Skip to main content

Νέα ελληνική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική



Περιεχόμενα

Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής

Εδώ προτίθεμαι να διερευνήσω εν συντομία ποιοι είναι οι διάφοροι "λόγοι" που έχουν διατυπωθεί για τη μετάφραση. Θα πρέπει να αναλύσω τους ήδη υπάρχοντες και να προτείνω έναν άλλον. Ευελπιστώ ότι η οίηση αυτής της πρόθεσης θα αμβλυνθεί από το γεγονός ότι ο "νέος" λόγος είναι ριζωμένος μέσα στην πιο παραδοσιακή παραδοσιακότητα. Θα αναπτύξω αυτόν το στοχασμό με αφετηρία έναν τριπλό προσωπικό ορίζοντα: ως κάποιος που μεταφράζει πολλούς τομείς και από πολλές γλώσσες[1], ως "θεωρητικός" της μετάφρασης που διδάσκει στο πλαίσιο των σεμιναρίων του στο College international de philosophie[2], και ως μέλος ενός γαλλικού κυβερνητικού οργανισμού, του Commissariat general de la langue francaise [Γενική Γραμματείας της Γαλλικής Γλώσσας], ο οποίος αναπτύσσει σήμερα μια πολιτική της μετάφρασης και θα δημιουργήσει, το 1986, ένα Κέντρο Ορολογίας και τεχνικής Μετάφρασης, το Κέντρο Ζακ Αμυό[3].

Ο "ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΣ" ΛΟΓΟΣ ΕΠΙ ΤΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΩΣ

Γενικά, στους μεταφραστές δεν αρέσει καθόλου να μιλούν για "θεωρία". Αυτεκλαμβάνονται ως διαισθητικοί και ως τεχνίτες. Και όμως, από την έναρξη της δυτικής παράδοσης η μεταφραστική δραστηριότητα συνοδευόταν από ένα λόγο-επί-της-μεταφράσεως. Έτσι, με την πάροδο των αιώνων έχουμε (παραθέτω μόνο τα πιο γνωστά ονόματα) τα κείμενα του Κικέρωνα, του Αγίου Ιερώνυμου, του FrayLuisdeLeon, του Λούθηρου, των DuBellay, Dolet, Rivarol, Herder, Humboldt, A.W. Schlegel, Goethe, Schleiermacher, Chateaubriand, Πούσκιν, Valery, Benjamin, Pound, ArmandRobin, Borges, Bonneyfoy, OctavioPaz, κ.λπ. Πρόκειται κατ' ουσίαν για το λόγο εκείνων που μεταφράζουν, ακόμη και όταν αυτός συνοδεύεται -σε κάθε περίοδο- από τον αντίστοιχο των μη μεταφραζόντων, ο οποίος απλώς τον αντανακλά και τον επαναλαμβάνει. Αυτόν τον λόγο τον ονομάζω "παραδοσιακό", και είναι παραδοσιακός με διττή σημασία. Πρώτον μας έρχεται από τα βάθη της δυτικής πολιτισμικής παράδοσης. Δεύτερον ανήκει σε ένα κόσμο όπου η μετάφραση θεωρείται ένας από τους στυλοβάτες της παραδοσιακότητας, δηλαδή του τρόπου ύπαρξης των ανθρώπων που καθορίζεται από ένα είδος παράδοσης. Traduzionetradizione [μετάφραση παράδοση], λένε οι Ιταλοί: η μετάφραση, ενώνοντας παρελθόν και παρόν, κοντινό και μακρινό, γονιμοποιεί την κουλτούρα η οποία αντιμετωπίζεται ως σύνολο παραδόσεων.

Αυτός ο λόγος έχει τρία χαρακτηριστικά.

Κατ' αρχάς είναι ετερόκλητος: άλλοτε αναλυτικός και περιγραφικός, άλλοτε κατευθυντήριος, άλλοτε λυρικός, άλλοτε θεωρησιακός, άλλοτε πολεμικός, σπάνια "θεωρητικός" με τη σύγχρονη σημασία του όρου. Στην πραγματικότητα, το πρώτο "θεωρητικό" κείμενο για τη μετάφραση είναι κατά πάσα πιθανότητα η πραγματεία του Σλαϊερμάχερ Περί των διαφόρων μεθόδων του μεταφράζειν (Βερολίνο, 1821)[4].

Εν συνεχεία, αυτός ο λόγος είναι εκπληκτικά ισχνός: λίγα έργα, πλήθος σημειώσεων, επιστολών, προλόγων, κ.λπ. Αν μάλιστα συγκρίνουμε αυτό το υλικό με το αντίστοιχο των "κριτικών" κειμένων που παρήγαγε η λογοτεχνία και που αναφέρονται στον ίδιο τον εαυτό της -χονδρικά από την εποχή της Αναγέννησης και μετά-, θα πρέπει να συμπεράνουμε ότι οι μεταφραστές είναι πολύ φειδωλοί οσάκις μιλούν για τη δραστηριότητά τους. Λες και δεν τολμούσε η μετάφραση να επιβεβαιώσει την ύπαρξή της με τρόπο συλλογιστικό. Εντούτοις, παρά την ισχνότητά του, ο λόγος αυτός είναι πλούσιος, πλουσιότατος, γι' αυτό πρέπει να μάθουμε να τον διαβάζουμε· να τον γνωρίσουμε, γιατί ως τώρα τον ξέρουμε ελλιπέστατα.

Το τρίτο χαρακτηριστικό είναι το εξής: αυτός ο παραδοσιακός λόγος σημαδεύεται από μια διχοστασία, τη διχοστασία των υπέρμαχων του "γράμματος" και των υπέρμαχων του "νοήματος", από τους οποίους οι τελευταίοι είναι πάντοτε η πλειονότητα. Η διχοστασία (θα επανέλθουμε σ' αυτήν) θεμελιώνεται στη διπλή δυνητικότητα του μεταφράζειν και όχι σε κάποιες κοινωνικές ή υποκειμενικές "προτιμήσεις" που θα μπορούσε να έχει κανείς σχετικά με αυτό το θέμα.

Απέναντι στον παραδοσιακό λόγο, ο 20ός αιώνας είδε να συγκροτείται ένα πλήθος νέων λόγων επί της μεταφράσεως, οι οποίοι άλλοτε είναι "αντικειμενικοί" και άλλοτε λόγοι της "εμπειρίας". Ας δούμε κατ' αρχάς τους "αντικειμενικούς" λόγους. Αυτοί είναι άλλοτε επιμεριστικοί (συνδεδεμένοι με προσδιορισμένους μαθησιακούς κλάδους), άλλοτε γενικοί (γενικές θεωρίες της μετάφρασης).

ΟΙ ΕΠΙΜΕΡΙΣΤΙΚΟΙ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ

Κατ' ουσίαν πρόκειται για τους λόγους της γλωσσολογίας, της ποιητικής (ή σημειωτικής) και της συγκριτικής γραμματολογίας. Εδώ αφήνω κατά μέρος τους λόγους για τη νομική, τεχνική και προφορική (διερμηνεία) μετάφραση, οι οποίοι είναι πραγματιστικοί και, με λίγες σχεδόν εξαιρέσεις, ως τώρα ελάχιστα συστηματικοί[5].

Οι αναλύσεις που αφιέρωσε η γλωσσολογία στη μετάφραση είναι σχετικά ολιγάριθμες. Οι πιο αξιοσημείωτες είναι του Jakobson, του Catford και του Nida[6]. Θεωρητικά, η γλωσσολογία βεβαιώνει ότι η μετάφραση είναι γι' αυτήν θέμα ουσιώδες και ότι οφείλει να δείξει τη δυνατότητα ή, ενδεχομένως, την αδυνατότητα αυτής της δραστηριότητας. Φρονεί πως πρόκειται, apriori, για ένα φαινόμενο αλληλεπίδρασης μεταξύ δύο γλωσσών, το οποίο ορίζει διατυπώνοντας φορμαλιστικά την τρέχουσα έννοια της μετάφρασης. Κατ' αυτόν τον τρόπο καταλήγει κανείς σε ορισμένες διατυπώσεις, σαν την ακόλουθη του Jakobson: "η αναζήτηση της ισοδυναμίας μες στη διαφορά[7]". Συνεπώς, η γλωσσολογία δίνει έναν ορισμό του μεταφράζειν τόσο διευρυμένο και τόσο αφηρημένο, ώστε παραλείπει σχεδόν τελείως τη γραπτή και κειμενική διάστασή του- για να μην αναφερθούμε στις πολιτισμικές, ιστορικές και λοιπές διαστάσεις του. Όλα αυτά μοιάζουν να παραπέμπουν σε κάποια έλλειψη ενδιαφέροντος για ένα "αντικείμενο" που η γλωσσολογία επιμένει να το εντάσσει στον τομέα της αρμοδιότητάς της, ακόμη και αν λάβουμε εξ άλλου υπ' όψιν ότι η γλωσσολογία προσέφερε το κατηγοριακό πλαίσιο των σημειωτικών και υφολογικών αναλύσεων της μετάφρασης. Γιατί αυτή η έλλειψη ενδιαφέροντος; Δεν θα ήταν άστοχο να αναρωτηθούμε για τα αίτιά της.

