232-236)· Κωστής Παλαμάς, «Από το "Δωδεκάλογο του Γύφτου" (Απόσπασμα)» (σ. 237-239)· Στέφανος Στεφάνου, «Χαράμματα» (σ. 290)· Ιωάννης Ζερβός, «Τραγούδι στην τέχνη» (σ. 294)· Ιωάννης Ζερβός, «Ο παληός καθρέφτης» (σ. 296) και Σπύρος Μελάς, «Τραγούδια του ανθρώπου ΙΙ» (σ. 319). Το ποσοστό των ποιημάτων σε ελευθερωμένο στίχο επί του συνόλου των ανθολογημένων ποιημάτων είναι μόλις 2,17% (και επί του συνόλου των κειμένων των ποιητών της γενιάς του 1880 είναι μόλις 3,59%) Αν και δεν διαθέτουμε στοιχεία για το ποσοστό του ελευθερωμένου στίχου επί του συνόλου της ποιητικής παραγωγής ποιητών της γενιάς του 1880 ή και γενικότερα επί του συνόλου της ποιητικής παραγωγής της γενιάς, μπορούμε να θεωρήσουμε βέβαιο ότι αυτό το ποσοστό ήταν σαφώς υψηλότερο από το ποσοστό των ποιημάτων σε ελευθερωμένο στίχο, που ανθολογούνται από τον Πολέμη. Ας δώσουμε ένα διαθέσιμο συγκριτικό στοιχείο, αν και αφορά στο έργο ηλικιακά νεότερων ποιητών: στην ανθολογία Οι νέοι (1922) του Τέλλου Άγρα το ποσοστό των ποιημάτων σε ελευθερωμένο στίχο ανέρχεται σε 10,6%, ενώ επίσης υπάρχει το πολύ μικρό ποσοστό, 1,9%, ποιημάτων σε ελεύθερο στίχο.

      Η γενική κρίση μας για τον Πολέμη ως ανθολόγο, ιδίως της ποίησης της γενιάς του, ευθυγραμμίζεται με την πρόσφατη εκτίμηση της Σταυροπούλου για το ποιητικό έργο του: «Υπάρχουν μεγάλοι ποιητές που προηγούνται της εποχής τους· υπάρχουν άλλοι άξιοι που κατορθώνουν να συλλάβουν και να αποτυπώσουν στο έργο τους το πνεύμα ακριβώς του καιρού και του τόπου τους. Αναμφισβήτητα ο Πολέμης δεν ανήκει σ' αυτούς τους κορυφαίους· ακολουθούσε πάντα μαζί με τους πολλούς, με αργό ίσως αλλά σταθερό ρυθμό, και κυρίως χαρίζοντας με την τέχνη του συγκίνηση και ευχαρίστηση σε ένα μεγάλο κοινό, καθώς οι ποιητικές του συλλογές πραγματοποίησαν όσο ζούσε αλλεπάλληλες εκδόσεις, γεγονός πρωτοφανές για τα νεοελληνικά γράμματα της εποχής του».[9] Ο Πολέμης, λοιπόν, ως ανθολόγος επιβεβαιώνει την αξιολογική εικόνα του ως ποιητή: τη λειτουργία του ως εκφραστή του μέσου όρου. Γι' αυτό και δεν προκαλεί απορία - για να σχολιάσουμε το ερώτημα της απουσίας του Καβάφη από τις ανθολογίες των αρχών του 20ού αιώνα, έτσι όπως το έθεσαν οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη - ότι δεν ανθολογεί τον Καβάφη: αν ο Πολέμης γνώριζε το 1910 το έργο του Αλεξανδρινού, είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι αυτό δεν εντασσόταν στις προτιμήσεις του. Εξάλλου, την εποχή εκείνη, ο Καβάφης παρέμενε ακόμη πολύ λίγο γνωστός στο αθηναϊκό κοινό της ποίησης. Ουσιαστικά η εικόνα της παλαιότερης και της σύγχρονης ποίησης, έτσι όπως σχηματίζεται από την ανθολογία του Πολέμη, είναι μια αρκετά συγκεχυμένη εικόνα, όπου συνυπάρχουν παλαιότερα και νεότερα, οπισθοδρομικά και ανανεωτικά στοιχεία. Με άλλα λόγια, πρόκειται για μια πραγματική εικόνα, σχηματισμένη από τις επιλογές της συγκυριακής στιγμής ενός ποιητή-ανθολόγου που δεν λειτουργούσε με προειλημμένες αποφάσεις και δεν υποστήριζε αυστηρές γλωσσικές ή αισθητικές θέσεις.

      Ευριπίδης Γαραντούδης


    • Πίνακας περιεχομένων

      Ι.[ωάννης] Π.[ολέμης], «[Πρόλογος]» (σ. 5-6).

      Ρήγας Φεραίος: «Θούριος ύμνος» (σ. 7-9), «Η Ελλάς προς τα τέκνα της» (σ. 9-11), «Μοναξιά» (σ. 11-12).

      Ιωάννης Βηλαράς: «Δεν είνε τρόπος» (σ. 13), «Η Χλόη» (σ. 13-14), «Τα κλειδιά της ζωής» (σ. 14), «Τ’ αθάνατο νερό» (σ. 14), «Στολιδάρης» (σ. 14-15), «Σύγκρισις» (σ. 15-16).

      Αθανάσιος Χριστόπουλος: «Ο πετεινός» (σ. 17), «Ο ύπνος» (σ. 18), «Το αγκάθι» (σ. 18), «Τα μήλα» (σ. 19), «Λύσσα» (σ. 19), «Δοκιμή» (σ. 20), «Συμβουλή» (σ. 20), «Τρύγος» (σ. 21).

      Ανδρέας Κάλβος: «Εις Δόξαν» (σ. 22-26), «Εις Πάργαν» (σ. 26-29).

      Διονύσιος Σολωμός: «Ύμνος εις την Ελευθερίαν (Αποσπάσματα)» [οι στροφές 1-15, 31-34] (σ. 30-34), «Η Φαρμακωμένη» (σ. 34-35), «Η Ξανθούλα» (σ. 35-36), «Εκ των “Ελεύθερων Πολιορκημένων” (Αποσπάσματα)» [Άκρα του τάφου σιωπή… 6 στίχοι], [Ο Απρίλης με τον Έρωτα…, 14 στίχοι], [άλλοι 15 σκόρπιοι στίχοι] (σ. 36-38), «Επιγράμματα: Η καταστροφή των Ψαρών» (σ. 38), «Προς τον Βασιλέα της Ελλάδος ενώ εδιάβαινε τα νερά της Κέρκυρας» (σ. 39), «Εις Φραγκίσκα Φραίζερ» (σ. 39), «Η Ευρυκόμη» (σ. 39).

      Αλέξανδρος Σούτσος: «Από τον “Περιπλανώμενον” (Απόσπασμα)» [56 στίχοι] [Διατί το μέτωπόν του κατηφές…], [Βλέπει, βλέπει τας χιόνας…] (σ. 40-42), «Από την “Τουρκομάχον Ελλάδα” (Απόσπασμα)» [Τι την κιθάραν μου…] [50 στίχοι] (σ. 42-44).

      Γεώργιος Ζαλοκώστας: «Ρόδον και χορτάρι» (σ. 45), «Η πέρδικα» (σ. 46), «Η αναχώρησίς της» (σ. 46-47), «Ο βορειάς που τ’ αρνάκια παγώνει» (σ. 47-49), «Η τελευταία νυξ (Αποσπάσματα)» [Μυστηριώδεις σείονται…] [120 στίχοι] (σ. 49-53).

      Παναγιώτης Σούτσος: «Ο χαιρετισμός μας εις την αναγεννωμένην Ελλάδα» (σ. 54-56), «Η αφροντισιά μου» (σ. 56), «Ο αγροτικός μας βίος» (σ. 56-58).

      Αλέξανδρος [Ρίζος] Ραγκαβής: «Μάιος» (σ. 59-61), «Λάβαρον» (σ. 61-62), «Καλλιτεχνία» (σ. 62), «Η βάτος» (σ. 62-63), «Τρύγος» (σ. 63-64), «Λατρεία» (σ. 64-65), «Συμβουλαί» (σ. 65-66), «Η πατρίς μου» (σ. 66-67).

      Ανδρέας Λασκαράτος: «Το Ληξούρι εις τους 1836 (Αποσπάσματα εκ της πρώτης Ραψωδίας)» [Εστάθηκ’ ένα πράμμα…] [198 στίχοι] (σ. 68-75), «Και πάλε η κυρά μου» (σ. 75-76), «Γραφή αποκριτική» (σ. 76-78).

      Αντώνιος Μανούσος: «Το κάλλος και τα ρόδα» (σ. 79), «Άκαιρη μετάνοια» (σ. 80).

      Ιούλιος Τυπάλδος: «Το πλάσμα της φαντασίας» (σ. 81-86), «Η καταδίκη του κλέφτη» (σ. 86), «Η φυγή» (σ. 86-88).

      Θεόδωρος Ορφανίδης, «Ο αποχαιρετισμός του νεοσύλλεκτου», (σ. 89-91), «Ο Καρα Σεβδαλής» (σ. 91-93).

      Γεώργιος Παράσχος: «Ελπίς» (σ. 94-95), «Το εωθινόν» (σ. 95-97).

      Αριστοτέλης Βαλαωρίτης: «Η αγράμπελη» (σ. 98-99), «Ο Κίτζος και το γεράκι» (σ. 99-101), «Το τραγούδι της Θώδως (Εκ του ποιήματος “Φωτεινός”)» [Σε παράμερο λαγκάδι…] (σ. 101-103), «Ο Καλογιάννος» (σ. 104-106), «Ο βράχος και το κύμα» (σ. 106-108), «Η Ξανθούλα» (σ. 108).

      Γεράσιμος Μαρκοράς: «Οι θησαυροί τ’ Αλήπασσα» (σ. 109-110), «Αϊβασιλειάτικο. Για μια κόρη» (σ. 110), «Απομακρυσμός» (σ. 111), «Απόσπασμα από τον “Όρκο” (Πυρπόλησις Αρκαδίου)» [Σε τόση αντράλα ταραχής…] [50 στίχοι] (σ. 111-113), «Πρώιμη αγάπη» (σ. 113), «Μελαχροινούλα» (σ. 114), «Δύο!» (σ. 114).

      Δημήτριος Βερναρδάκης: «Ραψωδός (Απόσπασμα εκ της “Μαρίας Δοξαπατρή”» [Ανατολαί, θρηνήσατε…] [60 στίχοι] (σ. 115-117), «Εκ του ποιήματος “Η Εικασία” (Απόσπασμα)» [Ω δώρον συ πολύτιμον…] [26 στίχοι] (σ. 117-118).

      Δημήτριος Βικέλας: «Μη ξεχνάς» (σ. 119-120), «Απολογία» (σ. 120), «Εις ξένην» (σ. 120-121 ), «Σ’ αγαπώ» (σ. 121).

      Παναγιώτης Ματαράγκας: «Εις κόρην» (σ. 122-123), «Εις νεάνιδας» (σ. 124).

      Παναγιώτης Συνοδινός: «Η Λύρα μου επί του ιερού αγώνος (Απόσπασμα)» [Άτι μαύρο…] [20 στίχοι] (σ. 125-126), «Συνταγή χωριάτικη» (σ. 126-127).

      Αχιλλεύς Παράσχος: «Πρώτη Μαΐου» (σ. 128-129), «Προ της Παναγίας» (σ. 129-130), «Αναμνήσεις (Αποσπάσματα)» [Ω! να το Άντρον…] [70 στίχοι] (σ. 130-132), «Η σιγή μου» (σ. 133), «Ο δίσκος του γέρου αγωνιστού» (σ. 134-135), «Ελεγείον εις τον πρώην Βασιλέα της Ελλάδος Όθωνα Α΄» (σ. 135-139).

      Ιωάννης Καρασούτσας: «Εις την μετά της Ελευθέρας Ελλάδος ένωσιν των Ιονίων Νήσων» (σ. 140-141), «Ο παρθενικός έρως» (σ. 141).

      Άγγελος Βλάχος: «Τι αγαπώ» (σ. 142-143), «Η τροπή» (σ. 143-145), «Νοσταλγία» (σ. 145-147), «Εις λεύκωμα» (σ. 147).

      Αλέξανδρος Βυζάντιος: «Προς τον Κανάρην» (σ. 148-149), «Ο μέγας επαίτης» (σ. 149-152).

      Κλέων Ραγκαβής: «Ροδοδάφνη» (σ. 153-154), «Η Απόκρεως» (σ. 154-156), «Η παις και το ρόδον» (σ. 156).

      Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος: «Συμβουλαί εις φίλην μου» [52 στίχοι] (σ. 157-159), «Ματαιότης ματαιοτήτων» (σ. 159-160), «Ασμάτιον» (σ. 160-161), «Το άγαλμα της Παρθένου» (σ. 161-162), «Εις κόρην» (σ. 162-163), «Η ελληνική σημαία» (σ. 163-165).

      Σπυρίδων Βασιλειάδης: «Ο ερωτευμένος Ενετός» (σ. 166-167), «Εις αρχαίον κάτοπτρον της Κορίνθου Ι» [Ω! ποίον κάτοπτρον…] (σ. 167), «Εις αρχαίον κάτοπτρον της Κορίνθου ΙΙ» [Αβρός τις στέφανος…] (σ. 167-168), «Εις αρχαίον κάτοπτρον της Κορίνθου ΙΙΙ» [Και ως παρήλθεν…] (σ. 169), «Εις αρχαίον κάτοπτρον της Κορίνθου IV» [Ω! εις την πλάκαν σου…] (σ. 169-170), «Εις αρχαίον κάτοπτρον της Κορίνθου V» [Όμως πλανώμαι…] (σ. 170).

      Τιμολέων Αμπελάς: «Ασμάτιον» (σ. 171-172), «Συ» (σ. 172).

      Ιωάννης Καμπούρογλους: «Έρως αυτάρκης» (σ. 173-175), «Το μνημείον του Φιλοπάππου» (σ. 175), «Τα σύνορα του ελληνικού βασιλείου» (σ. 175-176), «Οι άγνωστοι ήρωες» (σ. 176).

      Αριστομένης Προβελέγγιος: «Εσπερινός» (σ. 177), «Φιλοσοφία του πόνου» (σ. 178-179), «Άσμα μου είσαι συ, αγαπημένη» (σ. 179-180), «Η καρδιά μάντισσα» (σ. 180-181), «Η λεύκη της αγοράς» (σ. 181-182), «Η ελεημοσύνη» (σ. 182-183), «Εις την αδελφήν του Μάρκου Μπότσαρη (ελθούσαν εις Αθήνας τον χειμώνα του 1888)» (σ. 183-185).

      Σπυρίδων Λάμπρος: «Η τρεις ψυχές» (σ. 186-187), «Θα πηγαίνω» (σ. 187).

      Δημήτριος Καμπούρογλους: «Κρυφή αγάπη» (σ. 188), «Εληά και πεύκος» (σ. 189), «Του φθινοπώρου τα όνειρα» (σ. 189-190), «Η φωνή των άψυχων (εντυπώσεις επισκέψεως εις το εν τη Πεντέλη παλάτι της Δουκίσσης της Πλακεντίας)» (σ. 190-191), «Ελπίδες» (σ. 192), «Ο τενεκές» (σ. 192).

      Χαραλάμπης Άννινος: «Παράπονο» (σ. 193-194).

      Γεώργιος Σουρής: «Εγώ εις Ρωσσίαν (Απόσπασμα)» [Κ’ έμεινα μόνος…] [70 στίχοι] (σ. 195-197), «Ο δάσκαλος» (σ. 197-198), «Η προξενήτρα» (σ. 198-199), «Στα παιδιά μου» (σ. 199-200), «Από τον Φασουλήν φιλόσοφον» [Ο Περικλέτος…] [115 στίχοι] (σ. 200-204).

      Γεώργιος Βιζυηνός: «Η καταιγίς» (σ. 205-206), «Μεταμορφώσεις» (σ. 207-209), «Η παρεξήγησις» (σ. 209), «Έρωτος τέχναι» (σ. 209-211), «Ο τελευταίος Παλαιολόγος» (σ. 211-214).

      Δημήτριος Κόκκος: «Είδα ένα όνειρο» (σ. 215-217), «Λύσσα» (σ. 217-218), «Ο αντιπολιτευόμενος» (σ. 218-219).

      Κωνστ. Φ. Σκόκος: «Η εικών της» (σ. 220), «Επιγράμματα: Εις ωραίον άγαλμα Νιόβης» (σ. 221), «Εις ωραίαν νοσοκόμον» (σ. 221), «Εις κούφον καυχώμενον επί πατραγαθία» (σ. 221), «Εις τοκογλύφον χορτοφάγον» (σ. 221), «Εις ταρτούφον νηστεύοντα» (σ. 221), «Εις κουτοπόνηρον» (σ. 221), «Εις φουκαράν ηθοποιόν» (σ. 222), «Εις κυρίαν φκιασιδού» (σ. 222).

      Στέφανος Μαρτζώκης: «Χαραυγή» (σ. 223), «Εις κόρην» (σ. 224), «Άσπρες τρίχες» (σ. 224-225), «Αρχαίο ειδύλλιο» (σ. 225), «Από το “Παγκόσμιο τραγούδι”» [Όταν με μαύρη απάτη…] [4 στροφές] (σ. 226).

      Νίκος Καμπάς: «Θα βραχούμε» (σ. 227), «Η λίμνη» (σ. 227-228), «Η Λέσβια» (σ. 228-229), «Ηγάπων παις» (σ. 229), «Στάσου» (σ. 229).

      Κωστής Παλαμάς: «Μία» (σ. 230-231), «Η ευτυχία» (σ. 231-232), «Η γέννησι του κρίνου» (σ. 232-236), «Το χέρι» (σ. 236-237), «Από το “Δωδεκάλογο του Γύφτου” (Απόσπασμα)» [Ούτε σπίτια ούτε καλύβια…] [68 στίχοι] (σ. 237-239).

      Γεώργιος Δροσίνης: «Το άγαλμα» (σ. 240-241), «Ο χωρισμός» (σ. 241), «Εσπερινός» (σ. 241-242), «Το καλύβι» (σ. 242-243), «Ο καθρέφτης της Σουλτάνας» (σ. 243), «Η λυγερή κι ο ήλιος» (σ. 244), «Η μοναχοκόρη» (σ. 244-245), «Τα χαρίσματα» (σ. 245-246), «Μικρά πουλιά» (σ. 246).

      Διονύσιος Μάργαρης: «Θα μαραθή» (σ. 247), «Λόγια χαμένα» (σ. 248).

      Γεώργιος Στρατήγης: «Το φιλί του πατέρα μου» (σ. 249), «Το φυλαχτό» (σ. 250), «Το κλεισμένο σπίτι» (σ. 251), «Η κάμαρά μου» (σ. 251-252).

      Ιωάννης Μαράνος: «Τραγούδια 1» [Όταν του ρόδου τη δροσιά…] (σ. 253), «Τραγούδια 2» [Μου λένε…] (σ. 253-254), «Τραγούδια 3» [Αρχόντισσα περήφανη…] (σ. 254), «Τραγούδια 4» [Ύπνος και Χάρος…] (σ. 254), «Τραγούδια 5» [Το υστερνό τραγούδι μου…] (σ. 254).

      Αλέκος Φωτιάδης: «Ι» [Καλύβι ανεμοσάλευτο…] (σ. 255), «ΙΙ» [Πάμε απ’ το δρόμο…] (σ. 255), «ΙΙΙ» [Την είδα εγώ την μάγισσα…] (σ. 256), «IV» [Γυρνώ τη ρύμη αποσπερνίς…] (σ. 256).

      Μιχαήλ Αργυρόπουλος: «Τα λουλούδια των βουνών» (σ. 257).

      Ιωάννης Πολέμης: «Η λεύκα» (σ. 258), «Ζωγραφιά» (σ. 259), «Το παληό βιολί» (σ. 259-260), «Το ρολόγι» (σ. 260-261), «Από τα “Πλεκτά τραγούδια”: Αρ. 12» [Τόσοι χειμώνες πέρασαν…] (σ. 261-262), «Από τα “Πλεκτά τραγούδια”: Αρ. 21» [Τι να σου πω…] (σ. 262), «Από τα “Πλεκτά τραγούδια”: Αρ. 62» [Εγώ τα ξέρω της ζωής…] (σ. 262), «Από τα “Πλεκτά τραγούδια”: Αρ. 65» [Όλα είν’ απλά…] (σ. 262), «Από τα “Πλεκτά τραγούδια”: Αρ. 68» [Συχνά μου λέγ’ η Υπομονή…] (σ. 262), «Από τα “Πλεκτά τραγούδια”: Αρ. 105» [Κτυπά η καρδιά στα στήθη μου…] (σ. 262-263), «Στ’ αμπέλια» (σ. 263).

      Πολύβιος Δημητρακόπουλος: «Από τα “Παράξενα τραγούδια”: 1» [Θέλω ένα λόγο…] (σ. 264), «Από τα “Παράξενα τραγούδια”: 2» [Ρώτα τα φύλλα του ρόδου…] (σ. 264-265), «Από τα “Παράξενα τραγούδια”: 3» [Γιατί τόσο μικρό…] (σ. 265), «Από τα “Παράξενα τραγούδια”: 4» [Ερώτησα τη θάλασσα…] (σ. 265).

      Παύλος Νιρβάνας: «Βροχή στο κύμα» (σ. 266), «Οδοιπόρος» (σ. 266), «Πρώτη πατρίδα» (σ. 266), «Ωκεανός» (σ. 267), «Σκλάβος πετεινός» (σ. 267), «Κρήτη» (σ. 267), «Χειμωνιάτικη ζωγραφιά» (σ. 267), «Ολύμπια» (σ. 267), «Παράπονον» (σ. 267).

      Ιωάννης Βλαχογιάννης: «Στο άγαλμα του Μπάιρον» (σ. 268-269), «Προσευχή προς ένα δέντρο» (σ. 269-271).

      Μιλτιάδης Μαλακάσης: «Τριαντάφυλλα» (σ. 272), «Στην άκρη του ποταμού» (σ. 272-273), «Αγάπη» (σ. 273), «Σε δύο μάτια» (σ. 274).

      Μιχαήλ Νικ. Καΐρης: «Στη μοναξιά μου: 1» [Πόσο μικρός…] (σ. 275), «Στη μοναξιά μου: 2» [Αχ! Πώς μικρή μου, σβύνομαι…] (σ. 275), «Στη μοναξιά μου: 3» [Χίλια πουλιά στον κήπο μου…] (σ. 276), «Στη μοναξιά μου: 4» [Μακρυά από σέν’, αγάπη μου…] (σ. 276), «Τραγουδάκι» (σ. 276).

      Αργύρης Εφταλιώτης: «Πατινάδα» (σ. 277), «Τραγούδι του αργαλειού» (σ. 278), «Από τη μάννα το μωρό» (σ. 278).

      Γεώργιος Τσοκόπουλος: «Πού ναύρω;» (σ. 279), «Τα δώρα του τραγουδιστή» (σ. 279-280).

      Ιωάννης Γρυπάρης: «Χωρισμός» (σ. 281), «Ύπνος» (σ. 282).

      Κώστας Κρυστάλλης: «Το μαρμαρωμένο βασιλόπουλο» (σ. 283-284), «Τραγούδι του αργαλειού» (σ. 284), «Ήθελα νάμουν τσέλλιγγας» (σ. 284), «Η καπετάνισσα» (σ. 285).

      Άγγελος Σημηριώτης: «Φθινοπωρινόν» (σ. 286-287), «Κυπαρίσσι» (σ. 287), «Εκ βαθέων: 1» [Στα βάθη τ’ αστροφώτιστα…] (σ. 288), «Εκ βαθέων: 2 » [Ολόρθη μέσ’ στο φως το μαλακό…] (σ. 288).

      Στέφανος Στεφάνου: «Σοννάτες: Ι. Το πέσιμο του φύλλου» (σ. 289-290), «ΙΙ. Χαράματα» (σ. 290), «Το δέντρο της ζωής» (σ. 290-291).

      Πέτρος Βασιλικός: «Από τα “Χεινοπωρινά”» [Και βλέπω σε μιαν άχνα…] (σ. 292), «Η σπορά» (σ. 293).

      Ιωάννης Ζερβός: «Τραγούδι στην τέχνη» (σ. 294), «Από τ’ άσματα των ασμάτων: Δ΄» [Έλα κρυφά…] (σ. 295-296), «Ο παληός καθρέφτης» (σ. 296).

      Άγις Θέρος (Σπ. Θεοδωρόπουλος): «Ημέρας ζωή» (σ. 297-298), «Πόνος κρυφός» (σ. 298), «Στη Δόξα» (σ. 299).

      Πέτρος Ζητουνιάτης: «Από την “Λήκυθον”» [Αγάπη, πώς μ’ εκούρασες…] (σ. 300-301).

      Ζαχαρίας Παπαντωνίου: «Ο πόλεμος! Ο πόλεμος!» (σ. 302-303), «Ο νειόγαμπρος» (σ. 303), «Χαλάσματα» (σ. 303-304).

