Skip to main content

Νέα ελληνική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική



Περιεχόμενα

Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής

Η ιστορία της λογοτεχνικής μετάφρασης είναι, μεταξύ άλλων, μια διηνεκής συζήτηση γύρω από το ζήτημα της πιστότητας των μεταφρασμένων κειμένων σε σχέση με το πρωτότυπο. Πόσο η μετάφραση μπορεί να αποδώσει το πρωτότυπο; Σε ποιο βαθμό η μετάφραση πρέπει να ακολουθεί πιστά τις λέξεις, τα νοήματα και το ύφος του πρωτότυπου; Η μετάφραση πρέπει εντέλει να έχει την αισθητική αρτιότητα ενός πρωτότυπου έργου και ως τέτοιο να διαβάζεται, έστω χάρη σε ελευθερίες που θα πάρει ο μεταφραστής; Το δίλημμα "μετάφραση κατά λέξη ή κατά νόημα", όπως το έθεσαν πρώτοι ο Οράτιος και ο Κικέρωνας, τασσόμενοι ευθέως κατά της δουλικής κατά λέξη μετάφρασης, δεν είναι ωστόσο το μόνο που αντιμετωπίζει ο μεταφραστής και κατά συνέπεια ο μελετητής των μεταφράσεων.

Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να καταθέσω μια προσωπική μεταφραστική μου εμπειρία: πριν από μερικά χρόνια μετέφραζα τις Εξομολογήσεις του Αυγουστίνου. Εκτός από το λατινικό πρωτότυπο και τις σχετικές μελέτες στην Bibliotheca Augustiniana για τη διασάφηση διάφορων ζητημάτων, είχα υπόψη μου και συμβουλευόμουν συχνά τις δόκιμες γαλλικές και αγγλικές μεταφράσεις του έργου αυτού, καθώς και μια παλαιότερη ελληνική. Κανένα από αυτά τα βοηθήματα δεν μπορούσε όμως να με διευκολύνει στο ζήτημα που με απασχόλησε περισσότερο: Πώς να αποδώσω στην τρέχουσα νέα ελληνική τις προσευχές του κειμένου; Σε ποια γλώσσα προσεύχονται σήμερα οι Έλληνες γραπτώς;

Περί πιστότητας και μεταφρασιμότητας

Στην πρόταση του Οράτιου για μια μετάφραση non verbum de verbo, sed sensu mex primere de senso -δηλαδή όχι κατά λέξη, αλλά κατά νόημα-, την οποία επανέλαβε, περίπου με τα ίδια λόγια, ο Άγιος Ιερώνυμος, ο μεταφραστής της Vulgata (magis sensu me sensu, qua mex verbo verbum transfere), και που επαναλαμβάνουν έκτοτε με διαφορετικούς τρόπους επί αιώνες οι μεταφραστές της δυτικής λογοτεχνικής παράδοσης, το πρόβλημα της πιστότητας κατέχει κεντρική θέση. Έκτοτε η συζήτηση για τη μετάφραση περιστρέφεται γύρω από αυτό τον άξονα, ενώ, παράλληλα, σήμερα η συζήτηση αυτή έχει διευρυνηθεί και προσανατολίζεται σε ζητήματα συναφή, όπως η έμφαση που δίνει ο μεταφραστής αντίστοιχα στη γλώσσα-πηγή ή στη γλώσσα-στόχο. Έτσι μιλάμε για εθνοκεντρικές, φιλολογικές, λογοτεχνικές ή ελεύθερες μεταφράσεις, επιστρέφοντας σχεδόν πάντα στη διαπίστωση ότι traditore tradutore, δηλαδή ότι ο μεταφραστής προδίδει.

