Νέα ελληνική
Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική
Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική
Δοκίμια φιλοσοφίας της γλώσσας, μτφρ. Φ. Τερζάκης, Αθήνα, νήσος, 1999, σσ. 59-78. Όταν καλούμαστε να εκτιμήσουμε ένα έργο τέχνης ή μια καλλιτεχνική μορφή, ποτέ δεν αποδεικνύεται γόνιμη η ενασχόληση με τον αποδέκτη. Διότι όχι μόνο είναι παραπλανητική κάθε συγκεκριμένη αναφορά σ' ένα ορισμένο κοινό ή στους εκπροσώπους του, αλλά και η έννοια ακόμη ενός "ιδεώδους" αποδέκτη είναι επιζήμια για τη θεωρητική αποτίμηση της τέχνης, δεδομένου ότι το μόνο πράγμα που προϋποθέτει είναι η ύπαρξη και η φύση του ανθρώπου ως τέτοιου. Η τέχνη προϋποθέτει επίσης τη φυσική και πνευματική ύπαρξη του ανθρώπου, αλλά σε κανένα από τα έργα της δεν ασχολείται με τις αντιδράσεις του. Κανένα ποίημα δεν απευθύνεται στον αναγνώστη, καμία εικόνα στο θεατή, καμία συμφωνία στον ακροατή. Απευθύνεται άραγε μια μετάφραση στους αναγνώστες οι οποίοι δεν μπορούν να καταλάβουν το πρωτότυπο; Αυτό φαίνεται ότι εξηγεί επαρκώς τη διαφορά ποιότητας μεταξύ των δύο στο επίπεδο της τέχνης. Πολύ περισσότερο φαίνεται ότι είναι ο μόνος δυνατός τρόπος για να ειπωθεί το "ίδιο πράγμα" πολλές φορές. Τι μας "λέει" άραγε ένα ποίημα; Τι μεταδίδει; Πολύ λίγα σε αυτόν που το καταλαβαίνει. Η ουσία του δεν είναι μήνυμα ή μεταβίβαση πληροφορίας. Κι όμως, κάθε μετάφραση που μεταδίδει κάτι δεν μπορεί να μεταδώσει παρά μόνο πληροφορία -επομένως κάτι μη ουσιαστικό. Αυτό ακριβώς είναι το χαρακτηριστικό των κακών μεταφράσεων. Μήπως όμως εκείνο που θεωρούμε ως ουσία ενός λογοτεχνικού έργου δεν είναι ακριβώς ό,τι περιέχεται μέσα σε αυτό πέρα από την πληροφορία -όπως ακόμη και ο ανεπαρκής μεταφραστής καταλαβαίνει-, το αβυσσαλέο, το μυστηριώδες, το "ποιητικό", κάτι που ο μεταφραστής μπορεί ν' αναπαραγάγει μόνο αν είναι και ο ίδιος ποιητής; Αυτό είναι στην πραγματικότητα και η αιτία ενός ακόμη χαρακτηριστικού της κακής μετάφρασης, το οποίο μπορούμε να ορίσουμε ως μη ακριβή μετάδοση ενός μη ουσιαστικού περιεχομένου. Αυτό συμβαίνει όταν μια μετάφραση αναλαμβάνει να υπηρετήσει τον αναγνώστη. Αν προοριζόταν όμως για τον αναγνώστη, το ίδιο θα ίσχυε και για το πρωτότυπο. Αν όμως το πρωτότυπο δεν υπάρχει γι' αυτόν τον λόγο, τότε πως είναι δυνατόν να κατανοηθεί η μετάφραση στη βάση αυτής της σχέσης; Η μετάφραση είναι προπάντων μορφή. Για να συλλάβουμε αυτή της τη φύση πρέπει να επιστρέψουμε στο πρωτότυπο, γιατί σε αυτό βρίσκεται η αρχή που κυβερνά τη μετάφραση: η ίδια η μεταφρασιμότητα. Το πρόβλημα της μεταφρασιμότητας ενός έργου έχει δύο σημασίες. Είναι δυνατό να σημαίνει: μπορεί να υπάρξει ανάμεσα σε όλους τους αναγνώστες του ένας ικανός να το μεταφράσει; Ή, και κυρίως: μήπως η ίδια η ουσία του οδηγεί προς τη μετάφραση και επομένως -λαμβάνοντας υπόψιν τη σημαντικότητα αυτής της μορφής- ακόμη και την αποζητά; Κατά βάσιν, το πρώτο πρέπει να θεωρηθεί απλό ενδεχόμενο, ενώ το δεύτερο έχει αποδεικτική ισχύ. Μόνο η επιφανειακή σκέψη μπορεί, αρνούμενη το αυτοτελές νόημα του δεύτερου ερωτήματος, να θεωρήσει ότι και τα δύο έχουν την ίδια σημασία. Θα πρέπει αντιθέτως να δείξουμε ότι ορισμένες έννοιες σχέσεων διατηρούν το νόημα τους, και μάλιστα την απώτατη σημασία τους, όταν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στον άνθρωπο. Κατ' αυτόν τον τρόπο θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μία αξέχαστη ζωή είτε μιαν αξέχαστη στιγμή κι αν όλοι οι άνθρωποι την είχαν ξεχάσει. Αν δηλαδή η ουσία της απαιτούσε το να μην ξεχαστεί, τότε αυτό το κατηγόρημα δεν θα ήταν άτοπο αλλά θα σήμαινε ένα αίτημα που δεν μπόρεσαν να εκπληρώσουν οι άνθρωποι, και πιθανώς επίσης μιαν αναφορά σε μία περιοχή όπου θα μπορούσε να εκπληρωθεί: στην ανάμνησή της εκ μέρους του Θεού. Αντίστοιχα, η μεταφρασιμότητα των γλωσσικών δημιουργημάτων παραμένει ως δυνατότητα ακόμη κι εκεί όπου οι άνθρωποι αδυνατούν να τα μεταφράσουν. Με βάση την αυστηρή έννοια της μετάφρασης, δεν θα έπρεπε να είναι πράγματι σε κάποιο βαθμό μεταφράσιμα; Στα πλαίσια μιας τέτοιας διάκρισης πρέπει να τεθεί το ερώτημα μήπως η μετάφραση ορισμένων γλωσσικών δημιουργημάτων είναι επιτακτική. Διότι εδώ ισχύει η ακόλουθη πρόταση: αν η μετάφραση είναι μορφή, τότε η μεταφρασιμότητα ορισμένων έργων πρέπει να είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό τους. Η