Skip to main content

Νέα ελληνική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική



Περιεχόμενα

Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής

Η «ηθική» της μετάφρασης δοκιμάζεται τα μέγιστα, όταν ο μεταφραστής αναλαμβάνει να βοηθήσει τον συγγραφέα του πρωτοτύπου να μεταστρέψει τη γνώμη των αναγνωστών του μεταφράσματος ή απλώς να τους πείσει για τις απόψεις του (Robinson 1991, 213). Στην περίπτωση αυτή βρισκόμαστε μπροστά σε ένα κείμενο, του οποίου ο συγγραφέας προσπαθεί να πείσει ταυτόχρονα και τον αναγνώστη του κειμένου-πηγή καιτον αναγνώστη του κειμένου-στόχος. Επίτευξητου σκοπού αυτού σημαίνει ότι ο δέκτης της γλώσσας-στόχος συμπορεύεται αφενός με τον μεταφραστή ως προς το περιεχόμενο του κείμενου και αφετέρου με τον συγγραφέα ως προς την κοσμοθεωρία του. Βέβαια, όσο ο αναγνώστης δεν αντιλαμβάνεται τι συμβαίνει, τόσο η επιχείρηση «μεταστροφή του αναγνώστη» έχει περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας. Όσο, δηλαδή, πιο ανώδυνη και συγκεκαλυμμένη μέσα σε ένα κείμενο είναι η προσπάθεια διείσδυσης μιας ιδεολογίας, τόσο αποτελεσματικότερη είναι (Robinson 1991, 214).

Τα σημαντικά θεσμικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ), κείμενα κατεξοχήν πολιτικά, και ως εκ τούτου ιδεολογικά, μεταφράζονται σε όλες τις γλώσσες των κρατών-μελών αυτής. Τα κείμενα αυτά επεξεργάζονται τη μετεξέλιξη των στόχων της δομής και λειτουργίας της ΕΕ και αποσκοπούν στο να πείσουν τους πολίτες της να προσανατολισθούν προς τις κατευθυντήριες γραμμές οι οποίες χαράσσονται σε αυτά. Με δεδομένο τη γενικότερη διαπίστωση ότι το κοινό όχι μόνο είναι «προγραμματισμένο» να αντιδρά, θα έλεγε κανείς ψυχοσωματικά, σε ορισμένες λέξεις και εικόνες αγοράζοντας το διαφημιζόμενο προϊόν, αλλά και ότι είναι «προγραμματισμένο» να αναζητά τις συγκεκριμένες αυτές λέξεις και εικόνες, θα προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τη δύναμη των κειμένων αυτών τόσο στη γλώσσα-πηγή, τη γαλλική, όσο και στη γλώσσα-στόχος, την ελληνική, καθώς και τους τρόπους τους οποίους μετέρχεται η εν λόγω ιδεολογία, προκειμένου να ελκύσει το ελληνικό κοινό.[1]

1. ΤΡΟΠΟΣ ΔΟΜΗΣΗΣ ΤΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ, ΥΦΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΠΙΝΟΗΣΕΙΣ, ΠΡΑΓΜΑΤΟΛΟΓΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ.

Σε θέματα ιδεολογίας ο πομπός δίνει ιδιαίτερη προσοχή τόσο στο υφολογικό όσο και το σημασιολογικό επίπεδο των μηνυμάτων του, πίσω από τα οποία κρύβεται η ιδεολογική δύναμη των κειμένων. Προκείμενου να ενεργήσουν οι πολίτες υπέρ της ΕΕ πρέπει να τους δοθούν κίνητρα όπως η πάλη, ο αγώνας για την επίτευξη της ένωσης των κρατών-μελών της ευρωπαϊκής κοινότητας, η οποία «ένωση», παρά τον βαρύγδουπο και κυρίως παραπλανητικό, επιτρέψτε μας να πούμε, τίτλο, προς το παρόν αποτελεί διαδικασία και όχι τελική κατάσταση. Προκαταλαμβάνουμε τον δέκτη, για να τον παρακινήσουμε να επιτύχει αυτό που εμείς θεωρούμε (;) ήδη γεγονός. Το κίνητρο αυτό έχει ως όχημα τα προσφιλή στον Delors, αλλά και στα λοιπά ευρωπαϊκά κείμενα, γλωσσικά σημεία combat 'αγώνας' και defi 'πρόκληση':[2] Combats pour I'Europe, pourquoi nous combattons, Ie combat pour I'Union, les de fislances par I'elargissement, Ie defidu nombre, Ie defide differenciation, Ie defi institutionnel, Ie defi politique, Ie defi du financement, καθώς και τα revolution tranquille, lutte (contreIe chomage), conquerir, militer (pourI'unification), Iegrand espoir (κατ' επέκταση επίσης το, μετά από αγώνες, acquis communautaire).

Το κίνητρο της ευμάρειας των πολιτών και της οικονομικής ανάκαμψης των κρατών έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον επί δεκαετίες, όταν η ευρωπαϊκή κοινότητα ήθελε να είναι οικονομική (ΕΟΚ). Σήμερα, οι χαρακτηρισμοί Europe prospereetforte, croissance superieure economique, autonomie financiere et monetaire de I'Europe, bien-etre dans Ie monde και όροι όπως union economique, union monetaire, monnaieunique, και system emonotaire europeen είναι οι επικρατέστεροι οικονομικού περιεχομένου όροι στα ευρωπαϊκά κείμενα. Σημειωτέον όμως ότι στη σημερινή ευρωπαϊκή γλωσσική έκφραση οι πολιτικοί και κοινωνικοί χαρακτηρισμοί και όροι πλειοψηφούν των οικονομικών, στοιχείο ενδεικτικό του μετατοπισμού των στόχων της Κοινότητας.

