Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής
4. Γιώργος Βάρσος, Σημείωμα του μεταφραστή, στο Έζρα Πάουντ, Σπουδή των Κάντο Ι-ΧΧΧ
Αθήνα, Πατάκης, 1999, σσ. 69-86.
Όταν, εδώ και αρκετά χρόνια, ο μικρότερος αδερφός μου, και αυστηρός συνεργάτης σε προηγούμενα μεταφραστικά μου πονήματα, έμαθε την καινούρια δουλειά που έβαζα στα σκαριά, πήρε τηλέφωνο τη μάνα μας να της το ανακοινώσει: "Μητέρα, ο Γιώργος μεταφράζει έναν φασίστα". Μου το χρωστούσε, δεν λέω, -του είχα κάνει χειρότερα όταν ήμασταν παιδιά. Εκείνη πάντως, άνθρωπος εξαιρετικής φρόνησης, δεν ταράχτηκε και κατόρθωσα να την καθησυχάσω, προσωρινά έστω, διευκρινίζοντας: μεταφράζω μεγάλη ποίηση, άρα τα πράγματα είναι πιο σύνθετα. Αργότερα, όταν η μετάφραση είχε πλέον ολοκληρωθεί, το σύνθετο των πραγμάτων έδειχνε να συμπαρασύρει και το μεγαλείο τους. Είχε κλείσει, όχι ακύμαντα, η ημερίδα περί μετάφρασης και λογοτεχνίας, όπου μετείχα, σε πόλη που επιβεβαίωσε με το παραπάνω τη φήμη της φιλοξενίας της· ανοιξιάτικο βράδυ, στο μεγάλο τραπέζι του δείπνου. Εκεί, λοιπόν, στρέφεται ο σωκρατικότερος των συνδαιτημόνων και ρωτά: "Για πέστε μας, λοιπόν, μια και θα ξέρετε, βεβαίως, είναι, αλήθεια, τόσο μεγάλος ποιητής ο Πάουντ, όσο λέγεται;" Ελπίζω να απάντησα κάτι που άρμοζε στην προσήνεια του χαμόγελου και την κακοκεφιά της στιγμής. Θυμάμαι, πάντως, ότι η απάντηση περιελάμβανε ένα αρνητικό νεύμα, σαν καθησυχαστικό πάλι: δεν ήξερα.
Ο μεταφραστής αντιμετωπίζει διαρκώς τέτοια ερωτήματα που γεννά ο νους μας σε περιστάσεις εγρήγορσης και συνιστούν γόνιμα εναύσματα για την επεξεργασία κριτικής ή θεωρητικής σκέψης γύρω από τη λογοτεχνία. Κατά πρώτον, επειδή είναι και αυτός σκεπτόμενος αναγνώστης. Αλλά και για έναν επιπλέον δικό του λόγο: πολιτικές ιδεολογίες και φιλοσοφικά ή αισθητικά ύψη πολιτισμών είναι πράγματα που, με τον τρόπο του το καθένα, μοιάζουν, ενίοτε, να ελέγχουν το ευκταίο ή το εφικτό της μετάφρασης[1].
Δεν μπορεί, όμως, το σημείωμα του μεταφραστή να επεκταθεί στα ζητήματα αυτά. Εκείνο που μπορεί, και οφείλει, είναι να υπογραμμίσει μία επιπρόσθετη διάσταση του λογοτεχνικού κειμένου, την οποία ας μου επιτραπεί να ονομάσω, εδώ, γλωσσικό τρόπο. Η διάσταση αυτή παρεμβάλλεται στους πολιτικούς, φιλοσοφικούς ή αισθητικούς όρους της ανάγνωσης και, δίχως να παραβλέπει τη σημασία τους, υποδεικνύει, ενδεχομένως, την ανάγκη της επαναδιατύπωσής τους. Πρόκειται, εξάλλου, κατά τη γνώμη μου, για το κατεξοχήν αντικείμενο της δουλειάς του μεταφραστή, και μάλιστα το στοιχείο που καθιστά μια μετάφραση επιθυμητή αλλά και, εντέλει, πραγματοποιήσιμη. Θα αναφερθώ λοιπόν καταρχήν, με κάθε δυνατή συντομία, στην ιδιαίτερη σημασία που ο γλωσσικός τρόπος έχει για τη μετάφραση, και θα περάσω μετά σε ειδικότερες επισημάνσεις σχετικά με τα Κάντο I-XXX[2].
Νομίζω ότι μπορούμε, για να ορίσουμε σαφέστερα το ζητούμενο, να ξεκινήσουμε από το εξής: όπως ακριβώς ο κάθε συνομιλητής, ανεξάρτητα από το πώς τοποθετείται στα κοινά (ή από το πώς τον κρίνουν και τον τοποθετούν τρίτοι) μπορεί να έχει ή να μην έχει ενδιαφέροντα πράγματα να πει, έτσι και το λογοτέχνημα: υπάρχει κάτι που κάνει τα πράγματα που λέγονται ή γράφονται να μετράνε, απλώς και μόνο με τη δύναμη που έχουν να απευθύνουν τον λόγο· κάτι που τα κάνει δηλαδή, εν πρώτοις, ελκυστικά και άξια λόγου για εκείνον που ακούει, εκεί, την ίδια στιγμή, ή για εκείνον που διαβάζει, σε άλλους τόπους και χρόνους. Πρόκειται, ας πούμε, για το σθένος μιας συνομιλίας. Τη διάσταση της γλώσσας από την οποία εξαρτάται ένα τέτοιο σθένος μπορούμε να αποκαλέσουμε γλωσσικό τρόπο. Αυτός ο τρόπος είναι, νομίζω, που κάνει τα σημαντικά έργα της λογοτεχνίας όχι ρήτορες απρόσιτου ύψους ή βάθους παρά καλούς συνομιλητές και, ως εκ τούτου, έργα αναγνώσιμα αλλά και μεταφράσιμα.