      Σπύρος Ματσούκας: «Θρησκεία-Πατρίς» (σ. 305), «Στη φυλή μας» (σ. 306), «Στην πατρίδα» (σ. 306-307).

      Λάμπρος Πορφύρας: «Μάρμαρα» (σ. 308-309), «Ανεμώνες στον άνεμο: 1» [Γαλήνη…] (σ. 309), «Ανεμώνες στον άνεμο: 2» [Τότε που σ’ είδα…] (σ. 309), «Ένα λιμάνι: 1» [Η καταχνιές…] (σ. 310), «Ένα λιμάνι: 2» [Θυμάμαι τ’ ανοιξιάτικο ξεψύχισμα…] (σ. 310), «Ένα λιμάνι: 3» [Κάποτε θάρθω πλάι σου…] (σ. 311).

      Στέφανος Γρανίτσας: «Χάρι» (σ. 312), «Απριλιάτικο βράδυ» (σ. 313), «Η καμπάνα» (σ. 313).

      Θρασύβουλος Ζωιόπουλος: «Στροφές: 1» [Τα ωραία τα μάτια…] (σ. 314), «2» [Το ανάερο πέπλο…] (σ. 314-315), «3» [Το στοματάκι εδάγκωνε…] (σ. 315), «4» [Απ’ τις χαρές…] (σ. 315).

      Άριστος Καμπάνης: «Εγώ κ’ ένα δέντρο» (σ. 316-318).

      Σπύρος Μελάς: «Τραγούδια του ανθρώπου: [Ι]» [Και τα χρυσά…] (σ. 319), «Τραγούδια του ανθρώπου: ΙΙ» [Ήτανε, τάχα,…] (σ. 319), «Τραγούδια του ανθρώπου: ΙΙΙ» [Στο μαύρο, είπα, χελιδόνι…] (σ. 320), «Τραγούδια του ανθρώπου: IV» [Χρυσό αστάχυ…] (σ. 320).

      Μαρίνος Σιγούρος: «Τα λόγια της μάννας μου» (σ. 321-322), «Στο ναό της αγάπης» (σ. 322).

      Πίναξ των περιεχομένων (σ. 324-328).


    • Σημειώσεις

      1 Για τις διαφορές αυτές και καταγραφή των περιεχομένων της δεύτερης έκδοσης, που πάντως είναι ίδια με τα περιεχόμενα της πρώτης, βλ. Έφη Βαρακλιώτου, Χ. Λ. Καράογλου, Αρίστη Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1920. Βιβλιογραφική δοκιμή», Επιστημονική Επετηρίδα της Φιλοσοφικής Σχολής, Περίοδος Β΄, Τεύχος Τμήματος Φιλολογίας, τ. 6, 1996-1997 [κυκλοφόρησε και σε ανάτυπο], σ. 113-226: 171-176.

      2 Πρόκειται για τις εξής ανθολογίες: Νέα ελληνική ανθολογία ήτοι συλλογή εκλεκτών και νεωτέρων ελληνικών ποιημάτων, υπό Μιχαήλ Σαλιβέρου, Εν Αθήναις, Βιβλιοπωλείον Μιχ. Σαλιβέρου 1911· Νέα ελληνική ανθολογία περιέχουσα τα εκλεκτότερα έργα των νεώτερων ποιητών της Ελλάδος από του Ρήγα Φεραίου μέχρι των ημερών μας, Εν Νέα Υόρκη, Εκδοτικά Καταστήματα Ατλαντίδος [1913] (ανατυπ. 1921)· Ιωάννου Ν. Σιδέρη, Νεοελληνική ανθολογία, Εν Αθήναις, Βιβλιοπωλείον Ιωάννου Ν. Σιδέρη 1916 (ανατυπ. 1921)· Κ. Φ. Σκόκου εκλογή και επιμελεία, Νεοελληνική ανθολογία, Μετ' εικόνων και βιογραφιών, [Τόμοι 2], Αθήνα, Εκδοτικός Οίκος Ζηκάκη 1922-1923.

      3 Έφη Χρ. Βαρακλιώτου, Χ.Λ. Καράογλου, Άριστη Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», Μνήμη Ελένης Τσαντσάνογλου. Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Πρακτικά Ζ΄ Επιστημονικής Συνάντησης, Υπεύθυνος: Χ.Λ. Καράογλου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 431-453: 434.

      4 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, ό.π., σ. 435.

      5 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, ό.π., σ. 434.

      6 Καταγραφή της εργογραφίας και επιλογή βιβλιογραφίας του Πολέμη, βλ. στο πρόσφατο βιβλίο Ιωάννης Πολέμης, Επιλογή ποιημάτων, Εισαγωγή, ανθολόγηση, επιμέλεια Έρη Σταυροπούλου, Καΐρειος Βιβλιοθήκη - Άνδρος, Επιμέλεια: Εκδόσεις Άγρα 2005, σ. 51-59.

      7 Έρη Σταυροπούλου, «Ιωάννης Πολέμης (1862-1924). Εισαγωγή», Ιωάννης Πολέμης, Επιλογή ποιημάτων, ό.π., σ. 13-49: 23.

      8 Έρη Σταυροπούλου, ό.π., σ. 25.

      9 Έρη Σταυροπούλου, ό.π., σ. 14.


  • Οι νέοι. Εκλογή από το έργο των νέων Ελλήνων ποιητών 1910-1920, Επιμέλεια Τέλλου Άγρα, Εν Αθήναις, Εκδοτικός οίκος «Ελευθερουδάκης» 1922, σελ. 256.

    Η ανθολογία Οι νέοι. Εκλογή από το έργο των νέων Ελλήνων ποιητών 1910-1920, είναι μια από τις γνωστότερες ποιητικές ανθολογίες του 20ού αιώνα, για δύο αλληλένδετους λόγους: αφενός πρόκειται για μια πρωτότυπη στην εποχή της ανθολογία, δηλαδή για μια ειδική, θεματική ανθολογία, που στόχο έχει να αναδείξει μία νέα ποιητική γενιά, αφετέρου ο ανθολόγος και επιμελητής της είναι ένας πολύ γνωστός ποιητής και καταξιωμένος λογοτεχνικός κριτικός του Μεσοπολέμου, ο Τέλλος Άγρας. Καταρχήν, όσον αφορά στον χαρακτηρισμό της ως θεματικής ανθολογίας νέων λογοτεχνών, έχει σημασία ότι η ανθολογία του Άγρα εντάσσεται σε έναν αξιοσημείωτο αριθμό σύγχρονών της ανθολογιών για νέους, συνεπώς ευθυγραμμίζεται με την τάση της εποχής της για τη δημιουργία ανθολογιών στραμμένων στη σύγχρονη λογοτεχνία. Όπως διαπιστώνουν σχετικά οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη, «αν στις δύο πρώτες δεκαετίες του [20ού] αιώνα οι νέοι λογοτέχνες δεν κατείχαν επίζηλη θέση στις γενικές ανθολογίες, βρήκαν τον τρόπο να καταστήσουν έντονη την παρουσία τους, εκδίδοντας οι ίδιοι δικές τους ανθολογίες. Η συγκομιδή είναι εντυπωσιακή: επτά εκδόσεις μέσα σε μία δεκαετία, εκ των οποίων οι πέντε (τέσσερις ποιητικές και μία διηγήματος) μέσα σε μία μόλις διετία (1922-1923)»[1]. Μάλιστα, ανάμεσα σε όλες αυτές τις ανθολογίες, οι τρεις μελετητές ξεχωρίζουν εκείνη του Άγρα: «Η πιο αξιόλογη από όλες είναι του Τέλλου Άγρα με τίτλο Οι Νέοι και χρονικά όρια 1910-1920. Λιτή και καλαίσθητη έκδοση, με ενδιαφέροντα πρόλογο, όπου ο Άγρας επισημαίνει τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της νέας ποίησης, αναγνωρίζοντας συνάμα τις οφειλές της και τις σχέσεις της προς την παράδοση»[2].

     


    • Τα ποιοτικά και ποσοτικά στοιχεία της ανθολογίας

      Ας δούμε, όμως, τα στοιχεία της ανθολογίας με τη σειρά. Καταρχήν ο ανθολόγος, ο Τέλλος Άγρας, δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Γεννημένος το 1899, ήταν μόλις 24 ετών το 1922. Ωστόσο η παρουσία του στον λογοτεχνικό χώρο είχε ήδη γίνει αρκετά αισθητή. Μας πληροφορεί σχετικά ο συστηματικότερος μελετητής και βιογράφος του, ο Κώστας Στεργιόπουλος: «Ο Άγρας εμφανίστηκε πρωιμότατα στα γράμματα. […] Από το 1910 -όταν ήταν δηλαδή έντεκα ετών- δημοσίευε ποιήματα και πεζά στη σελίδα Συνεργασίας Συνδρομητών του περιοδικού "Η Διάπλασις των Παίδων" με το ψευδώνυμο που έμελλε να μείνει το λογοτεχνικό του όνομα, και το 1916 προωθήθηκε από τον Ξενόπουλο σε τακτικό συνεργάτη. Γύρω στα 1913 είχε συνεργαστεί και στον "Παιδικό Αστέρα". Αλλά στη λογοτεχνική κίνηση έκανε την πρώτη του εμφάνιση το 1917, από το περιοδικό "Βωμός", και τον επόμενο χρόνο πήρε δυο βραβεία: ένα στον Σεβαστοπούλειο διαγωνισμό του Πανεπιστημίου κι ένα στον διαγωνισμό διηγήματος της "Εσπερίας" του Λονδίνου. Κατόπιν, συνεργάστηκε στα περιοδικά: "Λύρα", "Οι Νέοι", "Μούσα", "Εμείς", "Νέα Ζωή" της Αλεξάνδρειας, "Ελληνική Επιθεώρησις", "Δελτίο Εκπαιδευτικού Ομίλου", "Εικονογραφημένη της Ελλάδος", "Νέα Τέχνη" και σε άλλα»[3]. Μια χαρακτηριστική ένδειξη της έντονης δημόσιας παρουσίας του Άγρα, στο χρονικό διάστημα της νεότητάς του, είναι ότι εμφανίζεται ως συνεργάτης σε 22 αθηναϊκά περιοδικά λόγου και τέχνης που εκδόθηκαν κατά την περίοδο 1901-1925[4]. Ένα χρόνο πριν από την έκδοση της ανθολογίας, το 1921, εκδόθηκε η μετάφρασή του των Στροφών του Ζαν Μορεάς.

      Επιχειρώντας, στη συνέχεια, μια γενική σύγκριση ανάμεσα στην ανθολογία του Άγρα και τις ανθολογίες του 19ου αιώνα αλλά και τις λίγο-πολύ σύγχρονές της ανθολογίες, δηλαδή τις ανθολογίες των πρώτων δεκαετιών του 20ού αιώνα, είναι εύκολο να οδηγηθούμε στη διαπίστωση ότι η ανθολογία του Άγρα αποτελεί μια σχετικώς λόγια ανθολογία. Αυτό καταδεικνύεται από γνωρίσματά της όπως η εισαγωγή του επιμελητή (αν και σχετικά μικρής έκτασης), η αλφαβητική κατάταξη των ποιητών (και όχι η κατάταξη των ποιημάτων σε θεματικές κατηγορίες), τα εργοβιογραφικά σημειώματα και οι φωτογραφίες των περισσότερων ποιητών. Ο λόγιος χαρακτήρας της ανθολογίας δείχνει, βέβαια, τη γενικότερη ροπή, η οποία χαρακτηρίζει την ποίηση των νέων της δεκαετίας του 1920, δηλαδή τη ροπή προς ένα, κατά κύριο λόγο, ειδικό, λόγιο κοινό.

      Η καταγραφή και μια πρώτη αποτίμηση των ποσοτικών δεικτών της ανθολογίας του Άγρα είναι ενδεικτική των προθέσεων του επιμελητή της. Το γεγονός ότι ανθολογούνται 70 ποιητές στην, μάλλον στενάχωρη, έκταση των 256 σελίδων με 264 ποιήματα (συνεπώς σε κάθε ποιητή αντιστοιχούν κατά μέσο όρο μόνο 3,6 σελίδες και εύλογα υποθέτει κανείς ότι ο περιορισμός των σελίδων οφείλεται στον εκδότη) δείχνει την πρόθεση για μια, όσο γίνεται ευρύτερη, αντιπροσώπευση φωνών και τάσεων της νεανικής ποίησης. Ανάμεσα στους 70 ποιητές μόνο 4 είναι γυναίκες (Θεώνη Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσα), Γαλάτεια Καζαντζάκη (Πετρούλα Ψηλορείτη), Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου, Μαρία Μπόταση)[5], ποσοστό 5,7%, πολύ μικρό αλλά και ενδεικτικό των στερεοτύπων με τα οποία αντιμετωπιζόταν τότε η ποίηση των γυναικών. Εξάλλου, όσον αφορά στην ποσότητα της παραγωγής της, η ποίηση των γυναικών πρέπει να υπολειπόταν αισθητά της ποιητικής παραγωγής των ανδρών. Αξιοσημείωτο είναι, επίσης, ότι στο σύνολο των 70 ποιητών υπάρχει ένας μόνο Κύπριος, ο Γλαύκος Αλιθέρσης· πρόκειται για μια ακόμη ένδειξη της μακράς αφάνειας της κυπριακής λογοτεχνίας στον ελλαδικό χώρο.


    • Τα εργοβιογραφικά σημειώματα των ποιητών

      Οι 70 ποιητές παρουσιάζονται κατά κανόνα με σύντομα εργοβιογραφικά σημειώματα συνοδευμένα από φωτογραφία. Μια ακριβέστερη ωστόσο επισκόπηση της παρουσίασης των ποιητών μαρτυρεί μια κάπως ασυντόνιστη εικόνα. Έτσι, στις περιπτώσεις 20 ποιητών δεν υπάρχει φωτογραφία[6]. Την απουσία των φωτογραφιών μπορούμε να αποδώσουμε στην απροθυμία των ίδιων των ποιητών να παραχωρήσουν φωτογραφία τους στον Άγρα (είναι απίθανο να υποθέσουμε ότι ο ίδιος ο ανθολόγος συγκέντρωσε τις υπόλοιπες 50 φωτογραφίες από έντυπες πηγές). Αν, λοιπόν, θεωρήσουμε ότι οι φωτογραφίες παραχωρήθηκαν από τους ποιητές, εύλογο είναι να υποθέσουμε ότι οι ίδιοι συνέταξαν και τα εργοβιογραφικά σημειώματα, έπειτα, εννοείται, από το αίτημα του Άγρα, και συνεπώς περιέλαβαν σ' αυτά τα στοιχεία που εκείνοι επιθυμούσαν. Έτσι αιτιολογούνται και οι αισθητές διαφορές μεταξύ των σημειωμάτων. Η σύνταξη του εργοβιογραφικού σημειώματος από τον ίδιο τον ποιητή δεν ισχύει στην περίπτωση του Μανώλη Μαγκάκη ο οποίος, σύμφωνα με το σημείωμα, γεννήθηκε το 1891 και πέθανε το 1918. Όλοι οι άλλοι ποιητές όταν εκδίδεται η ανθολογία είναι ζώντες. Στις περιπτώσεις 6 ποιητών, όπου δεν υπάρχει εργοβιογραφικό σημείωμα (Μ. Δαμιράλης, Νίκος Λαΐδης, Μαρία Μπόταση, Σπύρος Νικοκάβουρας, Γιάννης Οικονομίδης και Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας)), μπορούμε να υποθέσουμε ότι η απουσία του οφείλεται στην απροθυμία τους να παρατεθούν τα σχετικά στοιχεία. Το γεγονός, πάλι, ότι στις περιπτώσεις 18 ποιητών υπάρχει εργοβιογραφικό σημείωμα αλλά σε αυτό δεν καταγράφεται το έτος γέννησης τους[7] είναι λιγότερο ευεξήγητο. Πρόκειται πάλι για απροθυμία των ποιητών να καταγραφεί το έτος γέννησής τους; Εννοείται, πάντως, ότι στην περίπτωση των 4 ποιητριών, ακόμη κι όταν υπάρχει εργοβιογραφικό σημείωμα, δεν αναφέρεται ο χρόνος γέννησης. Κάτι τέτοιο ταιριάζει με τα ήθη της εποχής. Μόνο σε μία και μοναδική περίπτωση, εκείνη του Σπύρου Νικοκάβουρα, δεν υπάρχει ούτε φωτογραφία ούτε σημείωμα. Αν και το βιβλίο είναι, αναμφίβολα, καλαίσθητο, όποιος διατρέξει τις σελίδες του με μια λίγο σχολαστική ματιά θα εντοπίσει πολλά ίχνη βιαστικής ή και κακής τυπογραφικής επιμέλειας. Περιορίζομαι να σημειώσω, π.χ., τη λάθος σειρά των ονομάτων στα περιεχόμενα (σ. ζ΄), ότι ο ποιητής Δαμιράλης καταρχήν γράφεται ως Μ. Δαμιράλης (σ. 26), ενώ στην κεφαλίδα της διπλανής σελίδας ως Νικόλαος Δαμιράλης (σ. 27), και ότι το όνομα του Γεωργίου Α. Νάζου γράφεται «Γεώριος Α. Νάζος» (σ. 147). Επίσης, στα περιεχόμενα το όνομα του Καρυωτάκη γράφεται «Κ. Καρυωτάκης» (σ. ς΄). Στο κάτω μέρος της τελευταίας σελίδας των περιεχομένων, υπάρχει η εξής διορθωτική σημείωση: «Το όνομα του κ. Καρυωτάκη να διορθωθή έτσι: Κ. Γ. Καρυωάτκης» (σ. η΄). Σε αυτή τη σημείωση, όπως βλέπουμε, γίνεται ένα καινούριο, σοβαρότερο λάθος. Τα παραπάνω λάθη, ακόμη όμως και η ύπαρξη των φωτογραφιών, υπονομεύουν τον λόγιο χαρακτήρα της ανθολογίας, ο οποίος εντέλει δεν είναι ισχυρός.


    • Ο αριθμός των ανθολογημένων ποιημάτων ανά ποιητή

      Η, βάσιμα εικαζόμενη, υπόθεση ότι ο Άγρας ζήτησε από τους ίδιους τους ανθολογημένους ποιητές να του παραχωρήσουν φωτογραφία και να συντάξουν το εργοβιογραφικό σημείωμά τους, δεν σημαίνει ότι τους ζήτησε επίσης να αυτοανθολογηθούν ή να του υποδείξουν τα προς ανθολόγηση ποιήματά τους. Αυτό δείχνει το γεγονός ότι ο αριθμός των ποιημάτων με τα οποία ανθολογούνται οι διάφοροι ποιητές ποικίλλει αρκετά. Μπορούμε να θεωρήσουμε ότι ο αριθμός των ανθολογημένων κατά ποιητή ποιημάτων και ο αριθμός των σελίδων που αυτά καταλαμβάνουν δηλώνουν, ώς ένα βαθμό, την προτίμηση του Άγρα προς ορισμένους ποιητές και επομένως την αξιολογική διαβάθμιση των ανθολογημένων. Γι' αυτό είναι χρήσιμο να κατατάξουμε τους 70 ποιητές σε πίνακα, σύμφωνα με τον αριθμό των περιλαμβανομένων στην ανθολογία ποιημάτων τους. Οι ποιητές κατατάσσονται κατά τον αριθμό των ποιημάτων σε φθίνουσα σειρά. Στην περίπτωση των πρώτων 11 ποιητών καταγράφεται και ο αριθμός των σελίδων:

      16 ποιήματα:
      Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας) (σελ. 10)

      13 ποιήματα:
      Γεράσιμος Σπαταλάς (σελ. 10)

      12 ποιήματα:
      Κλέων Παράσχος (σελ. 7)

      10 ποιήματα:
      Θαν. Κυριαζής (σελ. 4)

      9 ποιήματα:
      Γιάννης Μαιναλιώτης (σελ. 5)

      8 ποιήματα:
      Βασίλειος Ρώτας (σελ. 6)

      6 ποιήματα:
      Γαλάτεια Καζαντζάκη (Πετρούλα Ψηλορείτη) (σελ. 5)
      Σπύρος Νικοκάβουρας (σελ. 3)
      Ανδρ. Παπαδόπουλος (Σύλβιος) (σελ. 4)
      Γεώργ. Θ. Σταυρόπουλος (σελ. 5)
      Νίκος Χαντζάρας (σελ. 6)

      5 ποιήματα:
      Λέων Κουκούλας
      Ναπολέων Λαπαθιώτης
      Μανώλης Μαγκάκης
      Κώστας Νεάρχος (Κώστας Ουράνης)

      4 ποιήματα:
      Δημ. Δημητριάδης (Ρήγας Γκόλφης)
      Χρήστος Ευελπίδης (Χρήστος Έσπερας)
      Ε. Γ. Ιωάννου (Τέλλος Άγρας)
      Μίλτος Κουντουράς
      Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου
      Τίμος Μαλάνος
      Όμηρος Μπεκές
      Σπύρος Παναγιωτόπουλος
      Δημ. Παπαδόπουλος (Τυμφρηστός)
      Μήτσος Παπανικολάου
      Ιωσήφ Ραφτόπουλος
      Πάνος Ταγκόπουλος

      3 ποιήματα:
      Γεώργιος Αθανασιάδης (Γεώργιος Αθάνας)
      Μιχαήλ Αναστασίου
      Γεώργιος Αργυρόπουλος (Κλαύδιος Μαρκίνας)
      Κώστας Βάρναλης
      Γιάννης Βούλης
      Θεώνη Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσα)
      Κ.Γ. Καρυωτάκης
      Γιάννης Κοκκινάκης
      Διονύσιος Π. Κουκουρίκος
      Σωτήρης Κουϊμιτσόπουλος (Στέφανος Μόρφης)
      Νίκος Λαΐδης
      Απόστ. Μαμμέλης
      Απόστ. Μελαχρινός
      Φάνης Μιχαλόπουλος
      Τάκης Μπαρλάς
      Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρις)
      Γεώργιος Α. Νάζος
      Γιάννης Οικονομίδης
      Ιω. Β. Οικονομόπουλος (Ρώμος Φιλύρας)
      Γεώργ. Παπαδόπουλος (Μάρκος Αυγέρης)
      Μιχ. Δ. Στασινόπουλος
      Θρασύβ. Σταύρου (Μελικέρτης)
      Γιάννης Στογιάννης

      2 ποιήματα:
      Γεώργιος Βρισιμιτζάκης
      Χρίστος Γερογιάννης
      Νίκος Ν. Δρακουλίδης (Άγγελος Δόξας)
      Αναστάσιος Γ. Δρίβας
      Κώστας Κοντός
      Κωνστ. Κωνσταντινίδης (Πέτρος Μάγνης)
      Μαρία Μπόταση
      Λέανδρος Παλαμάς
      Γ.Λ. Ροϊλός (Ρόης)

      1 ποίημα:
      Κωστής Βελιμέζης (Κωστής Βελμύρας)
      Μ. Δαμιράλης
      Δημοσθένης Δημακόπουλος
      Αλέκος Δράκος
      Λαίλιος Καρακάσης
      Νίκος Καρβούνης
      Σπύρος Ν. Μουσούρης (Φώτος Γιοφύλλης)
      Ιωάν. Μ. Παναγιωτόπουλος
      Τάκης Παπατζώνης
      Γεώργ. Τσιμπίδαρος (Γ. Φτέρης)
      Μιχ. Χατζηδημητρίου (Γλαύκος Αλιθέρσης)

      Όπως συνάγεται από τον παραπάνω πίνακα ούτε στην πρώτη πεντάδα ποιητών (Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας), Γεράσιμος Σπαταλάς, Κλέων Παράσχος, Θαν. Κυριαζής και Γιάννης Μαιναλιώτης), ούτε στην ακόλουθή της εξάδα ποιητών (Βασίλειος Ρώτας, Γαλάτεια Καζαντζάκη (Πετρούλα Ψηλορείτη), Σπύρος Νικοκάβουρας, Ανδρ. Παπαδόπουλος (Σύλβιος), Γεώργ. Θ. Σταυρόπουλος και Νίκος Χαντζάρας) περιλαμβάνονται εκείνοι οι ποιητές που θεωρούμε σήμερα τον σκληρό πυρήνα της ποιητικής γενιάς του Άγρα, της γενιάς του 1920. Ενδεικτική είναι η τοποθέτηση του Καρυωτάκη κάτω από τον μέσο όρο της ανθολόγησης, με τρία ποιήματα. Σε λίγο καλύτερη θέση, με πέντε ποιήματα, βρίσκονται ο Λαπαθιώτης και ο Ουράνης, με τέσσερα ποιήματα αυτοανθολογείται ο Άγρας και ανθολογεί τον Μήτσο Παπανικολάου, ενώ στην ίδια ποσοτική στάθμη με τον Καρυωτάκη βρίσκονται γνωστοί σήμερα ποιητές, όπως ο Βάρναλης, η Μυρτιώτισσα, ο Μελαχρινός και ο Φιλύρας. Τέλος, ενδιαφέρουσα είναι η ανθολόγηση του εικοσιεπτάχρονου Παπατσώνη με ένα μόλις, αλλά, όπως θα δούμε, σημαντικό ποίημα. Πέρα όμως από τις προσωπικές προτιμήσεις του Άγρα, υπάρχει και ένα άλλο εύλογο κριτήριο που προσδιορίζει τον αριθμό των ανθολογημένων ποιημάτων κατά ποιητή: η ηλικία. Οι ηλικιακά μεγαλύτεροι, δηλαδή, και επομένως, κατά τεκμήριο, πιο δόκιμοι ή καταξιωμένοι ποιητές γενικά ανθολογούνται με περισσότερα ποιήματα από τους ηλικιακά νεότερούς τους. Η διαπίστωση αυτή μας οδηγεί ευθύς σε μία άλλη ενδιαφέρουσα σκοπιά από την οποία πρέπει να εξεταστεί η ανθολογία του Άγρα.