Το κίνητρο της συμπάθειας, της ομοψυχίας και της από κοινού με άλλους Ευρωπαίους δράσης είναι έκδηλο σε χαρακτηρισμούς και όρους τόσο του ουδετέρου γλωσσικού επιπέδου όσο και της ειδικής ορολογίας των κοινοτικών κειμένων. Η έννοια της 'συνεργασίας' [cooperation] σε όλες της τις εκφάνσεις, ως 'συνοχής/συνεργασίας/ συντονισμού' [cohesion/cooperation/coordination], ως 'ενότητας' [union/reunion], ως 'αλληλεγγύης' [solidarite/aider], ως 'κοινού' [commun/ensemble] και ως 'ενιαίου τινος' [unique/famille] διατρέχει τα κείμενα αυτά, είτε αναλύουν τη φιλοσοφία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, είτε αναπτύσσουν τις διάφορες (κοινές) πολιτικές.

Τα τρία λοιπόν κίνητρα, του αγώνα, της αλληλεγγύης και της ευμάρειας, εκπροσωπούνται ισομερώς στα ευρωπαϊκά κείμενα, ένδειξη του ότι απευθύνονται σε ένα όσο το δυνατόν ευρύτερο κοινό, σε ποικίλων δηλαδή αντιδράσεων και ψυχοσυνθέσεων λαούς.

Επίσης, προκειμένου να έχουν απήχηση οι ιδέες και οι στόχοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εφαρμόζονται οι αρχές διάδοσης των ιδεολογικών κειμένων, σύμφωνα με τις οποίες η επίτευξη των στόχων παρουσιάζεται μεν ως βεβαία, σε κάποιο όμως ασαφές απώτερο μέλλον, γεγονός που σημαίνει ότι στην πραγματικότητα απαιτούνται (από τους οπαδούς) ατέρμονες προσπάθειες. Το συνεχές των προσπαθειών αυτών, η αναγκαιότητα νέων κάθε φορά κινητοποιήσεων, η βήμα προς βήμα κατάκτηση των επιμέρους στόχων και η δυναμική προοπτική του όλου εγχειρήματος προβάλλονται στους όρους lesefforts, lacourse, lamobilisation, I'objectif, I'avance, lapoussee, Iesensunique, lespetitspas, uneetape, unenouvellephase, larelance κ.ά.

Από την άλλη πλευρά, παρατηρεί κανείς μια περίεργη λεξιλογική, τουλάχιστον, αισιοδοξία και αυτοπεποίθηση στον ίδιο τον τίτλο της Συνθήκης του Μάαστριχτ: UnionEuropeenne Έυρωπαϊκή Ένωση'· η οποία στο πρώτο κιόλας άρθρο των κοινών διατάξεων αναιρείται από μια σημασιολογικώς ασαφή λεξιλογική σύναψη: uneunionsanscesseplusetroiteentrelespeuplesdeI'Europe μεταφρασμένη ως· μια διαρκώς στενότερη ένωση μεταξύ των λαών της Ευρώπης (TraitesurI'UnionEuropeenne, art Α) Στη σύναψη αυτή καθίσταται προφανής η ιδιάζουσα χρήση του όρου ένωση, εφόσον, σύμφωνα με το σημασιολογικό περιεχόμενο του γλωσσικού σημείου, δεν μπορεί να εννοηθεί διαβάθμιση στην ένωση, στενότερη η χαλαρότερη, δηλαδή, ένωση. Στην περίπτωση αυτή είναι εμφανής η προσπάθεια παγιώσεως και εξειδικεύσεως του σημασιολογικού περιεχομένου του όρου ένωση, χωρίς να λησμονούμε, βεβαίως, και τη βιωματική χρήση της γλώσσας, βάσει της οποίας προβάλλουμε τις σκέψεις μας και τους πόθους μας σε ένα γλωσσικό σημείο με την ελπίδα ότι το σημαινόμενο αυτού θα γίνει κάποτε, εκτός από διανοητική σύλληψη και εμπειρία πραγματικότητα. Σε γενικές γραμμές η βεβαιότητα για τη μελλοντική θετική έκβαση των πραγμάτων είναι παρούσα στα κείμενα είτε ως πρόοδος/άνοδος/βελτίωση [progres/progression/amelioration], είτε ως "επιτυχία/ευημερία/άνθιση [reussite/promotion/prospente/epanouissement] κ.ά. Είναι δε, επίσης βέβαιο ότι εάν οι ευρωπαίοι πολίτες (οι πιστοί) μείνουν σταθεροί στα πιστεύω τους και εργασθούν σκληρά γι' αυτά, τότε η Ένωση υπόσχεται διαφύλαξη της ειρήνης, της ελευθερίας και της ευημερίας των μελών της «sauvegarderatermelapaix, laliberteetlaprosperiteenEurope» (Borchardt 1995, 80)[3].

Η διαδικασία μέσω της οποίας θα προκύψει η ανωτέρω Ευρωπαϊκή Ένωση [UnionEuropeenne] ονομάζεται άλλοτε ευρωπαϊκή ενοποίηση [unification] και άλλοτε 'ευρωπαϊκή ολοκλήρωση' [integration]. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως, για να επιτευχθεί η 'ενοποίηση ή ολοκλήρωση είναι, όπως σαφώς αναφέρεται στα ευρωπαϊκά φυλλάδια (Borchardt 1995, 79), η ανάπτυξη μιας ευρωπαϊκής συνείδησης [conscienceeuropeenne], η οποία, όπως διαφαίνεται, συνιστά συνδυασμό των εννοιών solidante 'αλληλεγγύη' και appartenance (aunememecommunaute) -την οποία και δυσκολευόμαστε να μεταφράσουμε στην ελληνική: 'αίσθημα ενότητας ή αίσθημα του ανήκειν' ενώ στην αγγλική αποδίδεται ευθέως και απεριφράστως το νόημα του όρου, το vouloirdire του πομπού, ως 'sensofcommoninterest'. H ευρωπαϊκή αυτή συνείδηση θα διαμορφώσει αργότερα τα ιδεατά χαρακτηριστικά της περίφημης identiteeuropeenne [ευρωπαϊκής ταυτότητας] για χάρη της οποίας η ΕΕ δελεάζει τους πολίτες της θεσπίζοντας μια citoyennetedeI' Union (ιθαγένεια της 'Eνωσης, απόδοση μάλλον ασαφής και δυσνόητη [έχει η 'Eνωση ιθαγένεια;]· βλ. Ιωακειμίδη 1993, «ευρωπαϊκή ιθαγένεια»). Το όλο κατασκεύασμα επιτρέπει στους πομπούς των ευρωπαϊκών κειμένων να μιλούν για μια ευρωπαϊκή οντότητα [entiteeuropeenne] με συγκεκριμένη προσωπικότητα και φιλοδοξίες, όπως αρέσκεται να δηλώνει ο Ζ. Ντελόρ και όπως, μετά από αυτόν αναφέρουν τα σχετικά με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, επιστημονικά εγχειρίδια και ενημερωτικά φυλλάδια.