Στο επίπεδο μιας σύνολης εθνικής γλώσσας, ο ιδιαίτερος τρόπος της (και με τον εθνικό θα εννοώ μια συνάρθρωση τρόπων) κωδικοποιείται και περιγράφεται στην ετυμολογία, τη γραμματική, τη σύνταξη, τη ρητορική τη μετρική της. Για κάθε γραφόμενη γλώσσα, υπάρχουν ορισμένα κείμενα, ορισμένα και μόνο, τα οποία υλοποιούν και κινούν καίρια τον τρόπο της αυτόν, ωθώντας την εκφραστική του τέχνη σε υψηλό βαθμό ευστοχίας ή δραστικότητας. Τα κείμενα αυτά καθιστούν τη γλώσσα τους ενδιαφέρουσα ή προκλητική για ορισμένες άλλες γλώσσας οι οποίες έχουν την ευαισθησία ή την αδυναμία να προκαλούνται ή να ζηλεύουν. Προκαλούμενη, λοιπόν, η άλλη γλώσσα μεταφράζει: ασκεί τη δική της τέχνη, τους δικούς τους τρόπους, συναγωνιζόμενη την ισχύ της γλώσσας που μεταφράζεται. Η μετάφραση, δηλαδή, προϋποθέτει σχέσεις γλωσσικής άμιλλας- οι οποίες μάλιστα σπανίως εξαντλούνται σε έναν μόνον αγώνα, εφόσον η γοητεία του αγωνίσματος ενδέχεται να επιμένει.
Με άλλα λόγια, δουλειά της μετάφρασης, όπως προσπάθησα να την ασκήσω, δεν είναι να μεταφέρει νοήματα από μια γλώσσα σε άλλη, ή να μετακενώσει πνεύμα και ιδέες από έναν πολιτισμό σε άλλον. Υπάρχουν άλλες τέχνες αρμόδιες για κάτι τέτοιο - οι παραφράσεις, οι ερμηνείες, οι ιστορίες. Η μετάφραση έχει ανάγκη την πρόκληση του γλωσσικού τρόπου: αυτός είναι που μεταφράζεται. Αν δεν υπάρχει συναίσθηση τέτοιας πρόκλησης, αλλά και των πιθανών επιπτώσεών της, περιττεύει το μεταφραστικό του έργο, γίνεται άχθος.
Πράγμα που δεν σημαίνει ότι ο μεταφραστής χειρίζεται τη γλώσσα σαν απλή τεχνική, αδιαφορώντας για το νόημα και ενδιαφερόμενος μόνο για τον αριστοτεχνικό τρόπο της απόδοσής του. Κάθε άλλο: θεωρώντας το νόημα ή, έστω, το είδωλο ενός νοήματος ήδη διατυπωμένο, και μάλιστα αποκρυσταλλωμένο σε μορφή λεπτουργήματος, κυνηγώντας τα μυστικά και της παραμικρής λεπτομέρειας, αντιλαμβάνεται κανείς με ενάργεια την πρακτική, ας πούμε, σημασία της βασικής αρχής ότι νόημα και εκφορά είναι άμεσα συνυφασμένα. Ο μεταφραζόμενος γλωσσικός τρόπος δεν είναι, λοιπόν, μορφή σε αντιδιαστολή με περιεχόμενο, ούτε γράμμα σε αντιδιαστολή με νόημα: είναι, αν μου επιτραπεί ο όρος, τρόπος νοηματοδότησης.
Από γλώσσα σε γλώσσα, από λογοτεχνία σε λογοτεχνία: την πρόκληση μιας γλώσσας άλλης, που συνήθως ονομάζουμε ξένη ή νεκρή η μετάφραση μεταφέρει και απευθύνει στη γλώσσα που μπορούμε, κατ' επέκτασιν, να θεωρήσουμε ζωντανή και οικεία της. Φιλοδοξεί, έτσι, η μετάφραση όχι τόσο να φροντίσει την ενσωμάτωση κειμένων ή ιδεών από μιαν αλλόγλωσση λογοτεχνία ή παιδεία, όσο να επηρεάσει τη λογοτεχνία στην οποία εντάσσεται ή ζητά να τοποθετηθεί η μεταφραστική γραφή. Και εδώ υπεισέρχονται οι επιπτώσεις στις οποίες αναφέρθηκα προηγουμένως: η προσήλωση στη γλωσσική άμιλλα αφήνει τα ιδιαίτερα σημάδια της στον τρόπο με τον οποίο η μετάφραση γράφει λογοτεχνία· όχι επειδή η γλώσσα του μεταφραστή προσπαθεί να "μοιάσει" στη γλώσσα που μεταφράζεται, αλλά, απεναντίας, επειδή τη συναγωνίζεται με το ενδιαφέρον στραμμένο εμφατικά στον εαυτό της, στη δική της οικειότητα και ζωντάνια. Παραδείγματα τέτοιας μεταφραστικής δουλειάς δίνει πολλά ο ίδιος ο Πάουντ, με τις δικές του μεταφράσεις.
Έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε, πιο συγκεκριμένα, με την ποιητική γλώσσα των Cantos. Ποιος είναι ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο κινούν την αγγλική τους, και ποιος ο τρόπος αυτός προκαλεί την ελληνική;
Ας ξεκινήσουμε από την απαρίθμηση ορισμένων χαρακτηριστικών αυτού που μπορούμε να θεωρήσουμε ποιητικότητα του κειμένου: ρυθμός που εναρμονίζει ελευθερία και κανονικότητα, διαρκώς αναθυμούμενος παραδοσιακές μετρικές φόρμες, αλλά και διαρκώς εναλλάσσοντας ή παραλλάσσοντάς τες - αναμοχλεύοντας το πολύπαθο αιτούμενο που αποδίδεται συχνά με το οξύμωρο "εσωτερικός ρυθμός"· συνηχήσεις που πολλές φορές αγγίζουν όρια προκλητικότητας - υπογραμμίζοντας, ενίοτε ειρωνικά, ότι στη γοητεία της υλικότητας της φωνής δεν μπορείς να κλείσεις τα αυτιά σου, κι ας πρέπει να της αντισταθείς· στίχος που αναπτύσσεται σαν αλληλουχία νοηματικών ομάδων λέξεων - θυμίζοντας επίμονα ότι το νόημα κινεί τη δραστική φράση, όχι οι μονάδες της γραμματικής ανάλυσης· μελωδικότητα, λοιπόν, ποικίλη, που τονίζει τη διαφορά ανάμεσα στη μουσικότητα μιας μουσικής σύνθεσης - αποκαθιστώντας της πρωτοκαθεδρία της πρώτης.