μεταφρασιμότητα είναι ουσιώδης σε ορισμένα έργα· και αυτό δεν σημαίνει ότι είναι ουσιώδες γι' αυτά τα ίδια να μεταφράζονται, αλλά μάλλον ότι μια σημασία εγγενής στο πρωτότυπο εκδηλώνεται μέσα στη μεταφρασιμότητά τους. Είναι εύλογο να υποθέσουμε ότι ποτέ μια μετάφραση, όσο καλή κι αν είναι, δεν μπορεί να έχει κάποια σημασία για το πρωτότυπο. Κι όμως, χάρη ακριβώς στη μεταφρασιμότητά του, το πρωτότυπο συνδέεται στενότατα με τη μετάφραση· και, στην πραγματικότητα, η σχέση αυτή είναι ακόμη στενότερη όταν δεν έχει πια καμιά σχέση με το πρωτότυπο. Μπορούμε να ονομάσουμε αυτή τη σχέση φυσική, και μάλιστα, ακριβέστερα, μια ζωτική σχέση. Όπως ακριβώς οι εκδηλώσεις της ζωής συνδέονται στενότατα με το φαινόμενο της ζωής χωρίς να είναι σημαντικές γι' αυτό, έτσι και μια μετάφραση πηγάζει από το πρωτότυπο, και μάλιστα όχι τόσο από την ζωή του την ίδια, αλλά από τη "μετά θάνατον ζωή" του. Διότι μια μετάφραση ακολουθεί χρονικά το πρωτότυπο, και δεδομένου ότι τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας δεν βρίσκουν ποτέ την εποχή της δημιουργίας τους τους χαρισματικούς μεταφραστές τους, η μετάφραση σημαδεύει το βαθμό διαιώνισης της ζωής τους. Η ιδέα της ζωής και της μετά θάνατον ζωής των έργων τέχνης πρέπει να εκληφθεί ως μια μη μεταφορική αντικειμενικότητα. Ακόμα και σ' εποχές ρηχής και προκατειλημμένης σκέψης υπήρχε να πιστεύεται πως η ζωή δεν περιορίζεται στην οργανική υλικότητα. Το ζήτημα δεν είναι βέβαια να επεκτείνουμε την κυριαρχία της μέχρι την αβέβαιη επικράτεια της ψυχής, όπως προσπάθησε να κάνει ο Fechner, πόσο μάλλον να βασίσουμε τον ορισμό της στους ακόμα λιγότερο διαφωτιστικούς παράγοντες της ζωτικότητας, όπως η αίσθηση, η οποία περιστασιακά και μόνο χαρακτηρίζει τη ζωή· η έννοια της ζωής δικαιολογείται μόνο όταν οτιδήποτε που έχει το ίδιο ιστορία, και δεν αποτελεί απλώς ένα φόντο για την ιστορία, θεωρείται ως προικισμένο με ζωή. Σε τελευταία ανάλυση, το φάσμα της ζωής πρέπει να προσδιορίζεται μάλλον από την ιστορία παρά από τη φύση - σε καμιά περίπτωση πάντως από παράγοντες τόσο αβέβαιους όσο η αίσθηση και η ψυχή. Το καθήκον του φιλοσόφου συνίσταται, έτσι, στο να κατανοεί ολόκληρη τη φυσική ζωή μέσα από την πολύ πιο περιεκτική ζωή της ιστορίας. Και πράγματι, δεν είναι ασύγκριτα ευκολότερο ν' αναγνωρίσουμε τη διαιωνιζόμενη ζωή των έργων τέχνης απ' ό,τι τη συνεχιζόμενη ζωή των φυσικών ειδών; Η ιστορία των μεγάλων έργων τέχνης μας πληροφορεί για την καταγωγή τους, για την πραγμάτωσή τους την εποχή του καλλιτέχνη και την περίοδο της απόλυτα αιώνιας μετά θάνατον ζωής τους στις επόμενες γενιές. Όπου η τελευταία εκδηλώνεται, έχει το χαρακτηριστικό της φήμης. Οι μεταφράσεις εκείνες οι οποίες συνιστούν κάτι παραπάνω από απλές αναμεταδόσεις του υλικού τους, γεννιούνται όταν ένα έργο έχει φτάσει, στην πορεία διαιώνισης της ζωής του, στην εποχή της φήμης. Σε αντίθεση με όσα διατείνονται οι κακοί μεταφραστές για τη δουλειά τους, τέτοιες μεταφράσεις δεν υπηρετούν τόσο το ίδιο το έργο όσο χρωστούν την ύπαρξη τους σε αυτό. Η ζωή του πρωτοτύπου κατακτά μέσα σε αυτές τη διαρκώς ανανεούμενη, ωριμότερη και πληρέστερη ανάπτυξή της. Αυτή η ανάπτυξη, ως ανάπτυξη μιας ιδιαίτερης και υψηλής μορφής, χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη και υψηλή σκοπιμότητα. Η σχέση μεταξύ ζωής και σκοπιμότητας, που αν και φαίνεται προφανής είναι ασύλληπτη από τη διάνοια, αποκαλύπτεται μόνο όταν ο σκοπός εκείνος, προς τον οποίο τείνουν όλες οι μεμονωμένες σκοπιμότητες, αναζητείται όχι στη δική του σφαίρα, αλλά σε μιαν ανώτερη. Όλες οι ένσκοπες εκδηλώσεις της ζωής, όπως και η ίδια η σκοπιμότητα εν γένει, είναι σε τελική ανάλυση σκόπιμες όχι για την ίδια τη ζωή, αλλά για την έκφραση της ουσίας της, την εκδήλωση της σημασίας της. Κατ' αυτόν τον τρόπο η σκοπιμότητα της μετάφρασης έγκειται στην έκφραση της εσωτερικής σχέσης των γλωσσών μεταξύ τους. Η μετάφραση πιθανότατα δεν αποκαλύπτει η ίδια αυτή την κρυμμένη σχέση, μπορεί όμως να την αναπαραστήσει στο βαθμό που την πραγματώνει σε εμβρυϊκή ή εντατική μορφή. Αυτή η παρουσίαση της κρυμμένης σημασίας μέσω μιας εμβρυϊκής προσπάθειας να καταστεί ορατή έχει μια τόσο μοναδική φύση, ώστε σπανίως συναντάται στη σφαίρα της μη γλωσσικής ζωής. Αυτή, με τις αναλογίες και τα σύμβολά της, βρίσκει άλλους τρόπους να υποβάλει το νόημα από την