Παρατηρούμε ότι η προσφιλής τακτική των ιδεολογικών κείμενων να ουσιαστικοποιούν, από συντακτική άποψη (βλ. και Fairclough 1995, 51), και να προσωποποιούν, από πραγματολογική άποψη τον στόχο τους εφαρμόζεται πλήρως στη συγκεκριμένη περίπτωση («Unioneuropeenne»), με δυνατότητες περαιτέρω συγκεκριμενοποίησης και συναισθηματικής εμπλοκής των αποδεκτών όταν, λόγου χάρη, ο Ζ. Ντελόρ εμβαθύνει την εικόνα που δημιούργησε χρησιμοποιώντας το μεταφορικό σχήμα των οικογενειακών σχέσεων σύμφωνα με το οποίο οι χώρες μας, και μάλιστα οι «γέρικες χώρες μας», [nos (vieux) paysd'EuropeLedefi 1988, 11] αποτελούν μια μεγάλη οικογένεια (I'Europe) με γεννήτορες τους peresfondateurs. Στους κόλπους της οικογενείας αυτής βιώνουμε, όπως παντού άλλωστε, querellesdefamille (οικογενειακούς καβγάδεςLedefi 1988, 12), οι οποίοι επιλύονται με την παρέμβαση των λοιπών μελών της οικογενείας, όπως για παράδειγμα σε ορισμένα θέματα κοινής εξωτερικής πολιτικής, όπου δεν θα λαμβάνονται οι αποφάσεις με τη σύμφωνη γνώμη όλων αλλά με ειδική πλειοψηφία [majontequalifiee], σύμφωνα δηλαδή με το ειδικό βάρος του παραπονούμενου μέλους. Για την πρόοδο [progres] δε της οικογενείας χρειάζεται ομοψυχία, δηλαδή 'σύγκλιση' [convergence] απόψεων και στόχων, συνένωση δυνάμεων και ικανοτήτων (uniondeforces, reuniondecapacites, Ledefi1988 19), καθώς και εναρμόνιση [harmonisation] των δράσεων και των πολιτικών [actions, politiquescommunes] των μελών αυτής. Αυτοί οι συνυποδηλωτικοί όροι, που ανήκουν στο ευρύτερο σημασιολογικό πεδίο της οικογενείας, έρχονται και επανέρχονται στα ευρωπαϊκά κείμενα με μεγαλύτερη πυκνότητα στα κείμενα προφορικού λόγου του Ζ. Ντελόρ, δίνοντας στους δέκτες την ψευδαίσθηση μιας γνώριμης και οικείας, καθημερινής επικοινωνιακής κατάστασης.

Με τη μέθοδο όμως αυτή, ο πομπός κατορθώνει να αποκρύπτει εν πολλοίς το σημασιολογικό περιεχόμενο των όρων integration και unification, όροι των οποίων ούτε το περιεχόμενο ούτε οι μεταξύ τους σχέσεις ορίσθηκαν ποτέ σαφώς, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται ερωτήματα όχι μόνο στον απλό ευρωπαίο πολίτη αλλά και στον ειδικό επιστήμονα (Ιωακειμίδης 1993, 15-18). Ενδεικτικό της ασάφειας και σύγχυσης στη χρήση των δυο όρων αποτελεί το γεγονός ότι στα επίσημα ευρωπαϊκά ενημερωτικά κείμενα (1995), για την ίδια πραγματικότητα ο γαλλόφωνος πομπός υιοθετεί τον όρο unificationeuropeenne, ενώ ο αγγλόφωνος τον όρο europeanintegration· ο δε ελληνόφωνος μεταφραστής ως πρωτότυπο έχει το γαλλικό κείμενο: 'ευρωπαϊκή ενοποίηση'.

2. ΕΙΔΙΚΟ ΚΑΙ ΓΕΝΙΚΟ ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ, ΣΗΜΑΣΙΕΣ ΚΑΙ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Στο πρώτο μέρος ασχοληθήκαμε με τα καθημερινά κοινότοπα, λεξιλογικά και υφολογικά στοιχεία, τα οποία ως στοιχεία της «κοινής λογικής" (βλ και Fairclough 1995, 77) και της καθημερινής ζωής συνδέουν αβίαστα τα ιδεολογικά κείμενα και τη σχετική ορολογία με την πραγματικότητα διευκολύνοντας έτσι την σε αδρές γραμμές μεταβίβαση των μηνυμάτων. Στο παρόν μέρος θα ασχοληθούμε με τις λεξιλογικές εκείνες επιλογές και χρήσεις οι οποίες, ανήκοντας κυρίωςστο ειδικό, αλλά και το γενικό, λεξιλόγιο του κειμένου, υποβάλλουν κάποιον συγκεκριμένο τρόπο σκέψης παγιώνοντας, διαφοροποιώντας ή περιορίζοντας τις σημασίες των λεξημάτων, ή, αντιθέτως, συγχύζουν, λόγω της αδιαφάνειάς τους, τον τρόπο σκέψης του δέκτη συσκοτίζοντας έννοιες και πράγματα.