Τα στοιχεία αυτά χαρακτηρίζουν όμως, γενικότερα, πολλή από την ποίηση του μοντερνισμού: δεν έχουν κάτι το ιδιαζόντως "παουντικό", εκτός ίσως από την εξαιρετική, εν προκειμένω, δεξιοτεχνία του πράγματος. Η ιδιαιτερότητα της ποιητικής γλώσσας των Cantos, αρχίζει με τη διαρκή αντιπαραβολή και συναρμογή δύο πραγμάτων που μοιάζουν ασύμβατα μεταξύ τους αλλά αποδεικνύονται αχώριστα: από τη μια, είναι η ποιητική μουσική των φωνών· από την άλλη, είναι η γραφή που εικονίζει φως ή θέα ειδώλων αξιώνοντας, λες, την απόλυτη απαγκίστρωσή τους από τη φωνή που τα τραγουδάει, πασχίζοντας να τα στήσει στο ύψος των καθαρών ιδεών θεωρίας πραγμάτων.
Συνδέεται με τα παραπάνω και το δεύτερο, εξαιρετικά σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της ποιητικής γλώσσας των Cantos. Πρόκειται για αγγλικά τα οποία, προκαταλαμβάνοντας τον μεταφραστή, είναι και τα ίδια σημαδεμένα από τη συνεχή άσκησή τους στη μετάφραση λέξεων ή φράσεων άλλων γλωσσών (ή, έστω, στην ανάμνηση αναγνώσεων και συνομιλιών στις γλώσσες αυτές). Και κάτι παραπάνω: η αγγλική λογαριάζεται με γλώσσες που της είναι όχι μόνο ξένες αλλά και νεκρές, ανιχνεύοντας συστηματικά τη διαφορά που υπάρχει μεταξύ των δύο αυτών μορφών πολιτισμικής απόστασης.
Η έμφαση, στα Cantos, δίνεται ασφαλώς στις νεκρές γλώσσες (αρχαία ελληνικά, κλασικά ή μεσαιωνικά λατινικά, προβηγκιανή διάλεκτος). Και η ποιητική ένταση στην οποία αναφέρθηκα, η μεταξύ φωνής και εικόνας, φτάνει στην κορύφωσή της όταν η ανάμνηση του νεκρού προβάλλει την εικόνα του με την αυτοτέλεια και την καθαρότητα του άχρονου μύθου, μιλώντας, ωστόσο, με μια φωνή που επιμένει να διεκδικεί τη σχεδόν δραματική επικαιρότητα του "αρχαίου", τη ζεύξη του στις ανάγκες ενός κρίσιμου παρόντος. Για να θυμηθούν τη νεκρή γλώσσα, τα Cantos δοκιμάζουν τα όρια της ευλυγισίας και της πλαστικότητας της σύγχρονης αγγλικής, αξιοποιούν ριψοκίνδυνα όλο το εύρος των ζωντανών μορφών της.
Έτσι, λοιπόν, για να αντιμετωπίσει την πρόκληση της ιστορικής μνήμης αλλά και της γλωσσικής ή πολιτισμικής πολυμορφίας, η αγγλική των Cantos καταφεύγει μόνο κατ' εξαίρεσιν στην εκτενή χρήση ή μίμηση παλαιότερων μορφών ή ιδιωμάτων της: προτιμά να εξαντλήσει τους κανόνες της σύγχρονης σύνταξης και της μορφολογίας της ή να ενοχλήσει τη ρητορική παράδοσή της, παρά να μιμηθεί τα αγγλοσαξονικά, τον Τσώσερ ή και τον Μπράουνιγκ[3]. Αναφέρω ενδεικτικά: αξιοποίηση στο έπακρο της απουσίας των κλιτικών καταλήξεων - αλλά και διαρκής έλεγχος του ελλοχεύοντος διφορούμενου· ασυνήθιστοι τρόποι κάλυψης συντακτικών θέσεων - αλλά σπάνια καταστρατήγηση της συντακτικής συνοχής· επιμονή σε παρατάξεις, όταν η υπόταξη θα χαλάρωνε αναίτια τη φράση - αλλά και εντατική χρήση προθέσεων και συνδέσμων όπου προσδίδουν αναγκαία σαφήνεια· χρήση μεταφορών ή άλλων ρητορικών σχημάτων που μεταφέρουν σχεδόν "κατά λέξιν" κοινούς ή συνήθεις εκφραστικούς τρόπους άλλων γλωσσών - με αποτέλεσμα αγγλικά ανοίκεια, αλλά εξαιρετικά εύγλωττα. Σημαίνουσα, τέλος, για μια τέτοια συναρμογή παρελθόντος και παρόντος, διαχρονίας και επικαιρότητας, είναι, ασφαλώς, η συνεχής εναλλαγή ποιητικού και πεζού, γραπτού και προφορικού ύφους (και άρα λόγιων και δημωδών ιδιωμάτων ή διαφορετικών τοπικών και εθνικών ιδιομορφιών προφοράς).