εντατική -που σημαίνει, προκαταβολική, δηλωτική- πραγμάτωσή του. Κι εκείνη η προϋποτιθέμενη βαθύτερη σχέση μεταξύ των γλωσσών είναι η σχέση μιας ιδιαίτερης σύγκλισης. Αυτή εδράζεται στο ότι οι γλώσσες δεν είναι ξένες μεταξύ τους, αλλά είναι, apriori και πέρ' από κάθε ιστορικό συσχετισμό, εσωτερικά αλληλοδιαπλεγμένες μέσα σε αυτό που θέλουν να εκφράσουν. Μέσω αυτής της προσπάθειας εξήγησης, η εξέτασή μας μοιάζει να απολήγει και πάλι μέσα από άκαρπες παρακαμπτήριες οδούς στην παραδοσιακή θεωρία της μετάφρασης. Αν η συγγένεια των γλωσσών πρέπει ν' αποδεικνύεται από τις μεταφράσεις, τότε με ποιον άλλον τρόπο θα μπορούσε να γίνει αυτό από το ν' αποδίδεται η μορφή και το νόημα του πρωτότυπου με τη μεγαλύτερη δυνατή ακρίβεια; Οπωσδήποτε η θεωρία είναι δύσκολο να προσδιορίσει το χαρακτήρα αυτής της ακρίβειας, επομένως, εντέλει, δεν θα μπορούσε να φωτίσει τι είναι ουσιαστικό για μια μετάφραση. Στην πραγματικότητα, εντούτοις, η συγγένεια των γλωσσών φαίνεται καθαρότερα και πιο βαθιά στη μετάφραση απ' ό,τι στην επιφανειακή και αόριστη ομοιότητα μεταξύ δύο λογοτεχνικών έργων. Για να συλλάβουμε την αυθεντική σχέση μεταξύ πρωτότυπου και μετάφρασης απαιτείται μια διερεύνηση ανάλογη προς την επιχειρηματολογία με την οποία η κριτική της γνώσης οφείλει ν' αποδείξει το αδύνατο μιας θεωρίας της αντανάκλασης. Όπως εκεί πρέπει να δειχθεί ότι στη γνώση δεν υπάρχει καμιά αντικειμενικότητα, και μάλιστα δεν θα μπορούσε καν να υπάρξει η αξίωση για κάτι τέτοιο αν η γνώση συνίστατο στην αντιγραφή του πραγματικού, έτσι κι εδώ μπορεί να δειχθεί ότι καμία μετάφραση δεν θα ήταν δυνατή αν ο τελικός της σκοπός ήταν η απόλυτη ομοιότητα με το πρωτότυπο. Διότι στη μετά θάνατον ζωή του -και αυτό δεν θα μπορούσε να ειπωθεί αν δεν επρόκειτο για τη μεταμόρφωση και την αναβίωση ενός πράγματος ζωντανού- το πρωτότυπο υφίσταται μιαν αλλοτρίωση. Υπάρχει μια συνεχιζόμενη ωρίμανση ακόμα και του τελειωμένου λόγου. Ό,τι στον καιρό του δημιουργού φαινόταν σαν ένα προσωπικό ύφος μπορεί με τον καιρό να βρει την πλήρωσή του· εγγενείς τάσεις μπορούν να αναδυθούν εκ νέου μέσα από το ήδη διαμορφωμένο. Ό,τι κάποτε υπήρξε νέο μπορεί αργότερα να γίνει τετριμμένο, ό,τι υπήρξε κοινό θα γίνει αργότερα αρχαϊκό. Το ν' αναζητά κανείς την ουσία τέτοιων αλλοιώσεων -όπως και αυτών του νοήματος, που είναι εξίσου συνεχείς-, στην υποκειμενικότητα των επιγόνων μάλλον παρά στην ίδια τη ζωή της γλώσσας και των δημιουργημάτων της, θα σήμαινε -ακόμη και αν δεχόμαστε τον χονδροειδέστερο ψυχολογισμό- μια σύγχυση ανάμεσα στη γενεσιουργό αιτία ενός πράγματος και στην ουσία του. Πολύ περισσότερο θα σήμαινε ότι αρνούμαστε, λόγω κάποιας αδυναμίας της σκέψης, μία από τις πιο δυναμικές και γόνιμες ιστορικές διαδικασίες. Και αν ακόμα θέλαμε ν' αναγάγουμε την τελευταία κονδυλιά ενός συγγραφέα σε coup de grace[1] του έργου του, κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε και πάλι να σώσει αυτή τη νεκρή θεωρία της μετάφρασης. Γιατί όπως ο τόνος και η σημασία των μεγάλων έργων της λογοτεχνίας αλλάζουν ολοκληρωτικά με το πέρασμα των αιώνων, έτσι αλλάζει και η μητρική γλώσσα του μεταφραστή. Καθώς μάλιστα η λέξη του συγγραφέα διαρκεί στη γλώσσα του, ακόμη και η μεγαλοφυέστερη μετάφραση υφίσταται την αλλοίωση της δικής της γλώσσας και χάνει τη δραστικότητα όσο περνάει ο χρόνος. Τόσο πολύ απέχει από το ν' αποτελεί την κενή εξίσωση δύο νεκρών γλωσσών, ώστε είναι απ' όλες τις φιλολογικές μορφές η πιο χαρακτηριστικά επιφορτισμένη με το ειδικό έργο να επιβλέπει τις διαδικασίες ωρίμανσης της γλώσσας του πρωτότυπου και τις ωδίνες του τοκετού της δικής της. Όταν στη μετάφραση φανερώνεται η συγγένεια των δύο γλωσσών, δεν εκδηλώνεται βέβαια μέσω μιας ασαφούς ομοιότητας ανάμεσα στο πρωτότυπο και το αντίγραφό του. Χρειάζεται ν' αναλογιστούμε αν και κατά πόσον η συγγένεια συνεπάγεται κατ' ανάγκη την ομοιότητα. Η έννοια της συγγένειας όπως τη χρησιμοποιούμε εδώ ταιριάζει περισσότερο με την περιορισμένη και κοινή χρήση της: σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν μπορεί να οριστεί επαρκώς μέσω της ταυτότητας της καταγωγής, παρ' όλο που για την πιο στενή έννοια της καταγωγής είναι οπωσδήποτε απαραίτητη. Πού άραγε στηρίζεται ο αλληλοσυσχετισμός μεταξύ των δύο γλωσσών, αν παραβλέψουμε προς στιγμήν την ιστορική τους σχέση; Οπωσδήποτε όχι στην