Οι όροι και το σημασιολογικό τους περιεχόμενο: Εάν για τον ειδικό επιστήμονα η αποσαφήνιση των όρων είναι δυνατή μετά από έρευνα, για τον απλό ευρωπαίο πολίτη οι όροι αυτοί είναι μάλλον αδιαφανείς σημασιολογικώς. Η επανάληψή τους και μόνον, σε συνδυασμό με τα συμφραζόμενα, προσδίδει κάποιο γνωστικό περιεχόμενο στον όρο ευρωπαϊκή ενοποίηση, ο οποίος παραπέμπει στον όρο ένωση, οπότε ο δέκτης αισθάνεται ότι βρίσκεται στο ίδιο ευρύτερο σημασιολογικό πεδίο. Δεν μπορούμε όμως να ισχυρισθούμε το ίδιο για τον όρο ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ο οποίος φαίνεται εκ πρώτης όψεως να ανήκει σε διαφορετικό σημασιολογικό πεδίο με αποτέλεσμα ο δεκτής να αδυνατεί να τον συνδέσει συνειρμικά με κάποια άλλη σχετική με την ΕΕ πραγματικότητα. Για τον ελληνόφωνο τουλάχιστον πολίτη το ολοκλήρωση σημαίνει κάτι το ημιτελές, το οποίο περιμένει το συμπλήρωμα του για να ολοκληρωθεί. Είναι η Ευρώπη ημιτελής, ως προς τι, και ως πότε θα είναι ημιτελής, ή μήπως το προβλη μά μας είναι θέμα μεταφραστικής επιλογής και όχι νοηματικής σηματοδότησης;[4]

Η ανωτέρω περίπτωση δεν είναι η μόνη περίπτωση χρήσης ειδικού λεξιλογίου, εξαιτίας του οποίου ο δέκτης αποκλείεται από την "εξουσία» μη έχοντας πρόσβαση στη σχετική ορολογία.[5] Είναι γεγονός ότι υπάρχουν και εγγενείς δυσκολίες εξαιτίας των οποίων ο δέκτης αδυνατεί να παρακολουθήσει τη χρήση των ευρωπαϊκών όρων, όπως η μετεξέλιξη/μεταλλαγή των ευρωπαϊκών πραγματικοτήτων: τα σημαινόμενα ήδη υπαρχόντων και γνωστών, ως επί το πλείστον, γλωσσικών σημείων παραλλάσσουν κατά τι την ουσία τους, με αποτέλεσμα αφενός να τροποποιείται κατά τι το σημαίνον και αφετέρου ο δέκτης να συγχύζει τους όρους και να συγχύζεται. Λ.χ.

Η αρχική πραγματικότητα Έυρωπαϊκές Κοινότητες' [CommunautesEuropeennes] -πραγματικότητα ευρέως γνωστή ως προς το ένα της σκέλος μόνον: ως Έυρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα' [CommunauteEconomiqueEuropoenne]- και το αντίστοιχο αυτής σημαίνον μετεξελίσσονται σε Έυρωπαϊκή Κοινότητα' [CommunauteEuropeenne], εννοώντας κυρίως την πρώην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα· αυτό σε Ευρωπαϊκή Ένωση' [UnionEuropeenne] και, τέλος, το Έυρωπαϊκή Ένωση' απλώς σε "Ενωση' [Union], έτσι όπως χρησιμοποιείται τελευταίως στη Συνθήκη του Μάαστριχτ (Soulier 1994, 270).

Τα συνώνυμα: Ορισμένοι όροι διαθέτουν συνώνυμα τα οποία χρησιμοποιούν οι πομποί όχι για να αποσαφηνίσουν, αλλά μάλλον για να συσκοτίσουν το σημασιολογικό περιεχόμενο, αποκλείοντας έτσι τους δέκτες από την ευχερή ερμηνεία των κειμένων.

Λ.χ. η Έυρώπη πολλών ταχυτήτων' [L'Europeaplusieursvitesses], για την οποία είχε συνηθίσει να ακούει ο δέκτης κατανοώντας ότι πρόκειται για κάτι μάλλον αρνητικό εφόσον όσοι (όσες χώρες, δηλαδή) δεν μπορέσουν να αναπτύξουν μεγάλη ταχύτητα θα μείνουν πίσω σε θέματα προόδου, παραλλάσσεται με το Έυρώπη μεταβλητής γεωμετρίας' [Europeageometrievariable], όρο πλήρως αδιαφανή· όρο ο οποίος όχι μόνον δεν θυμίζει τίποτα, αλλά επιπλέον παραπέμπει σε κάτι το εξαιρετικά πολύπλοκο για τον απλό πολίτη, ο οποίος εξαιτίας αυτής της αδιαφάνειας παραιτείται από κάθε προσπάθεια ερμηνείας. Ίσως αυτή να ήταν και η επιδίωξη των δημιουργών και πομπών του όρου, δεδομένου ότι αυτή η ετερογένεια της Ευρώπης και η ανισομερής ωςεκ τούτου μελλοντική ανάπτυξή της απειλεί το όλο οικοδόμημά της με κατάρρευση, κατάληξη που συνιστά τον εφιάλτη των ευρωπαίων τεχνοκρατών.

Η διεύρυνση της σημασίας: Κάποιοι καθημερινοί όροι, σε συγκεκριμένο «ευρωπαϊκό» συγκείμενο, διευρύνουν το σημασιολογικό τους πεδίο και γίνονται πολύσημοι, σπανίζουν όμως οι ευρωπαίοι πολίτες που δύνανται να κατέχουν το σημασιολογικό εύρος των όρων αυτών, με συνέπεια μια θολή εικόνα του περιεχομένου τους. Η θολή αυτή εντύπωση εντείνεται από το γεγονός ότι οι εν λόγω όροι ανήκουν στο γενικό λεξιλόγιο και, ως εκ τούτου, είναι πολύ εύκολο να παραπλανηθεί ο δέκτης. Λ.χ. ο όρος πολιτική, -ες [politique(s)] σημαίνει και 'πολιτική συνεργασία', με την ευρεία έννοια του όρου, και 'συγκεκριμένες πολιτικές πρακτικές της "Ενωσης', και είναι συνώνυμο του 'κοινή δράση' [actioncommune]. To κοινή δράση όμως δεν είναι ταυτόσημο του 'συνεργασία' [cooperation] παρά τη λογική συνάφεια τους στον καθημερινό λόγο. Ο όρος Ένωση, πάλι, σημαίνει όχι μόνον οικονομική/νομισματική ένωση αλλά και πολιτική ένωση στα διάφορα όμως ευρωπαϊκά κείμενα πριμοδοτείται πότε η μια και πότε η άλλη όψη.