Όμως, παράλληλα με αυτή τη συζήτηση, στα πρώτα χρόνια του χριστιανισμού ξεδιπλωνόταν μια άλλη: Είναι τα κείμενα μεταφράσιμα; Ο λόγος του Θεού, λόγος θείος και αποκαλυπτικός, πώς μεταφράζεται; Πώς θα μεταφραστούν όσα μυστήρια "λαλεί" το πνεύμα; "... ο λαλών γλώσση ουκ ανθρώποις λαλεί, αλλά τω Θεώ. Ουδείς γαρ ακούει, πνεύματι δε λαλεί μυστήρια".[1] Πώς να μεταφερθούν τα λόγια που άκουσαν οι μαθητές από το στόμα του Ιησού σε μια γλώσσα φθαρτή; Στο σημείο αυτό η επιφοίτηση των Αποστόλων προσφέρθηκε από το χριστιανικό δόγμα ως η ιδεώδης λύση. Εννοείται ότι η χάρη αυτή δεν θα δοθεί σε όλους τους μεταφραστές και, για τον Απόστολο Παύλο, η μετάφραση είναι βλασφημία: "μείζων γαρ ο προφητεύων ή ο λαλών γλώσσαις, εκτός ει μη διερμηνεύει, ίνα η εκκλησία οικοδομήν λάβη".[2] Πρόκειται για την απαγόρευση που ισχύει μέχρι σήμερα και οδήγησε στο δικά μας Ευαγγελικά το 1901.

Το πρόβλημα της μεταφρασιμότητας απασχόλησε τους συγγραφείς και τους στοχαστές παράλληλα με εκείνο της πιστότητας της μετάφρασης. Βεβαίως κάθε εποχή υιοθέτησε τη δική της κυρίαρχη θέση, προέβαλε τις δικές της ανάγκες και επέβαλε τις δικές της κυρώσεις. Για παράδειγμα, στον Μεσαίωνα ένα μεταφραστικό ολίσθημα μπορούσε να οδηγήσει στην Ιερά Εξέταση κι από 'κει στην πυρά, ενώ άλλες εποχές καλωσόριζαν και επιδοκίμαζαν αυτό που σήμερα ονομάζουμε κλοπή ξένης πνευματικής ιδιοκτησίας. Οι Λατίνοι εκμεταλλεύτηκαν συστηματικά την ξένη περιουσία μεταφράζοντας, παραφράζοντας ή μιμούμενοι τους Έλληνες συγγραφείς. Γι' αυτούς η πράξη της μετάφρασης ήταν ισοδύναμη με την πράξη της λογοτεχνικής δημιουργίας. Οι Λατίνοι, μεταφράζοντας, οικειώθηκαν έναν ολόκληρο πολιτισμό. Αυτό έκτοτε επαναλήφθηκε σταθερά στην ιστορία του δυτικού πολιτισμού: Η μετάφραση της Βίβλου και των ελληνικών και λατινικών κειμένων στις εθνικές γλώσσες της Ευρώπης συνέτεινε στο να αποκτήσουν οι γλώσσες αυτές νοηματικό πλούτο και εκφραστικές δυνατότητες και υπήρξε η προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την ενηλικίωσή τους.

Στην Αναγέννηση, όπως παρατηρεί ο George Steiner, η μετάφραση απορροφούσε, διαμόρφωνε και προσανατόλιζε την πνευματική ζωή. Ήταν η πρώτη ύλη της φαντασίας. Επιπλέον αποκαθιστούσε τη λογική συνέχεια ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν και ανάμεσα σε διαφορετικές γλώσσες και παραδόσεις που διαχωρίζονταν βίαια, κάτω από την πίεση της εθνικής συνείδησης και της θρησκευτικής διαμάχης.

Το 1540 ο Etienne Dolet δημοσίευσε ένα σύντομο πόνημα για τη μετάφραση, La maniere de bien traduire d' une langue en autre, στο οποίο διατυπώνει τις παρακάτω αρχές: Ο μεταφραστής πρέπει να αποδίδει πλήρως το νόημα του πρωτότυπου, αν και μπορεί ελεύθερα να επεμβαίνει ερμηνευτικά και να διαλευκαίνει τα σκοτεινά σημεία. Θα πρέπει να γνωρίζει τέλεια τις δύο γλώσσες, δηλαδή, σύμφωνα με την τρέχουσα ορολογία, τη γλώσσα-πηγή και τη γλώσσα-στόχο. Θα πρέπει να αποφεύγει την κατά λέξη μετάφραση, καθώς και να χρησιμοποιεί μορφές ομιλίας εν χρήσει. Τέλος, ο μεταφραστής θα πρέπει να επιλέγει και να τοποθετεί τις λέξεις με τρόπο που να παράγει τον σωστό τόνο. Γι' αυτές τις ιδέες του, εφαρμοσμένες σ' έναν πλατωνικό διάλογο, ο Dolet δικάστηκε και εκτελέστηκε ως αιρετικός.[3]