ομοιότητα των ποιητικών έργων ή των λέξεών τους. Η υπεριστορική συγγένεια των γλωσσών βρίσκεται μάλλον στο εννοούμενο που υπάρχει σε κάθε γλώσσα ως όλον - πρόθεση ωστόσο την οποία καμία τους δεν πραγματώνει από μόνη της, αλλά εκπληρώνεται απ' όλες μαζί μέσ' από την ολότητα των προθέσεών τους που συμπληρώνουν η μία την άλλη: την καθαρή γλώσσα. Ενώ δηλαδή όλα τα ατομικά στοιχεία, οι λέξεις, οι προτάσεις, αποκλείουν τον οιονδήποτε συσχετισμό ανάμεσα σε γλώσσες ξένες μεταξύ τους, οι γλώσσες αυτές αλληλοσυμπληρώνονται μέσα στις ίδιες τους τις προθέσεις. Για να συλλάβει κανείς αυτόν το νόμο που είναι από τους πιο θεμελιώδεις της φιλοσοφίας της γλώσσας, θα πρέπει να διαχωρίσει μέσα στην πρόθεση τον τρόπο εννόησης από το εννοούμενο. Οι λέξεις "brot" και "pain" σκοπεύουν στο ίδιο αντικείμενο, η μορφή όμως με την οποία το εννοούν δεν είναι η ίδια. Χάρη σε αυτή τη μορφή η λέξη "brot" σημαίνει για έναν Γερμανό κάτι διαφορετικό απ' ό,τι η λέξη "pain" για έναν Γάλλο, και αυτό τις κάνει μη ανταλλάξιμες μεταξύ τους· σε τελική ανάλυση, αγωνίζονται να αποκλείσουν η μία την άλλη. Όσον αφορά όμως την πρόθεσή τους, οι δύο λέξεις επιζητούν το ίδιο ακριβώς πράγμα. Ενώ, δηλαδή, η μορφή της πρόθεσης και στις δύο γλώσσες είναι αμοιβαία αποκλειστική, εντός των γλωσσών από τις οποίες προέρχονται αυτές οι λέξεις η μορφή της εννόησης βρίσκει το συμπλήρωμά της μέσα στο εννοούμενο. Στις ξεχωριστές, στις ανολοκλήρωτες γλώσσες το εννοούμενό τους ποτέ δεν μπορεί να βρεθεί σχετικά ανεξάρτητο όπως στις ατομικές λέξεις ή προτάσεις, αλλά εμφανίζεται μάλλον σε μια κατάσταση συνεχούς ροής μέχρις ότου μπορέσει να αναδυθεί ως καθαρή γλώσσα από την αρμονία όλων εκείνων των διαφορετικών μορφών εννόησης. Ως τότε θα παραμείνει κρυμμένο μέσα στις γλώσσες. Όταν όμως αυτές αναπτύσσονται ως το μεσσιανικό πλήρωμά τους, τότε η μετάφραση αναφλέγεται στην αιώνια ζωή των έργων και στην ατέρμονη ανακαίνιση της γλώσσας. Η μετάφραση θέτει πάντα εκ νέου σε δοκιμασία την ιερή ανάπτυξη των γλωσσών: πόσο απομακρυσμένο είναι το κρυμμένο τους νόημα από την Αποκάλυψη, πόσο κοντά είναι δυνατό να έρθει μέσ' από τη γνώση αυτής της απόστασης; Αυτό οπωσδήποτε αποτελεί ομολογία ότι κάθε μετάφραση είναι μόνον ένας κάπως προσωρινός τρόπος να συμφιλιωθεί κανείς με την αλλοτριότητα των γλωσσών. Η ανθρωπότητα δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα φτάσει ποτέ σε μια στιγμιαία και οριστική λύση αυτής της αλλοτριότητας, παρά μόνο σε μια προσωρινή. Έμμεσα όμως, η ανάπτυξη των θρησκειών κάνει να ωριμάσει μέσα στις γλώσσες ο κρυμμένος σπόρος μιας γλώσσας ανώτερης. Παρ' όλο που η μετάφραση, σε αντίθεση με την τέχνη, δεν μπορεί να εγείρει την απαίτηση τα προϊόντα της να διαρκούν, ο στόχος της είναι αναμφίβολα ένα τελικό, οριστικό και αποφασιστικό στάδιο της γλωσσικής δημιουργίας. Στη μετάφραση το πρωτότυπο ανυψώνεται σ' ένα υψηλότερο και καθαρότερο γλωσσικό επίπεδο. Δεν μπορεί να ζήσει μονίμως εκεί, βέβαια, και άλλωστε δεν το φτάνει ποτέ εξ ολοκλήρου. Μ' έναν εξαιρετικό διεισδυτικό τρόπο, δείχνει τουλάχιστον το δρόμο που οδηγεί σε αυτή την περιοχή: τον προκαθορισμένο, άφθαστο μέχρι στιγμής τόπο της συμφιλίωσης και της απαρτίωσης όλων των γλωσσών. Η μεταφορά δεν μπορεί να είναι ποτέ ολική, αλλά ό,τι φτάνει σε αυτή την περιοχή είναι εκείνο ακριβώς το στοιχείο της μετάφρασης που υπερβαίνει την απλή μεταβίβαση του περιεχομένου. Ακριβέστερα, μπορούμε να προσδιορίσουμε αυτόν τον ουσιώδη πυρήνα ως εκείνο που παραμένει μέσα σε αυτήν αμετάφραστο. Ακόμη και όταν το επιφανειακό περιεχόμενο έχει αποσταχθεί και μεταφραστεί στον μέγιστο βαθμό, το βαθύτερο αντικείμενο του ενδιαφέροντος του αληθινού μεταφραστή παραμένει φευγαλέο, ασύλληπτο. Και δεν μπορεί να μεταδοθεί όπως ο ποιητικός λόγος του πρωτότυπου γιατί η σχέση του περιεχομένου με τη γλώσσα είναι στο πρωτότυπο και στη μετάφραση εντελώς διαφορετική. Ενώ γλώσσα και περιεχόμενο αποτελούν μια ορισμένη ενότητα στο πρωτότυπο όπως το φρούτο και η φλούδα, η γλώσσα της μετάφρασης τυλίγει το περιεχόμενό της όπως μια βασιλική χλαμύδα τις πτυχές της. Γιατί δηλώνει μια γλώσσα υψηλότερη απ' ό,τι είναι, και παραμένει εξ αιτίας αυτού, σε ασυμφωνία προς το ίδιο της το περιεχόμενο, επιβλητική και ξένη. Αυτή η διάζευξη εμποδίζει τη μετάφραση, και ταυτοχρόνως την καθιστά περιττή. Γιατί κάθε μετάφραση