Η στένωση της σημασίας: Από την άλλη πλευρά ορισμένοι καθημερινοί επίσης όροι στο συγκεκριμένο «ευρωπαϊκό» συγκείμενο περιορίζουν το σημασιολογικό τους εύρος στενεύοντας και εξειδικεύοντας την ερμηνεία τους. Οι όροι αυτοί αποτελούν συνήθως μέρος συνταγμάτων, το δε σύνταγμα ως σύνολο λαμβάνει νέα, «ευρωπαϊκή», σημασία. Ο ευρωπαίος πολίτης δεν πρέπει να παρασυρθεί από την κοινή τους σημασία παρά την αίσθηση του οικείου και το γνωρίμου που έχει κανείς. Λ.χ. ο όρος κεκτημένο στο ονοματικό σύνταγμα κοινοτικό κεκτημένο [acquiscommunautaire] και ο όρος πλειοψηφία στο ονοματικό σύνταγμα ειδική πλειοψηφία [majontequalrhee], οι οποίοι λαμβάνουν συγκεκριμένη σημασία που μόνο σε ειδικά λεξικά ευρωπαϊκής ορολογίας μπορεί κανείς να εύρει (Gondrand 1991, 38 και 171).

Τα δάνεια: Οι και ως προς το σημαίνον και ως προς το σημαινόμενο νεολογισμοί της ευρωπαϊκής ορολογίας είναι μάλλον ασαφείς για τον ευρωπαίο πολίτη. Λ.χ εάν εξαιρέσει κανείς τον αγγλόφωνο και τον γαλλόφωνο πολίτη της Ένωσης για τους λοιπούς το γλωσσικό σημείο Εκιού [ECU] είναι παντελώς αδιαφανές. Η συνεχής καθημερινή, βέβαια επανάληψη έχει καταστήσει οικεία την παρουσία του προσδίδοντάς του μια κατ' επίφαση διαφάνεια η οποία όμως σε καμία περίπτωση δεν έχει τη σαφήνεια του αγγλικού αρκτικόλεξου EuropeanCurrencyUnit (ECU) ή την υπαινικτική συγγένεια με το ecusd' or, το γαλλικό μεσαιωνικό χρυσό νόμισμα (13ος αιώνας), το σκούδο.

Το λεξιλόγιο δορυφόρος: Μεγάλο ενδιαφέρον έχει, τέλος, ο ιδιαίτερος τρόπος χρήσης του γενικού λεξιλογίου το οποίο συνοδεύει την ειδική ορολογία των ευρωπαϊκών κειμένων. Τα λεξήματα αυτά περιστοιχίζουν θα λέγαμε τους ιδεολογικούς πυρήνες και «δίνουν τον τόνο» πρόσληψης και ερμηνείας τους. Ανάλογα με το θέμα προς ανάπτυξη και τη γραπτή ή την προφορική μορφή του κείμενου χρησιμοποιείται και το «κατάλληλο» λεξιλογικό περιβάλλον, έτσι ώστε οι δέκτες να συνάγουν το ποθούμενο συμπέρασμα και η πειστικότητα των κείμενων να είναι αποτελεσματικότερη (Fairclough 1995, 83, 99).

Εντύπωση προξενεί λόγου χάρη, η διαφορετική βιωματική ή/και γνωστική χρήση των ζευγών λεξημάτων κράτη-χώρες, λαοί-έθνη, πολίτες-άνθρωποι, καθώς και οι συνδυασμοί αυτών. Λ.χ. όταν ο πομπός αναφέρεται σε θέματα σχετικά με τη Γαλλία και τη Μεγάλη Βρετανία μιλά για 'κράτη-έθνη' [etats-nations] ή απλώς για έθνη [nations] (Defarges 1993, 56)· τα λοιπά κράτη-μέλη δεν χαρακτηρίζονται ως τέτοια. Η Μάργκαρετ Θάτσερ, σε επίσημο λόγο της, αναφέρεται σε nations και groupespuissants (Defarges 1993, 89) στα δε αγγλικά φυλλάδια διαφώτισης γίνεται λόγος μάλλον για λαούς/ανθρώπους [people] παρά για ευρωπαίους πολίτες. Αλλού πάλι σε συναισθηματικώς φορτισμένο συγκείμενο όπου γίνεται λόγος για την οικονομική επιβίωση της Ευρώπης και για την ανάγκη συνειδητοποίησης του κοινού μέλλοντος, χρησιμοποιείται το ονοματικό σύνταγμα οι χώρες μας [nospaysd' Europe] και όχι το σύνταγμα τα κράτη μας (Delors 1988, 11). Τα εκατομμύρια των κατοίκων των χωρών της ΕΕ είναι 'πολίτες' [citoyens], όταν πρόκειται για τα συμβαλλόμενα μέρη του 'νέου κοινοτικού συμβολαίου' [nouveaucentralcommunautaire] που υπεγράφη στις Βρυξέλλες, ενώ είναι 'άνθρωποι' [gens], όταν πρόκειται να ζήσουν μαζί σαν μια οικογένεια («desinstitutionsquipermettentauxgensdevivreensemble, d'acquerirl'espritdefamille » Delors 1996,31).

Με παρόμοιο τρόπο οι διάφοροι πομποί, επώνυμοι ή ανώνυμοι, συνδυάζουν στα ευρωπαϊκά κείμενα στοιχεία του γενικού και του ειδικού λεξιλογίου με απώτερο στόχο την όσο το δυνατόν περισσότερο συγκεκαλυμμένη και ανώδυνη διείσδυση της ευρωπαϊκής ιδεολογίας.

3. Η ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΕΙΜΕΝΩΝ: Η «ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ» ΑΠΟ ΜΙΑ ΙΣΧΥΡΗ ΣΕ ΜΙΑ ΑΣΘΕΝΗ ΓΛΩΣΣΑ

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι τα ευρωπαϊκά κείμενα, και συγκεκριμένα τα εκφρασμένα στη γαλλική γλώσσα, όπως και κάθε ιδεολογικό κείμενο, χρησιμοποιούν τις υφολογικές τεχνικές και εκείνους τους γλωσσικούς τρόπους οι οποίοι αφενός θα επιτρέψουν στην ευρωπαϊκή ιδεολογία να εκφρασθεί «αθορύβως" και αφετέρου θα χαρίσουν στα κείμενα την αναγκαία για την εδραίωση της ευρωπαϊκής πολιτικής πειστική δύναμη.