Η ποιητική εκλαμβάνει τη μετάφραση ως μορφή υπερκειμένου ή μετακειμένου. Αν η γλωσσολογία παραμελεί την κειμενική διάσταση του μεταφράζειν, η ποιητική παραμελεί τη γλωσσική του διάσταση. Ακόμη κι εδώ διαπιστώνει κανείς κάποια έλλειψη ενδιαφέροντος, γεγονός που είναι έκδηλο στο βιβλίο Palimpsestes [Παλίμψηστα] του GerardGenette[8], του οποίου οι αναλύσεις της παρωδίας, της παραμίμησης [pastiche], της μίμησης είναι πιο προωθημένες από τις αντίστοιχες της μετάφρασης. Συνεπώς, η ποιητική αρχίζει μόνο (ακολουθώντας το παράδειγμα του Lotman[9]) τη διερεύνηση των δομών της μεταφρασιμότητας [traduisibilite] και της μεταφραστικότητας [traductivite] των λογοτεχνικών έργων, χωρίς να κάνει λόγο για τη διερεύνηση της κειμενικής δομής των ίδιων των μεταφράσεων.

Η συγκριτική γραμματολογία, εξετάζοντας τις αλληλεπιδράσεις των λογοτεχνικών συστημάτων, δεν μπορούσε τελικά να αγνοήσει τη μετάφραση. Μετά από μια σημαντική καθυστέρηση, προβαίνει σε αναλύσεις σχετικά με τη θέση της μετάφρασης στο σώμα της λογοτεχνίας. Ακριβώς εδώ, στο επίπεδο της θεσμισμένης γνώσης, βρίσκουμε ένα αυξημένο ενδιαφέρον για τη μετάφραση, αυτό που φαίνεται να λείπει στους γλωσσολόγους και τους "ερευνητές της ποιητικής". Παρ' όλα αυτά, η συγκριτική γραμματολογία θεωρεί τη μετάφραση αποκλειστικά ως έναν από τους τρόπους αλληλεπίδρασης των κειμένων· δεν μπορεί να προσεγγίσει την περιοχή της μετάφρασης καθαυτήν, η οποία υπερβαίνει αναγκαστικά το "λογοτεχνικό", ακόμη και αν το ορίσουμε με την ευρύτερη σημασία του.

ΟΙ ΓΕΝΙΚΟΙ ΛΟΓΟΙ

Πρόκειται για ό,τι αποκαλούμε στις μέρες μας "θεωρίες" της μετάφρασης. Αυτές έχουν διπλή βάση: την ερμηνευτική της κατανόησης του 19ου αιώνα (η περίπτωση του Steiner[10]) και τη γλωσσολογία (η περίπτωση του Νάιντα, του Mounin[11], των Ρώσων[12]). Αυτό σημαίνει κατ' αρχάς ότι τούτες οι θεωρίες ουδέποτε είναι αυτόνομες· ότι είναι μονάχα ένα τμήμα που υπάγεται σε κάποιο ευρύτερο σύνολο. Έτσι, ο Vinay και ο Darbelnet[13] κατατάσσουν τη μελέτη της μετάφρασης εντός της "εφαρμοσμένης γλωσσολογίας". Εν συνεχεία, αυτές οι θεωρίες ξεκινούν επίσης από τον apriori ορισμό της μετάφρασης ως "διαδικασίας διαγλωσσικής επικοινωνίας"· έχοντας αυτή την αφετηρία προσπαθούν να κατασκευάσουν τυπολογίες και καταλήγουν ομοιόμορφα σε προτάσεις καθοδηγητικού και μεθοδολογικού χαρακτήρα. Πολλές φορές, όπως συμβαίνει με τους επιμεριστικούς λόγους, οι θεωρίες αυτές εκφέρονται από ειδικούς που δεν είναι μεταφραστές: εξ ου το περίφημο χάσμα ανάμεσα στους "θεωρητικούς" και τους "πρακτικούς", όπου οι δεύτεροι περιφρονούν τις "αφηρημένες κατασκευές" των πρώτων και οι πρώτοι τη βουβή εμπειρικότητα των δεύτερων. Το ουσιώδες όμως δεν βρίσκεται εδώ. Διότι αυτοί οι λόγοι θεμελιώνονται πάνω στην προϋπόθεση ότι μπορούμε να συγκροτήσουμε μία καθολική και μοναδική θεωρία του μεταφράζειν, ανεξάρτητα αν πρόκειται για ποίηση, θέατρο, λογοτεχνική πρόζα, φιλοσοφία, τεχνικά ή νομικά κείμενα, για κοντινές ή μακρινές γλώσσες, ζωντανές ή νεκρές, προφορικές ή γραπτές, κοινές ή διαλέκτους, για πρώτες μεταφράσεις ή αναμεταφράσεις, για ετερο-μεταφράσεις ή αυτό-μεταφράσεις, κ.λπ. Οι γενικοί λόγοι παραβλέπουν το γεγονός ότι ο χώρος της μετάφρασης είναι ανέκκλητα πολλαπλός, ετερογενής και δεν επιδέχεται την ενοποίηση. Βεβαίως, αρνούνται δικαιολογημένα τον αφελή εμπειρισμό των μεταφραστών, σύμφωνα με τους οποίους ουδείς γενικός λόγος μπορεί να διατυπωθεί σχετικά με τη δραστηριότητά τους. Αλλά μήπως αυτό σημαίνει ότι μπορούμε να συμπεριλάβουμε μέσα σε μία και μόνη έννοια -με το πρόσχημα της "επιστημονικότητας"- όλους τους τρόπους της μετάφρασης; Και αν το κατορθώσουμε, σε ποια βάση; Με τι τίμημα;

Είναι αλήθεια ότι εδώ και μερικά χρόνια αναπτύσσεται ένα άλλο σώμα θεωρητικών κειμένων για τη μετάφραση: τον εκπροσωπούν η αποκαλούμενη "Σχολή του Τελ Αβίβ" (ο Even-Zohar, ο GideonToury[14]) και όλοι εκείνοι που ακολουθούν, σχεδόν παντού, τους προγραμματικούς τους άξονες (όπως ο JoseLambert στη Λουβαίν[15]). Στις κλασικές, δογματικές και καθοδηγητικές θεωρίες η "Σχολή του Τελ Αβίβ" αντιπαραθέτει μια θεωρία της "μεταφρασμένης λογοτεχνίας" και της θέσης της μέσα στα λογοτεχνικά "πολυσυστήματα". Ο Even-Zohar και ο Toury αρνούνται να ξεκινήσουν από μιαν apriori έννοια του μεταφράζειν: επιδίδονται στη μελέτη του πράγματος που τίθεται ως "μετάφραση" μέσα στο τάδε ή στο δείνα λογοτεχνικό (και πολιτισμικό) σύστημα. Κατ' αυτόν τον τρόπο θέλουν να αποφύγουν το σκόπελο της κανονιστικότητας και να συγκροτήσουν μιαν επιστήμη του μεταφράσματος, η οποία θα αποτελεί μέρος της επιστήμης όλων των διαπολιτισμικών "μεταβιβάσεων". Παρ' όλα αυτά, μπορούμε να αναρωτηθούμε αν αυτή η καθαρά περιγραφική μάθηση της μετάφρασης είναι επαρκής καθ' εαυτήν. Γιατί μια τέτοια μάθηση, μολονότι διαφεύγει την αφαίρεση των κλασικών θεωριών, θέτει εντός παρενθέσεως το ζήτημα της αλήθειας της μετάφρασης. Όταν λέμε, επί παραδείγματι, πως οι "αληθινές" μεταφράσεις είναι σπάνιες, δεν ξεκινάμε από μια δογματική έννοια του μεταφράζειν, αλλά από μιαν εμπειρία του όπου έχουμε να κάνουμε με την αλήθεια της σχέσης προς τα έργα. Ο περιγραφισμός της "Σχολής του Τελ Αβίβ" -που καθιστά δυνατή τη συγκρότηση ενός πλούσιου σώματος κειμένων που αφορούν το σύνολο του "μεταφράσματος" και των κοινωνικοπολιτισμικών καθορισμών του- εδώ φτάνει στα όριά του. Επομένως, οι προϋποθέσεις του (όπως και των προηγούμενων θεωριών) πρέπει να υποβληθούν σε συστηματική κριτική. Ενδεχομένως (θα επανέλθουμε) η ίδια η ιδέα της "θεωρίας" της μετάφρασης, έστω καθαρά περιγραφικής[16], είναι ένα δέλεαρ. Αυτό βεβαίως συμβαίνει αν εκλάβουμε την έννοια της "θεωρίας" με την αυστηρή της σημασία, έτσι όπως εμφανίζεται στον χώρο των επιστημών. Κάθε αρθρωμένος λόγος δεν είναι θεωρία.

ΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΕΜΠΕΙΡΙΑΣ

Δύο άλλοι λόγοι, στον 20ό αιώνα , λαμβάνουν υπ' όψιν τη μετάφραση με πάθος· με τρόπο που δεν είναι θεωρητικός, πλην όμως εννοιολογικός. Ο πρώτος είναι ο λόγος της φιλοσοφίας. Λόγω μιας ανάγκης που οφείλεται στη σύγχρονη μοίρα των ερωτημάτων της, τη φιλοσοφία την αφορά ευθέως η μετάφραση, πράγμα που το βλέπει κανείς στον Μπένγιαμιν, στον Heidegger, στον Gadamer, στον Derrida, στον Serres και, στον χώρο της λεγόμενης "αναλυτικής" σκέψης, στον Wittgenstein και στον Quine[17]. Δεν πρόκειται όμως για "φιλοσοφία της μετάφρασης", αλλά -κάτι που προκαλεί μεγαλύτερη αμηχανία- για μια διαπλοκή του φιλοσοφείν και του μεταφράζειν. Έτσι, η σκέψη του Χάιντεγκερ είναι σε μεγάλο βαθμό διεργασία-της-μετάφρασης.

Ο δεύτερος είναι ο λόγος της ψυχανάλυσης. Την ψυχανάλυση την αφορά η μετάφραση διττά. Κατ' αρχάς, επειδή είναι συνδεδεμένη με ένα θεμελιακό κείμενο, του Freud, του οποίου η "μεταφραστική μοίρα" παρουσιάζει δυσκολίες[18]. Εν συνεχεία, επειδή ο ίδιος ο Φρόυντ μερικές φορές προσδιορίζει με όρους της μετάφρασης, της Uebersetzung, ορισμένες ψυχικές διεργασίες (χωρίς να μνημονεύσουμε την κεντρική θέση που έχει στην ψυχανάλυση η έννοια της Ubersetzung, της μεταβίβασης, η οποία στα γερμανικά σημαίνει επίσης "μετάφραση"). Δεν υπάρχει ούτε "ψυχανάλυση της μετάφρασης" ούτε "ψυχαναλυτική θεωρία" της μετάφρασης, αλλά ένας διογκούμενος κορμός σκέψεων που προσπαθεί να εμβαθύνει τον ουσιώδη δεσμό της ψυχανάλυσης με το μεταφράζειν, στο πλαίσιο ενός ολόκληρου αναστοχασμού πάνω στο υποκείμενο, το ασυνείδητο, τη γλώσσα, το γράμμα. Είναι αδύνατον να αγνοηθεί αυτός ο κορμός, ακόμη και αν η ανάπτυξή του δεν μπορεί παρά να είναι έργο αποκλειστικά των ψυχαναλυτών.

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΙΚΗ

Τέλος, σήμερα προβάλλει στον ορίζοντα ένας τελευταίος λόγος, που αγνοείται ως τέτοιος. Είναι τεχνολογικός, και στις μέρες μας συγκροτείται στο σταυροδρόμι της θεωρίας των πληροφοριών, της θεωρίας της τεχνητής νοημοσύνης, της ορολογίας, της γλωσσολογίας και της πληροφορικής. Τον ονομάζω μεταφραστική [traductique][19]. Ο λόγος αυτός φρονεί ότι το σύνολο των διεργασιών που λαμβάνονται υπ' όψιν από την επιστήμη και την τεχνική συγκροτεί ένα ευρύ σύστημα αντιμεταλλαγών, αντιμεταθέσεων και υπολογισμών, του οποίου η ανάλυση, καθώς φαίνεται, αρμόζει να γίνει με την ορολογία της μετάφρασης, με την έννοια της απ' άκρου εις άκρον γενικευμένης και τυποποιημένης "ανταλλαγής", της "πανταχού-διαβίβασης [omni-translation] όπου, ιδεατά, τα πάντα κυκλοφορούν[20]". Η μεταφραστική είναι (θα είναι) η υπολογιστική θεωρία των μεταφραστικών διεργασιών που διέπει την περιοχή της τεχνολογίας ή το πραγματικό που συλλαμβάνεται τεχνολογικά. Τα βασικά χαρακτηριστικά της μεταφραστικής τα βρίσκει κανείς, μεταξύ άλλων, στις έρευνες που αναφέρονται στη μετάφραση με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή και αναλύουν τις φυσικές γλώσσες μέσω της πληροφορικής-γλωσσολογίας.

Αν η μεταφραστική αφορά apriori την περιοχή της τεχνολογίας, είναι σαφές ότι ήδη την υπερβαίνει κατά πολύ. Επί παραδείγματι, το μεταφραστικό σύστημα Weidner με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή είχε εξαρχής σχεδιαστεί για να μεταφράσει... τη Βίβλο. Προφανώς, ο σκοπός της μεταφραστικής συνίσταται στα να παραγάγει έναν θεωρητικό-πραγματιστικό λόγο που θα αναφέρεται σε όλους τους τομείς της μετάφρασης, συμπεριλαμβανομένων και των "λογοτεχνικών". Πλησιάζει η μέρα που η μεταφραστική θα προσαρτήσει, γι' αυτόν το σκοπό, τον δομισμό και τη λειτουργικότητα της σημειωτικής. Ήδη από τώρα, η πληροφορική ανατρέπει όλη την πρακτική της μετάφρασης ως ένα βαθμό που ακόμη είναι δύσκολο να τον σταθμίσουμε.

Επομένως, κατά παράδοξο τρόπο, το υπολογιστικό στοιχείο του μεταφράζειν στο οποίο αφοσιώνεται η μεταφραστική αντιστοιχεί στην υπολογιστική διάσταση του ίδιου του "λογοτεχνικού". Διότι, κατ' αρχάς, το κείμενο είναι ένα σύστημα που μπορεί, και οφείλει, να γίνει αντικείμενο μεταφραστικών διεργασιών, που είναι και αυτές συστηματικές. Υπάρχει όμως και κάτι άλλο: από τον Novalis και τον Hoelderlin έως τον Poe, τον Βαλερύ, τον Musil και τους Ρώσους φορμαλιστές, η λογοτεχνία αντιλαμβάνεται τον εαυτό της ως "υπολογισμό", τόσο πολύ ώστε αυτό που διατυπώνει η μεταφραστική να συνδέεται μυστικά με κάποια νεωτερική μοίρα του "λογοτεχνικού".

Ωστόσο, αυτός ο νέος λόγος, στο βαθμό που θέλει να είναι "επιστημονικός", στερείται μιας προσίδιας αναστοχαστικότητας: είναι αδύνατον να σκεφτούμε την τεχνολογία με όρους τεχνολογικούς. Για να το διαπράξουμε, χρειάζεται να βγούμε από τη "γλώσσα" της τεχνολογίας. Αυτό η μεταφραστική δεν μπορεί να το κάνει.

Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑ

Η εκδίπλωση του στοιχείου της αναστοχαστικότητας, με σκοπό τη μετάφρασή του, είναι ένα μέλημα που προσιδιάζει σε έναν τελείως διαφορετικό λόγο. Προτείνω να του δώσουμε εκ προοιμίου την ονομασία της μεταφρασεολογίας, μολονότι ορισμένοι ήδη τη χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν μιαν αντικειμενική μάθηση της μετάφρασης.

Η μεταφρασεολογία είναι ο αναστοχασμός της μετάφρασης πάνω στον ίδιο τον εαυτό της με αφετηρία τη φύση της ως εμπειρίας. Ας προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε ακριβέστερα αυτόν τον ορισμό. Αναστοχασμός και μετάφραση: να οι κατηγορίες που η φιλοσοφία δεν έπαυσε να στοχάζεται -με τον Kant, τον Fiche, τον Hegel, τον Husserl, τον Μπένγιαμιν και τον Χάιντεγκερ-, που δεν έπαυσε να στοχάζεται την ενότητά τους· γιατί η εμπειρία, όταν στρέφεται στον ίδιο της τον εαυτό για να τον συλλάβει και να γίνει πληρέστερη "εμπειρία", γίνεται αναστοχασμός. Ακριβέστερα, ο αναστοχασμός δεν είναι τίποτε άλλο από τούτη την αναστροφή, που συντελείται στη μεσότητα της φυσικής γλώσσας. Αυτή ακριβώς είναι η "θεωρησιακή [speculative]» δομή που θέτει ως ερώτημα η φιλοσοφία. Αλλά όχι μόνον αυτή: επίσης η λογοτεχνία, από τους Ρομαντικούς και μετά. Όπως στον Proust, που δηλώνει σε σχέση με τη γραφή ως μνήμη ότι σ' αυτήν "το παν είναι η αναστοχαστική ικανότητα". Βεβαίως αυτός ο μυθιστοριογράφος μοιάζει να ξεκινά από ατομικές εμπειρίες, αλλά μέσω του αναστοχασμού της γραφής οι εμπειρίες γίνονται καθολικές. Ο Προυστ δηλώνει σχετικά ότι ο συγγραφέας "θυμάται μόνο το γενικό[21]", και μάλιστα στο ίδιο χωρίο του Ξανακερδισμένου χρόνου όπου ορίζει το ενέργημα της γραφής ως μετάφραση. Για τον Προυστ, αναστοχαστικότητα [reflexivite] και μεταφραστικότητα [traductivite] του έργου είναι συνδεδεμένες[22].

Συνεπώς, η μεταφρασεολογία είναι η αναστοχαστική ανάληψη [reprisereflexive] της εμπειρίας που είναι η μετάφραση, και όχι μια θεωρία που θα ερχόταν να περιγράψει, να αναλύσει και προφανώς να διευθύνει τη μετάφραση.

Η εμπειρία που συντελείται στη μετάφραση έχει τριπλή διάσταση.

Πρώτον, ο μεταφραστής αποκτά την εμπειρία της διαφοράς και της συγγένειας των γλωσσών σε ένα επίπεδο που υπερβαίνει αυτό που μπορούν να διαπιστώσουν -εμπειρικά ως προς αυτό το θέμα- η γλωσσολογία ή η φιλοσοφία, εφόσον τούτη η συγγένεια και τούτη η διαφορά εκδηλώνονται μέσα στο ίδιο το μεταφραστικό ενέργημα.

Δεύτερον, ο μεταφραστής αποκτά την εμπειρία της μεταφρασιμότητας και της μη μεταφρασιμότητας των έργων.

Τρίτον, ο μεταφραστής αποκτά την εμπειρία της ίδιας της μετάφρασης, στο βαθμό που η μετάφραση σημαδεύεται από δύο ανταγωνιστικές δυνατότητες: να είναι ανασύσταση του νοήματος ή επανεγγραφή του γράμματος. Βλέπουμε ότι σε κάθε διάσταση υπάρχει μια δομή διχοστασίας. Αυτή ακριβώς η διχοστασία βρίσκεται στην απαρχή των ατέρμονων διαμφισβητήσεων για τον "προβληματικό" χαρακτήρα του μεταφράζειν. Η μεταφρασεολογία εννοεί να συλλάβει εκ νέου τις τρεις διαστάσεις της μεταφραστικής εμπειρίας μέσα σε έναν συστηματικό αναστοχασμό. Έτσι, συνεχίζει τον παραδοσιακό λόγο εκεί που αυτός σταματά, δηλαδή στο κατώφλι της συστηματικότητας.

Δεν είναι πλέον ένας λόγος επί της μεταφράσεως, αλλά λόγος ριζωμένος μέσα σ' αυτή την εμπειρία που είναι τριπλά διχοστασιακή. Δεν είναι ούτε "επιστημονικός" ούτε "λογοτεχνικός". Δεν αντικαθιστά (ούτε φιλοδοξεί να αντικαταστήσει) τη γλωσσολογία, τη σημειωτική, τη συγκριτική γραμματο­λογία, αλλά μάλλον στέκεται πολύ καλά δίπλα σε τούτες τις μαθήσεις. Ισοδυναμεί, όσον αφορά τη μετάφραση, με τον κριτικό λόγο της λογοτεχνίας που αναφέρεται στην ίδια τη λογοτεχνία. Ο Μούζιλ έλεγε ότι η κριτική "συνυφαίνεται" με τη λογοτεχνία. Ο μεταφρασεολογικός λόγος, καθαυτός, θεμελιώνεται πάνω στην εγγενή αναστοχαστικότητα του μεταφράζειν.

Καθώς η περιοχή των μεταφράσεων δεν είναι περίκλειστη αλλά διάχυτη και ενδιάμεση, η μεταφρασεολογία δεν είναι λόγος κλειστός που θα λάβει υπ' όψιν ένα συγκεκριμένο πεδίο του πραγματικού: ακριβώς, η περιοχή της μετάφρασης δεν είναι "πεδίο", με τη σημασία που προσλαμβάνει αυτή η έννοια στις επιστήμες.

Απεναντίας, η μεταφρασεολογία απορρίπτει εξαρχής την ιδέα μιας καθολικής και μοναδικής θεωρίας του μεταφράζειν. Μία τέτοια θεωρία είναι δυνατή μόνο στον ορίζοντα της ανασύστασης του νοήματος. Άρα, η ανασύσταση του νοήματος είναι μια πραγματική διάσταση, πλην όμως δευτερεύουσα, των μεταφράσεων. Ασφαλώς είναι το μόνο κοινό σημείο όλων των μεταφράσεων αλλά και το πιο προβληματικό, γιατί αποκρύπτει και μιαν άλλη, ουσιαστικότερη διάσταση: τη διεργασία επί του γράμματος. Η μετάφραση ως διεργασία επί του γράμματος διαδραματίζει στην ιστορία ρόλο ηθικό, ποιητικό, πολιτισμικό, ακόμη και θρησκευτικό.

ΤΑ ΜΕΛΗΜΑΤΑ ΜΙΑΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΟΛΟΓΙΑΣ

Ας δούμε τώρα ποια είναι τα πιθανά μελήματα[23] μιας μεταφρασεολογίας.

Το πρώτο είναι αρνητικό. Αν θεωρήσουμε δεδομένο -όπως λέει ο Steiner- ότι το 80% των μεταφράσεων είναι "πλημμελείς", ενδείκνυται να αναλύσουμε τους παραμορφωτικούς παράγοντες που δρουν εντός του μεταφραστικού ενεργήματος και που το εμποδίζουν να φτάσει στην καθαρή πρόσβλεψή του. Αυτό είναι το μέλημα μιας αναλυτικής της αστοχίας [analytique de la defaillance] και μιας αναλυτικής της αποδόμησης [analytique de la destruction].

Η αναλυτική της αστοχίας[24] λαμβάνει υπ' όψιν αυτό που ονομάζεται από τον Φρόυντ (σχετικά με τον ψυχισμό) "μεταφραστική ατέλεια"[25], δηλαδή το γεγονός ότι το μεταφραστικό ενέργημα ποτέ δεν πραγματώνεται (πλήρως), ακόμη και αν κάτι τέτοιο είναι δυνατόν. Η "μεταφραστική ατέλεια" έχει ποικίλες μορφές, αλλά είναι συμφυής με κάθε μετάφραση.