Το 1680 ο John Dryden, προλογίζοντας μια μετάφρασή του των επιστολών του Οβίδιου, διακρίνει τρία είδη μετάφρασης: α) μετάφραση, λέξη προς λέξη, β) παράφραση, στο πνεύμα του Οράτιου και του Κικέρωνα, δηλαδή με έμφαση στην απόδοση νοημάτων, και γ) μίμηση, δηλαδή την περίπτωση στην οποία ο μεταφραστής απομακρύνεται δραστικά από το πρωτότυπο και στην ουσία γράφει ένα δικό του έργο. Ο ίδιος ο Dryden, μεταφράζοντας τον Βιργίλιο, προτίμησε το δεύτερο είδος, την παράφραση, θεωρώντας ότι κάπως έτσι θα έγραφε ο Βιργίλιος αν ήταν σύγχρονος. [4]

Το 1791 ο Alexander Fraser Tytler, στο δοκίμιό του "Οι αρχές της μετάφρασης", διατύπωσε την άποψη ότι η μετάφραση πρέπει να αποτελεί μια πλήρη μεταγραφή της ιδέας του αυθεντικού κειμένου. Το ύφος και ο τρόπος γραφής πρέπει να ακολουθούν τον χαρακτήρα του πρωτότυπου, ενώ, παράλληλα, στη μετάφραση πρέπει να διατηρείται όλη η άνεση της πρωτότυπης σύνθεσης.[5]

Από τη συζήτηση για την πιστότητα, που απασχόλησε τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση, θα επανέλθουν στη συζήτηση για τη μεταφρασιμότητα, μέσα σε ένα καινούριο μεθοδολογικό, επιστημολογικό πλαίσιο, οι Γερμανοί ρομαντικοί στις αρχές του 19ου αιώνα: ο Goethe, ο Herder, ο Novalis και, κυρίως, ο Schleiermacher και ο Humboldt. Κάθε επικοινωνία είναι μετάφραση, επαναλαμβάνουν σταθερά μεταφέροντας τη συζήτηση στον χώρο της φιλοσοφίας, όπως αργότερα ο Jakobson και οι Ρώσοι φορμαλιστές τη μετέφεραν σ' αυτόν της γλωσσολογίας.

Ο Goethe, που μετέφραζε από εννέα γλώσσες, διατύπωσε τη θεωρία των τριών φάσεων της μετάφρασης που αντιστοιχούν σε διαφορετικά στάδια του πολιτισμού, αλλά μπορούν και να συνυπάρχουν, και περιγράφονται ως η φάση της παιδικής ηλικίας, στην οποία τα ξένα κείμενα είναι μόνο εξωτερικά προσπελάσιμα (παράδειγμα η μετάφραση της Βίβλου από το Λούθηρο), η φάση της εφηβείας, στην οποία οικειωνόμαστε το ξένο κείμενο μέσα από την υποκατάσταση και την αναπαραγωγή, και, τέλος, η ιδεώδης φάση, στην οποία ο μεταφραστής επιδιώκει την πλήρη ταύτιση ανάμεσα στη γλώσσα-πηγή και τη γλώσσα-στόχο, αλλά και την εξίσωση μετάφρασης και πρωτότυπου. Ο ιδεώδης μεταφραστής για τον Novalis είναι "ο ποιητής της ποίησης".[6] Μια ανάλογη σκέψη αναγνωρίζουμε στο περίφημο δοκίμιο του φιλοσόφου Walter Benjamin για το έργο του μεταφραστή. Ο Benjamin, μεταφραστής του Baudelaire στα γερμανικά, γράφει: "Δουλειά του μεταφραστή είναι να αποδεσμεύσει στην ίδια του τη γλώσσα την καθαρή εκείνη τη γλώσσα που βρίσκεται στη μαγική εξουσία μιας άλλης, να απελευθερώσει τη γλώσσα που είναι φυλακισμένη σε ένα έργο, αναδημιουργώντας της".[7] Τα ποιήματα δεν μεταφράζονται, ξαναγράφονται, έλεγε ένας από τους Έλληνες άγιους της μετάφρασης, ο Άρης Αλεξάνδρου.