Το ερώτημα που μας απασχολεί στο σημείο αυτό αφορά τον τρόπο διακοινώνησης της ιδεολογίας της ΕΕ από μια ονομαζόμενη «ισχυρή» γλώσσα, τη γαλλική, σε μια ονομαζόμενη «ασθενή», την ελληνική. Ο μεταφραστής των κειμένων αυτών, ως δέκτης κατά πρώτον και ως πομπός κατά δεύτερον, αντιδρά με τον ίδιο ή με διαφορετικό τρόπο από ό,τι ο αναγνώστης του πρωτοτύπου στα ιδεολογικά μηνύματα και τις τεχνικές των ευρωπαϊκών κειμένων; Προσαρμόζει άραγε το κείμενό του στο συγκεκριμένο κοινό; Ποιους τρόπους μετέρχεται ο μεταφραστής, προκειμένου να προσδώσει στο μετάφρασμα του την ίδια απήχηση με εκείνη του πρωτοτύπου;

Πριν απαντήσουμε σε αυτά τα ερωτήματα, θα πρέπει να σταθούμε στον τρόπο παραγωγής των επίσημων θεσμικών κειμένων της ΕΕ (λ.χ. της Συνθήκης του Μάαστριχτ) και να τα αποκλείσουμε ως ερευνητικό υλικό για λόγους δομικούς, ιδεολογικούς και μεταφρασιολογικούς, δεδομένου ότι ο μεταφραστής τέτοιου είδους κειμένων έχει πολύ μικρά περιθώρια ελευθερίας και αυτενέργειας (βλ. και Σελλά 1996). Προσφορότερα θα ήταν τα κείμενα της ΕΕ που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, τα κείμενα «διαφώτισης», δηλαδή, τα σχετικά με την ευρωπαϊκή ενοποίηση. Τα κείμενα αυτά έχουν την ιδιαιτερότητα να προέρχονται από μια συγκεκριμένη πηγή και να απευθύνονται εξ ορισμού σε ένα πολύγλωσσο και πολυπολιτισμικό κοινό. Έχοντας υπόψη τους τρόπους έκφρασης της ευρωπαϊκής ιδεολογίας σε αντίστοιχα γαλλικά κείμενα -όπως εκτέθηκαν παραπάνω- και περιοριζόμενοι αυστηρά στην εξέταση μόνον αυτών των στοιχείων, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι τα ελληνικά μεταφράσματα δεν διαφοροποιούνται κατά πολύ από το σημείο αναφοράς τους. Εν πολλοίς, οι υφολογικές τεχνικές, τα κίνητρα, οι μέθοδοι, οι εικόνες και οι μεταφορές, καθώς και τα δομικά σχήματα του πρωτοτύπου, οι ιδιαίτερες λεξιλογικές επιλογές, οι σημασιολογικοί νεολογισμοί, τα δάνεια και οι προτιμησιακές χρήσεις, επανευρίσκονται και στο μετάφρασμα.

Όσον αφορά τον τρόπο δόμησης των ιδεών στα ελληνικά κείμενα, χαρακτηριστικό διαφοροποιητικό στοιχείο του τρόπου δόμησης της ευρωπαϊκής ιδεολογίας σε αυτά αποτελεί η προσπάθεια επεξήγησης ή παράφρασης κάποιων γνωστών ή αυτονόητων ίσως, για τον γάλλο αναγνώστη, κοινοτικών εμπειριών, πραγματικοτήτων και ευρωπαϊκών όρων. Με τον τρόπο αυτό, ο έλληνας αναγνώστης απρόσκοπτος απορροφά τους υπαινικτικούς ή ρητούς τρόπους εκδήλωσης της ιδεολογίας της Ένωσης.

Επίσης, παρατηρείται η τάση άλλοτε υποτίμησης και άλλοτε υπερτίμησης του συναισθηματικού/βιωματικού φορτίου των περιγραφόμενων γεγονότων ή πραγματικοτήτων, με αποτέλεσμα δύο τινά: είτε το κείμενο να είναι άλλοτε περισσότερο συναισθηματικούς φορτισμένο, πιο ευθύ και πιο άμεσο από το πρωτότυπο (το οποίο φαίνεται να είναι περισσότερο περίτεχνο, ευγενές και έμμεσο), είτε να είναι λιγότερο συναισθηματικώς φορτισμένο, παρακάμπτοντας έτσι τους κινδύνους συναισθηματικών εξάρσεων.

Όσον αφορά τα υφολογικά σχήματα του πρωτοτύπου, παρατηρούμε ότι η προσωποποίηση της Ένωσης και η εικόνα της «οικογένειας» πολλές φορές δεν λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο όπως στο γαλλικό κείμενο, σαν να ήθελε ο μεταφραστής να αποστασιοποιηθεί από τις συνυποδηλώσεις που γεννά μια τέτοια μεταφορά,με συνέπεια το επίπεδο λόγου του ελληνικού κειμένου να καθίσταται περισσότερο ουδέτερο και μάλλον επίπεδο (λ.χ. LagenesedeI'UnionEuropeenne: η δημιουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης· LesperesfondateursesperaientquecetteCommunaute...: Οι πρωτεργάτες-ιδρυτές αυτής της Κοινότητας ήλπιζαν ότι...· Borchardt 1995, 9). Όσον αφορά δε τους αποδέκτες του κειμένου, παρατηρούμε ότι στο ελληνικό κείμενο φαίνεται ότι έχουμε να κάνουμε περισσότερο με «ανθρώπους» παρά με «πολίτες»: η έννοια 'άνθρωπος' χρησιμοποιείται συχνότερα από ό,τι στο γαλλικό, και μάλιστα στη θέση του γλωσσικού σημείου πολίτης (λ.χ «...maisIecitoyendoit, toutefois, luiapportersonconstantsoutien» [Η Ευρωπαϊκή Ένωση... χρειάζεται συνεχώς την επιβεβαίωση και την υποστήριξη των ανθρώπων]· Borchardt 1995, 24), καθώς επίσης ότι αποφεύγονται οι συνειρμοί που προκαλεί ο όρος εθνικός, ο οποίος αντικαθίσταται από τους όρους κράτος ή κράτος-μέλος (λ.χ. «L'integrationva... au-deladelacoexistencetraditionnellled'Etatsnationaux» [Η ιδέα της ολοκλήρωσης ξεπερνά τα όρια της παραδοσιακής χωριστής συνύπαρξης των κρατών-μελών]· Borchardt 1995, 27).