    • Η ηλικία των ανθολογημένων ποιητών

      Ο τίτλος της ανθολογίας γεννά το ερώτημα πόσο πραγματικά νέοι είναι οι ανθολογημένοι ποιητές; Κατατάσσοντάς τους, παρακάτω, με βάση τις χρονολογίες γέννησής τους, θα οδηγηθούμε σε ορισμένες ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις. Καθώς στην πλειονότητά τους οι ανθολογημένοι ποιητές γεννήθηκαν στη δεκαετία του 1890, η κατάταξη αφορά μόνο στους γεννημένους πριν το 1890 και στους γεννημένους μετά το 1900 (πάντως, για τη διευκόλυνση του αναγνώστη, στα περιεχόμενα της ανθολογίας έχει σημειωθεί ο χρόνος γέννησης όλων των ποιητών, έτσι όπως καταγράφεται στα εργοβιογραφικά σημειώματά τους). Η κατάταξη ξεκινά από τους ηλικιακά μεγαλύτερους και βαίνει προς τους ηλικιακά νεότερους. Οι μεγαλύτεροι είναι 23: Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας) (1873), Απόστ. Μαμμέλης (1876), Κωνστ. Κωνσταντινίδης (Πέτρος Μάγνης) (1880), Απόστ. Μελαχρινός (1880), Θεώνη Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσα) (1881), Γαλάτεια Καζαντζάκη (Πετρούλα Ψηλορείτη) (1881), Δημ. Παπαδόπουλος (Τυμφρηστός) (1882), Κώστας Βάρναλης (1883), Σπύρος Νικοκάβουρας (1883), Γεώργ. Παπαδόπουλος (Μάρκος Αυγέρης) (1883), Νίκος Καρβούνης (1884), Σωτήρης Κουϊμιτσόπουλος (Στέφανος Μόρφης) (1884), Δημοσθένης Δημακόπουλος (1886), Δημ. Δημητριάδης (Ρήγας Γκόλφης) (1886), Θρασύβ. Σταύρου (Μελικέρτης) (1886), Σπύρος Ν. Μουσούρης (Φώτος Γιοφύλλης) (1887), Ανδρ. Παπαδόπουλος (Σύλβιος) (1887), Γεράσιμος Σπαταλάς (1887), Θαν. Κυριαζής (1888), Λαίλιος Καρακάσης (1889), Όμηρος Μπεκές (1889), Ιω. Β. Οικονομόπουλος (Ρώμος Φιλύρας) (1889) και Βασίλειος Ρώτας (1889). Οι νεότεροι είναι 7: Μήτσος Παπανικολάου (1900), Αναστάσιος Γ. Δρίβας (1900), Νίκος Λαΐδης [1900], Ιωάν. Μ. Παναγιωτόπουλος (1901), Αλέκος Δράκος (1902), Γ.Λ. Ροΐλός (Ρόης) (1903) και Μιχ. Δ. Στασινόπουλος (1903).

      Από την παραπάνω κατάταξη διαπιστώνουμε πόσο μεγάλο είναι το ηλικιακό άνυσμα των ανθολογημένων ποιητών. Όταν εκδίδεται η ανθολογία, το 1922, ο ηλικιακά μεγαλύτερος ποιητής, ο Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας) είναι 49 ετών, ενώ οι ηλικιακά νεότεροι, ο Γ.Λ. Ροϊλός και ο Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, μόλις 19 ετών. Δίχως άλλο, η ηλικιακή απόσταση των 30 χρόνων που χωρίζει τον ηλικιακά μεγαλύτερο από τους ηλικιακά μικρότερους ποιητές της ανθολογίας είναι μεγάλη. Όσο κι αν η πλειονότητα των ανθολογημένων ποιητών (οι 40 από τους 70) γεννήθηκαν στη δεκαετία του 1890, η μεγάλη ηλικιακή απόσταση ανάμεσα στον μεγαλύτερο και τον μικρότερο ποιητή δείχνει ότι ο Άγρας, γεννημένος το 1899, δεν συγκρότησε την ανθολογία με βάση κάποια αποσαφηνισμένα κριτήρια για την ύπαρξη και προβολή μιας ποιητικής γενιάς, πολύ περισσότερο της ποιητικής γενιάς των συνομηλίκων του. Απ' ό,τι φαίνεται, το βασικό κριτήριο επιλογής του ήταν να ανθολογήσει όσους περισσότερους ποιητές γνώριζε οι οποίοι εμφανίστηκαν στα γράμματα κατά την τελευταία δεκαπενταετία ή εικοσαετία.


    • Η απουσία του Άγγελου Σικελιανού

      Από τα παραπάνω στοιχεία προκύπτουν κάποιες ενδιαφέρουσες παρατηρήσεις. Ορισμένα δεδομένα προς σύγκριση: ο Παλαμάς που γεννήθηκε το 1859, είναι το 1922 στην ηλικία των 63 ετών, επομένως είναι 14 χρόνια γηραιότερος από τον ηλικιακά μεγαλύτερο ποιητή της ανθολογίας, τον Νικόλαο Πετμεζά (Λαύρα). Αλλά αν ο Παλαμάς δεν θα μπορούσε σε καμιά περίπτωση να θεωρηθεί νέος και συνεπώς να ανθολογηθεί, γιατί θεωρείται νέος ο 49 ετών Πετμεζάς (Λαύρας); Επίσης, δεν θα μπορούσε να μεμφθεί κανείς τον Άγρα επειδή δεν ανθολόγησε έναν ποιητή όπως ο Γιώργος Σεφέρης, γεννημένο το 1900, αφού ο Σεφέρης μέχρι το 1922 δεν είχε ακόμη παρουσιάσει ποιητικό έργο, αλλά εύλογη είναι η απορία γιατί ο Άγρας δεν ανθολόγησε ποιήματα του Άγγελου Σικελιανού, η απουσία του οποίου είναι πράγματι εντυπωσιακή. Το ίδιο επισημαίνουν και οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη, οι οποίοι γράφουν σχετικά: «Εντύπωση προκαλεί η απουσία του Σικελιανού· η υπόθεση μήπως οφείλεται στο ότι εμφανίστηκε πριν από το 1910 μάλλον δεν στέκει, διότι ανθολογούνται άλλοι σύγχρονοί του (λ.χ. ο Βάρναλης και ο Μελαχρινός)»[8]. Ο Aλέξανδρος Aργυρίου, πέρα από την απουσία του Σικελιανού, επισημαίνει επίσης την απουσία άλλων πέντε ποιητών: «Η. Βουτιερίδης, Ειρήνη Δεντρινού, Γ. Δούρας, Αρ. Καμπάνης, Κ. Καρθαίος»[9]. Αλλά ο εντοπισμός των απουσιών του Βουτιερίδη (γεννημένου το 1874), της Δεντρινού (1879), του Δούρα (1895), του Καμπάνη (1883) και του Καρθαίου (1879) βασίζεται σε μία μάλλον απογραφική λογική. Αν και η ανθολογία του Άγρα περιλαμβάνει πολλούς ποιητές, δεν φαίνεται να αποβλέπει σε μια πλήρη καταγραφή του σύγχρονού του ποιητικού τοπίου των «νέων». Εξάλλου, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε και το ενδεχόμενο της πλημμελούς ενημέρωσης του εικοσιτετράχρονου ποιητή και κριτικού Άγρα γύρω από το έργο κάποιων σύγχρονών του ποιητών[10]. Γεννημένος το 1884, ο Σικελιανός είναι 38 ετών το 1922. Όχι μόνο η ποιητική αλλά και γενικότερα η δημόσια παρουσία του είχε, μέχρι τότε, γίνει έντονα αισθητή και, σε αρκετούς, ενοχλητική. Μέχρι το 1922 ο Σικελιανός εξέδωσε τα βιβλία Αλαφροΐσκιωτος (1909), Συνείδηση της γης μου (1915), Συνείδηση της φυλής μου (1915), Η συνείδηση της γυναίκας (1916), Η συνείδηση της πίστης (1917) και Στίχοι (1920), ενώ πολλά ποιήματά του δημοσιεύτηκαν σε λογοτεχνικά περιοδικά, ανάμεσά τους μέρη από το Μήτηρ Θεού και το Πάσχα των Ελλήνων[11]. Μπορούμε λοιπόν να τον χαρακτηρίσουμε έναν από τους επιβλητικότερους νέους ποιητές της εποχής του. Γι' αυτό είναι απίθανο να σκεφτούμε ότι ο αρκετά νεότερός του Άγρας δεν θεωρούσε τον Σικελιανό ικανό να συμπεριληφθεί σ' ένα σύνολο 70 ποιητών. Έτσι λοιπόν, η μόνη εύλογη υπόθεση είναι ότι ο Σικελιανός, ποιητής που από νωρίς μεθόδευσε την ανάδειξή του στη βάση της προβολής του εαυτού του ως μείζονος ποιητή και ποιητή οδηγού και ταγού, αρνήθηκε να συμπεριληφθεί στην ανθολογία του άσημου Άγρα (σε σύγκριση με τον ίδιο), αντίθετος στην ιδέα να ανθολογηθούν ποιήματά του ανάμεσα σε εκείνα 70 ακόμη ποιητών. Η σκέψη, τέλος, ότι ο Άγρας δεν ανθολόγησε τον Σικελιανό επειδή δεν τον θεωρούσε πια «νέο» ποιητή, δεδομένου ότι αυτός ήταν ήδη πολύ γνωστός, δεν μπορεί να αποκλειστεί, πρέπει ωστόσο να λάβουμε υπόψη μας ότι, όσο κι αν είναι αρκετά ελαστική, η παράμετρος της ηλικιακής νεότητας ισχύει για την ανθολογία και με βάση αυτή την παράμετρο έπρεπε να συμπεριληφθεί και ο Σικελιανός.


    • Τέσσερα βασικά θέματα αναφοράς

      Εξετάζοντας την ανθολογία του Άγρα από την απόσταση των περίπου 85 ετών, προκύπτουν ορισμένα βασικά θέματα αναφοράς και μελέτης. Τα θέματα αυτά θα σχολιαστούν παρακάτω εν συντομία. Πρόκειται, συγκεκριμένα, για 4 θέματα: α) Η μετρική μορφή των ποιημάτων της ανθολογίας, θεωρημένη με γνώμονα μια, όπως αποδείχθηκε, μεταβατική εποχή, την εποχή που σήμανε τη μετάβαση από τον αυστηρά έμμετρο στον ελεύθερο στίχο. β) Το λυρικό είδος των σύντομων στην έκτασή τους ποιημάτων της ανθολογίας και η σύνδεσή του με την παραδοσιακή ποίηση. γ) Ο κυρίαρχος στα περισσότερα ποιήματα των ηλικιακά νεότερων ποιητών της ανθολογίας αρνητικός ψυχισμός. δ) Η εστίαση της θεματικής των ανθολογημένων ποιητών στον περίκλειστο ατομικό χώρο και η αποφυγή της αναφοράς τους στο ταραγμένο ιστορικοκοινωνικό παρόν.

      Α) Η μετρική μορφή

      Στο σύνολό της η ανθολογία του Άγρα περιλαμβάνει 264 ποιήματα. Στη συντριπτική πλειονότητα των ποιημάτων, στα 231 (87,5%), ο στίχος είναι αυστηρά έμμετρος, σε λίγα ποιήματα, συγκεκριμένα σε 28 (10,6%), είναι ελευθερωμένος και σε ελάχιστα, συγκεκριμένα σε 5 (1,9%), είναι ελεύθερος. Ο ελευθερωμένος στίχος εμφανίζεται στα παρακάτω 28 ποιήματα (όπου χρησιμοποιώ τον όρο «ελευθερωμένος στίχος ήπιας μορφής», ονομάζω τη μορφή εκείνων των ποιημάτων όπου η συλλαβική αυξομείωση είναι πολύ περιορισμένη, ενίοτε είναι και δυσδιάκριτη, ενώ συνάμα η ύπαρξη ισόστιχων στροφών και το σταθερό ομοιοκαταληκτικό σχήμα τους δημιουργούν ένα μορφολογικό πλαίσιο που εκ πρώτης όψεως μοιάζει ίδιο με εκείνο των ποιημάτων σε αυστηρά έμμετρη φόρμα):

      1. Κωστής Βελιμέζης (Κωστής Βελμύρας), «Θυσία» (σ. 13-17), κυρίως ιαμβικού και τροχαϊκού ρυθμού.
      2. Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, «Φυγή μέσα στο χρόνο» (σ. 20-21), ιαμβικού ρυθμού.
      3. Χρίστος Γερογιάννης, «Εσένα… θάχουμε θεό μας» (σ. 22-23), ιαμβικού ρυθμού.
      4. Θεώνη Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσα), «Voluptas» (σ. 39-40), ιαμβικού ρυθμού ήπιας μορφής.
      5. Νίκος Καρβούνης, «Το τραγούδι του νικημένου» (σ. 61-64), ιαμβικού ρυθμού, στο όριο του ελεύθερου στίχου, λόγω των πολλών παρατονισμών.
      6. Διονύσιος Π. Κουκουρίκος, «Πεθαμένη αδερφούλα» (σ. 72), ιαμβικού ρυθμού ήπιας μορφής.
      7. Διονύσιος Π. Κουκουρίκος, «Αρχαίο ειδύλλιο» (σ. 72), ιαμβικού ρυθμού.
      8. Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης (Πέτρος Μάγνης), «Μαρία η Μαγδαληνή» (σ. 94), ιαμβικού ρυθμού, με έναν στίχο τροχαϊκού ρυθμού.
      9. Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Ω, οι αγάπες!» (σ. 102-103), ιαμβικού και τροχαϊκού ρυθμού.
      10. Γιάννης Μαιναλιώτης, «Από τους τόπους που προκρίνω» (σ. 107-108), ιαμβικού και τροχαϊκού ρυθμού.
      11. Γιάννης Μαιναλιώτης, «Αγνότης θεία» (σ. 108), ιαμβικού ρυθμού.
      12. Γιάννης Μαιναλιώτης, «Το φως της Αβύσου» (σ. 109), ιαμβικού και τροχαϊκού ρυθμού.
      13. Γιάννης Μαιναλιώτης, «Ο θάνατος» (σ. 110), ιαμβικού και τροχαϊκού ρυθμού.
      14. Γιάννης Μαιναλιώτης, «Οι ήχοι οι μυστικοί» (σ. 111), ιαμβικού και τροχαϊκού ρυθμού.
      15. Απόστολος Μελαχρινός, «Απολυτίκια. Πάλι βρέχει» (σ. 121-122), τροχαϊκού ρυθμού.
      16. Απόστολος Μελαχρινός, «Απολιτίκια. Λυώνει των κρίνων» (σ. 122), ιαμβικού ρυθμού.
      17. Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρης), «Άρρωστος» (σ. 143-144), ιαμβικού ρυθμού, στο όριο του ελεύθερου στίχου.
      18. Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρης), «Σουρούπωμα» (σ. 144), ιαμβικού ρυθμού.
      19. Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρης), «Νοσταλγία» (σ. 145-146), ιαμβικού ρυθμού, με έναν στίχο τροχαϊκού ρυθμού.
      20. Ανδρέας Παπαδόπουλος (Σύλβιος), «Το παραμύθι των ραγιάδων» (σ. 171-172), ιαμβικού ρυθμού ήπιας μορφής.
      21. Μήτσος Παπανικολάου, «Ένα απόγεμα» (σ. 184), ιαμβικού ρυθμού, παρά την εξωτερική φόρμα του σονέτου.
      22. Μήτσος Παπανικολάου, «Βαρύ τραγούδι του κάμπου» (σ. 185-186), ιαμβικού ρυθμού.
      23. Κλέων Παράσχος, «Σήμερα η μέρα πέρασε» (σ. 190), ιαμβικού ρυθμού ήπιας μορφής.
      24. Κλέων Παράσχος, «Αργά απ' τα βάθη μου» (σ. 191-192), ιαμβικού ρυθμού.
      25. Κλέων Παράσχος, «Αγάλια αγάλια η σκέψη εκείνη» (σ. 194), ιαμβικού ρυθμού ήπιας μορφής.
      26. Κλέων Παράσχος, «Εγώ μαζύ σου…» (σ. 195), ιαμβικού ρυθμού ήπιας μορφής.
      27. Κλέων Παράσχος, «Θυμάμαι ένα μικρό νησί» (σ. 195-196), ιαμβικού ρυθμού ήπιας μορφής.
      28. Θρασύβουλος Σταύρου (Μελικέρτης), «Η πηγή» (σ. 236-237), ιαμβικού ρυθμού.

      Τα 5 ποιήματα σε ελεύθερο στίχο είναι τα εξής:

      1. Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, «Ελληνική θάλασσα» (σ. 20).
      2. Γιάννης Μαιναλιώτης, «Φως-φωνή» (σ. 109).
      3. Λέανδρος Παλαμάς, «Mabel» (σ. 163-164). Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ελευθερωμένος στίχος τροχαϊκού ρυθμού, οργανωμένος σε τετράστιχα, υπάρχουν όμως μερικοί άρρυθμοι στίχοι.
      4. Τάκης Παπατζώνης, «Beata Beatrix» (σ. 188-189).
      5. Κλέων Παράσχος, «Ω θλιβερά απογεύματα…» (σ. 191). Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ελευθερωμένος στίχος ιαμβικού ρυθμού, υπάρχει όμως ένας άρρυθμος στίχος.

      Η μετρική μορφή των ποιημάτων της ανθολογίας του Άγρα απασχόλησε ήδη 3 μελετητές, οι οποίοι κατέγραψαν επίσης τα ελευθερόστιχα ποιήματα του βιβλίου, αλλά με μεγάλες διαφοροποιήσεις. Ας δούμε, λοιπόν, ποιες ήταν οι δικές τους μορφολογικές διαπιστώσεις. Πρώτος ο Aλέξανδρος Aργυρίου γράφει για τα ελευθερόστιχα ποιήματα της ανθολογίας: «Σημειώνω για λόγους ενημέρωσης ότι στην Ανθολογία Ελευθερουδάκη-Άγρα (όπου, όσο ξέρω, πρωτοδημοσιεύεται το ποίημα του Παπατσώνη "Beata Beatrix"), και δυο άλλοι ποιητές, ο Χρίστος Γερογιάννης (1895) και ο Γιώργος Βρισιμιτζάκης (1890), δημοσιεύουν επίσης ποιήματα σε ελεύθερο και ανομοιοκατάληκτο στίχο»[12]. Ο Αργυρίου, λοιπόν, εντοπίζει ένα ακόμη από τα ελευθερόστιχα ποιήματα του βιβλίου, εκείνο του Βρισιμιτζάκη (η ελευθερόστιχη μορφή του ποιήματος του Παπατζώνη ήταν εξόφθαλμη), αλλά δεν παρατηρεί τα άλλα τρία ελευθερόστιχα ποιήματα. Αντιθέτως, συγκαταλέγει, εσφαλμένα, στα ελευθερόστιχα ποιήματα το ένα από τα δύο ποιήματα του Χρίστου Γερογιάννη, το οποίο είναι γραμμένο σε ελευθερωμένο στίχο. Συνεπώς, δεν παρατήρησε ότι στην ανθολογία υπήρχαν αρκετά ακόμη ποιήματα σε ελευθερωμένο στίχο, τα οποία, όπως εκείνο του Γερογιάννη, θα μπορούσαν να (παρ)αναγνωστούν ως ελευθερόστιχα.

      Δεύτερος ο Ξ.Α. Κοκόλης, σε μελέτη του με θέμα τη συχνότητα εμφάνισης και τη λειτουργία του διασκελισμού στην ελληνική ποίηση, κατά την περίοδο της μετάβασης από τον αυστηρά έμμετρο στον ελευθερωμένο και κατόπιν στον ελεύθερο στίχο, επιλέγει ως παράδειγμα, καταγράφει και σχολιάζει τους διασκελισμούς που εμφανίζονται στα ελευθερόστιχα ποιήματα της ανθολογίας του Άγρα. Ας δούμε λοιπόν ποια ποιήματα εντοπίζει ως ελευθερόστιχα ο μελετητής στην υπό εξέταση ανθολογία:

      Οι ελεύθεροι (ή περίπου) στίχοι σ' αυτή την ανθολογία είναι ελάχιστοι:

      • Γ. Βρισιμιτζάκης (1890-1947), τα δύο ποι. της ανθολογίας, 9+22: 31 στ.
      • Χρίστος Γερογιάννης (1895-;), ένα από τα δύο ποι της ανθολογίας, 27 στ.
      • Νίκος Καρβούνης (1880-1957), το 1 ποι. της ανθολογίας, 86 στ.
      • Γιάννης Μαιναλιώτης (1894-;), 5 από τα 9 ποι. της ανθολογίας, 13+11+12+10+12: 58 στ.
      • Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (1899-1950), ένα από τα 3 ποι. της ανθολογίας, 25στ.
      • Τάκης Παπατσώνης (1895-1976), το 1 ποι. της ανθολογίας, 32 στ.

      σύνολο 259 στ.

      Έντεκα ποιήματα συνολικά, που εκπροσωπούν κάτι λιγότερο από το 5% των ανθολογημένων 221 ποιημάτων (το 4,7% για την ακρίβεια)· ακόμη χαμηλότερο ποσοστό αποτελούν οι 259 στίχοι: 4,31% των έξι χιλιάδων στίχων της ανθολογίας. Οι έξι ποιητές πάντως φτάνουν το 8,57% των ανθολογουμένων· πρέπει βέβαια να ληφθεί υπόψη ότι μόνον οι μισοί εκπροσωπούνται με μόνον ελευθερόστιχα ποιήματα[13].

      Ο Κοκόλης καταγράφει όχι μόνο τα καθαρώς ελευθερόστιχα ποιήματα, αλλά και εκείνα που είναι γραμμένα σε «περίπου» ελεύθερο στίχο, χωρίς όμως να διευκρινίζει σε τι ακριβώς έγκειται αυτή η δυσδιακρισία. Είναι προφανές ότι ανάμεσα στα, κατά την κρίση του, ελευθερόστιχα ποιήματα συμπεριέλαβε και ορισμένα που ανήκουν στην κατηγορία των 28 ποιημάτων σε ελευθερωμένο στίχο. Αυτό όμως που κυρίως προκαλεί απορία είναι ότι η καταγραφή του δεν περιλαμβάνει επίσης τα δύο ποιήματα, του Λέανδρου Παλαμά, «Mabel» (σ. 163-164), και του Κλέωνα Παράσχου, «Ω θλιβερά απογεύματα…» (σ. 191). Τα ποιήματα αυτά διαφέρουν βέβαια ελάχιστα από τα ποιήματα του ελευθερωμένου στίχου, καθώς οι περισσότεροι στίχοι τους ακολουθούν τον τονικοσυλλαβικό ρυθμό. Ωστόσο η ύπαρξη στα ανωτέρω ποιήματα έστω και ελάχιστων άρρυθμων στίχων είναι ένα ασφαλές κριτήριο για να τα συμπεριλάβουμε στην κατηγορία των ελευθερόστιχων ποιημάτων.