Η διάσταση της γλωσσικής μνήμης και, μαζί μ' αυτήν, η υπόθεση ενός πολύγλωσσου πολιτισμού, έρχονται, επομένως, στην επιφάνεια όχι τόσο με τη μορφή σωζόμενων ερειπίων ή μνημείων, όσο με την ένταση μιας επέκτασης ή ανάπλασης ενός γλωσσικού παρόντος που θέλει να ζήσει το τετελεσμένο σαν στοιχείο της δικής του ιστορικής στιγμής. Και όταν αισθάνεται ότι δεν τα καταφέρνει, τότε μόνο, η αγγλική των Cantos, αναγνωρίζοντας, λες, την ήττα της ή ελέγχοντας τις αντοχές της, υποχωρεί μπροστά σε παραθέματα από γλώσσες άλλες (πράγμα που σημαίνει ότι τα παραθέματα αυτά, μέσα στο σώμα των Cantos, ερμηνεύονται όχι τόσο ως στρατηγικές προβολής παιδείας μεγάλης εμβέλειας, όσο ως δείγματα καταδηλούμενης και, άρα, ελεγχόμενης γλωσσικής αδυναμίας).
Αποτέλεσμα: αν, κατά μίαν έννοια, "ρέει" η ποίηση των Cantos, το κάνει σαν χείμαρρος που απλώνεται με τη ροή διαρκώς αναστατωμένη ή και ανακοπτόμενη - όχι σαν ποτάμι που κυλάει ήρεμα, σε καλοσχηματισμένες όχθες, από τις πηγές προς τις εκβολές του. Και έτσι ρέοντας, η γλώσσα των Cantos λέει, με τον τρόπο της, το βασικό θέμα που θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε ότι κατευθύνει τη ροή της: η μνήμη, πέραν χρονικών περιόδων και εδαφικών ορίων, ως επείγον αίτημα ανασχηματισμού ενός διαρκούς πολιτισμικού παρόντος που επιμένει να ανιχνεύει, σε κάθε κατεύθυνση, τα όριά του.
Θίγοντας με τον τρόπο αυτόν ένα τέτοιο θέμα, η λογοτεχνία δεν ανοίγει ούτε ακολουθεί έναν δρόμο χρυσής ουδετερότητας, παρακάμπτοντας φιλοσοφικές και ιδεολογικές διενέξεις ή υπεριπτάμενη των καιρών. Τα Cantos ναρκοθετούν, εξάλλου, επίμονα το απυρόβλητο της αισθητικής που με τόσο ζήλο συχνά ζητά να οριοθετήσει ο μεταμοντέρνος διανοούμενος, αλλά όπου ο Πάουντ ποτέ δεν καταδέχτηκε να αποσυρθεί. Ο γλωσσικός τους τρόπος μας εμπλέκει δραστικότερα στους προβληματισμούς περί ιδεών και αξιών οξύνοντας την αίσθηση του επείγοντος και το μέλημα του επίκαιρου - ίσως ακριβώς επειδή ενεργεί από μια θέση που δεν είναι ούτε εκείνη του ιδεολόγου ούτε εκείνη του φιλοσόφου: τα σχήματα, που με τη δική της τέχνη, εντοπίζει η πολιτική ανάλυση ή εξετάζει η φιλοσοφική ζήτηση, αλλά και τα κριτήρια μιας πολιτισμικής κρίσης και αποτίμησης, χάνουν κάτι από την ισχύ της πηγής ή του τέλους και προσλαμβάνουν το συνομιλητικό σθένος ενός επίμονου ερωτήματος, άλλοτε προκλητικού παιχνιδιού, άλλοτε απεγνωσμένης απορίας, σαν διερεύνηση ενός δρόμου που δεν έχει χαραχθεί ακόμα, όσο και αν ορισμένα περάσματα του φωταγωγούνται[4]. Η μετάφραση πρέπει διαρκώς να αποκαθιστά τη λογοτεχνική γλώσσα, όχι στην ευκόλως και, άρα κακώς εννοούμενη ετερονομία της, αλλά στις σύνθετες αυτές σχέσεις έντασης που διατηρεί με τους πολιτικούς ή φιλοσοφικούς τρόπους του ανθρώπινου λόγου ή και με σχήματα όπως αυτό του ύψους - πρέπει να μεταφέρει και αυτές τις περιπλοκές στην οικεία της λογοτεχνία, συναγωνιζόμενη τους τρόπους με τους οποίους το πρωτότυπο λεπτουργεί τα νοήματά του.
Θα επιμείνω, στη συνέχεια, στο ζήτημα του γλωσσικού τρόπου, στρεφόμενος στην ελληνική των Κάντο: πώς και προς ποια κατεύθυνση η μεταφραστική δοκιμασία σημαδεύει τα ελληνικά αυτής της μετάφρασης;
Από πλευράς γενικής μεθόδου, όλα επιτρέπονται, αλλά και όλα κρίνονται από το αποτέλεσμα. Η απόδοση με βάση μιαν αντιστοιχία που τηρεί τις αναλογίες είναι πάντα κρίσιμο ζητούμενο, όμως ποτέ δεν είναι εγγυημένη η ευστοχία της - καθότι το έδαφος επάνω στο οποίο συγκροτείται η αναλογία[5] διαρκώς μετατοπίζεται ή διαφεύγει· η κατά τόπους μίμηση της άλλης γλώσσας, το λεγόμενο "κατά λέξιν", δεν αποκλείεται ως σκόπιμο ή αναγκαίο τέχνασμα άμιλλας - αρκεί να οδηγεί σε ιδιόρρυθμες ευεργετικές, όχι σόλοικες· και το παιχνίδι της πολυσημίας ή η παραπλάνηση ενός πολύτροπου, είναι νόμιμα και αυτά - εφόσον τα επιτρέπουν ή τα απαιτούν οι τρόποι ενός πρωτότυπου του οποίου η γλωσσική σαφήνεια δεν σημαίνει πάντα νοηματική ευκρίνεια και η έκφραση είναι, ενίοτε, όχι μόνον αινιγματική αλλά και ανερμήνευτη, τουλάχιστον περισσότερο από όσο θα το ήθελαν οι ειδικευμένοι σχολιαστές του. Το ουσιώδες είναι ότι τα νέα ελληνικά έπρεπε να συναγωνιστούν τα χαρακτηριστικά και τις ιδιαιτερότητες του τρόπου των Cantos, όπως προσπάθησα να τις περιγράψω παραπάνω, εξαντλώντας τα όρια της δικής του ποιητικότητας, το εύρος του δικού τους παρόντος· και για να το κάνουν αυτό, έπρεπε να μεταθέσουν τα λεγόμενα στον στίβο των δικών τους τρόπων, προβάλλοντας μάλλον παρά λησμονώντας τις διαφορές που τα χωρίζουν από τα αγγλικά και οι οποίες συχνά υπαγορεύουν εκφραστικές λύσεις αποκλίνουσες ή και αντίθετες.