ενός έργου που προέρχεται από μια ορισμένη εποχή της ιστορίας της γλώσσας αντιπροσωπεύει, ως προς μια ορισμένη πλευρά του περιεχομένου του, τη μετάφραση σε όλες τις άλλες γλώσσες. Έτσι η μετάφραση κατά τρόπο ειρωνικό μεταφυτεύει το πρωτότυπο, έστω και προσωρινά, σ' ένα πιο οριστικό γλωσσικό έδαφος, αφού δεν μπορεί πλέον να μετατεθεί από καμιά δευτερεύουσα απόδοση. Το πρωτότυπο μπορεί να υψωθεί έως εκεί μόνο εξαρχής και σε διαφορετικά του μέρη. Δεν είναι καθόλου σύμπτωση που η λέξη "ειρωνεία" εδώ ανακαλεί στη μνήμη τους συλλογισμούς των Ρομαντικών. Αυτοί, πριν από κάθε άλλον, ήταν προικισμένοι με μια ενόραση σχετικά με τη ζωή των έργων που έβρισκε την υψηλότερή της εκδήλωση στη μετάφραση. Βέβαια δεν την αναγνώριζαν καθόλου ως τέτοια και μάλλον έστρεφαν όλη τους την προσοχή στην κριτική, έναν άλλον, αν και μικρότερο, παράγοντα για τη διαιώνιση της ζωής των έργων. Αλλά παρ' όλο που οι Ρομαντικοί αγνοούσαν στην πράξη τη μετάφραση μέσα στα θεωρητικά τους κείμενα, οι ίδιες τους οι θαυμάσιες μεταφράσεις μαρτυρούν την αίσθηση που είχαν της ουσίας και της αξίας αυτής της φιλολογικής μορφής. Η αίσθηση αυτή της μετάφρασης δεν φαίνεται κατ' ανάγκην ισχυρότερη στους ποιητές· ίσως μάλιστα αυτοί να είναι λιγότερο ανοιχτοί σε αυτήν. Ούτε η ιστορία της λογοτεχνίας μοιάζει να επιβεβαιώνει τη συμβατική προκατάληψη σύμφωνα με την οποία οι μεγάλοι ποιητές είναι και οι καλύτεροι μεταφραστές, ενώ οι ελάσσονες ποιητές είναι δήθεν κακοί μεταφραστές. Μερικοί από τους πιο ονομαστούς, όπως ο Λούθηρος, ο Voss, και ο Schlegel, είναι ασυγκρίτως σημαντικότεροι ως μεταφραστές απ' ό,τι ως δημιουργικοί συγγραφείς· μερικοί από αυτούς, όπως ο Hoelderlin και ο StefanGeorge, δεν μπορούν απλώς να συνυπολογίζονται στους ποιητές λόγω ακριβώς του ότι υπήρξαν μεταφραστές. Επειδή η μετάφραση είναι μια ιδιαίτερη μορφή, το έργο του μεταφραστή πρέπει να θεωρείται ξεχωριστό και σαφώς διακριτό από εκείνο του ποιητή. Το έργο του μεταφραστή έγκειται στην ανακάλυψη εκείνης ακριβώς της πρόθεσης σε σχέση με τη γλώσσα στην οποία γίνεται η μετάφραση, η οποία θ' ανακαλέσει μέσα στη γλώσσα της μετάφρασης την ηχώ του πρωτότυπου. Εδώ βρίσκεται ένα βασικότατο χαρακτηριστικό της μετάφρασης το οποίο τη διαφοροποιεί από το ποιητικό έργο, γιατί η πρόθεση του τελευταίου δεν σκοπεύει τη γλώσσα ως τέτοια, στην ολότητά της, αλλά άμεσα και αποκλειστικά ορισμένες γλωσσικές σχέσεις του περιεχομένου. Αντίθετα με τα έργα της λογοτεχνίας, η μετάφραση δεν βρίσκεται καθεαυτή στο κέντρο του γλωσσικού δάσους αλλά στην περιφέρεια της δεντρόφυτης έκτασης· καλεί μέσα σε αυτό χωρίς η ίδια να μπαίνει, στοχεύοντας στο μοναδικό εκείνο σημείο όπου η ηχώ της μπορεί να δώσει, στην ίδια της τη γλώσσα, τις απηχήσεις του έργου στην ξένη. Η πρόθεσή της δεν έχει μόνο διαφορετικό στόχο από εκείνον ενός λογοτεχνικού έργου -στοχεύει στη γλώσσα ως όλον με αφετηρία ένα συγκεκριμένο έργο σε μια ξένη γλώσσα- αλλά είναι αυτή η ίδια διαφορετική: η πρόθεση του ποιητή είναι αφελής, πρωτογενής, παραστατική, ενώ του μεταφραστή δευτερογενής, σκόπιμη, ιδεοποιημένη. Γιατί το μέγα έργο του μεταφραστή είναι η ενοποίηση των πολλών γλωσσών σε μία και αληθινή γλώσσα. Η γλώσσα αυτή είναι τέτοια ώστε οι επιμέρους προτάσεις, τα έργα, η κριτική δεν επικοινωνούν μεταξύ τους, αφού παραμένουν εξαρτημένα από τη μετάφραση, στην οποία όμως οι ίδιες οι γλώσσες, συμπληρωμένες και συμφιλιωμένες μέσα στον τρόπο της εννόησής τους, εναρμονίζονται. Αν υπάρχει λοιπόν μια γλώσσα της αλήθειας, το χωρίς εσωτερικές εντάσεις και ακόμα σιωπηλό απόθεμα της έσχατης σημασίας την οποία ολόκληρη η σκέψη αναζητεί, τότε αυτή η γλώσσα της αλήθειας είναι και η αληθινή γλώσσα. Και αυτή ακριβώς η γλώσσα, η προαίσθηση και η περιγραφή της οποίας είναι η μοναδική ολοκλήρωση την οποία μπορεί να ελπίζει η φιλοσοφία, είναι κατά τρόπο συμπυκνωμένο κρυμμένη μέσα στις μεταφράσεις. Δεν υπάρχει μούσα της φιλοσοφίας, ούτε και μούσα της μετάφρασης. Δεν είναι όμως αυτές τόσο βάναυσες όσο πολλοί συναισθηματικοί καλλιτέχνες θα ήθελαν να νομίζουν. Γιατίυπάρχειέναφιλοσοφικόπνεύμαπουχαρακτηρίζεταιαπότονπόθογι' αυτήνακριβώςτηγλώσσαηοποίαεκδηλώνεταιμέσωτηςμετάφρασης: "Les langues imperfait en sela que plusiers, manquι la supreme: penser etant ecrire sans accessoires, ni chuchotement mais tacite encore l' immortelle parole; la