      Τελευταίος ο Νάσος Βαγενάς έκρινε την ανθολογία του Άγρα, επικεντρώνοντας την κρίση του στη μορφολογική, ιστορικογραμματολογική και αισθητική σημασία του ποιήματος του Τάκη Παπατζώνη, «Beata Beatrix»:

      Ελάχιστα πράγματα σώζονται σήμερα ως ζωντανή ποίηση από τους στίχους του πλήθους των νέων ποιητών που συνωστίζονται στην ανθολογία του Άγρα (ο «Ορέστης» του Βάρναλη, ο «Hidalgo» του Φιλύρα, το «Εκάτης πάθη» του Λαπαθιώτη, το «Αθήνα» του Καρυωτάκη, και ίσως ένα δύο ακόμη άλλων ποιητών). Όμως σ' αυτά τα ελάχιστα ένα ποίημα ξεχωρίζει, οι στίχοι ενός ποιητή που η κριτική του τύχη είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και διδακτική. Το ποίημα είναι το «Beata Beatrix» του Τάκη Παπατσώνη, ενός από τους λίγους ποιητές που ο Άγρας ανθολογεί με ένα μόνο ποίημα. Μέσα στο πυκνό, απολιθωμένο σήμερα, δάσος της ανθολογίας και ανάμεσα στα ολιγάριθμα ζωντανά ποιήματα που αναφέραμε, το ποίημα αυτό εμφανίζεται σαν ένα ξέφωτο, που ξαφνιάζει με την απροσδόκητη παρουσία του. Το απροσδόκητο έγκειται στη μοναδικότητά του, γιατί το ποίημα αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από τα άλλα ποιήματα της ανθολογίας, τα οποία - παρά τις προσωδιακές αναζητήσεις ορισμένων - κινούνται όλα στο χώρο εκείνης της ποίησης που για λόγους ευκολίας ονομάζουμε παραδοσιακή. Γραμμένο σε πραγματικό ελεύθερο στίχο, με γλώσσα που αψηφά τις επιταγές του ορθόδοξου και μαχητικού εκείνα τα χρόνια δημοτικισμού, με έκφραση ασύμβατη προς την ισχύουσα τεχνοτροπία, το «Beata Beatrix», που πρωτοδημοσιεύεται το 1920, αποτυπώνει το αίσθημα μιας νέας για την ποίησή μας εποχής, της νεοτερικής εποχής, της οποίας σημαδεύει την έναρξη αποτελώντας το πρώτο της φανέρωμα.[14]

      Ο Βαγενάς θεωρεί, όχι άστοχα, ότι το ποίημα του Παπατζώνη είναι το μοναδικό στην ανθολογία του Άγρα που είναι γραμμένο σε «πραγματικό ελεύθερο στίχο». Το κριτήριό του είναι ευρύτερα μορφολογικό. Περιλαμβάνει, δηλαδή, και το κριτήριο της γλώσσας και της τεχνοτροπίας. Γι' αυτό, ενώ ο Βαγενάς επισημαίνει τις προσωδιακές αναζητήσεις ορισμένων [ποιημάτων]», χωρίς, πάντως, ούτε να προσδιορίζει τις καινοτομίες ούτε να καταγράφει τα σχετικά ποιήματα, θεωρεί ότι αυτά τα ποιήματα, όπως και όλα τα υπόλοιπα ποιήματα της ανθολογίας, ανήκουν στον χώρο της παραδοσιακής ποίησης, αν θεωρηθούν μ' ένα σύνθετο μορφολογικό κριτήριο (μορφή, γλώσσα, τεχνοτροπία).

      Με αφορμή τις παρατηρήσεις των 3 μελετητών και τη γενική θεώρηση της μορφής των ανθολογημένων από τον Άγρα ποιημάτων, μπορούν να γίνουν κάποιες διαπιστώσεις. Ο αυστηρά έμμετρος στίχος παραμένει, στις αρχές της δεκαετίας του 1920, η κυρίαρχη μορφολογική επιλογή των νέων ποιητών. Ωστόσο οι σποραδικές εμφανίσεις του ελευθερωμένου στίχου, μορφής που έχει ήδη πίσω της ιστορία 3 περίπου δεκαετιών[15], και τα πρώτα δειλά φανερώματα του ελεύθερου στίχου δείχνουν την προϊούσα τάση της μορφολογικής αλλαγής και της ανανέωσης. Τα όρια ανάμεσα στον ελευθερωμένο και τον ελεύθερο στίχο παρουσιάζουν αρκετά μεγάλη ρευστότητα. Αν εξαιρέσουμε το ποίημα του Παπατζώνη που είναι καθαρά ελευθερόστιχο, με την έννοια ότι όλοι σχεδόν οι μεγάλου συλλαβικού μήκους στίχοι του είναι άρρυθμοι και έχουν πεζολογικό τόνο (αν και ο Παπατζώνης ανθολογείται με ένα μόνο ποίημα κι έτσι δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης με άλλα ποιήματά του), στην περίπτωση των ελευθερόστιχων ποιημάτων του Μαιναλιώτη, του Λέανδρου Παλαμά και του Παράσχου η ρυθμική απόσταση από τον ελευθερωμένο στίχο είναι αρκετά μικρή: με ελάχιστες διορθώσεις τα ποιήματα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν κείμενα σε ελευθερωμένο στίχο. Εξάλλου, οι συγγραφείς τους έχουν ανθολογηθεί και με ποιήματά τους σε ελευθερωμένο στίχο. Επαληθεύεται έτσι ότι ο ελευθερωμένος στίχος λειτουργεί ως ρυθμικό και κατ' επέκταση εκφραστικό προστάδιο του ελεύθερου στίχου. Τα καθαρά ή «πραγματικά», λοιπόν, ελευθερόστιχα ποιήματα είναι του Παπατζώνη και του Βρισιμιτζάκη. Το πρώτο ποίημα έχει συνδεθεί όχι μόνο ως προς τη μορφή αλλά και ως προς το περιεχόμενο και την έκφρασή του με την έλευση του μοντερνισμού στην Ελλάδα (αυτό επισημαίνει με έμφαση και ο Βαγενάς). Από την άλλη το ποίημα του Βρισιμιτζάκη είναι το μοναδικό φανερά καβαφογενές ποίημα της ανθολογίας. Η μορφή του φαίνεται να ενισχύει τα επιχειρήματα όσων κατηγορούσαν, αυτή την εποχή, τον Καβάφη για πεζολογία, χωρίς να αντιλαμβάνονται την πλούσια, υπόγεια ρυθμική ενορχήστρωση του σταθερά ελευθερωμένου (ιαμβικού ρυθμού) στίχου του Αλεξανδρινού ποιητή[16].

      Επιπρόσθετα πρέπει να παρατηρήσουμε κάτι που δεν επισημάνθηκε από τους μελετητές της ανθολογίας του Άγρα, ότι τα ελάχιστα ελευθερόστιχα και τα λιγοστά ποιήματα σε ελευθερωμένο ιαμβικό στίχο εντάσσονται σ' ένα ευρύ σύνολο αυστηρά έμμετρων στίχων· μέσα όμως στο σύνολο αυτών των ποιημάτων εντοπίζονται ορισμένα που δείχνουν ό,τι χαρακτηρίστηκε ως πίεση στο εσωτερικό της παραδοσιακής φόρμας. Έτσι, υπάρχουν μερικά ποιήματα γραμμένα σε δεκαπεντασύλλαβους στίχους αλλά αυτοί οι δεκαπεντασύλλαβοι είναι τόσο εξαρθρωμένοι που πιθανόν θα έκαναν ως και τον ρυθμικά καινοτόμο Παλαμά να δυσφορήσει[17]. Μάλιστα οι ρυθμικές καινοτομίες αυτών των ποιημάτων προηγούνται των ρυθμικών καινοτομιών του Καρυωτάκη, οι οποίες, γι' αυτόν τον λόγο, θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπερτιμημένες. Η μέχρι σήμερα επικρατούσα άποψη είναι ότι η τακτική του Καρυωτάκη για μεθοδευμένες μετρικές παραβάσεις εξυπηρετεί την αργή αλλά σταθερή υπονόμευση του παραδοσιακού θεσμοθετημένου μετρικού οργανισμού και αντανακλά στο περιεχόμενο της ποίησής του: η κοινωνική ασφυξία που εκφράζεται με το περιεχόμενο της ποίησης (και παραπέρα με τη ζωή του ανθρώπου) και που ως διαφυγή της βρίσκει την κοινωνική καταγγελία, συνοδεύεται από την αδυναμία της πλήρους έκφρασης μέσα στα παραδοσιακά σχήματα. Η αδυναμία αυτή υπερβαίνεται με την αθέτηση της γλωσσικής ορθοδοξίας και την παραβίαση της μετρικής νόρμας[18]. Σύμφωνα με τον Χρήστο Παπάζογλου, που εξέτασε διεξοδικά τη μετρική της καρυωτακικής ποίησης, το ποιητικό έργο του Kαρυωτάκη εγκαινιάζει μια διαφορετική από το παρελθόν σχέση ανάμεσα στις μετρικές αποκλίσεις και το περιεχόμενο: ενώ στην προγενέστερη και σύγχρονη του Kαρυωτάκη νεοελληνική στιχουργία οι μετρικές παραβιάσεις ήταν «συνηθισμένα και θεμιτά» μέσα για να ανανεώνεται ο στίχος και να «εξοικονομείται, με τρόπο φυσικό, ο ρυθμός»[19], άσχετα όμως από το περιεχόμενο, στον Kαρυωτάκη, για πρώτη φορά, είναι φαινόμενα εσωτερικής διαταραχής του ρυθμού και καίριας έκφρασης του περιεχομένου[20]. Η παραπάνω άποψη ίσως πρέπει να επανεξεταστεί, καθώς υπάρχουν ποιήματα του Παλαμά, γραμμένα πριν από εκείνα τον Καρυωτάκη, όπου ο χειρισμός των μέσων μετρικής ποικιλίας και η σύνδεσή τους με το περιεχόμενο επιφέρουν τόσο την εσωτερική διαταραχή του ρυθμού όσο και την καίρια έκφραση του περιεχομένου. Τα γραμμένα σε εξαρθρωμένους δεκαπεντασύλλαβους ποιήματα της ανθολογίας του Άγρα μπορούν πιθανόν να εξεταστούν ως ανάλογα μορφολογικά παραδείγματα. Τα ποιήματα αυτά είναι τα εξής: Χρίστος Γερογιάννης, «Ω!… ξύπνησε στη νύχτα μας» (σ. 23-25)· Κλέων Παράσχος, «Madrigal triste» (σ. 195) και Γιάννης Στογιάννης, «Ρόδα» (σ. 240).

      Β) Το λυρικό είδος της παραδοσιακής ποίησης

      Μια ανθολογία όπου ανθολογούνται 70 ποιητές στην περιορισμένη έκταση των 256 σελίδων της είναι αναμενόμενο να περιλάβει κατά κανόνα σύντομα κι επομένως λυρικά ποιήματα. Τέτοια ποιήματα, λοιπόν, ανθολογεί κατά κανόνα ο Άγρας, ενώ λιγοστά είναι τα ανθολογημένα μέρη συνθετικών ποιημάτων (εξάλλου την περίοδο εκείνη λιγοστά είναι και τα γραμμένα από λιγότερο ή περισσότερο νέους ποιητές συνθετικά ποιήματα). Αν αυτή η μεγάλη πλειονότητα των σύντομων λυρικών ποιημάτων κριθεί με γνώμονα την παράδοση του νεότερου ποιητικού μας λυρισμού, έτσι όπως η παράδοση αυτή ξεκινά από τον Σολωμό και καταλήγει σε ένα μεγάλο μέρος της ποίησης του Παλαμά, η ποίηση που ανθολογεί ο Άγρας μπορεί να αποτιμηθεί ως συνέχιση και αξιοποίηση της λυρικής παραδοσιακής ποίησης, αλλά και ως εξάντλησή της. Πιο συγκεκριμένα, πολλά είναι τα ανθολογημένα ποιήματα που εντάσσονται φανερά στην εκφραστική τάση του παλαμισμού ή του μεταπαλαμισμού. Ο Αλέξανδρος Αργυρίου χώρισε, με βάση ηλικιακά κριτήρια, τους ποιητές που ανθολογεί ο Άγρας σε δύο κατηγορίες ή ομάδες. Η πρώτη ομάδα ποιητών που διέκρινε ο Αργυρίου είναι οι «ποιητές που εμφανίζονται στα ελληνικά γράμματα τα πρώτα χρόνια του αιώνα μας [20ού αιώνα], και ας τους ορίσουμε ως ποιητές της γενιάς του 1909, και ως επόμενης της γενιάς του 1880, της γενιάς του Κωστή Παλαμά»[21]. Πρόκειται λοιπόν για τους ηλικιακά μεγαλύτερους ποιητές της ανθολογίας, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονται ακόμη στον αστερισμό της επιρροής του επιβλητικού παλαμικού ποιητικού έργου.

      Αντιθέτως, αν δεχτούμε ότι στον αντίποδα της ποιητικής του Παλαμά βρίσκεται ο 59χρονος το 1922 Καβάφης, αυτός, μέσω της ανθολογίας, ηττάται κατά κράτος, αφού το μοναδικό όχι μόνο μετρικά αλλά και εκφραστικά καβαφογενές ποίημα είναι το «Ελληνική θάλασσα» του Βρισιμιτζάκη. Σήμερα, όμως, γνωρίζουμε ότι ο Καβάφης κατέθετε στην τράπεζα του μέλλοντος κι αυτό απέδειξε η ιστορία της τύχης του ποιητικού έργου του. Εντέλει, λοιπόν, η μεγάλη πλειονότητα των ποιημάτων της ανθολογίας, θεωρημένων από τη σημερινή σκοπιά, δείχνει πόσο πολύ, τη στιγμή της έκδοσης της ανθολογίας, η ελληνική ποίηση αφενός είχε εξαντλήσει τον παραδοσιακό λυρισμό, αφετέρου είχε ανάγκη την ανανεωτική πνοή που έφεραν, λίγα χρόνια αργότερα, οι διάφορες εκδοχές του μοντερνισμού και η πλατιά αποδοχή και απήχηση της καβαφικής ποίησης. Οι μόνοι ποιητές της ανθολογίας που συνδέθηκαν με την εμπειρία του ελληνικού μοντερνισμού είναι ο Αναστάσιος Γ. Δρίβας και ο Τάκης Παπατζώνης και το μόνο ανθολογημένο ποίημα που εκφράζει αυτή την ανανεωτική πνοή και πραγματικά μοιάζει παράταιρο δίπλα στα άλλα είναι το «Beata Beatrix».

      Γ) Ο αρνητικός ψυχισμός των νέων ποιητών της ανθολογίας

      Ο σημερινός αναγνώστης της ανθολογίας του Άγρα εντυπωσιάζεται από το γεγονός ότι στα ποιήματα ιδίως των ποιητών που γεννήθηκαν στη δεκαετία 1890-1900 εκφράζεται ένας καθαρά αρνητικός ψυχισμός. Πρόκειται για τους λίγο-πολύ συνομήλικους του Καρυωτάκη, για τους ποιητές της γενιάς του. Είναι η δεύτερη ομάδα ποιητών την οποία διακρίνει ο Αργυρίου: «Ποιητές που εμφανίζονται γύρω στα 1920 και τους ορίζομε ως ποιητές της γενιάς του μεσοπολέμου»[22]. Σε αυτούς, λοιπόν, τους πιο νέους και καθαρά μεσοπολεμικούς ποιητές είναι διάχυτη εκείνη η ψυχική αίσθηση, η θεματική, αλλά και οι εκφραστικοί τρόποι, τα οποία αργότερα, μετά την αυτοκτονία του Καρυωτάκη, το 1928, προσέλαβαν το όνομα «καρυωτακισμός». Με τον όρο αυτό καταρχήν ορίστηκε η στάσιμη και αρνητική μίμηση του έργου του Kαρυωτάκη, που ξέσπασε ως βραχύβια μόδα μετά από την περίφημη πράξη της αυτοκτονίας του (1928-1935). Mε το πέρασμα όμως του χρόνου, ο όρος προσέλαβε τη σημασία της πεισιθάνατης αντιμετώπισης της ζωής, διαπιστωμένης στο έργο νεότερων ποιητών, της γενιάς του 1930 (Γιώργος Σεφέρης και νεανικός Γιάννης Pίτσος), της πρώτης (π.χ. Μανόλης Aναγνωστάκης) και της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς (π.χ. Βύρων Λεοντάρης). Το ενδιαφέρον, όμως, με πάμπολλα ποιήματα της ανθολογίας του Άγρα είναι ότι η ψυχοσυναισθηματική συγγένεια με εκείνη τη στάση ζωής που εξέφρασε ο Καρυωτάκης εμφανίζεται ως γενικευμένη τάση της νεανικής ποίησης 5 χρόνια νωρίτερα από την έκδοση του τρίτου και κορυφαίου ποιητικού βιβλίου του Καρυωτάκη, Ελεγεία και σάτιρες (1927), και 6 χρόνια πριν από τη συνταρακτική, όπως αποδείχθηκε στην πορεία του χρόνου, αυτοκτονία του. Μάλιστα ορισμένοι από τους νέους, τους μεσοπολεμικούς ποιητές της ανθολογίας του Άγρα, εμφανίζονται τότε, το 1922, αρκετά πιο καρυωτακικοί, πιο ψυχοσυναισθηματικά διαλυτικοί απ' ό,τι αργότερα ο Καρυωτάκης. Αφήνω στον αναγνώστη να κάνει αυτή τη διαβάθμιση. Από τη δική μου σκοπιά περιορίζομαι να καταγράψω εκείνους τους 31 ποιητές όπου σε όλα ή σε κάποια/κάποιο από τα ανθολογημένα ποιήματά τους εμφανίζονται στοιχεία της θεματικής, του ύφους, της αρνητικής ψυχοσυναισθηματικής διάθεσης, τα οποία μας είναι οικεία από την καρυωτακική ποίηση: Γιάννης Βούλης, Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Χρίστος Γερογιάννης, Μ. Δαμιράλης, Αλέκος Δράκος, Νίκος Ν. Δρακουλίδης (Άγγελος Δόξας), Χρήστος Ευελπίδης (Χρήστος Έσπερας), Ε.Γ. Ιωάννου (Τέλλος Άγρας), Νίκος Καρβούνης, Γιάννης Κοκκινάκης, Διονύσιος Π. Κουκουρίκος, Θαν. Κυριαζής, Νίκος Λαΐδης, Ναπολέων Λαπαθιώτης, Όμηρος Μπεκές, Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρις), Γεώργιος Α. Νάζος, Κώστας Νεάρχος (Κώστας Ουράνης), Σπύρος Νικοκάβουρας, Γιάννης Οικονομίδης, Ιω. Β. Οικονομόπουλος (Ρώμος Φιλύρας), Μήτσος Παπανικολάου, Κλέων Παράσχος, Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας), Γ.Λ. Ροϊλός (Ρόης), Ιωσήφ Ραφτόπουλος, Βασίλειος Ρώτας, Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, Γεώργ. Θ. Σταυρόπουλος, Θρασύβ. Σταύρου (Μελικέρτης) και Γιάννης Στογιάννης. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμη και στο ποίημα «Αλήθεια λέγω» (σ. 205), ποίημα του ηλικιακά μεγαλύτερου ποιητή της ανθολογίας, του Νικόλαου Πετμεζά (Λαύρα), ο οποίος βέβαια δεν ανήκει στη γενιά του Καρυωτάκη, η πρώτη στροφή έχει ως θέμα της την «καταφρονημένη γενιά»:

      Αλήθεια, αλήθεια λέγω κι άκουσέ με,
      δεν έχει και για μας ο κόσμος θέση.
      Για μας που γεννηθήκαμε να κλαίμε,
      για μας· που την καρδιά μας έχει δέσει,
      ο πόνος με τετράδιπλα σκοινιά,
      ω καταφρονημένη μας γενιά!

      Η τόσο πυκνή παρουσία, στην ανθολογία του Άγρα, ποιημάτων που σήμερα χαρακτηρίζουμε καρυωτακίζοντα, κατά κάποιο τρόπο επιβεβαιώνει ό,τι ο ίδιος ο Άγρας ως διορατικός και οξύνους κριτικός της καρυωτακικής ποίησης διαπίστωσε, λίγα χρόνια έπειτα από την αυτοκτονία του Καρυωτάκη και σε απόσταση 11 ετών από την έκδοση της ανθολογίας, το 1933: «Κι έξαφνα, στα 1927, με την τρίτη και τελευταία του ποιητική συλλογή, Ελεγεία και Σάτιρες, [ο Καρυωτάκης] μας εξεπέρασεν όλους, αμέσως και εξακολουθητικά!»[23]. Με άλλα λόγια, η γραμμένη μέχρι το 1922 αλλά και μέχρι το 1927 καρυωτακική ποίηση εντάσσεται στο κλίμα των ποιητών της «καταφρονημένης» γενιάς του, χωρίς ακόμη να εμφανίζει εκείνα τα στοιχεία που ξεχώρισαν τον Καρυωτάκη και τον έκαναν ποιητή-έμβλημα των μεταπολεμικών και των μεταπολιτευτικών ποιητικών γενεών. Αυτά τα στοιχεία εμφανίστηκαν με τη συλλογή του Ελεγεία και σάτιρες και εντοπίζονται ιδίως στην ενότητα «Σάτιρες».

      Δ) Ο περίκλειστος ατομικός χώρος και η απόσταση από το ιστορικοκοινωνικό παρόν

      Όταν ετοιμάζεται και εκδίδεται η ανθολογία του Άγρα, το 1922, προφανώς πριν ακόμη από τη Μικρασιατική Καταστροφή, το ελληνικό έθνος ζούσε μέσα στον πυρετό μιας πρωτοφανούς εθνικής ανάτασης. Φαίνεται ο πυρετός αυτός μέσα από τα κείμενα της ανθολογίας; Η διαπίστωση είναι άμεση: τα σχετιζόμενα με το ιστορικό κλίμα της εποχής ποιήματα είναι ελάχιστα. Η φωτογραφία του Μήτσου Παπανικολάου με στρατιωτική στολή (σ. 184) και το βιογραφικό σημείωμα του αξιωματικού του ελληνικού στρατού Βασίλειου Ρώτα, που μας πληροφορεί ότι «αρρώστηκε κατά την αιχμαλωσία του στο Βερλ της Γερμανίας και τώρα νοσηλεύεται στην Ελβετία» (σ. 212), είναι οι λιγοστές πραγματολογικές μαρτυρίες της αναπότρεπτης εμπλοκής των λογοτεχνών στο σύγχρονο ιστορικό τους γίγνεσθαι (αν και από όλα τα άλλα βιογραφικά σημειώματα απουσιάζουν, παραδόξως, οποιεσδήποτε αναφορές που να δείχνουν την όποια εμπλοκή των προσώπων στα ιστορικά συμβάντα μιας τόσο πολιτικοκοινωνικά και στρατιωτικά ταραγμένης εποχής). Σ' ένα σύνολο 264 ποιημάτων, τα επίκαιρα, από ιστορικοπολιτική σκοπιά, ποιήματα είναι μόλις 4: «Είχα ένα σύντροφο…» (σ. 77-79) του Λέοντα Κουκούλα· «Αποχαιρετισμός» (σ. 170) του Σπύρου Παπαδόπουλου· «Το παραμύθι των ραγιάδων» (σ. 171-172) του Σμυρνιού Ανδρέα Παπαδόπουλου και «Τραυματίας» (σ. 216) του Βασίλειου Ρώτα. Μάλιστα και από αυτά τα 4 ποιήματα, γραμμένα σε μια εποχή εθνικής ανάτασης, μόνο εκείνο του Σμυρνιού Ανδρέα Παπαδόπουλου συντονίζεται με το γενικό κλίμα εθνικού ενθουσιασμού της εποχής, ενώ τα άλλα 3 κάθε άλλο παρά δείχνουν τη διάθεση για συμμετοχή στο γενικό αυτό κλίμα.

      Πιο ενδιαφέρον είναι ότι αυτή η απόσταση από το ιστορικοκοινωνικό παρόν παρατηρείται στην ανθολογία του Άγρα σε μιαν εποχή κατά την οποία κάθε άλλο παρά λείπουν τα εθνικά-πατριωτικά ποιήματα. Αν θεωρήσουμε τις «εθνικές-πατριωτικές» ανθολογίες, έτσι όπως τις διακρίνουν σε θεματική κατηγορία οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη[24], δείκτη της ποιότητας και της ποσότητας της σχετικής παραγωγής, περιορίζομαι να αναφέρω ότι στην περίοδο 1900-1950 στην κατηγορία αυτή οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη εντάσσουν 5 ανθολογίες επί συνόλου 68 και, με αφορμή την ανθολογία Ποιητική πολεμική ανθολογία 1912-1913, του Αχιλλέως Καραβία (1913), παρατηρούν ότι «πολλοί ανθολογούμενοι ποιητές είναι ασήμαντοι ή παντελώς άγνωστοι»[25]. Διαπιστώνουμε, λοιπόν, ότι το είδος της εθνικής-πατριωτικής ποίησης ασκείται από τους ασήμαντους και άγνωστους και, αν κρίνουμε από την ανθολογία του Άγρα, όχι από τους ηλικιακά νέους ποιητές, οι οποίοι φαίνεται όχι μόνο να μην συντονίζονται με το κοινωνικοπολιτικό κλίμα της εποχής τους αλλά ως ποιητές να απέχουν συστηματικά από αυτό.

      Ευριπίδης Γαραντούδης


    • Πίνακας περιεχομένων

      Πίναξ των περιεχομένων (σ. ε΄-η΄)

      Πρόλογος στην Ανθολογία των νέων [του Τέλλου Άγρα] (σ. θ΄-ιε΄).

      Γεώργιος Αθανασιάδης (Γεώργιος Αθάνας) (1893-): «Ο πόνος της αγαπητικιάς» (σ. 1), «Τετράστιχα» (σ. 2), «Του πεθαμένου ναυτικού» (σ. 2-3).

      Μιχαήλ Αναστασίου (1893-): «Intermediun» (σ. 4-5), «[Intermedium] XI» (σ. 5), «[Intermedium] XVIII» (σ. 5-6).