Η αναλυτική της αποδόμησης λαμβάνει υπ' όψιν το γεγονός ότι το μεταφράζειν, ως ανασύσταση του νοήματος (και πάντοτε είναι αυτό το πράγμα), είναι μια διαδικασία υποβιβασμού του γράμματος των έργων. Ακόμη και εδώ, η διαδικασία αυτή εκδηλώνεται ως μια σειρά παραμορφωτικών τάσεων που δρουν κατά τη διάρκεια της μετάφρασης (είτε το θέλει ο μεταφραστής είτε όχι, είτε υπακούει σε κανόνες πολιτισμικούς, λογοτεχνικούς, ηθικούς, κ.λπ. είτε όχι). Αυτή η αποδόμηση δεν είναι μόνο αρνητική. Έχει μάλιστα την αναγκαιότητά της. Διότι μία από τις δυνητικές σχέσεις του ανθρώπου με τα έργα του είναι ακριβώς η αποδόμηση. Υπομνηματισμός και μετάφραση, όπως το διαισθανόταν πολύ καλά ο Montaigne, έχουν εικονοκλαστικό χαρακτήρα[26].

Το δεύτερο μέλημα της μεταφρασεολογίας συνίσταται στο να καταστήσουμε σαφές αυτό που στη μετάφραση ανάγεται σε κάτι διαφορετικό από την κοινοποίηση των περιεχομένων και την ανασύσταση του νοήματος: στη διεργασία επί του γράμματος. Είναι ο χώρος μιας ηθικής και μιας ποιητικής της μετάφρασης, στο βαθμό που η ηθική και η ποίηση υπάρχουν μόνο μέσω του "σεβασμού" (της τήρησης) του γράμματος.

Το τρίτο μέλημα αναφέρεται στη χρονικότητα και την ιστορικότητα των μεταφραστικών ενεργημάτων. Οι μεταφράσεις έχουν προσίδια χρονικότητα, που συνδέεται με τη χρονικότητα των έργων, των γλωσσών, και των πολιτισμών. Ο αναστοχασμός πάνω στο χρόνο του μεταφράζειν ανοίγεται σε μια μελέτη "ιστορικού" χαρακτήρα: στη συγγραφή της ιστορίας της μετάφρασης σε περιοχές όπου η μετάφραση αποτέλεσε έναν από τους θεμελιακούς παράγοντες (που ακόμη παραγνωρίζεται ως τέτοιος) της συγκρότησης των γλωσσών και των λογοτεχνιών. Τούτη η ιστορική εργασία, παρεμφερής με την εργασία του MichelFoucault[27], θα φανερώσει ότι μετάφραση και γραφή, παντού και πάντοτε, σχηματίζουν μιαν αρχέγονη ενότητα. Ο πυρήνας του παράδοξου στην ιστορία της μετάφρασης είναι ενδεχομένως το γεγονός ότι η ίδια η ιστορία αρχίζει με τη μετάφραση.

Το τέταρτο μέλημα συνίσταται στην ανάλυση του πολλαπλού χώρου των μεταφράσεων, χωρίς να συγχέεται τούτη η εργασία με τη συγκρότηση μιας "τυπολογίας", οσοδήποτε εκλεπτυσμένης. Αυτόν το χώρο μπορεί κανείς να τον προσεγγίσει σύμφωνα με ορισμένους άξονες που είναι εντελώς ετερογενείς. Η μετάφραση του παιδικού βιβλίου δεν υπόκειται στους ίδιους "νόμους" που διέπουν το βιβλίο για ενήλικες· η μετάφραση του τεχνικού βιβλίου διαφέρει από την αντίστοιχη ενός κειμένου επιστημονικού, νομικού, διαφημιστικού, εμπορικού και, φυσικά "λογοτεχνικού", εφόσον ο χώρος του "λογοτεχνικού", με τη σειρά του, είναι θεμελιωδώς ετερογενής και -ιδιαίτερα- διαχωρισμένος ανάμεσα σε αυτό που είναι "έργο" και σε ό,τι -αν και "λογοτεχνικό"- δεν είναι έργο. Έτσι, ένα κείμενο γραμμένο σε διάλεκτο δεν μεταφράζεται όπως το κείμενο που έχει γραφτεί σε μια κοινή γλώσσα· ένα κείμενο που το έγραψε ένας ξένος στα γαλλικά δεν μεταφράζεται όπως το γαλλικό κείμενο Γάλλου συγγραφέα· την πρώτη μετάφραση είναι αδύνατον να τη διαβάσουμε όπως την "ανα-μετάφραση" ["re-traduction"], ούτε την "αυτό-μετάφραση" ["auto-traduction"], ούτε τη μετάφραση μιας γλώσσας "μακρινής" όπως την αντίστοιχη μιας "κοντινής", κ.λπ. Όλα αυτά είναι αδύνατον να ενοποιηθούν.

Το πέμπτο μέλημα της μεταφρασεολογίας συνίσταται στην ανάπτυξη ενός αναστοχασμού πάνω στον μεταφραστή, εφόσον μπορεί να πει κανείς πολύ σωστά ότι ο μεταφραστής είναι ο μεγάλος λησμονημένος όλων των λόγων περί μεταφράσεως. Γι' αυτούς, ο μεταφραστής είναι ισχνή οντότητα, "διαφανής", "άσημη", κ.λπ. Άλλωστε, έτσι φαντάζονται και βιώνουν τον εαυτό τους οι ίδιοι οι μεταφραστές, είτε ασκούν τη "λογοτεχνική" είτε την "τεχνική" μετάφραση. Δεν είναι έτσι όμως τα πράγματα. Εδώ μπορούμε να φανταστούμε τις "βιογραφίες" ορισμένων μεταφραστών, λόγου χάριν του Αμυό, του Α. Β. Σλέγκελ, του Αρμάν Ρομπέν[28], τις αναλύσεις της μοίρας-ορισμένων-μεταφράσεων όπου θα διευκρινιζόταν η σχέση του μεταφραστή με τη γραφή, με τη μητρική γλώσσα και με τις άλλες γλώσσες. Η αναλυτική του μεταφραστή[29], απ' ό,τι γνωρίζω, είναι σχεδόν ανύπαρκτη. Παρεμφερώς, θα μπορούσε κανείς να εξετάσει πως εμφανίζονται μες στη λογοτεχνία ο μεταφραστής και η μετάφραση· πράγματι, εμφανίζονται ελάχιστα, αλλά αυτή η εμφάνιση, κάθε φορά είναι εξαιρετικά διαφωτιστική.

Το έκτο μέλημα συνίσταται στο να αναλύσουμε γιατί, ανέκαθεν, η μετάφραση ήταν συγκαλυμμένη δραστηριότητα, περιθωριοποιημένη, υποτιμημένη, είτε είναι διεργασία επί του γράμματος είτε ελεύθερη ανασύσταση του νοήματος.

Το έβδομο μέλημα συνίσταται στην εξερεύνηση, θα λέγαμε, των παρυφών της μετάφρασης, σύμφωνα μάλιστα με δύο άξονες.

Στις "οριζόντιες" παρυφές της, η περιοχή του μεταφράζειν εφάπτεται με άλλες περιοχές: της ανάγνωσης, των "ερμηνειών", των μεταβιβάσεων και ανταλλαγών παντός είδους, ανεξάρτητα αν οι περιοχές αυτές είναι λογοτεχνικές, καλλιτεχνικές, επιστημονικές, κ.λπ. Εδώ, υπάρχει ο μεγάλος πειρασμός να ανεγείρουμε μια θεωρία της "γενικευμένης μετάφρασης" που θα περικλείει την "περιορισμένη μετάφραση"[30] και τους άλλους τρόπους της "μεταφραστικής διαβίβασης" ["translation"]. Στον πειρασμό υπέκυψαν ο γερμανικός ρομαντισμός, ο Στάινερ, ο Σερ και, στη Γαλλία, το περιοδικό Change. Το μέλημα της μεταφρασεολογίας συνίσταται μάλλον στο να συναρθρώσει, χωρίς να τις συμφύρει, όλες τις περιοχές αυτού του μετασχηματισμού[31].