diversite, sur terre, des idioms empech personne de proferer des mots qui, sinon se trouveraient, par une frappe unique, elle-meme materiallement la verite"[2]. Αν ένας φιλόσοφος καταλαβαίνει πλήρως αυτό που υπαινίσσεται εδώ ο Mallarme, η μετάφραση, με τα ιζήματα που περικλείει μιας τέτοιας γλώσσας, βρίσκεται ανάμεσα στην ποίηση και στη θεωρία. Το έργο της είναι λιγότερο δυνατό να οριστεί, αλλά αφήνει παρ' όλα αυτά μια ισχυρή σφραγίδα στην ιστορία. Αν το καθήκον του μεταφραστή αντικρίζεται κάτω από αυτό το φως, ο δρόμος προς μια ενδεχόμενη λύση φαίνεται πολύ πιο σκοτεινός και απροσπέλαστος. Πράγματι, το πρόβλημα της ωρίμανσης του σπόρου της καθαρής γλώσσας μέσα σε μια μετάφραση μοιάζει άλυτο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με κανένα τρόπο. Γιατί αν η αναπαραγωγή του νοήματος πάψει να είναι αποφασιστική, το έδαφος δεν μοιάζει να υποχωρεί κάτω από μια τέτοια λύση; Ιδωμένο αρνητικά, αυτό είναι στην πραγματικότητα το νόημα όλων των προηγούμενων. Πιστότητα και ελευθερία -ελευθερία της νοηματικής ανάπλασης και, στην υπηρεσία, πιστότητα στη λέξη του πρωτότυπου- είναι οι παραδοσιακές έννοιες σε κάθε συζήτηση σχετικά με τη μετάφραση. Μια θεωρία που αναζητά στη μετάφραση κάτι άλλο από τη νοηματική απόδοση δεν μοιάζει να μπορεί να τις υπηρετήσει. Παρ' όλ' αυτά η παραδοσιακή τους χρήση τις παρουσιάζει σαν να βρίσκονται σε απόλυτη αντίθεση μεταξύ τους. Τι μπορεί άραγε να προσφέρει πραγματικά η πιστότητα στην απόδοση του νοήματος; Η πιστότητα στη μετάφραση της ξεχωριστής λέξης δεν μπορεί ποτέ να εκφράσει ολόκληρο το νόημα που έχει στο πρωτότυπο. Διότι το νόημα, στην ποιητική του σημασία την οποία έχει στο πρωτότυπο, δεν εξαντλείται στο νοούμενο αλλά αποκτά αυτήν ακριβώς τη σημασία καθώς ο τρόπος της εννόησης συνδέεται με το εννοούμενο μέσα στη συγκεκριμένη λέξη. Λέμε συνήθως ότι λέξεις μεταφέρουν ένα συγκινησιακό φορτίο. Μια κατά λέξη απόδοση της σύνταξης των προτάσεων διαστρέφει ολοκληρωτικά τη θεωρία της αναπαραγωγής του νοήματος και απειλεί άμεσα να το καταστήσει ακατανόητο. Τον δέκατο ένατο αιώνα θεωρούσαν πως η μετάφραση του Σοφοκλή από τον Hoelderlin ήταν ένα τερατώδες παράδειγμα μιας τέτοιας ακρίβειας στη λέξη. Τελικά, βλέπουμε ότι η πιστότητα στην απόδοση της μορφής δυσκολεύει αυτήν του νοήματος. Το νόημα υπηρετείται πολύ καλύτερα -και η λογοτεχνία και η γλώσσα πολύ χειρότερα- από την αχαλίνωτη ελευθερία των κακών μεταφραστών. Αναγκαστικά, ως εκ τούτου, η απαίτηση για πιστότητα, της οποίας το αίτημα είναι δικαιολογημένο αλλά τα νόμιμα θεμέλια αρκετά σκοτεινά, πρέπει να γίνεται κατανοητή μέσα σ' ένα ριζικότερο πλαίσιο. Όπως τα θραύσματα ενός κεραμικού για να συγκολληθούν μεταξύ τους πρέπει να εφαρμόζουν το ένα στο άλλο μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια, παρ' όλο που δεν χρειάζεται καθόλου να είναι όμοια, έτσι και η μετάφραση πρέπει, αντί να προσομοιώνεται στο νόημα του πρωτότυπου, να ενσωματώνει τη μορφή της εννόησης εκείνου στη γλώσσα της, καθιστώντας πρωτότυπο και μετάφραση αναγνωρίσιμα ως θραύσματα μιας ευρύτερης γλώσσας, όπως ακριβώς τα θραύσματα που συνθέτουν το σπασμένο κεραμικό. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο η μετάφραση πρέπει σε μεγάλο βαθμό ν' αποφεύγει την επιδίωξη να μεταδώσει κάτι, να μεταφέρει ένα νόημα, και ως προς αυτό το πρωτότυπο της είναι χρήσιμο μόνο στο βαθμό που έχει απαλλάξει το μεταφραστή και τη μετάφρασή του από την υποχρέωση της μετάδοσης. Στην περιοχή της μετάφρασης ισχύει επίσης το εν αρχή ην ο λόγος. Από την άλλη μεριά είναι δυνατόν, όσον αφορά το νόημα, και μάλιστα πρέπει, η γλώσσα μιας μετάφρασης να προχωρεί έτσι ώστε να εκφράζει την πρόθεση του πρωτότυπου όχι ως αναπαραγωγή, αλλά ως αρμονία, ως συμπλήρωμα μέσα στη γλώσσα με την οποία εκφράζεται. Επομένως δεν είναι το κολακευτικότερο γνώρισμα μιας μετάφρασης, ιδιαίτερα κατά την εποχή της συγγραφής της, να διαβάζεται όπως ένα πρωτότυπο στη γλώσσα της. Η σημασία της πιστότητας, η οποία υποτίθεται ότι διαφυλάσσεται με την κατά λέξη απόδοση, είναι μάλλον η νοσταλγία της γλωσσικής συμπλήρωσης που εκφράζεται μέσ' από το έργο. Η αληθινή μετάφραση είναι διάφανη: δεν επικαλύπτει το πρωτότυπο, δεν σκιάζει τη λάμψη του, αλλά επιτρέπει στην καθαρή γλώσσα, ενδυναμωμένη από το ίδιο της το μέσο, τόσο περισσότερο ν' ακτινοβολεί μέσα