      Γεώργιος Αργυρόπουλος (Κλαύδιος Μαρκίνας) (1892-): «Τέτοια η ζωή» (σ. 7-8), «Θάμουν αητός» (σ. 8), «Πότε να πέση χειμωνιά» (σ. 9).

      Κώστας Βάρναλης: «Αλκιβιάδης» (σ. 10-11), «Ορέστης» (σ. 11-12), «Ο εκλεκτός» (σ. 12).

      Κωστής Βελιμέζης (Κωστής Βελμύρας) (1898-): «Θυσία» (σ. 13-17).

      Γιάννης Βούλης (1896-): «Η ακριβή σου θύμηση» (σ. 18), «Funèbre» (σ. 19), «Μυροφόρα» (σ. 19).

      Γεώργιος Βρισιμιτζάκης: «Ελληνική θάλασσα» (σ. 20), «Φυγή μέσα στο χρόνο» (σ. 20-21).

      Χρίστος Γερογιάννης (1895-): «Εσένα… θάχουμε θεό μας» (σ. 22-23), «Ω!… ξύπνησε στη νύχτα μας» (σ. 23-25).

      Μ Δαμιράλης: «Μαρμαράδες» (σ. 26-27)

      Δημοσθένης Δημακόπουλος (1886-): «Ρυθμοί» (σ. 28-30).

      Δημ. Δημητριάδης (Ρήγας Γκόλφης) (1886-): «Τραγουδώντας βαθύφωνα» (σ. 31-32), «Για την παθητική συμφωνία του Τσαϊκόφσκη» (σ. 33), «Λουΐζα» (σ. 33-34), «Σ’ αγαπώ» (σ. 35-36).

      Θεώνη Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσα): «Σε μια νεκρή» (σ. 37-38), «Νεκρές» (σ. 38-39), «Voluptas» (σ. 39-40).

      Αλέκος Δράκος (1902-): «Taberna bohemica» (σ. 41).

      Νίκος Ν. Δρακουλίδης (Άγγελος Δόξας) (1897-): «Χινόπωρο» (σ. 42-43), «Ελεγείο» (σ. 43-44).

      Αναστάσιος Γ. Δρίβας (1900-): «Μικρά ελεγεία Α» (σ. 45-46), «Μικρά ελεγεία Β» (σ. 46-47).

      Χρήστος Ευελπίδης (Χρήστος Έσπερας) (1893-): «[Συχνά πηγαίνω μοναχός…]» (σ. 48), «[Έξω το χιόνι…]» (σ. 48-49), «[Στον κάμπο το μυριόχρωμο…]» (σ. 49), «[Οργιάζει γύρω η Άνοιξη…]» (σ. 49).

      Ε. Γ. Ιωάννου (Τέλλος Άγρας) (1899-): «Το φθινοπωρινό ειδύλλιο» (σ. 50-51), «Ecloga» (σ. 51-52), «Σπουδές» (σ. 52-53). «Παραφωνίες» (σ. 53).

      Γαλάτεια Καζαντάκη (Πετρούλα Ψηλορείτη): «Τα τραγούδια του Θεού. Τραγούδι Α» (σ. 54-55), «Τα τραγούδια του Θεού. Τραγούδι Β» (σ. 55-56), «Προσευχή» (σ. 56-57), «Η άνοιξη» (σ. 57), «Στη μάνα μας» (σ. 58), «Δέηση» (σ. 58).

      Λαίλιος Καρακάσης (1889-): «Χαριτωμένος διάβολος» (σ. 59-60).

      Νίκος Καρβούνης (1884-): «Το τραγούδι του νικημένου» (σ. 61-64).

      Κ.Γ. Καρυωτάκης: «Γυρισμός» (σ. 65), «Αθήνα» (σ. 65-66), «Πολύμνια» (σ. 66-67).

      Γιάννης Κοκκινάκης (1899-): «Εξαγνισμός» (σ. 68), «Κούραση» (σ. 69), «Θάνατος» (σ. 69-70).

      Διονύσιος Π. Κουκουρίκος (1892-): «Κλειώ» (σ. 71), «Πεθαμένη αδερφούλα» (σ. 72), «Αρχαίο ειδύλλιο» (σ. 72).

      Λέων Κουκούλας (1894-): «Ωδή σ’ ένα καράβι» (σ. 73-75), «Έρημο δρυ» (σ. 76), «Άσε…» (σ. 76-77), «Είχα ένα σύντροφο…» (σ. 77-79), «Σονέττο σε φίλο» (σ. 79).

      Μίλτος Κουντουράς (1899-): «Ταξίδι» (σ. 80), «Του ναύτη εκείνου…» (σ. 81), «Αγωνία» (σ. 81), «Τραγωδία» (σ. 81).

      Κώστας Κοντός: «Άνθινα τραγούδια Α» (σ. 83), «Άνθινα τραγούδια Β» (σ. 84).

      Σωτήρης Κουϊμιτσόπουλος (Στέφανος Μόρφης): «Νανούρισμα» (σ. 85), «Η φυγή» (σ. 86), «Ορθρινό» (σ. 86-87).

      Θαν. Κυριαζής (1888-): «Εκατόμβη. [Τα μάτια που μεθούσανε…]» (σ. 88), «Εκατόμβη. [Τραγούδι μου χαρμόσυνο…]» (σ. 88-89), «Εκατόμβη. [Παρηγοριά κι η θύμηση…]» (σ. 89), «Εκατόμβη. [Πλατιά χαρά τη χάρηκα…]» (σ. 89), «Εκατόμβη. [Και τώρα, πού θα πάρομε…]» (σ. 89-90), «Εκατόμβη. [Κι αν τη χαρά δεν ένοιωσα…]» (σ. 90), «Εκατόμβη. [Πλούσια η ορμή της γης…]» (σ. 90), «Εκατόμβη. [Τώρα στο βλογημένο….]» (σ. 90-91), «Εκατόμβη. [Ενός βοσκού το σούρισμα…]» (σ. 91), «Εκατόμβη. [Βαρύ το χέρι του Καιρού…]» (σ. 91).

      Κωνστ. Κωνσταντινίδης (Πέτρος Μάγνης) (1880-): «Φθινοπωριάσματα» (σ. 92-93), «Μαρία η Μαγδαληνή» (σ. 94).

      Νίκος Λαΐδης: «Λευκή νύκτα» (σ. 95-96), «Ώρα θλιβερή» (σ. 96), «Γλάροι» (σ. 96-97).

      Ναπολέων Λαπαθιώτης (1893-): «Αυγή» (σ. 98-99), «Τα Σαββατόβραδα» (σ. 99-100), «Εκάτης πάθη» (σ. 101), «Εαρινό» (σ. 101-102), «Ω, οι Αγάπες!» (σ. 102-103).

      Μανώλης Μαγκάκης (1891-1918): «Τα Σεραφείμ» (σ. 104-105), «Το κύμα και τ’ αγέρι» (σ. 105), «Του χωρισμού» (σ. 105), «Όταν πέθανε το εξαδερφάκι μου Δώρος» (σ. 106), «Της ζωής και του θανάτου» (σ. 106).

      Γιάννης Μαιναλιώτης: «Φιλοξενία» (σ. 107), «Από τους τόπους που προκρίνω» (σ. 107-108), «Αγνότης θεία» (σ. 108), «Και εγώ στης Αττικής…» (σ. 108), «Φως-φωνή» (σ. 109), «Το φως της Αβύσου» (σ. 109), «Ο Θάνατος» (σ. 110), «Η οπτασία της κόρης» (σ. 110-111), «Οι ήχοι οι μυστικοί» (σ. 111).

      Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου: «Σαλώμη» (σ. 112-113), «Λεύκες» (σ. 113), «Κούκλα καραβιού» (σ. 114).

      Τίμος Μαλάνος (1896-): «Ο Θεός μου» (σ. 115), «Εξύψωση» (σ. 116), «Θεοί πονεμένοι» (σ. 116-117), «Οι μάγοι» (σ. 117-118).

      Απόστ. Μαμμέλης (1876-): «Πλάνοι φανταγμοί» (σ. 119), «Θείες οπτασίες» (σ. 120), «Εξαγνισμός» (σ. 120).

      Απόστ. Μελαχρινός (1880-): «Απολυτίκια. Πάλι βρέχει…» (σ. 121-122), «Απολυτίκια. Λυώνει των κρίνων» (σ. 122), «Απολλώνιος» (σ. 122-125).

      Φάνης Μιχαλόπουλος (1895-): «Διάλογοι. [Απ’ όσους χτίσατε ναούς…]» (σ. 126), «Διάλογοι. [Αν αψηφώ το θάνατο…]» (σ. 126-127), «Διάλογοι. [Μαυροπεπλούσα, ανάγυρτη…]» (σ. 127-128).

      Σπύρος Ν. Μουσούρης (Φώτος Γιοφύλλης) (1887-): «Η μπελού» (σ. 129-131).

      Τάκης Μπαρλάς (1894-): «Η προσευχή των πεπεδημένων Ι» (σ. 132-134), «Η προσευχή των πεπεδημένων ΙΙ» (σ. 134-135), «Εισόδια (απόσπασμα)» (σ. 135-136).

      Όμηρος Μπεκές (1889-): «Spleen» (σ. 137-138), «Η μεγάλη κυρία» (σ. 138), «Το χαρέμι» (σ. 138-139), «Οι λεύκες» (σ. 139-140).

      Μαρία Μπόταση: «Καμέλιες-μενεξέδες» (σ. 141), «Η προσευχή του δάσους» (σ. 142).

      Νίκος Χάγερ-Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρις) (1899-): «Άρρωστος» (σ. 143-144), «Σουρούπωμα» (σ. 144), «Νοσταλγία» (σ. 145-146).

      Γεώργιος Α. Νάζος (1896-): «Ο δείπνος των ψυχών» (σ. 147-148), «Πικρή καρδιά μου» (σ. 148), «Η αμυγδαλιά» (σ. 148-149).

      Κώστας Νεάρχος (Κώστας Ουράνης) (1890-): «Εαρινή βραδιά» (σ. 150-151), «Fontaine de Medicis» (σ. 151), «Edward VI» (σ. 152), «Γυρισμοί» (σ. 152-153), «Παρισινό τραγούδι» (σ. 153).

      Σπύρος Νικοκάβουρας: «Στροφές. [Με βαρεμένη την ψυχή…]» (σ. 154), «Στροφές. [Ω πόσο ωραίος είν’ ο άνεμος…]» (σ. 154-155), «Στροφές. [Θα βγω στο φως του φεγγαριού…]» (σ. 155), «Στροφές. [Θ’ ανυψωθώ και θα σταθώ…]» (σ. 155), «Στροφές. [Έρμη ζωή, που απόμεινες…]» (σ. 155-156), «Στροφές. [Αστέρι διάφανο, χρυσό…]» (σ. 156).

      Γιάννης Οικονομίδης: «Ερημιές» (σ. 157), «Μοναχή…» (σ. 158), «Χαρές» (σ. 158-159).

      Ιω. Β. Οικονομόπουλος (Ρώμος Φιλύρας) (1889-): «Μπόρα του Μάη» (σ. 160), «Τοπίο» (σ. 161), «Hidalgo» (σ. 161).

      Λέανδρος Παλαμάς (1891-): «Φεγγαροτράγουδο» (σ. 162-163), «Mabel» (σ. 163-164).

      Ιωάν. Μ. Παναγιωτόπουλος (1901-): «Περασμένη ζωή» (σ. 165-166).

      Σπύρος Παναγιωτόπουλος (1894-): «Γράμμα» (σ. 167-168), «Οι στοχασμοί της νιότης. Η ίδια» (σ. 169), «Οι στοχασμοί της νιότης. Κυνηγοί» (σ. 169), «Οι στοχασμοί της νιότης. Αποχαιρετισμός» (σ. 170).

      Ανδρ. Παπαδόπουλος (Σύλβιος) (1887-): «Το παραμύθι των ραγιάδων» (σ. 171-172), «Η μούσα μου» (σ. 172), «Μια τρικυμία» (σ. 172-173), «Ο παράδεισός μου» (σ. 173), «Πείσματα» (σ. 173-174), «Ισσάρ-τζαμί (Παλιά εκκλησιά των Αγ. Αποστόλων)» (σ. 174).

      Γεώργ. Παπαδόπουλος (Μάρκος Αυγέρης): «Προσευχή Α. Ι» (σ. 175-176), «Προσευχή Α. ΙΙ» (σ. 176-177), «Προσευχή Β» (σ. 177-178).

      Δημ. Παπαδόπουλος (Τυμφρηστός) (1882-): «Πάμε» (σ. 179-180), «Κυνηγώντας όνειρα» (σ. 180-181), «Σε προσμένω» (σ. 181-182), «Ο κορυδαλός» (σ. 183).

      Μήτσος Παπανικολάου (1900-): «Ένα απόγεμα» (σ. 184-185), «Βαρύ τραγούδι του κάμπου» (σ. 185-186), «Νοσταλγία» (σ. 186), «Χειμώνας» (σ. 187).

      Τάκης Παπατζώνης (1895-): «Beata Beatrix» (σ. 188-189).

      Κλέων Παράσχος: «Σήμερα η μέρα πέρασε» (σ. 190), «Ω θλιβερά απογεύματα…» (σ. 191), «Αργά απ’ τα βάθη μου» (σ. 191-192), «Τόποι που δεν σας φαίδρυνε…» (σ. 192), «Δάση θυμάμαι…» (σ. 192-193), «Θυμάμαι απόψε…» (σ. 193), «Χλωμός απ’ το χαρούμενο…» (σ. 193-194), «Αγάλια αγάλια η σκέψη εκείνη…» (σ. 194), «Madrigal triste» (σ. 195), «Εγώ μαζύ σου…» (σ. 195), «Θυμάμαι ένα μικρό νησί» (σ. 195-196), «Σε κάποια πολιτεία…» (σ. 196).

      Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας): «Η παραγγελιά» (σ. 197), «Στην ακροποταμιά» (σ. 197-198), «Κάτι που μούχουν πάρει» (σ. 198), «Τρεις αδερφές» (σ. 198-199), «Νεκροστόλισμα» (σ. 199), «Σπασμένη κιθάρα» (σ. 199-200), «Στα ξένα» (σ. 200-201), «Το εικόνισμα» (σ. 201), «Καλάμια» (σ. 201-202), «Σαν λιόγερμα» (σ. 202), «Παλιά αγάπη» (σ. 203), «Στ’ όρος των ελαιών» (σ. 203-204), «Στο γύρισμα του δρόμου» (σ. 204), «Ομιλία» (σ. 204-205), «Γενησαρέτ» (σ. 205), «Αλήθεια λέγω» (σ. 205-206).

      Γ.Λ. Ροϊλός (Ρόης) (1903-): «Χωρισμός» (σ. 207), «Θαλασσινή άνοιξη» (σ. 208).

      Ιωσήφ Ραφτόπουλος: «Κλάψιμο» (σ. 209), «Βγαίνοντας» (σ. 209-210), «Ορθός στην πλώρη ο Χάροντας» (σ. 210), «Στον κάμπο αλάργα» (σ. 210-211).

      Βασίλειος Ρώτας (1889-): «Παλιά ιστορία» (σ. 212), «Γυρισμός» (σ. 213), «Χριστιανική προσευχή» (σ. 213), «Από το τραγούδι του καμπούρη ΙΙΙ» (σ. 214), «Από το τραγούδι του καμπούρη IV» (σ. 214-215), «Η πεθαμένη» (σ. 215-216), «Τραυματίας» (σ. 216), «Φουσκοδεντριά» (σ. 216-217).

      Γεράσιμος Σπαταλάς (1887-): «Καθώς αλλάζουν οι εποχές. [Αν πάει και δε σβυνόντανε…]» (σ. 218-219), «Καθώς αλλάζουν οι εποχές. [Θρασομανάει της σταφυλιάς…]» (σ. 219), «Καθώς αλλάζουν οι εποχές. [Δεντρώνες, η αύρα που απαλά…]» (σ. 219-220), «Καθώς αλλάζουν οι εποχές. [Δεν κλαίω την κλάψα του Δαυίδ…]» (σ. 220), «Καθώς αλλάζουν οι εποχές. [Κισσέ, που τόσο σ’ ύμνησαν…]» (σ. 220-221), «Καθώς αλλάζουν οι εποχές. [Άνοιξη, με τον ήλιο σου…]» (σ. 221), «Καθώς αλλάζουν οι εποχές. [Θάλασσα χαίρε, εγώ το φως…]» (σ. 221-222), «Καθώς αλλάζουν οι εποχές. [Τι τάχα αν τα φτερά σου…]» (σ. 222), «Καθώς αλλάζουν οι εποχές. [Τον Τρυγητή, που η πυρά…]» (σ. 223), «Οδός αναπαύσεως (Κέρκυρα)» (σ. 223-224), «Ιουλιανός» (σ. 224), «[Σα να κοιμάται γίγαντας…]» (σ. 225), «Ωδή στον Υμηττό» (σ. 225-227).

      Μιχ. Δ. Στασινόπουλος (1903-): «Απ’ έξω» (σ. 228-229), «Οι λύπες μου» (σ. 229), «Μελαγχολία» (σ. 230).

      Γεώργ. Θ. Σταυρόπουλος (1898-): «Τοιχογραφίες V» (σ. 231-232), «Τοιχογραφίες VII» (σ. 232-233), «Σαλώμη» (σ. 233), «Η παλιά μου γειτονιά» (σ. 234), «[Θα ξαναρθώ κάπια βραδιά…]» (σ. 234), «Ελεγείο» (σ. 235).

      Θρασύβ. Σταύρου (Μελικέρτης) (1886-): «Η πηγή» (σ. 236-237), «Καλόγηρος» (σ. 237), «Εριννύες» (σ. 238).

      Γιάννης Στογιάννης (1891-): «Η ζωή» (σ. 239-240), «Κυπαρίσσι» (σ. 240), «Ρόδα» (σ. 240).

      Πάνος Ταγκόπουλος (1895-): «Ελάτια» (σ. 241-242), «Σαν τη θάλασσα» (σ. 242), «Στη λίμνη πλάι» (σ. 243), «Χινοπωριάτικο» (σ. 243-244).

      Γεώργ. Τσιμπίδαρος (Γ. Φτέρης) (1892-): «Πηνελόπη» (σ. 245-249).

      Νίκος Χαντζάρας (1884-): «Ειδύλλια 1» (σ. 250), «[Ειδύλλια] 2» (σ. 251), «[Ειδύλλια] 3» (σ. 251), «[Ειδύλλια] 4» (σ. 251-252), «[Ειδύλλια] 5» (σ. 252), «[Ειδύλλια] 6» (σ. 252-255).

      Μιχ. Χατζηδημητρίου (Γλαύκος Αλιθέρσης) (1897-): «Απ’ τα “Κρινάκια του γιαλού”» (σ. 256).


    • Σημειώσεις

      1 Έφη Χρ. Βαρακλιώτου, Χ.Λ. Καράογλου, Άριστη Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», Μνήμη Ελένης Τσαντσάνογλου. Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Πρακτικά Ζ΄ Επιστημονικής Συνάντησης, Υπεύθυνος: Χ.Λ. Καράογλου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 431-453: 435. Για τα στοιχεία των ανθολογιών, βλ., ό.π., την υποσ. 7, σ. 435.

      2 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, ό.π., σ. 436.

      3 Κώστας Στεργιόπουλος, «Άγρας Τέλλος», Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος, Λαρούς, Μπριτάννικα, Τόμος δεύτερος, Αθήνα, Πάπυρος 1997, σ. 102.

      4 Βλ. Ερευνητική ομάδα, Εποπτεία: Χ.Λ. Καράογλου, Περιοδικά λόγου και τέχνης (1901-1940). Αναλυτική βιβλιογραφία και παρουσίαση. Τόμος πρώτος. Αθηναϊκά περιοδικά (1901-1925), Θεσσαλονίκη, University Studio Press 1996.

      5 Παραθέτω τα ονόματα των διαφόρων ποιητών και ποιητριών, όπως ακριβώς εμφανίζονται στην ανθολογία. Αρκετά από τα ονόματα όπως και πολλά από τα ψευδώνυμα που χρησιμοποιούν οι νέοι ποιητές της ανθολογίας μάς είναι γνωστά σήμερα σε, λιγότερο ή περισσότερο, διαφορετική μορφή τους.

      6 Πρόκειται για τους ποιητές: Κώστας Βάρναλης, Γιάννης Βούλης, Γεώργιος Βρισιμιτζάκης, Αλέκος Δράκος, Χρ. Ευελπίδης (Χρ. Έσπερας), Νίκος Καρβούνης, Κ.Γ. Καρυωτάκης, Γιάννης Κοκκινάκης, Κώστας Κοντός, Σωτήρης Κουϊμιτσόπουλος (Στέφανος Μόρφης), Μανώλης Μαγκάκης, Φάνης Μιχαλόπουλος, Τάκης Μπαρλάς, Γεώργιος Α. Νάζος, Ιω. Β. Οικονομόπουλος (Ρώμος Φιλύρας), Γεώργιος Παπαδόπουλος (Μάρκος Αυγέρης), Τάκης Παπατζώνης, Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας), Γ.Λ. Ροϊλός (Ρόης), Γεράσιμος Σπαταλάς.

      7 Πρόκειται για τους ποιητές (πρόσθεσα το έτος γέννησής τους όπου είναι γνωστό): Κώστας Βάρναλης (1883), Γεώργιος Βρισιμιτζάκης (1890), Μ. Δαμιράλης (1892), Θεώνη Δρακοπούλου (Μυρτιώτισσα) (1881), Γαλάτεια Καζαντζάκη (Πετρούλα Ψηλορείτη) (1881), Κ.Γ. Καρυωτάκης (1896), Κώστας Κοντός, Σωτήρης Κουϊμιτσόπουλος (Στέφανος Μόρφης) (1884), Νίκος Λαΐδης (1900), Γιάννης Μαιναλιώτης (1894), Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου (1897), Μαρία Μπόταση, Σπύρος Νικοκάβουρας (1883), Γιάννης Οικονομίδης (1891), Γεώργ. Παπαδόπουλος (Μάρκος Αυγέρης) (1883), Κλέων Παράσχος (1894), Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας) (1873) και Ιωσήφ Ραφτόπουλος (1890).

      8 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, ό.π., σ. 436.

      9 Aλέξανδρος Aργυρίου, «Eισαγωγή στη νεωτερική ελληνική ποίηση», H ελληνική ποίηση. A νθολογία-Γραμματολογία. N εωτερικοί ποιητές του μεσοπολέμου, Αθήνα, Εκδόσεις Σοκόλη 1979, σ. 19-237: 91.

      10 Ο Αργυρίου χωρίζει τους 75 συνολικά ποιητές που ανθολογούνται στην ανθολογία του Άγρα και στην ανθολογία που εκδίδεται, επίσης το 1922, από το περιοδικό «Πολιτισμός» (με ανθολόγο τον μη κατονομαζόμενο Φώτο Γιοφύλλη) σε δύο «βασικές κατηγορίες», με κριτήρια τον χρόνο γέννησής τους και τον χρόνο της πρώτης ποιητικής εμφάνισής τους: «(α). Στους ποιητές που εμφανίζονται στα ελληνικά γράμματα τα πρώτα χρόνια του αιώνα μας [20ού αιώνα], και ας τους ορίσουμε ως ποιητές της γενιάς του 1909, και ως επόμενης της γενιάς του 1880, της γενιάς του Κωστή Παλαμά. (β) Στους ποιητές που εμφανίζονται γύρω στα 1920 και τους ορίζομε ως ποιητές της γενιάς του μεσοπολέμου» (Αργυρίου, ό.π., σ. 91).

      11 Βλ. Ρίτσα Φράγκου-Κικίλια, «Χρονολόγιο Άγγελου Σικελιανού 1884-1951», Άγγελος Σικελιανός. Γιατί βαθιά μου δόξασα, Αθήνα, Υπουργείο Πολιτισμού - Εθνικό Κέντρο Βιβλίου 2001, σ. 3-7.

      12 Αργυρίου, ό.π., , σ. 110.

      13 Ξ.Α. Κοκόλης, «Ο διασκελισμός κατά τη μεταβατική περίοδο», Η ελευθέρωση των μορφών. Η ελληνική ποίηση από τον έμμετρο στον ελεύθερο στίχο (1880-1940), Επιμέλεια: Νάσος Βαγενάς, Ηράκλειο, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 1996, σ. 37-44: 38-39. Ο Κοκόλης μετρά ως 221 τα ανθολογημένα ποιήματα, επειδή προφανώς συναριθμεί τα διάφορα μέρη συνθετικών ποιημάτων ως ένα ποίημα. Αντιθέτως, η δική μου μέτρηση, η οποία αριθμεί χωριστά κάθε μέρος συνθετικού ποιήματος, ανεβάζει τον αριθμό των ανθολογημένων ποιημάτων σε 264.

      14 Νάσος Βαγενάς, «Beata Beatrix», Το Βήμα, 11 Απριλίου 1999. Αναδημ. στο βιβλίο του Σημειώσεις από το τέλος του αιώνα, Αθήνα, Κέδρος 1999, σ. 325-330: 326-327.

      15 Για τον ελληνικό ελευθερωμένο στίχο, βλ. τη μελέτη της Άννας Κατσιγιάννη, «Mορφικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική ποίηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. (Συνοπτικό διάγραμμα)», Παλίμψηστον, τχ. 5, 1987, σ. 159-184.

      16 Για την υπόγεια ρυθμική ενορχήστρωση της καβαφικής ποίησης, βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά. Όψεις της ποίησής του και της σύγχρονης πρόσληψής της, Αθήνα, Καστανιώτης 2005, σ. 139-145.

      17 Για τη μετρική θεωρία και τη μετρική πράξη του Παλαμά, βλ. Γαραντούδης, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά.ό.π., σ. 21-160.

      18 Βλ. το βιβλίο του Χρήστου Παπάζογλου, Παρατονισμένη μουσική. Μελέτη για τον Καρυωτάκη, Αθήνα, Κέδρος 1988.

      19 Παπάζογλου, ό.π., σ. 158.

      20 Βλ. τη μετρική εξέταση του παλαμικού ποιήματος «Στιγμές και ρίμες, 21», στο βιβλίο μου, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά, ό.π., σ. 150-156.

      21 Αργυρίου, ό.π., σ. 91.

      22 Αργυρίου, ό.π., σ. 91.

      23 Τέλλος Άγρας, «Ο Καρυωτάκης και οι Σάτιρες», Κ.Γ. Καρυωτάκης, Ποιήματα και πεζά, Επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδης, Αθήνα, Ερμής, Νέα Ελληνική Βιβλιοθήκη 19847, σ. 190-219: 192. Το δοκίμιο του Άγρα χρονολογείται το 1933.

      24 Βλ. αναφορά για αυτές τις ανθολογίες στους Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, ό.π., σ. 436-437.

      25 Βαρακλιώτου, Καράογλου, Σδράλη, ό.π., σ. 437.


  • Οι νέοι διηγηματογράφοι, Επιμέλεια: Α. Δ. Παπαδήμα, Εκδοτικός οίκος «Αθηνά» Αρ. Ι. Ράλλη, Ευριπίδου 6, Αθήναι 1923, σελ. 272.

    Η ανθολογία Οι νέοι διηγηματογράφοι, με ανθολόγο και επιμελητή τον Α. Δ. Παπαδήμα, περιλαμβάνει 24 διηγήματα ισάριθμων συγγραφέων. Σύμφωνα με πληροφορία του Χ. Λ. Καράογλου, η ανθολογία επανεκδόθηκε, άγνωστο πότε ακριβώς, με τον τίτλο Εικοσιπέντε εκλεκτά διηγήματα (Αθήνα, Γκοβόστης χ.χ.ε.).[1] O Παπαδήμας (1897-1987), εικοσιεξάχρονος το 1923, είχε ήδη δημοσιεύσει μια συλλογή διηγημάτων (Ρόζα κι άλλα διηγήματα, Αθήνα, Ι. Δ. Κολλάρος 1924), ενώ νωρίτερα και σύγχρονα με την έκδοση της ανθολογίας ήταν ο εκδότης δύο βραχύβιων λογοτεχνικών περιοδικών, Αυγή (1917, 7 τεύχη) και Κριτική (1923-1924, 12 τεύχη).[2] Στη διάρκεια της μακράς ζωής του, ο Παπαδήμας είχε πλούσια συγγραφική και μεταφραστική παραγωγή,[3] ωστόσο σήμερα θεωρείται μικρής αξίας πεζογράφος και το έργο του είναι ολότελα σχεδόν λησμονημένο. Πάντως τόσο οι δραστηριότητές του πριν από την έκδοση των Νέων διηγηματογράφων όσο και η επιμέλεια της ανθολογίας, ακόμη και η συμπερίληψή του στους τακτικούς συνεργάτες της Μούσας (1920-1923), βασικού λογοτεχνικού περιοδικού του Μεσοπολέμου,[4] φανερώνουν τη διάθεσή του να διαδραματίσει ενεργό ρόλο ανάμεσα στους νέους λογοτέχνες της εποχής του. Αλλά και η ένταξη των Νέων διηγηματογράφων, όπως και της ποιητικής ανθολογίας Οι νέοι (1922) του Τέλλου Άγρα, σε έναν αξιοσημείωτο αριθμό σύγχρονών τους ανθολογιών για νέους λογοτέχνες, αφενός δείχνει την τάση αυτών των ανθολογιών να ευθυγραμμιστούν με τη ροπή της εποχής τους για τη δημιουργία ανθολογιών στραμμένων στη σύγχρονη λογοτεχνία, αφετέρου δείχνει τη γενικότερη πρόθεση των νέων λογοτεχνών να καταστήσουν αισθητή την αυτόνομη παρουσία τους.[5] Σε απόσταση 21 χρόνων από την έκδοση της ανθολογίας του, ο Παπαδήμας, στη μελέτη του Η πορεία μιας γενιάς (1944), υποστηρίζει ότι σχεδίασε την πεζογραφική του ανθολογία ως αντίβαρο στην ποιητική ανθολογία του Άγρα: «Την ιδέα […] την είχα από τότε, όπου κυκλοφόρησε η ποιητική ανθολογία [του Άγρα]».[6]

     


    • Η ανθολογική καταγραφή μιας νέας γενιάς διηγηματογράφων

      Για την καταγραφή της εξέλιξης ειδικά του νεοελληνικού διηγήματος, πεζογραφικού είδους που έκανε έντονα αισθητή την παρουσία του λίγες μόλις δεκαετίες πριν από την ανθολογία του Παπαδήμα, χάρη στους πεζογράφους της γενιάς του 1880, οι Νέοι διηγηματογράφοι σημειώνουν μια αρκετά ενδιαφέρουσα στιγμή, ακριβώς λόγω της γενικής σπανιότητας των ανθολογιών του νεοελληνικού διηγήματος. Αν δεχτούμε ότι ουσιαστικά η πρώτη ανθολογική καταγραφή του νεοελληνικού διηγήματος αποτυπώνεται, το 1896, στα 36 διηγήματα 34 συγγραφέων, αυτά που περιέλαβε στο βιβλίο Ελληνικά διηγήματα ο επιμελητής και εκδότης του τόμου Γεώργιος Κασδόνης (Ελληνικά Διηγήματα. Μετά των εικόνων των συγγραφέων, Εν Αθήναις, Εκδότης Γεώργιος Κασδόνης, Εκ του τυπογραφείου της Εστίας 1896),[7] διαπιστώνουμε ότι, 27 χρόνια αργότερα, επιχειρείται από έναν ηλικιακά νεότερο συγγραφέα η προσπάθεια για τη συλλογική παρουσίαση της δικής του γενιάς διηγηματογράφων.

      Η καταγραφή και μια πρώτη αποτίμηση των ποσοτικών δεικτών της ανθολογίας του Παπαδήμα θα βοηθήσει να οδηγηθούμε σε μια πληρέστερη αξιολόγησή της. Στις 272 σελίδες του βιβλίου ανθολογούνται 24 διηγηματογράφοι, με ένα διήγημα ο καθένας. Συνεπώς σε κάθε διηγηματογράφο αντιστοιχούν κατά μέσο όρο 11,33 σελίδες. Ανάμεσα στους 24 διηγηματογράφους οι 4 είναι γυναίκες (Άλκης Θρύλος, Λιλή Μ. Ιακωβίδη (Πατρικίου), Σταυρούλα Γ. Μαρκέτου και Άρτεμις Φαλτάιτς), ποσοστό 16,66, μάλλον ικανοποιητικό, αν το συγκρίνουμε με το μόλις 5,7% των γυναικών στην ανθολογία των νέων ποιητών του Άγρα (4 γυναίκες έναντι 66 ανδρών ποιητών). Ο μοναδικός Κύπριος διηγηματογράφος είναι ο Νίκος Νικολαΐδης, όπως επίσης στην ανθολογία των νέων ποιητών του Άγρα υπάρχει ένας μόνο Κύπριος ποιητής, ο Γλαύκος Αλιθέρσης· πρόκειται για διασταυρωμένες ενδείξεις της μακράς αφάνειας της κυπριακής λογοτεχνίας στον ελλαδικό χώρο. Οι διηγηματογράφοι παρουσιάζονται, όπως και στην ανθολογία του Άγρα, με σύντομα εργοβιογραφικά σημειώματα συνοδευμένα από φωτογραφία ή σκίτσο (δεν υπάρχει φωτογραφία μόνο στην περίπτωση του Άλκη Θρύλου, ψευδώνυμου της Ελένης Νεγρεπόντη). Οι φωτογραφίες των ανθολογημένων διηγηματογράφων ακολουθούν την παράδοση που ξεκίνησε με τον τόμο Ελληνικά διηγήματα, όπου η πληροφορία «Μετά των εικόνων των συγγραφέων» προβάλλεται στο εξώφυλλο. Στο εργοβιογραφικό σημείωμα δύο διηγηματογράφων (Πέτρος Πικρός και Άρτεμις Φαλτάιτς) δεν αναφέρεται η χρονολογία γέννησής τους. Όταν εκδίδεται η ανθολογία οι διηγηματογράφοι βρίσκονται εν ζωή, εκτός από τον Παναγή Μπατιστάτο ο οποίος, σύμφωνα με σημείωμα στο τέλος του διηγήματός του, πέθανε το 1923, ενώ γινόταν η στοιχειοθεσία του βιβλίου. Η έλλειψη αισθητών διαφορών μεταξύ των εργοβιογραφικών σημειωμάτων επιτρέπει να εικάσουμε ότι αυτά συντάχθηκαν από τον ανθολόγο. Η γενικώς επιμελημένη εικόνα των εργοβιογραφικών σημειωμάτων δεν επαληθεύεται όμως και από την κατάταξη των διηγημάτων, καθώς αυτή δεν ακολουθεί κάποια τάξη, ούτε την αλφαβητική σειρά των συγγραφέων, ούτε τη χρονολογία γέννησής τους. Πουθενά επίσης δεν καταγράφεται η πηγή από όπου ο ανθολόγος άντλησε τα διηγήματα, ούτε δηλώνονται σε κάποιο σημείο του βιβλίου τα κριτήρια της ανθολόγησης προσώπων και κειμένων. Ο σύντομος «Πρόλογος» υπογράφεται από τον εκδότη Αρ. Ράλλη και οι εκτιμήσεις που περιέχει (όπως, π.χ., η εξής: «Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα παρατηρήθηκε ευτυχώς μια καταπληκτική επίδοση και στα δύο είδη της λογοτεχνίας [ποίηση και διήγημα]» [σ. 3]) είναι οι συνήθεις κοινοτοπίες των εκδοτών. Η επιμέλεια της στοιχειοθεσίας των κειμένων παρουσιάζει αρκετά προβλήματα, καθώς τα λάθη είναι πολλά και δείχνουν προχειρότητα ή και βιασύνη. Πιθανόν η προσπάθεια του εκδότη να μειώσει το κόστος του βιβλίου αιτιολογεί το γεγονός ότι από τη σελίδα 257 και εξής, μέχρι τη σελίδα 272, όπου το βιβλίο τελειώνει, το τελευταίο, 17ο δεκαεξασέλιδο στοιχειοθετείται με πυκνότερο διάστιχο απ' ό,τι τα προηγούμενα. Επίσης τα διηγήματα που περιλαμβάνονται σε αυτό το τελευταίο δεκαεξασέλιδο εμφανώς στριμώχνονται, καθώς αρχίζουν από τη μέση της σελίδας, αμέσως μετά το τέλος του προηγούμενου διηγήματος. Τέλος, στο βιβλίο δεν υπάρχει κατάλογος των περιεχομένων.

      Ας δούμε, στη συνέχεια, ποιοι είναι οι 24 διηγηματογράφοι που ανθολογεί ο Παπαδήμας, κατατάσσοντάς τους σύμφωνα με τη χρονολογία γέννησής τους:

      • Ν.[ίκος] Νικολαΐδης (1886)
      • Ανδρέας Σύλβιος Παπαδόπουλος (1887)
      • Αθανάσιος Π. Μίχας (1890)
      • Κωνστ. Φαλτάιτς (1891)
      • Ναπολέων Λαπαθιώτης (1893)
      • Κων. Νταϊφάς (1893)
      • Πέτρος Πικρός (1894)
      • Κων. Α. Φωτάκης (1894)
      • Γιάννης Ζήρας-Αγκαθιώτης (1895)
      • Πάνος Δ. Ταγκόπουλος (1895)
      • Χρίστος Α. Γερογιάννης (1896)
      • Άλκης Θρύλος (1896)
      • Ισίδωρος Καραλής (1897)
      • Σταυρούλα Γ. Μαρκέτου (1897)
      • Αδαμάντιος Δ. Παπαδήμας (1897)
      • Λιλή Μ. Ιακωβίδη (Πατρικίου) (1899)
      • Νίκος Χάγερ Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρις) (1899)
      • Γεώργιος Μπούρλος (1899)
      • Παναγής Μπατιστάτος (1900)
      • Βελισσάριος Φρέρης (1900)
      • Θρασύβουλος [= Θράσος] Καστανάκης (1901)
      • Νάσος Χρηστίδης (1901)
      • Πέτρος Χάρης (Ιω. Ν. Μαρμαριάδης) (1902)
      • Άρτεμις Φαλτάιτς (;)

      Οι χρονολογίες γέννησης των 24 ανθολογημένων διηγηματογράφων επιτρέπουν να παρατηρήσουμε ότι το ηλικιακό άνυσμά τους είναι αρκετά μικρό: από το 1886 μέχρι το 1902, 16 χρόνια. Συνεπώς, όταν εκδίδεται η ανθολογία, το 1923, ο ηλικιακά μεγαλύτερος διηγηματογράφος είναι 37 ετών και ο μικρότερος 21 ετών. Αν συγκρίνουμε αυτά τα ηλικιακά δεδομένα με τα αντίστοιχά τους των ποιητών που επέλεξε ο Άγρας στην ανθολογία Οι νέοι (1922), προκύπτει μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση. Το ηλικιακό άνυσμα των ποιητών στην ανθολογία του Άγρα είναι πολύ μεγαλύτερο, το διπλάσιο. Συγκεκριμένα, όταν εκδίδεται η ανθολογία, το 1922, ο ηλικιακά μεγαλύτερος ποιητής, ο Νικόλαος Πετμεζάς (Λαύρας), γεννημένος το 1873, είναι 49 ετών, ενώ οι ηλικιακά νεότεροι, ο Γ. Λ. Ροϊλός και ο Μιχ. Δ. Στασινόπουλος, γεννημένοι το 1903, μόλις 19 ετών. Δίχως άλλο, η ηλικιακή απόσταση των 30 χρόνων που χωρίζει τον ηλικιακά μεγαλύτερο από τους ηλικιακά νεότερους ποιητές της ανθολογίας του Άγρα είναι μεγάλη. Η μεγάλη ηλικιακή απόσταση δείχνει ότι ο Άγρας, γεννημένος το 1899, δεν συγκρότησε την ανθολογία με βάση κάποια αποσαφηνισμένα κριτήρια για την ύπαρξη και προβολή μιας ποιητικής γενιάς, πολύ περισσότερο της ποιητικής γενιάς των συνομηλίκων του. Αντιθέτως, ο σχεδόν συνομήλικος με τον Άγρα Παπαδήμας, γεννημένος το 1897, ανθολόγησε σαφώς νεότερους, σε σύγκριση με τον Άγρα, διηγηματογράφους. Η επιλογή αυτή το πιθανότερο είναι ότι δεν οφειλόταν στην πεποίθησή του, η οποία εξάλλου δεν υποστηρίζεται από κάποιο στοιχείο της ανθολογίας του, ότι παρουσιάζει μία νέα γενιά διηγηματογράφων, με διακριτά και διαφορετικά από το λογοτεχνικό παρελθόν στοιχεία, αλλά στο γεγονός ότι η εντατική καλλιέργεια του διηγήματος κατά τις προηγούμενες δεκαετίες από πληθώρα επιτυχημένων συγγραφέων πίεσε τον Παπαδήμα να περιορίσει τις επιλογές του σε πραγματικά νέους και, ως επί το πλείστον, άγνωστους συγγραφείς.


    • Η σημασία και η αξία των Νέων διηγηματογράφων

      Ως έναν αντικειμενικό δείκτη της σημασίας και της αξίας των Νέων διηγηματογράφων μπορούμε να θεωρήσουμε το πόσο γνωστοί ή άγνωστοι και καταξιωμένοι ή όχι είναι οι 24 διηγηματογράφοι που ανθολογεί ο Παπαδήμας, κρινόμενοι τόσο με το συγχρονικό μέτρο της απήχησής τους το 1923 όσο και με το διαχρονικό (και αμείλικτο) μέτρο της αναγνώρισής τους στο χρόνο που μεσολάβησε μέχρι σήμερα. Καταρχήν διαθέτουμε την αξιόπιστη, σχετική με το θέμα μας, κρίση του Χ. Λ. Καράογλου. Στη διδακτορική διατριβή του για το σύγχρονο με την ανθολογία του Παπαδήμα και βασικό μεσοπολεμικό λογοτεχνικό περιοδικό Μούσα (1920-1923), ο Καράογλου κρίνει ότι από το περιοδικό απουσιάζουν οι άξιοι πεζογράφοι. Ας δούμε πώς ο Καράογλου αιτιολογεί αυτή την απουσία, για να καταλήξει εντέλει στην κριτική της ανθολογίας του Παπαδήμα: «Η απουσία από τη Μούσα άξιων λόγου πεζογράφων […] βασικά οφείλεται σε μια γενικότερη, θα λέγαμε, υποχώρηση (ποσοτική και ποιοτική) του αφηγηματικού λόγου εκείνα τα χρόνια. Πράγματι, ενώ η γενιά του 1880 και η διάδοχή της γενιά έχουν να παρουσιάσουν πολλούς άξιους πεζογράφους, οι νέοι που παρουσιάζονται γύρω στα 1910-1915 καλλιεργούν περισσότερο την ποίηση. Οι πιο σημαντικοί από τους νέους πεζογράφους ζουν μακριά από την Αθήνα, σε κέντρα του εσωτερικού ή του εξωτερικού με αυτόνομη πνευματική ζωή· ο Μυριβήλης, λ.χ., ώς τα 1930 ζει και δημοσιεύει στη Μυτιλήνη, ο Κύπριος Ν. Νικολαΐδης στην Κύπρο και στην Αλεξάνδρεια· ο Θρ. Καστανάκης ζει στο Παρίσι και δημοσιεύει στην Πόλη· ο Κόντογλου εγκαθίσταται στην Αθήνα μόλις στα τέλη του 1922, ενώ ο Στρατής Δούκας δεν έχει ακόμη εμφανιστεί. Την εικόνα της πεζογραφίας της εποχής την αποδίδει η μόνη ανθολογία που εκδόθηκε εκείνα τα χρόνια: Νέοι Διηγηματογράφοι (1923) με επιμέλεια Αδ. Παπαδήμα· ανθολογούνται είκοσι τέσσερις διηγηματογράφοι - οι περισσότεροι ολότελα σχεδόν άγνωστοι [σήμερα]».[8] Σε υποσημείωση ο Καράογλου προσθέτει διευκρινιστικά: «Πέντε μόνον ονόματα πεζογράφων ξεχωρίζουν, των Λ. Ιακωβίδη, Θρ. Καστανάκη, Ν. Νικολαΐδη, Π. Πικρού και Π. Χάρη».[9] Στα πέντε αυτά ονόματα μπορούμε να προσθέσουμε και εκείνα του Άλκη Θρύλου και του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη.

      Η εκτίμηση του Καράογλου ότι μόνον οι Ιακωβίδη, Καστανάκης, Νικολαΐδης, Πικρός και Χάρης μπορούν να κριθούν άξιοι λόγου πεζογράφοι επαληθεύεται, ώς ένα βαθμό, από το γεγονός ότι στην πρόσφατη και έγκυρη ανθολογία-γραμματολογία των εκδόσεων Σοκόλη, «Η μεσοπολεμική πεζογραφία. Από τον πρώτο ώς τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939)», σε σύνολο 53 πεζογράφων, υπάρχουν μόνο οι εξής 4 διηγηματογράφοι της ανθολογίας του Παπαδήμα: Καστανάκης, Νικολαΐδης, Πικρός και Χάρης.


    • Η θεματολογία των 24 διηγημάτων

      Ίσως έναν δείκτη της επιτυχίας ή της αποτυχίας των διηγηματογράφων που ανθολογεί ο Παπαδήμας να διαμορφώσουν το δικό τους συγγραφικό στίγμα, έχοντας πίσω τους το βαρύ παρελθόν του διηγήματος, έτσι όπως το καλλιέργησαν οι συγγραφείς της γενιάς του 1880 και οι επίγονοί τους, μπορεί να μας προσφέρει η θεματολογία των διηγημάτων τους. Παρακάτω δίνεται μία σχηματική περίληψη του θέματος των 24 διηγημάτων:

      Νίκος Νικολαΐδης, «Οι υπερέτες»:
      Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων υπηρετών ζει μόνο του στο σπίτι των πλούσιων αφεντικών του οι οποίοι λείπουν πολύ καιρό λόγω της αρρώστιας του γιου τους. Κάποια στιγμή το ζευγάρι των υπηρετών δέχεται ένα γράμμα από τους κύριούς του. Η καλοσύνη και η ενθάρρυνση που τους δείχνουν στο γράμμα τα αφεντικά τους ωθούν τους υπηρέτες να φανταστούν για ένα βράδυ ότι είναι αυτοί οι ιδιοκτήτες και οι κύριοι του σπιτιού. Αλλά η φαντασίωσή τους είναι πρόσκαιρη και γρήγορα επιστρέφουν στην πραγματικότητα, νιώθοντας τη βαθιά αγάπη που τους συνδέει με τα αφεντικά και το γιο τους.
      Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Ο Δημοφών κι ο θάνατος»:
      Στα 30 του χρόνια ο φιλόσοφος Δημοφών αποφασίζει να γίνει ασκητής και αποσύρεται σε μια σπηλιά της Βοιωτίας, όπου προσπαθεί να βρει την απάντηση στο πρόβλημα της ζωής. Στο κεντρικό επεισόδιο του διηγήματος εμφανίζεται μια σκιά που οδηγεί τον Δημοφώντα μπροστά σε δύο θύρες και το δίλημμα της εκλογής: η μία θύρα οδηγεί στην κανονική ζωή, όπου κανείς λυτρώνεται από τα εναγώνια ερωτήματα, η άλλη θύρα οδηγεί στην πλήρη γνώση. Ο Δημοφών διαλέγει τη θύρα της πλήρους γνώσης και έτσι οδηγείται στον θάνατο.
      Κων. Νταϊφάς, «Θεσσαλία»:
      Ο αγρότης Στάθης Χαρούλης ζει στη Θεσσαλία μια καθημερινή απαράλλακτη ζωή, υποταγμένος στην υπηρεσία και τη δύναμη του Αφέντη, όπως και όλοι οι άλλοι συγχωριανοί του. Η ανάμνηση του εξαφανισμένου γιου του Βαγγέλη συντηρεί στην ψυχή του μιαν αδιόρατη ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Μετά από πολλά χρόνια κι ενόσω ο Χαρούλης έχει πια γεράσει, ο Βαγγέλης επιστρέφει στο θεσσαλικό κάμπο ως γλυκομίλητος κήρυκας της κοινωνικής απελευθέρωσης των καταπιεσμένων αγροτών, αλλά δολοφονείται από τον οργισμένο Αφέντη. Ο θάνατος του γιού του συντρίβει τον Χαρούλη, αλλά και τροφοδοτεί στην ψυχή του, πιο καθαρή τώρα, την ελπίδα της κοινωνικής αλλαγής.
      Πάνος Δ. Ταγκόπουλος, «Μελλοθάνατοι»:
      Το διήγημα τοποθετείται στο πολεμικό μέτωπο του Στρυμώνα, τον Αύγουστο του 1918. Ένας λοχίας του ελληνικού στρατού διατάσσεται να οδηγήσει δύο βούλγαρους αιχμαλώτους πολέμου στην έδρα της Μεραρχίας, όπου πρόκειται να εκτελεστούν. Ο λοχίας, ένας ευαίσθητος άνθρωπος που κρατά αποστάσεις από το απάνθρωπο κλίμα του πολέμου, ολοκληρώνει την αποστολή του, αλλά, ως πρωτοπρόσωπος αφηγητής, μάς μεταφέρει το δράμα των μελλοθανάτων κατά το τελευταίο ταξίδι τους.
      Ανδρέας Σύλβιος Παπαδόπουλος, «Ο Κατσάκης 1917-1921»:
      Το διήγημα του Σμυρνιού συγγραφέα ξεκινά αναφερόμενο στην περίοδο πριν από την άφιξη του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, όταν οι Τούρκοι βιαιοπραγούσαν εις βάρος των Ελλήνων. Αφηγείται την ιστορία ενός φυγόστρατου Έλληνα Σμυρνιού, καταδικασμένου σε θάνατο, που εντέλει, παρά τις απελπισμένες προσπάθειες της μητέρας του να τον σώσει, συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και εκτελείται. Στο τέλος του διηγήματος, τοποθετημένο το 1921, η τραγική μάνα περιφέρεται τρελή ανάμεσα στο πλήθος των συμπατριωτών της που γιορτάζουν, χαρούμενοι για την παρουσία του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη.
      Αθανάσιος Π. Μίχας, «Η επιστήμη της ευτυχίας»:
      Ένας καθηγητής ιατρικής και βουλευτής ετοιμάζει ένα νομοσχέδιο που προβλέπει ότι όσοι πάσχουν από μεταδοτικές ψυχικές και σωματικές ασθένειες δεν θα επιτρέπεται να παντρευτούν. Στο κεντρικό επεισόδιο του διηγήματος ένας νεαρός σε οικτρή ψυχολογική κατάσταση επισκέπτεται τον καθηγητή και του αφηγείται την ιστορία του μεγάλου και παράφορου έρωτά του. Ο νεαρός παντρεύτηκε μια γερμανίδα που όμως πέθανε λίγο καιρό μετά τη γέννηση του παιδιού τους. Την ημέρα ωστόσο του θανάτου της ερωτεύτηκε επίσης παράφορα και σύναψε δεσμό με την αδελφή της που έμοιαζε καταπληκτικά στην πεθαμένη. Ο καθηγητής συμβουλεύει τον νεαρό άντρα να εγκαταλείψει την ερωμένη και το παιδί του, αλλά εκείνος οργισμένος αρνείται κατηγορηματικά τη συμβουλή και φεύγει. Στο τέλος του διηγήματος πληροφορούμαστε ότι το νομοσχέδιο απορρίφθηκε, ενώ και ο καθηγητής αθέτησε τις αρχές του, καθώς παντρεύτηκε μια νεαρή συνεργάτιδά του, αν και γνώριζε ότι εκείνη έπασχε από φυματίωση.
      Κων. Α. Φωτάκης, «Ο αδερφός της αδερφής»:
      Όταν αποφυλακίζεται, αφού εξέτισε την δεκαπενταετή καταδίκη του για φόνο, ο Γιάννης γυρίζει στο σπίτι του στην Αθήνα, όπου βρίσκει τη μητέρα του, που τον περιμένει με αγωνία, όχι όμως και την αδελφή του Μαντούλα. Η μητέρα του εντέλει τον πληροφορεί ότι, όσο εκείνος ήταν στη φυλακή, η Μαντούλα την εγκατέλειψε εξαιτίας της σχέσης της με ένα ανήθικο άτομο και ότι τώρα πια ζει μακριά της μια ντροπιασμένη ζωή. Στο τέλος του διηγήματος, ο Γιάννης βασανίζεται από τις τύψεις, επειδή δεν μπόρεσε, λόγω του φόνου που διέπραξε και της παραμονής του στη φυλακή, να σταθεί στο πλάι της αγαπημένης του αδελφής και να την προστατεύσει.
      Άλκης Θρύλος, «Η άλλη ώρα»:
      Μια Γυναίκα, στη διάρκεια μιας νύχτας, αναπολεί τη ζωή της, μια ατελείωτη διελκυστίνδα ανάμεσα σε άσκοπες ονειροπολήσεις και την αφόρητη ανία, και περιμένει ένα θαύμα: να σημάνει ο δέκατος τρίτος χτύπος του ρολογιού, η άλλη ώρα, που θα φέρει την ανατροπή της φυσικής τάξης και θα δώσει τέλος στην αγιάτρευτη πλήξη της. Η άλλη όμως ώρα δεν έρχεται και η Γυναίκα μένει με την τραγική επίγνωση που στοιχειώνει τη ζωή της, ότι «η Ζωή δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια τραγική γελοιογραφία, μια αποτυχία της Ιδέας που όλοι την αισθάνονται και κανένας δε μπορεί να τη ζήσει και να τη χαρεί» (σ. 101-102).
      Αδαμάντιος Δ. Παπαδήμας, «Την άνοιξη…»:
      Ένας νεαρός ηθοποιός, που ζει σε μια φτωχογειτονιά, αφηγείται την απόπειρα αυτοκτονίας με περίστροφο ενός γείτονα και φίλου του, του Θωμά. Ο Θωμάς, άνθρωπος περήφανος και διαφορετικός από τον «όχλο» που τον περιβάλλει, έρχεται σε σύγκρουση με την κοινωνική πραγματικότητα και μένει άνεργος. Στο τέλος του διηγήματος ο Θωμάς νοσηλεύεται στο νοσοκομείο αλλά έχει διαφύγει τον κίνδυνο και ο αφηγητής, μέσα στο χειμώνα, προσδοκά την άνοιξη που θα δώσει στους δύο φίλους τη δύναμη για ένα νέο ξεκίνημα.[10]
      Λιλή Μ. Ιακωβίδη (Πατρικίου), «Χωριάτικες ιστορίες. Ο κλέφτης»:
      Μια νεαρή δασκάλα, που εργάζεται σε ένα χωριό, διασώζει ένα μαθητή της, ανυπότακτο παιδί, με αλλόκοτη συμπεριφορά και χαμηλή κοινωνική προέλευση, από τη δημόσια διαπόμπευση, επειδή έκλεψε ένα γλυκό από το καφενείο του χωριού. Με την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της δασκάλας προβάλλεται το σθένος της νέας γυναίκας που δεν διστάζει να έρθει αντιμέτωπη με τα σκληρά ήθη της κοινωνίας της υπαίθρου.
      Παναγής Μπατιστάτος, «Η αρρώστεια και ο θάνατος της Ζήνας»:
      Ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής περιγράφει, στιγμή προς στιγμή, την οδυνηρή εμπειρία της αρρώστιας και του θανάτου από διφθερίτιδα της μόλις τρίχρονης αδελφής του Ζήνας. Η αφήγηση της ιστορίας γίνεται χρόνια μετά από το θάνατο του μικρού κοριτσιού, αλλά η μεγάλη συναισθηματική ένταση του αφηγητή, η λεπτομερής περιγραφή της πορείας του αγαπημένου μικρού παιδιού προς το θάνατο, η ακριβής απόδοση των σκέψεων του αφηγητή για το θάνατο και η έλλειψη της μεταφυσικής πίστης στη μεταθανάτια ζωή κάνουν βαθιά συγκινητικό αυτό το καθαρά ελεγειακό διήγημα. Σε σχέση με το θέμα του διηγήματος είναι τραγική ειρωνεία ότι ο συγγραφέας πέθανε σε ηλικία 24 ετών, όταν ετοιμαζόταν η ανθολογία. Η εκτίμηση του Παπαδήμα ότι το διήγημα είναι «αληθινό αριστούργημα» (σ. 156) είναι υπερβολική, η κρίση του όμως ότι ο Μπατιστάτος θα μπορούσε να δώσει αξιόλογο έργο αναμφίβολα ευσταθεί [βλ. για το διήγημα στον Μπαλούμη, ό.π., σ. 217-218].
      Νίκος Χάγερ Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρις), «Ένα σπιτάκι στην άκρη του δάσους»:
      Ο αφηγητής, ένας Αθηναίος νευρασθενικός άνδρας, αναπολεί με συγκρατημένη νοσταλγία μια ερωτική σχέση που έζησε πριν δύο χρόνια, όταν βρισκόταν σ' ένα χωριό. Εκεί, στο δάσος δίπλα στο χωριό, γνώρισε και ερωτεύθηκε την ανιψιά ενός γιατρού, αλλά η σχέση τους τέλειωσε απότομα, όταν αυτός χρειάστηκε εσπευσμένα να επιστρέψει στην Αθήνα. Εντέλει, μετά από δύο χρόνια, πληροφορείται τον επικείμενο γάμο της ανιψιάς του γιατρού.
      Γεώργιος Μπούρλος, «Μια μολυβιά»:
      Ο Θεόφραστος, ένας ηλικιωμένος γραφέας ενός Υπουργείου, συμπλήρωσε 40 χρόνια δημοσιοϋπαλληλικής υπηρεσίας. Ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ αναπολεί με συντριβή την προηγούμενη ζωή του, θυμάται τα νεανικά του όνειρα ότι θα γινόταν διάσημος θεατρικός συγγραφέας και αναλογίζεται με πίκρα ότι όλες οι ελπίδες του διαψεύστηκαν και η ζωή του ξοδεύτηκε άσκοπα. Εντέλει ο Θεόφραστος αποκοιμιέται και πεθαίνει από το ψύχος μέσα στο γραφείο του. Η μολυβιά της διαγραφής του ονόματός του από τον κατάλογο των υπαλλήλων του Υπουργείου, στο τέλος του διηγήματος, δίνει τον τίτλο.
      Κωνστ. Φαλτάιτς, «Λόγια της πατρίδας»:
      Δύο νέοι συμπατριώτες, που κατάγονται από κάποιο ελληνικό νησί, υπηρετούν τη θητεία του στο ναυτικό και συναντιούνται σε κάποιο πολεμικό πλοίο. Στη συνομιλία τους, που εκτείνεται σε ολόκληρο το διήγημα, ο νεότερος, που λείπει λίγο καιρό από το νησί τους, αφηγείται στον μεγαλύτερο, που λείπει χρόνια, διάφορες ιστορίες από την πατρίδα τους, αναφερόμενες σε στιγμές χαράς και λύπης διάφορων γνωστών τους προσώπων. Η νοσταλγία της πατρίδας δημιουργεί στενό φιλικό δεσμό ανάμεσα στους δύο νέους συμπατριώτες.
      Νάσος Χρηστίδης, «Αγάπη»:
      Ο αφηγητής, κάτοικος μιας απομακρυσμένης από το κέντρο της πόλης συνοικίας, περιγράφει τις άθλιες συνθήκες διαβίωσης των φτωχών κατοίκων, οι περισσότεροι από τους οποίους είναι ανάπηροι από εργατικά ατυχήματα. Εξαιτίας των υπονόμων, που μεταφέρουν τα λήμματα της πόλης στη συνοικία, ξεσπά πανούκλα που αποδεκατίζει τους κατοίκους. Ο μόνος που χαίρεται γι' αυτήν την κατάσταση και διασκεδάζει είναι ο τοπικός νεκροθάφτης. Το διήγημα τελειώνει με μια εφιαλτική και γκροτέσκα σκηνή, όταν μπροστά από το καφενείο της συνοικίας περνούν το ένα πίσω από το άλλο τα φέρετρα των κατοίκων της.[11]
      Σταυρούλα Γ. Μαρκέτου, «Συχωρεμένος-καταραμένος»:
      Δύο αγαπημένοι φίλοι, ο Διονύσης και ο Γιάννης, συναντιούνται μετά από 10 χρόνια στην κηδεία του παιδικού τους φίλου Κώστα. Ο Κώστας, πριν από 25 χρόνια, είχε προβλέψει ότι η ζωή και των δύο φίλων θα καταλήξει στην απόλυτη αποτυχία. Πράγματι αποτυχημένοι τώρα πια οι δύο φίλοι συγχωρούν στην αρχή το νεκρό Κώστα, αναγνωρίζοντάς του ότι είχε προφητικές ικανότητες, στο τέλος όμως τον καταριούνται, όταν διαπιστώνουν ότι η ολέθρια πρόγνωσή του για την κακή μοίρα της ζωής τους τούς στέρησε εντελώς κάθε ελπίδα και έκανε την πορεία τους προς την αποτυχία προδιαγεγραμμένη.
      Θρασύβουλος Καστανάκης, «Γειτόνοι»:
      Η αφηγήτρια, μια μοναχική νεαρή κοπέλα, που ζει σε νοικιασμένο δωμάτιο και εργάζεται ως πωλήτρια σε κατάστημα, αποφασίζει να γράψει το κείμενο αυτό για να εξομολογηθεί την ιστορία του έρωτά της. Κάποτε η μονότονη ζωή της άρχισε να αλλάζει όταν στο πλούσιο σπίτι, απέναντι από το παράθυρό της, εμφανίστηκε ένας μυστηριώδης κύριος που έλειπε πολλά χρόνια στην ξενιτιά. Αγαθές συγκυρίες κάνουν την κοπέλα να γνωριστεί με τον κύριο. Η σχέση τους εξελίσσεται σε γνήσια αγάπη και ο κύριος υπόσχεται στην κοπέλα ότι θα την παντρευτεί και θα φύγουν μαζί μακριά. Ξαφνικά όμως ο άνδρας πεθαίνει. Μετά το ισχυρό σοκ η κοπέλα επιστρέφει στην παλιά μοναχική της καθημερινότητα, διατηρώντας έντονη την ανάμνηση της πρόσκαιρης ευτυχίας που έζησε.
      Πέτρος Πικρός, «Το παραμιλητό τ' αφορεσμένου»:
      Ένας αφορισμένος καλόγερος, που εκδιώχθηκε από το μοναστήρι του, ταπεινώθηκε και έγινε ο περίγελος του κόσμου, αφηγείται, με τρόπο που δείχνει τη σύγχυση του μυαλού του και την παράδοσή του στη δύναμη του Σατανά, την ιστορία που τον οδήγησε στον αφορισμό. Του είχε ανατεθεί να αγιογραφήσει μιαν εικόνα της Παναγίας. Για το σκοπό αυτό χρησιμοποίησε ως μοντέλο μια όμορφη τσιγγάνα που γρήγορα την ερωτεύθηκε. Αλλά η σχέση τους εξελίχθηκε σ' έναν παράφορο σαρκικό έρωτα. Παρασυρμένη από τη ζήλιά της για την πανέμορφη εικόνα της Παναγίας, η τσιγγάνα ζήτησε από τον καλόγερο να της χαρίσει την εικόνα που είχε τοποθετηθεί δίπλα στο Ιερό. Εκείνος, μέσα στην αλλοφροσύνη που του γέννησε η αδυναμία να πραγματοποιήσει την επιθυμία της αγαπημένης του, αφαίρεσε μ' ένα μαχαίρι τα μάτια της ζωγραφισμένης Παναγίας.
      Άρτεμις Φαλτάιτς, «Κάτω από τη μοίρα»:
      Το πολύ σύντομο αυτό διήγημα είναι η περιγραφή ενός στιγμιότυπου. Η Καίτη είναι αναγκασμένη να μείνει στο σπίτι της για να φροντίσει την αδιάθετη μητέρα της, ενώ στο απέναντι σπίτι η φίλη της διασκεδάζει με μια μεγάλη παρέα. Η Καίτη νιώθει φθόνο για το γελαστό χαρακτήρα της φίλης της και επειδή εκείνη, σε αντίθεση με την ίδια, κατορθώνει να κερδίζει στη ζωή. Ξαφνικά αποφασίζει επιτέλους να εκφράσει τον πολύχρονο και κρυφό έρωτά της σε κάποιο νέο. Στην τελική σκηνή του διηγήματος, όμως, η Καίτη ακούει το κουδούνι του σπιτιού της να ηχεί, προφανώς είναι ο νέος που τον περιμένει για να του εξομολογηθεί τον έρωτά της, αλλά εκείνος την τελευταία στιγμή μπαίνει στο απέναντι σπίτι, όπου τον προσκαλούν στη γιορτή.
      Ισίδωρος Καραλής, «Ο Λάμπης»:
      Ένα χωριατόπουλο, ο Λάμπης, έρχεται στην πόλη και πιάνει δουλειά στη λαϊκή ταβέρνα του Αριστείδη. Γρήγορα ο αδέξιος και παραξενεμένος απ' ό,τι συμβαίνει γύρω του Λάμπης γίνεται το επίκεντρο της προσοχής όλων των θαμώνων που συνήθως του συμπεριφέρονται περιπαικτικά ή και προσβλητικά. Τα χωριατόπουλο, ωστόσο, φαίνεται σιγά-σιγά να προσαρμόζεται στο νέο περιβάλλον και στα καθήκοντά του, μέχρι τη στιγμή που χτυπά κάποιο πελάτη επειδή κορόιδεψε το αφεντικό του. Τότε ο Αριστείδης μαλώνει τον Λάμπη κι εκείνος θιγμένος αποφασίζει να φύγει από την ταβέρνα και να επιστρέψει στο χωριό του.
      Γιάννης Ζήρας-Αγκαθιώτης, «Ο λιποτάχτης»:
      Ο πόλεμος μαίνεται στο μέτωπο και οι συνέπειες μιας ολονύκτιας ανταλλαγής πυρών πυροβολικού περιγράφονται με φρικιαστικές λεπτομέρειες. Ένας έλληνας στρατιώτης, ο Κοτσαύτης, πληροφορείται από γράμμα της μητέρας του ότι εκείνη και η αδελφή του αντιμετωπίζουν μεγάλη δυστυχία στο χωριό τους εξαιτίας του διωγμού και των αδικιών που υφίστανται από τους ισχυρούς του τόπου. Τότε ο Κοτσαύτης οργισμένος λιποτακτεί κι επιστρέφει στο χωριό του, όπου, στη διάρκεια της νύχτας, πυρπολεί όλα τα αρχοντόσπιτα. Το άλλο πρωί ο Κοτσαύτης, γεμάτος χαρά, επιθεωρεί από το ύψος του βουνού το έργο του νιώθοντας ότι απέδωσε δικαιοσύνη.
      Χρίστος Α. Γερογιάννης, «Ο πατέρας..;»:
      Το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, ενώ έξω ο άνεμος φυσάει μανιασμένος, η νεαρή κυρά Λένη, κλεισμένη στο σπίτι της, αγωνιά για την τύχη του άνδρα της, του καπετάν-Λάμπρου που λείπει καιρό ταξιδεύοντας με το καΐκι του. Η κυρά Λένη προσεύχεται κρυφά για την επιστροφή του άνδρα της, ενώ παρηγορεί και δίνει ελπίδες στο μικρό παιδί της που περιμένει ανήσυχο τον πατέρα του. Στο τέλος του διηγήματος η πληροφορία, που φτάνει στο λιμάνι, ότι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων συνέβη το ναυάγιο ενός καϊκιού, χωρίς όμως να γίνει γνωστή η ταυτότητα των χαμένων ναυτικών, προϊδεάζει για το θάνατο του καπετάν-Λάμπρου.
      Βελισσάριος Φρέρης, «Οι δράκοι είδαν το φως τους»:
      Σ' αυτό το σύντομο αλληγορικό παραμύθι, μια γριά και πλούσια Αρχόντισσα μιας πολιτείας, σκληρή, μοχθηρή και καταχθόνια, κρατά δέσμιους τους υπηκόους της, τους τυφλωμένους δράκοντες, μια φυλή ανθρώπων δυνατών στο σώμα, αλλά με ανίσχυρη θέληση. Κάποτε όμως φτάνει η στιγμή που ένα μεγάλο αστέρι εμφανίζεται στον ουρανό και ξαναδίνει στους δράκους την όρασή τους. Τότε εκείνοι σπάνε τα δεσμά τους και οργισμένοι ορμούν στο κάστρο της Αρχόντισσας για να εκδικηθούν εκείνη και τους αυλικούς της.
      Πέτρος Χάρης (Ιω. Ν. Μαρμαριάδης), «Ύστερ' από το πένθος»:
      Τρεις μήνες μετά από το θάνατο του αρραβωνιαστικού της η μεγάλη αδελφή μιας αστικής οικογένειας αναρωτιέται αν ήρθε η στιγμή να δώσει τέλος στο πένθος της και αποφασίζει να ξαναπαίξει ένα κομμάτι στο πιάνο. Η πρόσκαιρη λιποθυμία της μικρότερης αδελφής της και το σπάσιμο του βιολιού της που έπεσε στο πάτωμα υποβάλλουν τις ακόμη εύθραυστες σχέσεις στο εσωτερικό της οικογένειας.

    • Οι αισθητικές και ψυχολογικές τάσεις μιας νέας γενιάς διηγηματογράφων

      Τόσο οι θεματικές όσο και οι γλωσσικές επιλογές των 24 διηγηματογράφων της ανθολογίας του Παπαδήμα παρουσιάζουν έναν μακρινό, πάντως αισθητό δεσμό με τις αντίστοιχες επιλογές οι οποίες διαμόρφωσαν τον ανανεωτικό, σε σχέση με το παρελθόν, χαρακτήρα του διηγήματος της γενιάς του 1880. Τις επιλογές των πεζογράφων της γενιάς του 1880 συνοψίζει ο Γιάννης Παπακώστας, εμμέσως σχολιάζοντας τα θέματα και την κυρίαρχη γλωσσική μορφή των διηγημάτων που περιλήφθησαν στην ανθολογία του Κασδόνη Ελληνικά διηγήματα το 1896: «Ο αφηγηματικός λόγος […] [των πεζογράφων της γενιάς του 1880] εν πολλοίς απηχεί τη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα. Με την καταβύθιση στον τρόπο ζωής και τις εκδηλώσεις του νεοέλληνα ανασύρονται στην επιφάνεια αθέατες πλευρές του λαϊκού μας πολιτισμού, ανάμεικτες με στοιχεία ρεαλισμού και κοινωνικού προβληματισμού, ενώ, από την άλλη πλευρά, σταδιακά έχουμε τη στροφή προς τη χρήση μιας εξομαλυσμένης γλωσσικής μορφής, με αποτέλεσμα την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας και στην πεζογραφία».[12] Τρεις περίπου δεκαετίες μετά την ανθολογία Κασδόνη, όλα τα διηγήματα της ανθολογίας του Παπαδήμα είναι γραμμένα στη δημοτική, ανεξάρτητα από το θέμα και την τεχνοτροπία τους. Η χρήση της δημοτικής από τους νέους διηγηματογράφους παρουσιάζει αισθητές αποκλίσεις που κυμαίνονται από μια λαϊκότροπη δημοτική, βγαλμένη από την παράδοση του μαχητικού δημοτικισμού, μέχρι μια αστική δημοτική. Το γεγονός, πάντως, ότι κανείς από τους 24 διηγηματογράφους δεν γράφει πια στην καθαρεύουσα είναι ένδειξη της απόλυτης επικράτησης της δημοτικής γλώσσας στην πεζογραφία (την ίδια εποχή, η δημοτική είχε επικρατήσει πλήρως και στην ποίηση). Ασφαλής, επίσης, είναι η διαπίστωση ότι τα διηγήματα που ανθολογεί ο Παπαδήμας, στη συντριπτική πλειονότητά τους, απηχούν, σχολιάζουν ή κρίνουν όψεις της σύγχρονής τους ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Βέβαια, δεν φέρνουν πια στην επιφάνεια «αθέατες πλευρές του λαϊκού μας πολιτισμού», κι αυτό επειδή η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σε μια διαδικασία προϊούσας αστικοποίησης. Συνεπώς, ως απόρροια των παραπάνω παρατηρήσεων, μπορούμε να πούμε ότι οι διηγηματογράφοι της γενιάς του Παπαδήμα είναι επίγονοι εκείνων της γενιάς του 1880, παράλληλα, ωστόσο, η θεματική των διηγημάτων τους, ιδίως εκείνων που απηχούν ή καταγράφουν τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, είναι εμφανώς εκσυγχρονισμένη σε σύγκριση με τη θεματική των διηγημάτων της γενιάς του 1880. Κι αυτό συμβαίνει επειδή οι κοινωνικές συνθήκες άλλαξαν και νέα προβλήματα προέκυψαν.

      Ο Χ. Λ. Καράογλου επισημαίνει τα θεματικά ιδίως χαρακτηριστικά των διηγημάτων που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Μούσα (1920-1923). Τα ίδια χαρακτηριστικά διακρίνουν και τα διηγήματα της ανθολογίας του Παπαδήμα. Ως πρώτο βασικό χαρακτηριστικό ο Καράογλου καταγράφει ότι «σε όλα σχεδόν τα διηγήματα των νέων περιγράφεται μια θλιβερή ιστορία -συνήθως ερωτική· κυριαρχεί ο θάνατος και η ερωτική στέρηση».[13] Το στοιχείο του θανάτου κάποιου κεντρικού προσώπου, όχι απαραίτητα ποθητού προσώπου ή ερωτικού συντρόφου, ως βασικού συντελεστή της δραματικής τροπής ή έκβασης της ιστορίας, είναι διάχυτο στην ανθολογία του Παπαδήμα, καθώς εμφανίζεται σε 12 διηγήματα: Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Ο Δημοφών κι ο θάνατος», Κων. Νταϊφάς, «Θεσσαλία», Πάνος Δ. Ταγκόπουλος, «Μελλοθάνατοι», Ανδρέας Σύλβιος Παπαδόπουλος, «Ο Κατσάκης 1917-1921», Αθανάσιος Π. Μίχας, «Η επιστήμη της ευτυχίας», Παναγής Μπατιστάτος, «Η αρρώστεια και ο θάνατος της Ζήνας», Γεώργιος Μπούρλος, «Μια μολυβιά», Νάσος Χρηστίδης, «Αγάπη», Σταυρούλα Γ. Μαρκέτου «Συχωρεμένος-καταραμένος», Θρασύβουλος Καστανάκης, «Γειτόνοι», Χρίστος Α. Γερογιάννης, «Ο πατέρας..;» και Πέτρος Χάρης (Ιω. Ν. Μαρμαριάδης), «Ύστερ' από το πένθος». Εκτός από τα παραπάνω διηγήματα, ο θάνατος εμφανίζεται ως απειλή στα διηγήματα του Νίκου Νικολαΐδη, «Οι υπερέτες» (λόγω της μακρόχρονης αρρώστιας του γιού), και του Αδαμάντιου Δ. Παπαδήμα, «Την άνοιξη…» (λόγω της απόπειρας αυτοκτονίας του ήρωα), ή αποτελεί μέρος του ευρύτερου σκηνογραφικού πλαισίου (στην αρχική σκηνή του διηγήματος του Γιάννη Ζήρα-Αγκαθιώτη, «Ο λιποτάχτης», περιγράφεται μια ολονύκτια ανταλλαγή πυρών πυροβολικού, που αφήνει πίσω της πλήθος πτωμάτων).