Τέτοιες διαφορές είναι, καταρχήν, οι προφανείς και στοιχειώδεις, της γραμματικής και του συντακτικού. Θυμίζω, ενδεικτικά: επιμονή των κλιτικών καταλήξεων στα ελληνικά και, άρα, μεγαλύτερη συντακτική ευχέρεια - βάσει της οποίας τα ελεγχόμενα διφορούμενα, που ευνοεί η αγγλική, μεταφράζοντας σε ασκήσεις δυσανάγνωστων, αλλά όχι ασύντακτων, δραστικών περιπλοκών· δυνατότητα ή και υποχρέωση, στα ελληνικά, μιας αυστηρότερης οικονομίας στη χρήση των άρθρων και αντωνυμιών - των οποίων η ανελαστικότητα, στα αγγλικά, μοιάζει συχνά ενόχληση που τα Cantos δεν ξέρουν πώς να αποτινάξουν· διαφορές σε επίπεδο φωνολογίας που μας μεταφέρουν από την περιώνυμη σχετική αναρχία της αγγλικής σε μια λιτότητα η οποία συχνά αποκλείει την άμεση αναφορά του γραπτού λόγου στην προφορική εκφορά του - και σε υποχρεώνει σε αναζήτηση λύσεων σε επίπεδο λεξιλογίου και ύφους· τέλος, διαφορές μεταξύ λατινικής και ελληνικής γραφής, οι οποίες, επί παραδείγματι, σε συνδυασμό με τις διαφορετικές παραδόσεις λεξικογραφίας, οξύνουν ιδιαίτερα, για τα ελληνικά, το πρόβλημα απόδοσης ονομάτων και τοπωνυμίων και μάλιστα τρίτων γλωσσών - ενώ τα αγγλικά διασκεδάζουν κρύβοντας έντεχνα ή προβάλλοντας αυτάρεσκα τον βαθμό στον οποίο "αγγλοποιούν" ένα όνομα, το κρατούν όπως το θυμούνται από τη γλώσσα της προέλευσής του ή το περιπαίζουν[6].
Πρέπει, όμως, να υπογραμμιστεί μία επιπλέον διαφορά· αφορά τη σχέση των δύο γλωσσών με την ιστορία τους και αποκτά πρωτεύουσα σημασία λόγω της βαρύτητας που προσδίδουν τα Cantos στο ζήτημα των σχέσεων με γλώσσες νεκρές. Για τα αγγλικά, τα αρχαία ελληνικά είναι γλώσσα νεκρή αλλά και ξένη, την οποία (επειδή τους είναι, ίσως, πρωτίστως ξένη) τα Cantos συχνά πασχίζουν, με τον τρόπο τους, να καταστήσουν οικείο νεκρό τους, μορφοποιώντας τη δική τους ζήτηση ενός ενιαίου πολιτισμού. Για τα νέα ελληνικά, όμως, τα αρχαία είναι γλώσσα νεκρή η οποία παραμένει -κατά μία κρίσιμη έννοια, την ιστορική δηλαδή- ιδιαζόντως και αναπόδραστα οικεία. Συνολικότερα μάλιστα, τα νέα ελληνικά έχουν αυτή την ιδιαιτερότητα σε σχέση με πολλές άλλες σύγχρονες γλώσσες· ότι, δηλαδή, έχουν διατηρήσει, εκ των πραγμάτων, ενίοτε μάλιστα βεβιασμένα, έναν διαρκή συγχρωτισμό με την απώτατη ιστορία τους, φορτίζοντας με ιδιαίτερο τρόπο, σαν "δεδομένη", τη σχέση του παρόντος τους με τα γλωσσικά του μνημεία. Ένα σημαντικό επακόλουθο είναι το εξής: το αίνιγμα ή το παράδοξο της οικειότητας των νεκρών γλωσσών, το οποίο φαίνεται να απασχολεί με ιδιαίτερη ένταση, αν όχι να κατατρύχει, την αγγλική, είναι, για τα νέα ελληνικά, πρόβλημα πιο ευπρόσιτο. Το γεγονός μπορεί να λειτουργήσει, για τη νεοελληνική λογοτεχνία, ως έρεισμα είτε μοναδικής γλωσσικής πλαστικότητας και ισχύος (όταν μεταφράζει αρχαία) είτε εξίσου μοναδικής γλωσσικής αυταρέσκειας και εφησυχασμού (όταν τα μιμείται ή θεωρεί ότι χρειάζεται, απλώς, κάπως να τα παραφράσει). Πολύ συχνά, πάντως, εκεί που τα Cantos, απέναντι στα αρχαία ελληνικά, προσπαθούν να αναδείξουν ή να δημιουργήσουν ομοιότητες, τα Κάντο οφείλουν να διερευνήσουν και να στοχαστούν διαφορές· εκεί που τα Cantos ζητούν και φανερώνουν αυτά που συνδέουν το "ζωντανό" με το "νεκρό" του, κι ας είναι "ξένα" μεταξύ τους, τα Κάντο πρέπει να γυρεύουν αυτά που τα χωρίζουν, μέσα στο χρόνο, κι ας μην τα αποξενώνουν -αυτά που διακρίνουν το παρόν από την ιστορία του και κάνουν τη σχέση τους ζήτημα μνήμης[7].