στο πρωτότυπο. Αυτό επιτυγχάνεται πάνω απ' όλα με την κατά λέξη απόδοση της σύνταξης, που αναδεικνύει μάλλον τις λέξεις παρά τις προτάσεις ως αρχικό και κύριο στοιχείο του μεταφραστή. Γιατί αν η πρόταση είναι το τείχος μπροστά από τη γλώσσα του πρωτότυπου, η κατά λέξιν ακολουθία είναι η στοά. Ελευθερία και πιστότητα ως προς το πρωτότυπο έχουν κατά παράδοση θεωρηθεί αντιτιθέμενες τάσεις. Αυτή η βαθύτερη ερμηνεία της μίας ολοφάνερα δεν βοηθάει στη συμφιλίωσή τους· αντίθετα, μοιάζει να αποστερεί από κάθε νομιμότητα την άλλη. Γιατί τι άλλο εννοούμε ως ελευθερία, από το να παύει να θεωρείται απολύτως σημαντική η απόδοση του νοήματος; Ακόμη κι όταν το νήμα μιας γλωσσικής δημιουργίας εξισώνεται με την πληροφορία την οποία μεταδίδει, εξακολουθεί να παραμένει σε αυτό ένα στοιχείο έσχατο και αποφασιστικό που υπερβαίνει κάθε επικοινωνία -αρκετά οικείο και όμως άπειρα μακρινό, αποκρυμμένο ή πιο φανερό, αποσπασματικό ή πανίσχυρο. Μέσα σε όλη τη γλώσσα και τις γλωσσικές δημιουργίες παραμένει, πέρ' απ' οτιδήποτε μπορεί να μεταδοθεί, κάτι το αν-επικοινώνητο, κάτι το οποίο, ανάλογα με το πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται, συμβολίζει ή συμβολίζεται. Και είναι μόνο το πρώτο μέσα στα πεπερασμένα και κλειστά προϊόντα της γλώσσας, ενώ το δεύτερο είναι μέσα στο ίδιο το γίγνεσθαι των γλωσσών. Κι εκείνο το οποίο ζητάει ν' αναπαρασταθεί, να δημιουργηθεί μέσα στο γίγνεσθαι των γλωσσών, αυτό είναι ο πυρήνας της καθαρής γλώσσας. Αν και αποκρυμμένο και αποσπασματικό, αποτελεί μια ενεργή δύναμη στη ζωή ως το ίδιο το συμβολιζόμενο πράγμα, αν και κατοικεί μέσα στις γλωσσικές δημιουργίες μόνον υπό συμβολίζουσα μορφή. Παρ' όλο που αυτή η έσχατη ουσία, η καθαρή γλώσσα, βρίσκεται στα διάφορα ιδιώματα προσδεδεμένη πάντα στα γλωσσικά στοιχεία και στις μεταβολές τους, μέσα στη γλωσσική δημιουργία αποκτά ένα βαρύ, αλλότριο νόημα. Το να μην την απαλλάξει από αυτό, το να μετατρέψει το συμβολίζον σε συμβολιζόμενο, το να εμβαπτίσει και πάλι την καθαρή γλώσσα μέσα στη γλωσσική ροή, αυτή είναι η τρομερή και η μοναδική ικανότητα της μετάφρασης. Μέσα σε αυτή την καθαρή γλώσσα -η οποία δεν εννοεί ή εκφράζει πλέον τίποτε αλλά είναι, ως ανέκφραστος και δημιουργικός Λόγος, εκείνη την οποία υπονοούν όλες οι γλώσσες- κάθε πληροφορία, κάθε νόημα και κάθε πρόθεση συναντούν ένα επίπεδο στο οποίο είναι μοιραίο να διαλυθούν. Αυτό ακριβώς το επίπεδο είναι που προσφέρει μια νέα και υψηλότερη δικαίωση στην ελεύθερη μετάφραση· αυτή η δικαίωση δεν προέρχεται από το νόημα εκείνου που πρέπει να μεταφερθεί, γιατί η χειραφέτηση από αυτό το νόημα είναι το καθήκον της πιστότητας. Μάλλον, για χάρη της καθαρής γλώσσας, μια ελεύθερη μετάφραση θεμελιώνει αυτή τη δοκιμασία στη δική της τη γλώσσα. Το καθήκον του μεταφραστή είναι να ελευθερώσει μέσα στη δική του γλώσσα εκείνη την καθαρή γλώσσα που βρίσκεται κάτω από το ρήμα της άλλης, να ελευθερώσει τη γλώσσα που είναι φυλακισμένη μέσα στο έργο αναδημιουργώντας εξαρχής αυτό το έργο. Για χάρη της καθαρής γλώσσας πρέπει να διαπεράσει τους σαθρούς φραγμούς της δικής του γλώσσας. Ο Λούθηρος, ο Voss, ο Hoelderlin και ο George έχουν επεκτείνει τα σύνορα της γερμανικής γλώσσας. Αλλά ποια η σημασία του νοήματος για τη σχέση του πρωτότυπου με τη μετάφραση; Μια παρομοίωση μπορεί να χρησιμεύσει εδώ. Όπως ακριβώς μια εφαπτομένη αγγίζει ανεπαίσθητα τον κύκλο σε ένα και μόνο σημείο, και όπως αυτή η επαφή και όχι το σημείο υπαγορεύει το νόμο σύμφωνα με τον οποίο συνεχίζει την ευθεία πορεία της στο άπειρο, έτσι και μια μετάφραση αγγίζει ανεπαίσθητα το πρωτότυπο και μόνο στο άπειρα μικρό σημείο του νοήματος, ύστερα ακολουθεί τη δική της πορεία σύμφωνα με τους κανόνες της πιστότητας στην ελευθερία της γλωσσικής ροής. Δίχως να την ονομάζει και να την αιτιολογεί, ο RudolphPannwitz έχει επισημάνει την αληθινή σημασία αυτής της ελευθερίας. Οι παρατηρήσεις τους περιέχονται στο DieKrisisdereuropaischenKultur και μπορούν κάλλιστα να θεωρηθούν, μαζί με τις Σημειώσεις του Γκαίτε στο WestestlicherDiwan, ως το σημαντικότερο σχόλιο στη θεωρία της μετάφρασης που έχει εκδοθεί ποτέ στη Γερμανία. Ο Pannwitz γράφει: "Οι μεταφράσεις μας, ακόμη και οι καλύτερες από αυτές, ξεκινούν από μια εσφαλμένη προϋπόθεση. Θέλουν να κάνουν τα ινδικά, τα ελληνικά, τα αγγλικά γερμανικά, αντί να κάνουν τα γερμανικά