      Αλλά η τόση πυκνή εμφάνιση και λειτουργία του θανάτου ως λιγότερο ή περισσότερο βασικού θεματικού στοιχείου των μισών διηγημάτων συναρτάται ουσιαστικά με τον αρνητικό ψυχισμό που διαποτίζει τη συντριπτική πλειονότητα των ανθολογημένων κειμένων. Έτσι, το κεντρικό θέμα αρκετών διηγημάτων, όπου δεν συμβαίνει κάποιος θάνατος, έχει αρνητικό χαρακτήρα, με ποικίλες εκδοχές: υλική καταστροφή-εκδίκηση (Γιάννης Ζήρας-Αγκαθιώτης, «Ο λιποτάχτης»), κλοπή και σκληρή τιμωρία-διαπόμπευση (Λιλή Μ. Ιακωβίδη, «Χωριάτικες ιστορίες. Ο κλέφτης»), τρέλα και παράδοση στον Σατανά (Πέτρος Πικρός, «Το παραμιλητό τ' αφορεσμένου»), τύψεις και αίσθηση απώλειας της ζωής (Κων. Α. Φωτάκης, «Ο αδερφός της αδερφής»), ψυχική απόγνωση (Άλκης Θρύλος, «Η άλλη ώρα»), συναισθηματική διάψευση (Άρτεμις Φαλτάιτς, «Κάτω από τη μοίρα»), κοινωνική διάψευση και φυγή (Ισίδωρος Καραλής, «Ο Λάμπης»). Στο σύνολο των 24 διηγημάτων είναι λιγοστά, μόλις 4, εκείνα που θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε «αισιόδοξα» ή, έστω, μη «απαισιόδοξα»: Νίκος Νικολαΐδης, «Οι υπερέτες», Αδαμάντιος Δ. Παπαδήμας, «Την άνοιξη…», Κωνστ. Φαλτάιτς, «Λόγια της πατρίδας» και Βελισσάριος Φρέρης, «Οι δράκοι είδαν το φως τους». Μάλιστα η σαφής επικράτηση των «απαισιόδοξων» διηγημάτων γεννά την υποψία ότι ο Παπαδήμας επέλεξε να αυτοανθολογηθεί με ένα «αισιόδοξο» διήγημά του, όπου, παρά το αρνητικό συμβάν (περιγραφή μιας απόπειρας αυτοκτονίας), υπάρχει αίσια κατάληξη (ο ήρωας διασώζεται και μαζί με το φίλο του-αφηγητή ελπίζουν σε μια καινούργια αρχή). Ίσως με αυτή την επιλογή ο ανθολόγος ήθελε να απαλύνει κάπως την εντύπωση του ομοιόμορφα αρνητικού ψυχισμού των νέων διηγηματογράφων.

      Το γεγονός ότι τα περισσότερα διηγήματα χαρακτηρίζονται από απαισιόδοξη ή και καταθλιπτική διάθεση ή/και αναφέρονται σε αρνητικές καταστάσεις απηχεί μάλλον τον ψυχισμό όχι μόνο των τότε νέων πεζογράφων, αλλά ενός μεγάλου μέρους γενικά της νεανικής μεσοπολεμικής γενιάς. Σε αυτή την εικασία μπορεί να μας οδηγήσει η διαπίστωση ότι και στην ανθολογία των νέων ποιητών του Τέλλου Άγρα (1922) σε όλα ή σε κάποια/κάποιο από τα ανθολογημένα ποιήματα των 31 από τους 70 ποιητές εμφανίζονται στοιχεία της θεματικής, του ύφους, της αρνητικής ψυχοσυναισθηματικής διάθεσης, τα οποία μας είναι οικεία από την καρυωτακική ποίηση (βλ. τον κατάλογο των 31 ποιητών στην εισαγωγή για την ανθολογία του Άγρα).[14] Αν κάνουμε μια, έστω και χοντρική, ποσοτική σύγκριση του αρνητικού ψυχισμού των ανθολογημένων διηγηματογράφων και των ανθολογημένων ποιητών, βλέπουμε ότι στους πρώτους οι αρνητικές καταστάσεις ή τα απογοητευτικά συναισθήματα αφορούν στη συντριπτική πλειονότητά τους. Μπορούμε να αιτιολογήσουμε αυτή τη διαφορά, σκεπτόμενοι ότι αρκετοί νέοι ποιητές γράφουν κυρίως μια λυρική ποίηση φυγής από την κοινωνική πραγματικότητα. Αντιθέτως, οι διηγηματογράφοι, με την εξαίρεση ελάχιστων, προβάλλουν το ψυχολογικό πορτρέτο μιας απογοητευμένης γενιάς, επειδή έρχονται ευθέως αντιμέτωποι με πλήθος εξωτερικές και εσωτερικές αντιξοότητες και αυτές ακριβώς θεματοποιούν: τη φτώχεια, την ανεργία, την κοινωνική διαφθορά και την αδικία, την κοινωνική ανισότητα, την άναρχη ανάπτυξη των πόλεων, την αγεφύρωτη ιδεολογική απόσταση που χωρίζει τους ανθρώπους της πόλης και των χωριών, τα συντηρητικά ήθη της υπαίθρου, τη γραφειοκρατία, τον πόλεμο, τη βία, την αρρώστια, τα απορρέοντα από όλα τα παραπάνω αρνητικά συναισθήματα και ψυχολογικά αδιέξοδα. Γι' αυτό τα περισσότερα διηγήματα μπορούν να χαρακτηριστούν κοινωνικά. Ανάμεσά τους δεν λείπουν ορισμένα όπου η ακραία ρεαλιστική περιγραφή της κοινωνικής πραγματικότητας, επικεντρωμένη στις αποκρουστικές όψεις της, τους δίνει το στίγμα της νατουραλιστικής τεχνοτροπίας. Τέτοια είναι τα διηγήματα του Πέτρου Πικρού, «Το παραμιλητό τ' αφορεσμένου», και του Νάσου Χρηστίδη, «Αγάπη». Για διηγήματα με ανάλογη θεματική, δημοσιευμένα στο περιοδικό Μούσα, ο Καράογλου κάνει την εξής ενδιαφέρουσα παρατήρηση: «Σε πολλές περιπτώσεις […] θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε νατουραλιστική την εκλογή του θέματος: φτωχογειτονιές, πρόσωπα που προκαλούν αποστροφή και/ή λύπη. Ωστόσο, οι νέοι διηγηματογράφοι της Μούσας δεν ενδιαφέρονται για μια νατουραλιστική προσέγγιση του θέματός τους· είναι προσανατολισμένοι προς την ψυχογραφία. Εκείνο που τους ενδιαφέρει κυρίως είναι ο εσωτερικός κόσμος του κεντρικού ήρωα, οι κλυδωνισμοί της ψυχής και της σκέψης του, τους οποίους όμως δεν περιγράφουν αναλυτικά και "επιστημονικά", όπως γίνεται στο νατουραλιστικό μυθιστόρημα, αλλά τους σχεδιάζουν με λίγες γραμμές ή προσπαθούν να τους υποβάλλουν με υπαινικτική ασάφεια, δημιουργώντας την κατάλληλη ατμόσφαιρα».[15] Αυτή η παρατήρηση μπορούμε να πούμε ότι ισχύει όχι μόνο για τα ανθολογημένα διηγήματα με νατουραλιστικές αποχρώσεις, αλλά και για πολλά άλλα διηγήματα, όπου διακρίνεται αυτή η έντονη ψυχογραφική διάθεση. Στην ανθολογία του Παπαδήμα υπάρχουν, ανεξάρτητα από το θέμα ή την ψυχική διάθεση, ορισμένα διηγήματα που μπορούμε να τα χαρακτηρίσουμε συμβολικά (π.χ. το «Ύστερ' από το πένθος» του Πέτρου Χάρη)[16] ή αισθητιστικά (π.χ. το «Ο Δημοφών κι ο θάνατος» του Ναπολέοντα Λαπαθιώτη). Αλλά τον κυρίαρχο τόνο δίνουν τα ρεαλιστικά διηγήματα με κοινωνικό προβληματισμό. Μάλιστα η πλειονότητα αυτής της ομάδας διηγημάτων δείχνει ότι τα προβλήματα έχουν κοινωνικές (πολιτικοοικονομικές, ιδεολογικές, ακόμη και ταξικές) ρίζες. Σε λιγοστά διηγήματα εκφράζεται, με άμεσο ή αλληγορικό τρόπο, η πίστη ή η ελπίδα ότι τη λύση στα προβλήματα θα φέρει η κοινωνικοπολιτική αλλαγή, αν και αυτή η αλλαγή μένει ιδεολογικά απροσδιόριστη. Πρόκειται για τα διηγήματα του Κων. Νταϊφά, «Θεσσαλία», και του Βελισσάριου Φρέρη, «Οι δράκοι είδαν το φως τους».

      Σχολιάζοντας την ανθολογία Οι νέοι του Άγρα (βλ. εκεί την εισαγωγή), παρατηρήσαμε ότι είναι ελάχιστα τα ποιήματα που σχετίζονται με το σύγχρονο ιστορικό κλίμα, παρά το γεγονός ότι, όταν ετοιμάζεται και εκδίδεται η ανθολογία του Άγρα, το 1922, προφανώς πριν ακόμη από τη Μικρασιατική Καταστροφή, το ελληνικό έθνος ζούσε μέσα στον πυρετό μιας πρωτοφανούς εθνικής ανάτασης. Αντιστοίχως, στην ανθολογία του Παπαδήμα, που βέβαια εκδίδεται μετά την Μικρασιατική Καταστροφή, υπάρχει ένα μόνο διήγημα, το «Ο Κατσάκης 1917-1921», γραμμένο από τον Σμυρνιό πεζογράφο Ανδρέα Σύλβιο Παπαδόπουλο, που, παρά την συναισθηματικά αρνητική ατμόσφαιρά του (εκτέλεση του φυγόστρατου γιου από τους Τούρκους και τρέλα της τραγικής μητέρας), κλείνει με τις γιορτές του πλήθους για την παρουσία του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη: είναι η στιγμή της εθνικής δικαίωσης και της υλοποίησης των εθνικών οραμάτων. Αυτή όμως η σκοπιά θεώρησης της εντελώς πρόσφατης ιστορικής στιγμής εκφράζεται από το διήγημα ενός, θα λέγαμε, άμεσα ενδιαφερόμενου, ενός Σμυρνιού. Αντιθέτως, τα διηγήματα των ελλαδιτών συγγραφέων που αναφέρονται άμεσα ή έμμεσα στον πόλεμο ή στο στρατό μπορούν να χαρακτηριστούν αντιπολεμικά, καθώς προβάλλουν αρνητικές πλευρές του πολέμου και του στρατού: Πάνος Δ. Ταγκόπουλος, «Μελλοθάνατοι» (αντιηρωικό πνεύμα και ανθρωπιστική διάθεση για τον εχθρό), Γιάννης Ζήρας-Αγκαθιώτης, «Ο λιποτάχτης» (κατάδειξη των φρικαλεοτήτων του πολέμου, λιποταξία, ο πόλεμος αιτία της κοινωνικής αδικίας) και Κωνστ. Φαλτάιτς, «Λόγια της πατρίδας» (νοσταλγία και στέρηση της τοπικής πατρίδας για τους στρατευμένους λόγω της θητείας). Τα παραπάνω στοιχεία φαίνεται να οδηγούν σε μια ενδιαφέρουσα διαπίστωση: οι διηγηματογράφοι της γενιάς του Παπαδήμα συγχρονίζονται με την ιστορική και κοινωνικοπολιτική πραγματικότητά τους, αλλά από την ανάποδη σκοπιά. Κι αυτό γιατί, σε μια εποχή εθνικής και κατ' επέκταση κοινωνικής ανάτασης, όταν η Μεγάλη Ιδέα βρίσκεται στο απόγειό της, αυτοί επιλέγουν να προβάλλουν, μέσα από διηγήματα κοινωνικού περιεχομένου, την ψυχολογία του ηττημένου, του ηττοπαθούς και του διαψευσμένου. Η διαπίστωση αυτή θέτει το ζήτημα του ακριβούς χρόνου έκδοσης της ανθολογίας. Ο «Πρόλογος» στην ανθολογία του εκδότη Αρ. Ράλλη φέρει στο τέλος του την ένδειξη: «Μάης 1923» (σ. 4). Επίσης, αν είναι ακριβής η πληροφορία του Καράογλου[17] ότι ο Πέτρος Χάρης πρωτοπαρουσιάστηκε στα γράμματα με το διήγημα «Ύστερ' από το πένθος», δημοσιευμένο στη Μούσα τον Ιούνιο 1923, διαπιστώνεται ότι ο Παπαδήμας ανθολόγησε το διήγημα αυτό από τη Μούσα. Συνεπώς, η ανθολογία του πρέπει να εκδόθηκε προς το τέλος του 1923. Αν, λοιπόν, δεχτούμε ότι υπήρχε απόσταση ενός τουλάχιστον έτους ανάμεσα στην έκδοση της ανθολογίας και τη Μικρασιατική Καταστροφή, ίσως αιτιολογείται η επικράτηση του αρνητικού ψυχισμού στα ανθολογημένα διηγήματα. Πιθανόν, δηλαδή, ο Παπαδήμας να επέλεξε διηγήματα εναρμονισμένα με το κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Και σε αυτή όμως την περίπτωση, η μεγάλη πλειονότητα των ανθολογημένων διηγημάτων πρέπει να ήταν κείμενα γραμμένα και δημοσιευμένα πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή.

      Ευριπίδης Γαραντούδης


    • Πίνακας περιεχομένων

      Πρόλογος [του Αρ. Ι. Ράλλη] (σ. 3-4).

      Ν. Νικολαΐδης (1886-): «Οι υπερέτες» (σ. 5-19).

      Ναπολέων Λαπαθιώτης (1893-): «Ο Δημοφών κι ο θάνατος» (σ. 20-26).

      Κων. Νταϊφάς (1893-): «Θεσσαλία» (σ. 27-48).

      Πάνος Δ. Ταγκόπουλος (1895-): «Μελλοθάνατοι» (σ. 49-56).

      Ανδρέας Σύλβιος Παπαδόπουλος (1887-): «Ο Κατσάκης 1917-1921» (σ. 57-66).

      Αθανάσιος Π. Μίχας (1890-): «Η επιστήμη της ευτυχίας» (σ. 67-79).

      Κων. Α. Φωτάκης (1894-): «Ο αδερφός της αδερφής» (σ. 80-95).

      Άλκης Θρύλος (1896-): «Η άλλη ώρα» (σ. 96-107).

      Αδαμάντιος Δ. Παπαδήμας (1897-): «Την άνοιξη…» (σ. 108-114).

      Λιλή Μ. Ιακωβίδη (Πατρικίου) (1899-): «Χωριάτικες ιστορίες. Ο κλέφτης» (σ. 115-123).

      Παναγής Μπατιστάτος (1900-1923): «Η αρρώστεια και ο θάνατος της Ζήνας» (σ. 124-156).

      Νίκος Χάγερ Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρις) (1899-): «Ένα σπιτάκι στην άκρη του δάσους» (σ. 157-167).

      Γεώργιος Μπούρλος (1899-): «Μια μολυβιά» (σ. 168-181).

      Κωνστ. Φαλτάιτς (1891-): «Λόγια της πατρίδας» (σ. 182-191).

      Νάσος Χρηστίδης (1901-): «Αγάπη» (σ. 192-199).

      Σταυρούλα Γ. Μαρκέτου (1897-): «Συχωρεμένος-καταραμένος» (σ. 200-204).

      Θρασύβουλος Καστανάκης (1901-): «Γειτόνοι» (σ. 205-220).

      Πέτρος Πικρός: «Το παραμιλητό τ’ αφορεσμένου» (σ. 221-235).

      Άρτεμις Φαλτάιτς: «Κάτω από τη μοίρα» (σ. 236-239).

      Ισίδωρος Καραλής (1897-): «Ο Λάμπης» (σ. 240-250).

      Γιάννης Ζήρας-Αγκαθιώτης (1895-): «Ο λιποτάχτης» (σ. 251-258).

      Χρίστος Α. Γερογιάννης (1896-): «Ο πατέρας..;» (σ. 258-264).

      Βελισσάριος Φρέρης (1900-): «Οι δράκοι είδαν το φως τους» (σ. 264-267).

      Πέτρος Χάρης (Ιω. Ν. Μαρμαριάδης) (1902-): «Ύστερ’ από το πένθος» (σ. 268-272).


    • Σημειώσεις

      1 Βλ. Χ. Λ. Καράογλου, Το περιοδικό «Μούσα» (1920-1923). Ζητήματα ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Αθήνα, Εκδόσεις Νεφέλη, Λογοτεχνία και φιλολογία 5, 1991, σ. 261. Πάντως, η πληροφορία της ύπαρξης του βιβλίου Εικοσιπέντε εκλεκτά διηγήματα δεν επιβεβαιώνεται από καμία βιβλιογραφική πηγή. Αν η πληροφορία ισχύει, ο τίτλος, Εικοσιπέντε εκλεκτά διηγήματα, δηλώνει προφανώς την προσθήκη ενός ακόμη διηγήματος στα 24 διηγήματα της πρώτης έκδοσης.

      2 Για τις σχετικές πληροφορίες, βλ. στον τόμο Eρευνητική ομάδα. Eποπτεία: X. Λ. Kαράογλου, Περιοδικά λόγου και τέχνης (1901-1940). Aναλυτική βιβλιογραφία και παρουσίαση, Tόμος πρώτος: Aθηναϊκά περιοδικά (1901-1925), Θεσσαλονίκη, University Studio Press 1996, σ. 246-247 και 330-331. Ο Παπαδήμας ήταν επίσης ένας από τους υπεύθυνους για τη λογοτεχνική ύλη του περιοδικού Κριτική και ποίηση (1924-1926, 16 τεύχη)· βλ., ό.π., σ. 366.

      3 Καταγραφή της εργογραφίας του που περιλαμβάνει διηγήματα, νουβέλες, μυθιστορήματα, δοκίμια, μελέτες και θεατρικά έργα για παιδιά, βλ. στο βιβλίο του Χ. Λ. Καράογλου, Το περιοδικό «Μούσα» (1920-1923, 1991, σ. 261-262. Επίσης για τον Παπαδήμα ως πεζογράφο, βλ. Επαμ. Γ. Μπαλούμη, Πεζογραφία του '20. Μεσοπόλεμος, Αθήνα, Ελληνικά Γράμματα 1996, σ. 224-228.

      4 Βλ. σχετικά Καράογλου, Το περιοδικό «Μούσα» (1920-1923), ό.π., σ. 54, 61, 78 και 116.

      5 Όπως διαπιστώνουν σχετικά οι Βαρακλιώτου, Καράογλου και Σδράλη, «αν στις δύο πρώτες δεκαετίες του [20ού] αιώνα οι νέοι λογοτέχνες δεν κατείχαν επίζηλη θέση στις γενικές ανθολογίες, βρήκαν τον τρόπο να καταστήσουν έντονη την παρουσία τους, εκδίδοντας οι ίδιοι δικές τους ανθολογίες. Η συγκομιδή είναι εντυπωσιακή: επτά εκδόσεις μέσα σε μία δεκαετία, εκ των οποίων οι πέντε (τέσσερις ποιητικές και μία διηγήματος) μέσα σε μία μόλις διετία (1922-1923)» (Έφη Χρ. Βαρακλιώτου, Χ.Λ. Καράογλου, Άριστη Σδράλη, «Ποιητικές ανθολογίες 1901-1950 (Πρόδρομη ανακοίνωση)», Μνήμη Ελένης Τσαντσάνογλου. Εκδοτικά και ερμηνευτικά ζητήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Πρακτικά Ζ΄ Επιστημονικής Συνάντησης, Υπεύθυνος: Χ.Λ. Καράογλου, Θεσσαλονίκη 1998, σ. 431-453: 435. Για τα στοιχεία των ανθολογιών, βλ., ό.π., την υποσ. 7, σ. 435).

      6 Αδαμ. Δ. Παπαδήμας, Η πορεία μιας γενιάς, Αθήνα, Ωρίων, 1944, σ. 88.

      7 Πρόσφατα έγιναν δύο επανεκδόσεις αυτής της ανθολογίας: Η συλλογή «Ελληνικά διηγήματα» του 1896, Εισαγωγή - κείμενα - λεξιλόγιο Βασιλείου Φρ. Τωμαδάκη, Αθήναι, Ίδρυμα Νεοελληνικών Σπουδών, Μελετήματα 4, 2000 και Ελληνικά Διηγήματα. Μετά των εικόνων των συγγραφέων, Εισαγωγή - φιλολογική επιμέλεια Γιάννης Παπακώστας, Αθήνα, Εκδόσεις Πατάκη 2004. Η πρώτη επανέκδοση συνοδεύεται από «Λεξιλόγιο» του επιμελητή (σ. 401-411). Για την αποτίμηση της ανθολογίας Ελληνικά διηγήματα ως «ουσιαστικά […] πρώτη[ς] στο είδος της», βλ. τις παρατηρήσεις του Παπακώστα στο «Προοίμιο» της δικής του επανέκδοσης, ό.π., σ. 9-29: 16-24.

      8 Καράογλου, Το περιοδικό «Μούσα» (1920-1923), ό.π., σ. 116-117.

      9 Καράογλου, ό.π., σ. 117.

      10 Το διήγημα αυτό, που εντάχθηκε στη συλλογή Ρόζα κι άλλα διηγήματα (1924), αναλύεται εν συντομία από τον Μπαλούμη, ό.π., σ. 225-226.

      11 Το διήγημα αυτό σχολιάζεται από τον Καράογλου, Το περιοδικό «Μούσα» (1920-1923), ό.π., σ. 118, σε σχέση με άλλα διηγήματα του Χρηστίδη και του Παπαδήμα, και από τον Μπαλούμη, ό.π., σ. 216-217.

      12 Παπακώστας, «Προοίμιο», Ελληνικά Διηγήματα, ό.π., σ. 25.

      13 Καράογλου, Το περιοδικό «Μούσα» (1920-1923), ό.π., σ. 117.

      14 Οι δύο ανθολογίες, του Παπαδήμα και του Άγρα, είναι συγκρίσιμες και από την άποψη ότι ορισμένοι από τους ανθολογημένους διηγηματογράφους εμφανίζονται και στην ανθολογία των νέων ποιητών του Άγρα (Ναπολέων Λαπαθιώτης, Ανδρέας Σύλβιος Παπαδόπουλος, Νίκος Χάγερ Μπουφίδης (Ίσανδρος Άρις)).

      15 Καράογλου, Το περιοδικό «Μούσα» (1920-1923), ό.π., σ. 118. Αυτή η παρατήρηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, και στο διήγημα του Χρηστίδη, «Αγάπη», το οποίο δημοσιεύτηκε στη Μούσα (τχ. 1, Αύγουστος 1920, σ. 6-7).

      16 Γι' αυτό το διήγημα, που επίσης δημοσιεύτηκε στη Μούσα (τχ. 35, Ιούνιος 1923, σ. 186-187) (άραγε πριν ή μετά τη δημοσίευση της ανθολογίας του Παπαδήμα;), ο Καράογλου, ό.π., σ. 118, γράφει ότι «απ' όλα […] τα διηγήματα της Μούσας μόνον ένα ξεχωρίζει για την επιτυχημένη χρήση της υποβολής: το "Ύστερ' από το πένθος"».

      17 Βλ. Καράογλου, Το περιοδικό «Μούσα» (1920-1923), ό.π., σ. 77, σημ. 61.


Ομάδα εργασίας
Επιστημονικός υπεύθυνος
Τ. Καγιαλής
Ευριπίδης Γαραντούδης
Σύνταξη εισαγωγικών κειμένων, κατάρτιση πινάκων περιεχομένων, επιμέλεια του υλικού
Όλγα Κομιζόγλου
Σάρωμα (scanning) των ανθολογιών
Λάμπρος Βαρελάς
Συντονισμός, συμμετοχή στην έρευνα και επιλογή του υλικού
Βασίλης Βασιλειάδης

Συμμετοχή στην έρευνα και επιλογή του υλικού

Τεχνική Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης

Η ανθολογία "Οι νέοι" αναρτήθηκε με την άδεια του κ. Γεωργίου Ιωάννου, κληρονόμου του Τέλλου Άγρα.