Προσπάθησα να μην ξεχνώ, στη διάρκεια της δουλειάς μου, το κλείσιμο του CantoXIV, όπου ο Πάουντ τοποθετεί στην κόλαση των "Hell Cantos" εκείνους που έχει κατά νου και όταν καταγγέλλει ή περιπαίζει το γλωσσικό τσόφλι και τη ρητορική του κενού καυκάλου:
"usurers squeezing crab-lice, pandars to authority,
pets-de-loup, sitting on piles of stone books,
obscuring the texts with philology,
hiding them under their persons,
the air without refuge of silence,
the drift of lice, teething,
and above it the mouthing of orators,
the arse-belching of preachers.
(...)
monopolists, obstructors of knowledge,
obstructors of distribution."
Παλαιές διαφορές. Έτσι περίπου εξοβελίζει και ο "Κρατήτειος" Ηρόδικος τους "Αριστάρχειους" Αλεξανδρινούς λογίους - δίνοντάς μου και μια λύση για το γαλλικό pets-de-loup:
"φεύγετ', Αριστάρχειοι, επ' ευρέα νώτα θαλάττης
Ελλάδα, της ξουθής δειλότεροι κεμάδος,
γωνιοβόμβυκες, μονοσύλλαβοι, οίσι μέμηλε
το σφιν και σφώιν και ο μιν ηδέ το νιν.
τούθ' υμίν είη δυσπέμφελον· Ηρωδίκωι δε
Ελλάς αεί μίμνοι και θεόπαις Βαβύλων".
Συνηθίζουμε, βέβαια, να θεωρούμε ότι γωνιοβόμβυκες είναι μόνο οι άλλοι. Ο μεταφραστής ξέρει ότι, με την τόση φιλολογία, κινδυνεύει και ο ίδιος, όπως ο καθένας, να κολαστεί. Κάνει πάντως ό,τι μπορεί για να δώσει τη δική του γραφή και να μείνει στην πόλη. Έχει διαβάσει κάμποσα, έχει ακούσει άλλα τόσα: πάντα λίγα σε σχέση με το ιδανικό, όπως θα το όριζε, ενδεχομένως, ένα πρόγραμμα σχολαστικής μαθητείας που θα παρερμήνευε τη σωρεία των αναφορών των Κάντο σε γλώσσες ή κείμενα ή συμβάντα ζητώντας την πλήρη γνώση (ή μάλλον το είδωλο μιας τέτοιας πληρότητας) ως προϋπόθεση έγκυρου λόγου (ή μάλλον απόστασης ασφαλείας από τις κοινές εντάσεις των καιρών)· επαρκώς, ίσως, αν σκεφτόμαστε, όχι με βάση το πρότυπο της αυθεντίας που ο Πάουντ είχε διαρκώς στο στόχαστρο, αλλά υπό το κράτος της ανάγκης που διέπει, συχνότερα από ό,τι νομίζουμε, ανθρώπινες σχέσεις συνομιλίας. Διότι το πρόβλημα δεν είναι, εντέλει, το κατά πόσον η μετάφραση είναι πράγμα ευκταίο, αλλά ότι, ορισμένες φορές, είναι πράγμα αναγκαίο, κι ας κινδυνεύει να σε πετάξει σε ξέρες.
Οι σημειώσεις που ακολουθούν τη μετάφραση είναι υπόμνημα μάλλον, πάντως όχι ερμηνευτική εξήγηση. Σκοπός είναι να καλυφθούν πιθανά κενά γενικής ή ειδικότερης παιδείας, η σύσταση και τα βοηθήματα της οποίας δεν μπορούν να θεωρηθούν τα ίδια για τον αναγνώστη των Cantos και για τον αναγνώστη των Κάντο. Διευκολύνεται, έτσι, από ορισμένες απόψεις, η προσέγγιση των Κάντο, αν και η διευκόλυνση αυτή ελάχιστα αφορά το ζήτημα του αναγνώσιμου της ποίησής τους. Ο ερμηνευτικός σχολιασμός, που δεν αποπειραθήκαμε στην έκδοση αυτή, είναι ιδιαίτερη τέχνη, η οποία είναι ίσως καλύτερο, ιδίως όταν πρόκειται για κείμενα σχεδόν σύγχρονα μας, να ασκείται από το πεδίο της δικής της μελέτης, δίχως άμεσα να προσαρτάται στην ποιητική γραφή.
Υπενθυμίζω, για να κλείσω, ότι καμιά μεταφραστική δουλειά δεν έχει την υπόσταση που παίρνει, εντέλει, ως βιβλίο, δίχως το κρίσιμο έργο του διορθωτή: παρέμβαση από πολλές πλευρές καθοριστική, επιφυλάσσει πάντα εκπλήξεις στον μεταφραστή, οι οποίες, στην περίπτωση της σειράς "Ναυτίλος", ήταν, για μένα, όλες ευχάριστες. Ευχαριστώ λοιπόν, για τα Κάντο, τη Λαμπρινή Κουζέλη.
Είναι κατάλληλη η περίσταση, νομίζω, για να ευχαριστήσω και το περιοδικό Λόγου Χάριν, ειδικότερα τον Διονύση Καψάλη: αν δεν είχε φιλοξενηθεί, στο τεύχος της άνοιξης του 1992, η πρώτη μορφή της μετάφρασης του Κάντο I, δεν θα ακολουθούσε η συνέχεια.
Η μετάφραση εκείνη ήταν, κατά κάποιον τρόπο, προϊόν μιας άλλης συνεργασίας, που με είχε ήδη βοηθήσει, από την πόλη του Μόντρεαλ, να επιστρέψω, μετά από πολύχρονη απόσταση, σε πεδία όπου καλλιεργήθηκε, μεταξύ άλλων, το ενδιαφέρον μου για τα Cantos: για την επιστροφή αυτή οφείλω ευχαριστία στον WladGodzich, σήμερα καθηγητή του Πανεπιστημίου της Γενεύης, ελπίζοντας ότι θα διακρίνει στη Σπουδή των Κάντο I-XXX έναν πρώτο καρπό της δουλειάς μας, ευπρόσδεκτον και αυτό, αν και, από ορισμένες απόψεις, απρόβλεπτο.