Στις "κάθετες" παρυφές της, η μετάφραση γνωρίζει τη μεταφορική αλλαγή του νοήματός της, όταν φτάνει να κατονομάσει την ουσία των ενεργημάτων ομιλίας, γραφής, σκέψης, ακόμη και των υπαρξιακών. Η μεταφορική χρήση της "έννοιας" της μετάφρασης είναι ήδη σταθερή στον καθημερινό λόγο, αλλά την κατέστησε πιο ριζοσπαστική μια εκτεταμένη επιγονική σειρά συγγραφέων, τουλάχιστον από τον 18ο αιώνα και μετά.

Hamann:

"Ομιλία είναι μετάφραση - από τη γλώσσα των αγγέλων στη γλώσσα των ανθρώπων[32]".

Μαρίνα Τσβετάγεβα:

"Μετάφραση [...] είναι να ανοίγεις εκ νέου το δρόμο πάνω στα ίχνη που πνίγονται στη στιγμή από το χορτάρι, αλλά [...] και κάτι άλλο. Δεν περνάς απλώς μια γλώσσα σε κάποιαν άλλη (στη ρωσική, για παράδειγμα), αλλά περνάς επίσης το ποτάμι. Περνώ τον Rilke στη ρωσική γλώσσα, έτσι όπως θα με περάσει κι αυτός μια μέρα στον άλλο κόσμο[33]".

Προυστ:

"Αν μπορούσε να δοθεί μια πλήρης μετάφραση του σύμπαντος, ίσως να γινόμασταν αιώνιοι[34]".

Roa Bastos[35]:

"Μόνον ένας τόμος υπάρχει. Όταν ένας άνθρωπος πεθαίνει, δεν σημαίνει πως το κεφάλαιο αυτό αποσπάται από τις σελίδες του Βιβλίου. Θέλει να πει ότι έχει μεταφραστεί σε μια καλύτερη γλώσσα. Έτσι, κάθε κεφάλαιο μεταφράζεται[36]".

Εδώ υπάρχει μια κάθετη μεταφορικότητα της μετάφρασης που είναι αδύνατον να την αγνοήσουμε: μπορούμε να κάνουμε λόγο για την άλλη μετάφραση που κρύβεται μέσα στην περιορισμένη μετάφραση ως ο μυστικότερος πυρήνας της.

Το όγδοο μέλημα της μεταφρασεολογίας συνίσταται στη συγκρότηση μιας "κριτικής του λόγου της μεταφραστικής", δηλαδή στο να προσδιορίσουμε τα όρια της εγκυρότητάς του. Καθώς έχει εμπλακεί στην επιτακτική κίνηση του εκτεχνολογισμού της γλώσσας, η μεταφραστική αδυνατεί να θέσει στον εαυτό της τα απαραίτητα επιστημονικά, πολιτισμικά, ακόμη και πολιτικά μεθόρια. Πράγμα που γίνεται ακόμη πιο αναγκαίο στο βαθμό που σήμερα η μετάφραση έχει εισέλθει πλήρως στο χώρο των "πολιτικών" (και του "πολιτικού" ως τέτοιου).

Το ένατο μέλημα της μεταφρασεολογίας συνίσταται στον προσδιορισμό των συναφειών της μεταφρασεολογίας ως λόγου-περί-της-μεταφράσεως με δύο άλλα ουσιαστικά είδη της σχέσης προς τα έργα: το σχόλιο και την κριτική[37]. Τούτο το μέλημα γίνεται ακόμη σημαντικότερο, στο βαθμό που η μετάφραση αρκετές φορές έχει προσδιοριστεί ως κριτική δραστηριότητα (criticismbytranslation του Πάουντ[38]) ή υποτάχτηκε στην κριτική δραστηριότητα (από τον γερμανικό ρομαντισμό ως τον Στάινερ)· άλλωστε, σχόλιο και μετάφραση διατηρούν στενές σχέσεις, όπως το δείχνει στον 20ον αιώνα η φιλοσοφική, θρησκευτική και ψυχαναλυτική σκέψη.

Το δέκατο μέλημα της μεταφρασεολογίας συνίσταται στο να ορίσουμε τις προϋποθέσεις της προσίδιας θέσμισής της ως αυτόνομης μάθησης. Προέχει να διευκρινίσουμε τις συνθήκες μιας διδασκαλίας και μιας έρευνας. Αν φρονούμε ότι η μετάφραση είναι για μας ουσιαστική, μας αφορά όλους, ότι η μοίρα του ανθρώπου, η "Βαβέλ", είναι και θα παραμείνει μοίρα-μεταφραστική, τότε αυτό που λέγεται μεταφρασεολογία πρέπει να υπάρχει ως θεσμισμένη μάθηση, ακόμη και αν αυτή η μάθηση δεν απολήγει σε μιαν επιστήμη, μιαν Uebersetzungswissenschaft [επιστήμη της μετάφρασης]. Σε τούτη τη θέσμιση (της οποίας οι όροι πρέπει να διευκρινιστούν) υπάγεται αυτό που μπορεί να ονομαστεί εκπαίδευση-στη-μετάφραση. Η οργάνωση μιας τέτοιας εκπαίδευσης, μιας τέτοιας μεταφραστικής παιδείας[39] θα πρέπει με τη σειρά της να αναθεωρήσει το καθεστώς της μετάφρασης που υπάρχει στην κουλτούρα μας, τη μορφή του μεταφραστή και φυσικά, κατ' επέκταση, αυτό που διατείνεται πως είναι πρακτική διδασκαλία της μετάφρασης.

Το ενδέκατο μέλημα της μεταφρασεολογίας αναφέρεται στη σχέση που διατηρεί κάθε αναστοχασμός επί της μεταφράσεως με την ιδιαίτερη παράδοση-της-μετάφρασης στην οποία ο ίδιος ανήκει, ακόμη και αν φιλοδοξεί να συγκρατήσει έναν "καθολικό" λόγο. Ο τρόπος με τον οποίο εμφανίζεται η προβληματική της μετάφρασης στη γαλλική παράδοση δεν είναι ίδιος με τον αντίστοιχο στη γερμανική, αγγλοσαξονική, ρωσική, ισπανική παράδοση ή -afortiori- της Άπω Ανατολής. Σε μια "μικρή χώρα", της οποίας η γλώσσας είναι μόνο εθνική, ο τρόπος αυτός δεν είναι ίδιος με τον αντίστοιχο μιας μεγάλης χώρας, όπου η γλώσσα είναι υπερεθνική και συχνά ο ίδιος ο χώρος πολύγλωσσος, κ.λπ.

Συνεπώς, εναπόκειται στη μεταφρασεολογία να συλλάβει τον εαυτό της ως λόγο ιστορικά και πολιτισμικά καθορισμένο και να μελετήσει, με αφετηρία αυτή την κατάσταση -τη δική της κατάσταση-, τους άλλους λόγους επί της μεταφράσεως. Έτσι, πίσω από τις θεωρίες του Nida διαγράφεται μια προβληματική της μετάφρασης που προσιδιάζει στον αγγλοσαξονικό χώρο· πίσω από ένα κείμενο του EfimEtkind[40] μια προβληματική που προσιδιάζει στον ρωσικό χώρο· πίσω από τις σκέψεις του Yebra[41] μια προβληματική που προσιδιάζει στον ισπανικό χώρο· πίσω από τις θεωρητικές κατασκευές και τις πρακτικές του Οκτάβιο Πας[42] ή του HarolddeCampos[43] μια λατινοαμερικανική προβληματική της μετάφρασης, κ.λπ. Επομένως, η μεταφρασεολογία είναι πάντοτε συνδεδεμένη με τον γλωσσικό και πολιτισμικό χώρο στον οποίο ανήκει, και είναι ιδιαίτερα προφανές ότι οι μεγάλοι άξονες του αναστοχασμού που προτείναμε εδώ έχουν τις ρίζες τους, ακόμη και αν πρόκειται να την αμφισβητήσουν, μέσα στη γαλλική παράδοση της μετάφρασης. Αυτό δεν αφαιρεί τίποτε από την καθολικότητά της, αλλά ανοίγεται στην αναγκαιότητα ενός διαλόγου μεταξύ των διαφορετικών παραδόσεων του αναστοχασμού επί της μεταφράσεως. Το ίδιο ισχύει, κατά βάθος, για τη λογοτεχνία, τη σκέψη, το θέατρο ή την ψυχανάλυση.

ΕΠΙΛΕΚΤΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Μεταφρασεολογία

I. ΕΡΓΑ

1) L'Epreuve de l'etranger: Culture et traduction dans lΆllemagne romantique, Παρίσι, Gallimard, coll. "Les essays", 1984, σελ. 313. (Νέαέκδοση: Gallimard, coll. "Tel", 1995, σελ. 313).

2) "La Traduction et la letter, ou LΆuberge du lointain", Les Tours de Babel, Mauvezin, Trans-Europ-Repress, 1985, σσ. 31-150.

3) Traduction et recherché scientifique, Παρίσι, DIXIT-CIREEL, 1986, σελ. 265.

4) Lettres a Fouad El-Etr sur le Romantisme allemand, Παρίσι, La Delirante, 1991, σελ. 45.

5) Pour une critique des traductions: John Donne, Παρίσι, Gallimard, coll. "Bibliotheque des Idees", 1995, σελ. 278.

II. ΑΡΘΡΑ

1) "Bildung et Bildungsoman", στοLe Temps de la reflexion, Παρίσι, Gallimard, 1983, ss. 141-159.

2) "La Traduction comme epreuve de l'etranger", στοTexte, τευχ. 4, Τορόντο, 1986, σσ. 67-81.

3) "La Terre nourrice et le bord etranger", στοCommunications, τευχ. 43, 1986, σσ. 205-223.

4) "Critique, commentaire et traduction", στο Poesie, τευχ. 37, Ιούνιος 1986, σσ. 88-106.

5) "La Traduction et ses discours", στοConfrontation, τευχ. 16, automne 1986, σσ. 83-95.

6) "L'Essence platonicienne de la traduction", στοRevue d'asthetique, τευχ. 12, 1986, σσ. 63-73.

7) "Hoelderlin: La Traduction comme accentauation et manifestation", στοDetours d'ecriture, Απρίλιος 1987, σσ. 91-106.

8) "Traduction et vulgarization: homologies fonctionnelles", στοDiscoss, τευχ. 3, 1987, σσ. 89-94.

9) "Les Systemes d' aide publice a la traduction en Europe", στοEncrages, 1987, σσ. 12-22.

10) "La Psychanalyse dans l'espace de la traduction", στο Passage de sujet, Μασσαλία, 1987, σσ. 75-81.

11) "Tradition, translation, traduction", στοCahier du College international de philosophie, τεύχ. 6, Οκτώβριος 1988, σσ. 21-38.

12) "De la translation a la traduction", στοTTR, τομ. 1, τευχ. 1, 1988, σσ. 23-40.

13) "La Retraduction comme espace de la traduction", στοPalimpsestes, τεύχ. 4, Οκτώβριος 1990, σσ. 1-7.

14) "Le Savoir de la traduction: Traductique et traductologie", στοCesure, τεύχ.1, Σεπτέμβριος 1991, σσ. 95-108.

15) "LΆccentuation et le principe d'abondance en traduction", στοPalimpsestes, τεύχ. 5, Μάρτιος 1991, σσ. 11-17.

16) "La Traduction des oeuvres anglaises aux XVIII et XIX siecles: un tournant", στοPalimpsestes, τεύχ. 6, Οκτώβριος 1991, σσ. 15-21.

17) "Traduction specialisee et traduction litteraire", στοLa Traduction litteraire, scientifique et technique, εκδ. La Tilu, coll. "Paroles & Actes", 1991, σσ. 9-15.

Σημειώσεις

34 Ο Α. Μπερμάν έχει μεταφράσει ποικίλα κείμενα -"τεχνικά" και "λογοτεχνικά"- από τα γερμανικά, ισπανικά και αγγλικά· στα "λογοτεχνικά" κείμενα περιλαμβάνονται η ποίηση, το μυθιστόρημα, το δοκίμιο, ιστορικές μελέτες, ακόμη και το παιδικό βιβλίο. Ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του "πολυμεταφραστή", "polytraducteur" (Σημείωση του μεταφραστή).

35 Εδώ, η διδασκαλία του Α. Μπερμάν εκτείνεται από το 1984 έως το 1989 (Σημείωση του μεταφραστή).

36 "LecenterJacquesAmyot": ιδρύθηκε το 1987, για να εκφυλιστεί σχεδόν αμέσως μετά το θάνατο του εμπνευστή και ουσιαστικού ιδρυτή του (Σημείωση του μεταφραστή).

37 Βλ. τη μετάφρασή μου αυτού του κειμένου-κλειδιού [UeberdieverschiedenenMethodendesUebersetzens], στο Les Tours de Babel, Mauvezin, Τουλούζη, Trans-Europ-Repress, 1985, σσ. 277-347.

38 Ας μνημονεύσουμε εντούτοις, για την τεχνική μετάφραση, τις εργασίες του B. Folkart και, για τη νομική μετάφραση, του J. C. Gemar (Οττάβα και Μόντρεαλ) (Σημείωση του μεταφραστή).

39 Βλ. α) Roman Jakobson, "On Linguistic Aspects of Translation", Selected Writings, τομ. II, Χάγη-Παρίσι, Mouton, 1971, σσ. 260-266· β) John C. Catford, A Linguistic Theory of Translation, Λονδίνο, Oxfrod University Press, 1965· γ) Eugene A. Nida, Toward a Science of Translating, Leiden, Brill, 1964 (Σημείωση του μεταφραστή).

40 Βλ. R. Jakobson, "On Linguistic Aspects of Translation", ό.π., σελ. 262 (Σημείωση του μεταφραστή).

41 GerardGenette, Palimpsestes, Παρίσι, Seuil, 1982 (Σημείωση του μεταφραστή).

42 Βλ. Iouri lotman, La Structure du texte artistique, Παρίσι, Gallimard, 1973 (Σημείωση του μεταφραστή).

43 Βλ. George Steiner, After Babel, Λονδίνο, Oxford University Press,1975 (Σημείωση του μεταφραστή).

44 Βλ. Georges Mounin, Les Problemes theoriques de la traduction, Παρίσι, Gallimard, 1963 (Σημείωση του μεταφραστή).

45 Βλ., μεταξύ άλλων, το πρωτοποριακό έργο Εισαγωγή στη θεωρία της μετάφρασης (στα ρωσικά, [ 2 ] 1958) του A. V. Fedorov, καθώς και τα άρθρα του I. Lotman, του B. Kouznetzov, του V. V. Ivanov και του V. Bouritch στο περιοδικό Change, τευχ. 14 ("Transformer, traduire"), Φεβρουάριος, 1973, σσ. 11-65 (Σημείωση του μεταφραστή).

46 Βλ. J. P. Vinay & J. Darbelnet, Stylistique comparee du francais et del'anglais, Παρίσι, Didier, 1958 (Σημείωση του μεταφραστή).

47 Βλ. α) Itamar Even-Zohar, Papers in Historical Poetics, Tel-Aviv University, 1978· β) Gideon Toury, In Search of a Theory of Translation, Tel-Aviv University, 1980 (Σημείωση του μεταφραστή).

48 Βλ. Jose Lambert, "Un modele descriptif pour la description de la litterature. La litterature comme polysysteme", Leuven, KUL, Afdeling Algemene Literatuurwetenschap, 1983 (Σημείωση του μεταφραστή).

49 Άλλωστε μένει να δούμε μήπως η περιγραφική θεωρία επιστρέφει διακριτικά στην κανονιστικότητα. Πρβλ. Annie Brisset, "Les Theories de la traduction et le partage des champs discursifs: fonctionnalisme et caracterisation du litteraire", Neohelicon, Βουδαπέστη, 1986.

50 Αναφέρω, ενδεικτικά, ταακόλουθακείμενα: α) W. Benjamin, "Die Aufgabe des Uebersetzers", Gesemmelte Schriften, τομ. IV 1, Φρανκφούρτη, Suhrkamp, 1972, σσ. 9-21· β) J. Derrida, "Des Tours de Babel", Psyche, Παρίσι, Galilee, 1987, σσ. 203-235· γ) M. Serres, La Traduction, Παρίσι, Minuit, 1974· δ) W. V. Quine, Word and Object, Cambridge, MA, The MIT Press, 1960 (Σημείωση του μεταφραστή).