ινδικά, ελληνικά αγγλικά. Οι μεταφραστές μας τρέφουν πολύ μεγαλύτερο σεβασμό για την καθιερωμένη χρήση της δικής μας γλώσσας παρά για το πνεύμα των ξένων έργων... Το βασικό σφάλμα του μεταφραστή είναι ότι διατηρεί το συμπτωματικό επίπεδο στο οποίο εκδιπλώνεται η δική του γλώσσα, αντί ν' αφήσει τη γλώσσα του να επηρεαστεί ισχυρά από την ξένη γλώσσα. Ειδικά όταν μεταφράζει από μια γλώσσα πολύ μακρινή από τη δική του, πρέπει να ανατρέχει πίσω στα πρωτογενή στοιχεία της ίδιας της γλώσσας και να διεισδύει στο σημείο εκείνο όπου ο λόγος, η εικόνα και ο τόνος συγκλίνουν. Πρέπει να εκτείνει και να βαθαίνει τη γλώσσα του μέσω της ξένης γλώσσας. Δεν έχει συνειδητοποιηθεί γενικά ως ποιο βαθμό είναι αυτό δυνατό, ως ποιο βαθμό κάθε γλώσσα μπορεί να μεταμορφωθεί, πόσο διαφέρει γλώσσα από γλώσσα, όσο και διάλεκτος από διάλεκτο· ωστόσο αυτό το τελευταίο αληθεύει μόνο εφόσον παίρνει κανείς τη γλώσσα σοβαρά, όχι όταν την αντιμετωπίζει επιφανειακά". Το κατά πόσον μια μετάφραση κατορθώνει να παραμείνει σύμφωνη με την ουσία αυτής της μορφής καθορίζεται αντικειμενικά από τη μεταφρασιμότητα του πρωτότυπου. Όσο μικρότερη αξία και αυτοτέλεια ύφους διαθέτει η γλώσσα του, όσο πιο πολύ είναι πληροφορία, τόσο λιγότερο αποτελεί γόνιμο πεδίο για μετάφραση, μέχρις ότου όλο το βάρος του περιεχομένου, που σε καμία περίπτωση δεν είναι μοχλός για μια μετάφραση χαρακτηριστικής μορφής, την καταστήσει αδύνατη. Όσο υψηλότερο είναι το επίπεδο ενός έργου τόσο περισσότερο παραμένει αυτό μεταφράσιμο, ακόμη κι αν το νόημά του θίγεται ανεπαίσθητα και μόνο. Αυτό βέβαια ισχύει αποκλειστικά για τα πρωτότυπα. Οι μεταφράσεις αντίθετα αποδεικνύονται αμετάφραστες, όχι λόγω κάποιας εγγενούς δυσκολίας, αλλά λόγω της χαλαρότητας με την οποία συνδέονται με το νόημα. Οι μεταφράσεις του Hoelderlin, και ιδιαίτερα εκείνες των δύο τραγωδιών του Σοφοκλή, επιβεβαιώνουν θαυμάσια αυτή την άποψη από κάθε ουσιαστική σκοπιά. Μέσα σε αυτές η αρμονία της γλώσσας είναι τόσο βαθιά, που το νόημά τους αγγίζεται από τη γλώσσα όπως οι χορδές της αιολικής άρπας από τον άνεμο. Οι μεταφράσεις του Hoelderlin είναι αρχέτυπα στο είδος τους. Στέκουν απέναντι και στις πιο ολοκληρωμένες ακόμη αποδόσεις των αρχικών κειμένων όπως το πρωτότυπο προς το αντίγραφο. Αυτό αποδεικνύει και η σύγκριση των μεταφράσεων του Τρίτου Πυθιόνικου του Πινδάρου από τον Hoelderlin και από τον RudolfBorchardt. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο οι μεταφράσεις του Holderlin ειδικά εμπεριέχουν τον τρομερό κίνδυνο όλων των μεταφράσεων: να καταρρεύσουν αιφνίδια τα τείχη μιας τόσο αποκαθαρμένης και διευρυμένης γλώσσας, καταδικάζοντας το μεταφραστή στη σιωπή. Οι μεταφράσεις του Σοφοκλή ήταν το τελευταίο έργο του Hoelderlin. Σε αυτές το νόημα βυθίζεται από άβυσσο σε άβυσσο, σε σημείο που κινδυνεύει να χαθεί στα απύθμενα βάθη της γλώσσας. Υπάρχει, ωστόσο, ένα όριο. Αυτό παρέχεται προνομιακά και κατ' εξαίρεσιν μόνο στην Ιερά Γραφή, στην οποία το νόημα έχει πάψει ν' αποτελεί περιορισμό για την υπερχείλιση της γλώσσας και της Αποκάλυψης. Όπου ένα κείμενο ανάγεται σε αλήθεια ή δόγμα, όπου μοιάζει να είναι να είναι η "αληθινή γλώσσα" με όλη της την κυριολεκτικότητα και χωρίς τη διαμεσολάβηση του νοήματος, αυτό το κείμενο είναι απεριόριστα μεταφράσιμο. Σε αυτή την περίπτωση η μετάφραση απαιτείται μόνο εξαιτίας της πολλαπλότητας των γλωσσών, όχι χάριν αυτού του ιδίου. Όπως ακριβώς στο πρωτότυπο γλώσσα και αποκάλυψη είναι χωρίς εσωτερικές εντάσεις ένα, έτσι και η κατά λέξη απόδοση πρέπει να συνενώνεται με την ελευθερία στη μορφή της interlinearversion. Γιατί σε κάποιο βαθμό όλες οι μεγάλες γραφές, ιδιαίτερα όμως οι Ιερές Γραφές, περικλείουν ανάμεσα στις γραμμές τη δυνατή τους μετάφραση. Η interlinearversion του ιερού κειμένου είναι το αρχέτυπο ή το ιδεώδες κάθε μετάφρασης. 32 Χαριστική βολή (Σ.τ.Μ.). 33 Οι γλώσσες είναι ατελείς επειδή είναι πολλές, η υπέρτατη μεταξύ τους λείπει: η σκέψη είναι γραφή, χωρίς βοηθήματα, χωρίς ούτε ακόμη και ψιθύρους, γιατί η αθάνατη λέξη παραμένει μέχρι στιγμής σιωπηλή· η πολλαπλότητα των διαλέκτων πάνω στη γη δεν αφήνει κανέναν να ξεστομίσει τις λέξεις οι οποίες αλλιώς, με μιαν αστραπιαία κίνηση, θα ενσάρκωναν την αλήθεια.Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής5. Walter Benjamin, Το έργο του μεταφραστή
Σημειώσεις