Ο Τάκης Καγιαλής είναι ο άνθρωπος που, διαβάζοντας τη δημοσίευση στο Λόγου Χάριν, μου ζήτησε, δίχως ακόμη να με γνωρίζει προσωπικά, να προχωρήσω στη μετάφραση του συνόλου των CantosI-XXX, για τον "Ναυτίλο". Θέλω, λοιπόν, να τον ευχαριστήσω ιδιαίτερα, επειδή μου προσέφερε, μαζί με τις Εκδόσεις Πατάκη, μια συνεργασία με όρους, η ευπρέπεια και η εγκαρδιότητα των οποίων, ξέρω, σπανίζουν· αλλά και για τις πολλαπλά ευεργετικές συζητήσεις μας, ιδίως εκείνες τις καλοκαιρινές, με τα κείμενα μπροστά μας και τα ερωτήματα για την κάθε λέξη. Η συζήτηση συνεχίζεται, βεβαίως -και, τι να κάνω, ομολογώ ότι, προσωπικά, πάντα θα εύχομαι να είναι delitterisetdearmis,που λέει ο λόγος.
Και σ' αυτήν τη συζήτηση, και σε άλλες συνομιλίες, εύχομαι να βοηθήσει το παρόν σημείωμα.
Ας μου επιτραπεί, τέλος, να αφιερώσω: Στον Γιάννη Βάρσο, τον γιο μας, Κατερίνα, ο οποίος, πριν από δυόμισι χρόνια, μόλις γεννημένος, δεν μου άφηνε, για κάμποσους μήνες, τα περιθώρια να κάνω τίποτε άλλο, παρά να ολοκληρώσω τη μετάφραση αυτή.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΡΣΟΣ
Σημειώσεις
24 Αν πρόκειται για ποίηση που συναρμόσθηκε, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, με τη φασιστική ιδεολογία της εποχής της (και ο Πάουντ υπήρξε δηλωμένος υπέρμαχος του Μουσολίνι, επιλογή που τα ίδια τα Cantos, επανειλημμένα, οιωνίζονται ή υπενθυμίζουν) για ποιον λόγο ακριβώς τον επισκεπτόμαστε; Αν πάλι πρόκειται για ύψιστη στιγμή της ποίησης του 20ού αιώνα, αισθητική ανάπλαση διαχρονικών αξιών ή υψηλών φιλοσοφικών ιδεών (και η ποίηση του Πάουντ έχει λειτουργήσει, ίσως μάλιστα και θεσμοθετηθεί, διεθνώς, σαν τέτοια στιγμή) τι δυνατότητες έχουμε να τη μεταφέρουμε επάξια στα καθ' ημάς; Αφήνω που ενδέχεται να ισχύουν και τα δύο: είναι πλέον κοινή μας συνείδηση ότι πολιτισμός και βαρβαρότητα δεν αποκλείουν, ιστορικά, το ένα το άλλο, όσο και αν ορισμένοι τρόποι σκέψης πασχίζουν να ορίσουν το ένα με τρόπο που να το κάνει σαν εκ φύσεως ξένο προς το άλλο.
25 Δεν ισχυρίζομαι ότι διατυπώνω κανόνες περί λογοτεχνικής μετάφρασης, πόσο μάλλον περί μετάφρασης εν γένει. Η κάθε μετάφραση έχει τους λόγους της και κρίνεται αναλόγως. Ζητώ να εκθέσω, εδώ, τους λόγους της δικής μου. Οι λόγοι αυτοί ορίζουν, τρόπον τινά, το είδος της δουλειάς - αλλά δεν προεξοφλούν, βεβαίως, τον βαθμό στον οποίο το αποτέλεσμα ανταποκρίνεται στα κριτήρια που θέτουν. Ας σημειωθεί ότι με τον όρο Cantos θα αναφέρομαι στο αγγλικό πρωτότυπο (και ειδικότερα στο A Draft of XXX Cantos), ενώ θα χρησιμοποιώ τον όρο Κάντο για να αναφερθώ στο ελληνικό κείμενο της Σπουδής των Κάντο I-XXX. Το ελληνικό κείμενο βασίστηκε στην έκδοση EzraPound, The Cantos, Faberand Faber, London 1987.
26 Το αρχαιοπρεπές ύφος και το αρχαΐζον λεξιλόγιο του πρώτου Canto (του μόνου που μπορεί να θεωρηθεί μετάφραση σώματος άλλου ποιήματος, με την αυστηρή έννοια του όρου), αφού επιμείνουν λίγο στο δεύτερο Canto, παύουν, αμέσως μετά, να δίνουν τον τόνο.
27 Διαβάζοντας, λοιπόν, τα Cantos, δεν καλούμεθα να διαγράψουμε, παρά, απεναντίας, να θέσουμε εκ νέου ερωτήματα όπως το ακόλουθο: πόσο και πώς ακριβώς μπορεί να θεωρηθεί ότι προσαρτώνται σε ορισμένη πολιτική ιδεολογία ιδέες ή αξίες που νοηματοδοτεί η ποιητική γλώσσα και έλκουν, ενδεχομένως, την καταγωγή τους από μεγάλες και παλαιότερες φιλοσοφικές ή θρησκευτικές ή και λογοτεχνικές παραδόσεις (όπως η νεοπλατωνική παράδοση ή συγκεκριμένες εκφάνσεις τόσο του ρομαντισμού όσο και του θετικισμού, με τις οποίες έχει συνδεθεί η ποίηση του Πάουντ αλλά και ο μοντερνισμός γενικότερα), ιδίως όταν ορισμένες κρίσιμες πτυχές των ιδεών αυτών αναπαρήγαγαν ή καλλιέργησαν θιασώτες της φασιστικής τάξης πραγμάτων (μεταξύ των οποίων και ο ίδιος ο Πάουντ ή άλλοι εκπρόσωποι του λογοτεχνικού μοντερνισμού); Ερωτήματα που δεν μπορούν, ωστόσο, να απαντηθούν χωρίς να επαναδιατυπωθούν ή να ελεγχθούν, με βάση την εμπειρία της ανάγνωσης, οι βασικοί τους όροι (τι συνιστά "ιδεολογία" και τι "αξία", τι σημαίνει "παράδοση" και τι "πολιτισμός": τι είδους κατηγορίες είναι αυτές, πώς επιδέχονται τον χαρακτηρισμό του μεγάλου ή του μικρού, και τι ακριβώς σχέσεις έχουν, ως "σύνολα", με τα υποτιθέμενα "μέρη" τους).