51 Η μεταφραστική τύχη του φροϋδικού έργου, ιδιαίτερα στη Γαλλία, είναι περιπετειώδης και συνάμα άκρως αποκαλυπτική ως προς τα προβλήματα που αντιμετωπίζει τόσο ο μεταφραστής όσο και ο μεταφρασεολόγος. Η εν εξελίξει γαλλική έκδοση των Απάντων του Freud (από το 1989, εκδόσεις PUF· βλ. κυρίως το βιβλίο TraduireFreud, Παρίσι, PUF, 1989) εμπνέεται σαφώς και ρητά από τη μεταφρασεολογία του Α. Μπερμάν, όπως φαίνεται και στα πρακτικά του συνεδρίου που έγινε στην Αρλ το 1989 -και στο οποίο ήταν παρών και ο Α. Μπερμάν: Cinquiemesassisesdelatraductionletteraire: TraduireFreud, ActesSud, 1989 (Σημείωση του μεταφραστή).

52 Ο Α. Μπερμάν έχει γράψει ένα εκτενές άρθρο για τη "μεταφραστική": "Η μάθηση της μετάφρασης: μεταφραστική και μεταφρασεολογία" ("LeSavoirdelatraduction: traductiqueettraductologie", Cesure, τευχ. 1, Σεπτέμβριος 1991, σσ. 93-108) (Σημείωση του μεταφραστή).

53 Η φράση παρατίθεται στο LesImmateriaux, Παρίσι, CentrePompidou, 1985.

54 M. Proust, Le Temps retrouve, Παρίσι, Gallimard, coll. "Bibliotheque de la Pleiade", τόμ. III, σελ. 906.

55 Ας διακρίνουμε εδώ τη μεταφρασιμότητα και τη μεταφραστικότητα. Η μεταφρασιμότητα είναι μια apriori δομή του έργου που το καθιστά "μεταφράσιμο", όπως η δυνατότητα κριτικής [criticabilite] επιτρέπει να αναλύσουμε το έργο κριτικά. Η μεταφραστικότητα παραπέμπει στο γεγονός ότι το ίδιο κείμενο είναι διεργασία μετάφρασης. Ο Παστερνάκ κάνει λόγο, ως προς αυτό το ζήτημα, για τη "μεταφραστική ένταση" της μεγάλης πεζο­γρα­φίας.

56 Με τη λέξη "μέλημα" μεταφράζω τη γαλλική "tache", η οποία μεταφράζει την αντίστοιχη γερμανική "Aufgabe". Ο Α. Μπερμάν προσφεύγει σ' αυτήν τη λέξη, για να παραπέμψει έμμεσα στο περίφημο άρθρο του Walter Benjamin "Το μέλημα του μεταφραστή" ("Die Aufgabe des Uebersetzers", γαλλική μετάφραση: "La Tache du traducteur") (Σημείωση του μεταφραστή).

57 Το σεμινάριο του Α. Μπερμάν στο College international de philosophie το 1986 είχε τον τίτλο "Η αναλυτική της αστοχίας" (Σημείωση του μεταφραστή).

58 "Πρόκειται για τη μεταφραστική ατέλεια που την ονομάζουμε [...] απώθηση], S. Freud, La Naissance de la psychanalyse, Παρίσι, PUF, 1979, σελ. 156 (Σημείωση του μεταφραστή).

59 Πρβλ. A. Berman, "La Traduction et la letter, ou LΆuberge du lointain", Les Tours de Babel, Mauvezin, Trans-Europ-Repress, 1985, σελ. 82 και σημείωση 53 (Σημείωση του μεταφραστή).

60 Αναφορά, κυρίως, στο βιβλίο του L' Archeologie du savoir (1971) (Αρχαιολογία της γνώσης, μτφ. Κωστής Παπαγιώργης, Γνώση, 1987) (Σημείωση του μεταφραστή).

61 Πρβλ. A. Berman, L' Epreuve de l'etranger: Culture et traduction dans lΆllemagne romantique, Παρίσι, Gallimard, coll. "Lesessays", 1984, σσ. 21-23, όπου στην εισαγωγή -κεφάλαιο "Μεταφυσική πρόσβλεψη και ενόρμηση του μεταφράζειν"- μνημονεύονται τα ονόματα του Α. Β. Σλέγκελ και του Αρμάν Ρομπέν ως παραδειγματικών μεταφραστών που διακατέχονται από την "καθαρή ενόρμηση του μεταφράζειν", με την ψυχαναλυτική σημασία του όρου. Όσο για τον Ζακ Αμυό, επισημαίνω ότι ο Α. Μπερμάν έχει γράψει μια μελέτη για τον μεγάλο Γάλλο μεταφραστή του Πλουτάρχου, η οποία πρόκειται να εκδοθεί (Σημείωση του μεταφραστή).

62 Πρβλ. αυτ., σσ. 18-19 (Σημείωση του μεταφραστή).

63 Για τη διαφορά "γενικευμένης" και "περιορισμένης μετάφρασης" βλ. αυτ., σσ. 135-137, 232, 285 και 292 (Σημείωση του μεταφραστή).

64 "Συνεπώς ενδείκνυται να συναρθρώσουμε μια περιορισμένη θεωρία και μια γενικευμένη θεωρία της μετάφρασης, χωρίς εντούτοις να διαλύσουμε (όπως συμβαίνει με τους Γερμανούς ρομαντικούς) την πρώτη μέσα στη δεύτερη", αυτ., σελ. 292 (Σημείωση του μεταφραστή).

65 Johann Georg Hamann, Aesthetica in nuce, (μτφ. J.-F. Courtine), Poesie, τευχ. 13, 1980, σελ. 17.

66 R. M. Rilke, B. Pasternak, M. Tsvetaieva, Correspondance a trios, Παρίσι, Gallimard, 1983, σσ. 15-16.

67 M. Proust, Matinee chez la Princesse de Guermantes, Παρίσι, Gallimard, 1882, σελ. 384.

68 Ο Αουγκούστο Ρόα Μπάστος γεννήθηκε στην Παραγουάη το 1917. Το 1947 καταφεύγει εξόριστος στο Μπουένος Άιρες, όπου θα παραμείνει έως το 1976 για να εγκατασταθεί εν συνεχεία στη Γαλλία. Το μείζον έργο του, Yo el Supremo (Εγώ ο Υπέρτατος), εκδόθηκε το 1974 (Σημείωση του μεταφραστή).

69 A. R. Bastos, Moi, le Supreme, Παρίσι, Belfond, 1977 (μτφ. Α. Μπερμάν).

70 Βλ. A. Berman, "Critique, commentaire et traduction. Quelques reflexions a partir de Benjamin et de Blanchot", Poesie, τευχ. 37, 1986, σσ. 88-106 (Σημείωση του μεταφραστή).

71 Βλ. Ezra Pound, Au Cœur de travail poetique, Παρίσι, LΉerne, 1980, σελ. 80 (Σημείωση του μεταφραστή).

72 Ότι η εποχή μας οδεύει προς μία τέτοια παιδεία, το μαρτυρεί η δημιουργία του Ευρωπαϊκού Κολεγίου των Μεταφραστών στο Στράλεν (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας), του Διεθνούς Κολεγίου των Μεταφραστών στην Αρλ και, σχεδόν παντού, πολλών "κέντρων ερευνών" για τη μετάφραση. Η μεταφρασεολογία δεν είναι τίποτε άλλο από τον αναστοχασμό που έρχεται να υποστηρίξει και να διασαφήσει τη δραστηριότητα αυτών των κέντρων και κολεγίων (εμβαθύνοντας ταυτόχρονα τούτη τη δραστηριότητα, αλλά και αναπτύσσοντας εκεί μέσα τον ίδιο τον εαυτό της).

73 Βλ. E. Etkind, Un Art en crise. Essai de poetique de la traduction poetique, Λωζάννη, LΆge dΉomme, 1982 (Σημείωση του μεταφραστή).

74 Βλ. Valentin Garcia-Yebra, En Tomo a la traduccion. Teoria, Critica, Historia, Μαδρίτη, Gredos, 1983 (Σημείωση του μεταφραστή).

75 Βλ. O. Paz, Traduccion. Literatura y Literalidad, Βαρκελώνη, Tusquets, 1971 (Σημείωση του μεταφραστή).

76 Βλ. Haroldo de Campos, α) A arte no horizonte de Provavel, Sao Paulo, Editora Perspectiva S.A., 1969· β) "De la Traduction comme creation et comme critique", Change, τευχ. 14, Φεβρουάριος 1973, σσ. 71-84 (Σημείωση του μεταφραστή).

77