Όσον αφορά το πρόσωπο του μεταφραστή, παρατηρούμε ότι:

• σε ορισμένες σπάνιες περιπτώσεις φαίνεται να παρεμβαίνει στο κείμενοκαι αυτό προκειμένου να το καταστήσει περισσότερο «εύπεπτο», λιγότερο «σκληρό» και μάλλον ασαφές για τον έλληνα αναγνώστη. Λ.χ. στα περί οικονομικής και νομισματικής ένωσης (Borchardt 1995, 48) αναφέρεται ότι:

Τα κράτη-μέλη, η οικονομική πολιτική των οποίων ενδέχεται να θέσει σε κίνδυνο την οικονομική και νομισματική 'Eνωση, εξαναγκάζονται από το Συμβούλιο των Υπουργών να γίνουν διαλλακτικότερα μέσω «συστάσεων».

Τα αδελφά δε κείμενα, το γαλλικό (α) και αγγλικό (β) έχουν, αντιστοίχως, ως εξής:

α. Les etats membres dont la politique economique compromet I'objectif de I'Union economique et monetaire sont rappeles a I'ordre par des «recommandations» duConseil de ministres.

β. Member States whose economic policies jeopardize the prospects of achieving economic and monetary union can be placed under pressure to fall back into line through recommandations issued by the Council of Ministers.

• στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, εντούτοις, ο μεταφραστής διατηρεί την «κομψή» και, όσο το δυνατόν «αποκρυπτική» των πραγματικών καταστάσεων και διαθέσεων, διατύπωση του κειμένου σε αιχμηρά και «επώδυνα» θέματα, λ.χ. περίοικονομικής και νομισματικής πολιτικής:

Πριν από την είσοδο στο τρίτο στάδιο τα κράτη-μέλη θα υποβληθούν στα τέλη του 1996 σε «απολυτήριες εξετάσεις», με τη βοήθεια των οποίων πρόκειται να διαπιστωθεί ποια κράτη-μέλη πληρούν τα πολύ αυστηρά κριτήρια σύγκλισης που απαιτούνται, προκειμένου να καταστούν μέλη του κοινού νομισματικού χώρου (Borchardt 1995, 48).[6]

Πρβ. το γαλλικό κείμενο:

Avant d'entamer la troisieme phase, les Ετats membres passeront, a la fin de 1996, un «examen de maturite» qui determinera quels etats membres satisfont aux criteres de convergence tres severes exiges pour appartenir...

Πρβ το αγγλικό κείμενο:

Before embarking on the third stage, the Member States face a tough test at the end of 1996 to determine which of them fulfil the very strict convergence criteria laiddown for participation in a single currency.

Καταλήγοντας, παρατηρούμε ότι σε γενικές γραμμές ο μεταφραστής του ελληνικού κειμένου ακολουθεί τον ρυθμό και το ύφος του γαλλικού, πλην ορισμένων περιπτώσεων όπου φαίνεται να έχει προστρέξει στο αγγλικό, αναζητώντας προφανώς μεγαλύτερη σαφήνεια και ακολουθώντας, στην περίπτωση αυτή, τις διακυμάνσεις έντασης του αγγλικού κειμένου. Όταν δε το ελληνικό κείμενο εκδηλώνει τάσεις αυτονόμησης, τότε το ύφος βλέπουμε να γίνεται πιο ουδέτερο και περισσότερο τεχνοκρατικό.

Τα ευρωπαϊκά κείμενα αποκαλύπτουν τα ιδεολογικά μηνύματα της ΕΕ έτσι όπως αυτά εκφράζονται τόσο στον γραπτό όσο και στον προφορικό λόγο. Είναι εμφανής η διαφορά στη χρήση γραπτού-διανοητικού-γνωστικού λόγου, που απευθύνεται στη λογική του αναγνώστη, και προφορικού-συναισθηματικού-βιωματικού λόγου, που απευθύνεται στο θυμικό των ακροατών. Οι δύο πρακτικές, αλληλοσυμπληρούμενες και συνδυαζόμενες κάποιες φορές στο ίδιο κείμενο, αφενός πληροφορούν και διαφωτίζουν χρησιμοποιώντας το γνωστικό περιεχόμενο των γλωσσικών σημείων και λογικά επιχειρήματα, και αφετέρου προσπαθούν να υποβάλουν και να πείσουν χρησιμοποιώντας το βιωματικό περιεχόμενο των γλωσσικών σημείων, συνυποδηλώσεις και υφολογικά σχήματα.

Ο ελληνόφωνος δε μεταφραστής προσπαθεί να συνδυάσει τόσο τη δεοντολογία του μεταφραστή ευρωπαϊκών κειμένων, σύμφωνα με την οποία το παράγωγο κείμενο θα έπρεπε να αποτελεί καθρέφτισμα του πρωτοτύπου (παράλληλα και αντιστρεπτά κείμενα), όσο και τη δεοντολογία του μεταφραστή ιδεολογικών κειμένων, σύμφωνα με την οποία έχει χρέος ή να επιχειρήσει να μεταστρέψει την αρνητική, πιθανόν, γνώμη που έχει ο αναγνώστης ως προς τη λειτουργία και τους στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή απλώς να τον πείσει για τη χρησιμότητα της ύπαρξής της. Αποτέλεσμα των προσπαθειών αυτών είναι ένα κείμενο στο οποίο διακρίνει κανείς αφενός την αδυναμία του μεταφραστή να απομακρυνθεί από το πρωτότυπο και να αυτενεργήσει, και αφετέρου τις απόπειρες προσεγγίσεως του περιεχομένου του κειμένου στην ψυχοσύνθεση τόσο του έλληνα αναγνώστη όσο και του ευρωπαίου πολίτη.