28 Επί παραδείγματι: η υποτιθέμενη "πρόσληψη" του κειμένου από έναν "μέσο αναγνώστη"· ή "εμείς" που "έτσι το λέμε" και όχι αλλιώς, το υποτιθέμενο εννοούμενο μιας έκφρασης της άλλης γλώσσας· ή η "τρέχουσα χρήση" μιας λέξης που ορίζει το ποιες πτυχές της πολυσημίας της, όπως την αναδεικνύουν τα λεξικά ή την καταγράφει η παράδοση, είναι αυτές που "επικρατούν" στη μία ή την άλλη "εποχή".
29 Δεν είναι της ώρας η αναφορά συγκεκριμένων παραδειγμάτων. Θα πρέπει, όμως, να αναφερθώ εδώ στο θέμα του τίτλου της συλλογής, αρκετά ενδεικτικό των γενικότερων προβλημάτων και του τρόπου με τον οποίον αντιμετωπίστηκαν, στο επίπεδο του λεξιλογίου: Cantos, στα αγγλικά. Λατινικής και ιταλικής προέλευσης, ο όρος έχει, ωστόσο, ενσωματωθεί στην αγγλική και σημαίνει, πολύ συγκεκριμένα, μέρος ή υποδιαίρεση εκτενούς ποιήματος: ενικός Canto, πληθυντικόςCantos. Ξενίζει η χρήση, παραπέμποντας, εν προκειμένω, στον Δάντη, αλλά δεν καταστρατηγεί κανόνες. Η απλή μεταγλώττιση (κάτι σαν "ραψωδία") θα ήταν άστοχη λύση. Μεταφράζουμε σωστότερα, νομίζω, οικειοποιούμενοι τη λέξη, μέσω των αγγλικών: το Κάντο. Όταν τα ελληνικά υιοθετούν λέξη ξένη δίχως να αλλάζουν τη μορφολογία της, την κρατούν άκλιτη. Τα Κάντο λοιπόν -γιατί το "Κάντο" δεν είναι ομαλό ουδέτερο και γιατί τα "Κάντος" είναι ή αγγλικά με ελληνική γραφή ή γραμματική ασυναρτησία. Δεν πρωτοτυπούμε, εξάλλου (βλ. τις σημειώσεις του Σεφέρη για τα Κάντο, στις Αντιγραφές).
Και μία, ακόμη, συμπληρωματική διευκρίνιση: Η μετάφραση ακολουθεί στενά το πρωτότυπο ως προς τη στίξη (εκλεκτική, αν όχι ελλειπτική) αλλά και τη χρήση κεφαλαίων στοιχείων στην αρχή στίχων. Η τελευταία αυτή πρακτική μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά παράδοση για την αγγλική, όχι όμως και για την ελληνική στιχουργική· τα Cantos, ωστόσο, την εφαρμόζουν με τρόπο μάλλον ελεύθερο, προσαρμοσμένο στις δικές του ανάγκες, τόσο που καθίσταται συστατικό στοιχείο της ιδιαίτερης μορφής ή και του ύφους τους - στοιχείο το οποίο η μετάφραση δεν είχε άλλον τρόπο να μεταφέρει από αυτόν του πρωτοτύπου της.
30 Από Οδύσσεια, λ, 1: "Αυτάρ επεί ρ' επί νήα κατήλθομεν...". Στο CantoI, γραμματική αντικανονικότητα που θυμίζει τυπογραφικό σφάλμα, υπογραμμίζοντας τη γοητεία που ασκεί στην αγγλική μια κλιτική γλώσσα: "And then went down to the ship...". Τα νέα ελληνικά, μεταθέτοντας το πρόβλημα στο δικό τους πεδίο, μπορούν να περιμένουν έως τον στίχο 2 της λ, όπου διαβάζουμε: "νήα... ερύσ(σ)αμεν..."· και έχουν να διαλέξουν, για τον δεύτερο στίχο του Κάντο, ανάμεσα στο σύραμε, εσύραμε(ν), ερύσαμε(ν), καταλήγοντας στο τελευταίο για να θυμίσουν τους κινδύνους της ιδιαίτερης γοητείας που ασκούν επάνω τους οι ομοιότητες που δείχνουν να τα ενώνουν με τα αρχαία τους.
Το παράδειγμα είναι ίσως λεπτομέρεια, όμως το γενικότερο ζήτημα το οποίο μας επιτρέπει ή μας υποχρεώνει να αντιμετωπίσουμε η ποίηση του Πάουντ μέσα από τέτοιους δρόμους είναι, νομίζω από τα σημαντικότερα: και παλιό και επίκαιρο, και πολιτικό και φιλοσοφικό. Πρόκειται για την αναζήτηση νεοελληνικών τρόπων ανάγνωσης και μετάφρασης κειμένων αρχαίων και βυζαντινών ελληνικών -ζήτηση που δεν θα δεσμεύεται από (ή και θα ελέγχει) τους τρόπους με τους οποίους η νεότερη Δύση διάβασε και έθεσε ή διευθέτησε τα κείμενα αυτά στα θεμέλια της δικής της ιστορικότητας.
31