Βιβλιογραφικές αναφορές

1992, ledefi.1988. PaoloCecchini, με τη συνεργασία των MichelCatinat και AlexisJacquemin, πρωτότυπο αγγλικό κείμενο του J. Robinson, γαλλικό κείμενο του Μ. Theys. Πρόλογος του JacquesDelors. Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Παρίσι: Ed. Flammarion.

borchardt, K.d., 1995. Η ευρωπαϊκή ενοποίηση. Η δημιουργία και ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής 'Eνωσης [L'unificationeuropeenne. Creation de developpement de I'Union europeenne/European Integration. The Origins and the Growth of the European Union]. Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

delorsj. 1988. Πρόλογος στο 1992 LeDefi. Παρίσι: Ed. Plammarion.

--, 1996. Combats pour ΓEurope.Παρίσι: Economica.

fairclough, ν. 1995. Language and Power. Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Longman.

gondrand, f. 1991. Parlez vous eurocrate? Les 1000 mots du Marche Commun. Παρίσι: Les

Editions d Όrganisation.

hatim, β. & I. mason. 1990. Discourse and the Translator. Λονδίνο & Νέα Υόρκη: Longman. ιωακειμιδησ, Π.Κ. 1993. Ευρωπαϊκή πολιτική ένωση. Θεωρία-διαπραγμάτευση-θεσμοί και πολιτικές. Η συνθήκη του Μάαστριχτ και η Ελλάδα. Αθήνα: Θεμέλιο. moreau defarges, ρ. 1993. Relations Internationales, 1 Questions regionales. Παρίσι: Editions du Seuil. ντελορ, Ζ. 1992. Η ευρωπαϊκή πρόκληση. Μτφρ. Ι. Λαμπρινάκου, Γ. Μητροπούλου, Κ. Στουμπιάδης. Αθήνα: Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη. robinson, D. 1991. The Translators Turn. Βαλτιμόρη & Λονδίνο: The Johns Hopkins University Press.

σελλα, ε. 1996. Η Νεοελληνική ως γλωσσά μετάφρασης. Στο Πρακτικά του Συνεδρίου για την ελληνική γλώσσα με θέμα «1976-1996: Είκοσι χρόνια από την καθιέρωση της νεοελληνικής (Δημοτικής) ως επίσημης γλώσσας» (29.11 - 1.12.1996, Αθήνα). Υπό δημοσίευση.

soulier, g. 1994. L'Europe. Histoire, civilisation, institutions.Παρίσι: Armand Colin.

συνθηκη για την ευρωπαϊκη ενωση.1992. Συμβούλιο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Λουξεμβούργο: Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

Σημειώσεις

303 Το υλικό της μελέτης μας περιλαμβάνει θεσμικά κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και συγκεκριμένα τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, θεωρητικά/επιστημονικά κείμενα σχετικά με την ιστορία, τη φιλοσοφία και τη λειτουργία της Ένωσης, κείμενα διαφώτισης της ΕΕ, τα ονομαζόμενα «Ευρωπαϊκά κείμενα» τα οποία εκδίδονται από την Υπηρεσία Επίσημων Εκδόσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, καθώς και ομιλίες του JacquesDelors, του πλέον πείσμονος και πειστικού, θα λέγαμε, Προέδρου της Μόνιμης Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΟΚ (της Commission), ο οποίος, ως κύριος συντελεστής των αποφάσεων του Μάαστριχτ, προσπάθησε να προσδώσει στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα πολιτική και κοινωνική διάσταση. Θεωρούμε χρέος μας να ευχαριστήσουμε εδώ τους συναδέλφους κ.κ. Μιχάλη Πολίτη, ChristianPapas, Γιώργο Κεντρωτή και Ιωάννη Μάζη, οι οποίοι μας προμήθευσαν ένα μεγάλο μέρος του υλικού το οποίο επεξεργαστήκαμε.

304 Ο όρος defi παραπέμπει στην αγγλοσαξονική πραγματικότητα και το σημασιολογικό περιεχόμενο του όρου challenge, ο οποίος χρησιμοποιείται συχνά, προκειμένου να παρακινηθεί κάποιος να δράσει. Η παγκοσμία επίδραση του αγγλοσαξονικού αυτού προτύπου είναι τέτοια, που θα μπορούσαμε, ίσως, να μιλήσουμε για «δανεισμό» της συγκεκριμένης χρήσης του γλωσσικού αυτού σημείου.

305 Σημειωτέον ότι οι αποτυχίες στην προσπάθειαευρωπαϊκής ενοποίησης μόλις που δηλώνονται, εκφραζόμενες λιτώς γενικώς και αορίστως.

306 Σημειωτέον δε, ότι στη μετάφραση των εν λόγω όρων προς την ελληνική (από την αγγλική) ο Π. Κ. Ιωακειμίδης διατηρεί την «επίσημη» απόδοση 'ολοκλήρωση' για το integration και 'ενοποίηση' για το unification. Κατά τη γνώμη μας, μια διαφορετική μεταφραστική επιλογή, όπως για παράδειγμα η επιλογή 'ενσωμάτωση', η οποία φαίνεται να ανταποκρίνεται πληρέστερα στο περιεχόμενο της γαλλικής integration τουλάχιστον, θα ήταν διαυγέστερη νοηματικώς σε σύγκριση με το 'ολοκλήρωση' .

307 Λόγου χάρη, τι θα κατανοήσει ο αγρότης από την πληθώρα των δυσερμήνευτωνόρων στο ενημερωτικό φυλλάδιο Η ευρωπαϊκή ενοποίηση, στο κεφάλαιο περί γεωργικής πολιτικής;

308 Μόνον που από την αντιπαραβολή με το γαλλικό κείμενο καθίσταται εμφανές ότι δεν πρόκειται για «απολυτήριες» αλλά για εισιτήριες, προκριματικές εξετάσεις, κάτι ανάλογο των«εισαγωγικών εξετάσεων» για την τριτοβάθμια εκπαίδευση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος.

309