Η μεταφραστική δραστηριότητα στις αρχές του αιώνα μας εντάθηκε διεθνώς και σ' αυτό συνέβαλαν οι συνθήκες της κυκλοφορίας του βιβλίου και η δημιουργία ενός ευρύτερου αναγνωστικού κοινού αφενός, που δημιουργούσε νέες ανάγκες στην αγορά, και η τόνωση του ενδιαφέροντος για τους αρχαίους αφετέρου, που αναζωπυρώθηκε χάρη στα κινήματα του ρομαντισμού και του κλασικισμού.

Σχετικά με τη μεταφραστική δραστηριότητα στην περίοδο αυτή, διακρίνονται δύο κυρίαρχες τάσεις, που θα προσπαθήσουμε να περιγράψουμε σε γενικές γραμμές. Την πρώτη εκπροσωπούν οι μεταφραστές που δίνουν έμφαση στην αξία του πρωτότυπου κειμένου, δηλαδή της γλώσσας-πηγής, και αποβλέπουν στο να ενθαρρύνουν τον αναγνώστη να επιστρέψει σ' αυτό χωρίς να ισχυρίζονται ότι το αντικαθιστούν. Τέτοιες μεταφράσεις των αρχαίων προορίζονται κυρίως για σχολική χρήση και τις ονομάζουμε "χρηστικές" ή "φιλολογικές". Τη δεύτερη τάση εκπροσωπούν οι μεταφραστές που επιδιώκουν να προσφέρουν τη δική τους εκδοχή και ερμηνεία του πρωτότυπου, συχνά επεμβαίνοντας δραστικά, γιατί αυτό που τους ενδιαφέρει είναι η εθνική γλώσσα στην οποία μεταφράζουν, δηλαδή η γλώσσας-στόχος. Τις μεταφράσεις αυτές, συχνά έργο δόκιμων λογοτεχνών, συνήθως τις ονομάζουμε "λογοτεχνικές".

Η λογοτεχνική μετάφραση στην Ελλάδα

Κάθε γενιά, με τα έργα που επιλέγει για να μεταφράσει και με τις απόψεις για τη μετάφραση που υιοθετεί, φανερώνει όχι μόνον τις λογοτεχνικές προτιμήσεις της, αλλά και τις τρέχουσες αντιλήψεις για τη λογοτεχνική δημιουργία. Μια ιστορία της λογοτεχνικής μετάφρασης στην Ελλάδα θα πρέπει να απαντά στο τριπλό ερώτημα, εξετάζοντας το σε διαφορετικές χρονικές περιόδους:

Α. Ποια έργα μεταφράζονται;

Β. Γιατί μεταφράζονται;

Γ. Πώς μεταφράζονται;

Σύμφωνα με την παραπάνω υπόθεση εργασίας, θα μπορούσαμε να χωρίσουμε την ιστορία της λογοτεχνικής μετάφρασης στην Ελλάδα σε περιόδους που αντιστοιχούν με εκείνες της ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Σημαντική πηγή σε μια τέτοια έρευνα είναι οι πρόλογοι των μεταφράσεων, γιατί σ' αυτούς οι μεταφραστές εξηγούν τις επιλογές τους και διατυπώνουν τους προβληματισμούς τους. Για τον λόγο αυτό μπορούμε να θεωρήσουμε τους προλόγους ως πολύτιμο και πρωτογενές υλικό για μια ελληνική θεωρία της μετάφρασης.

Από την πρώτη διερεύνηση διαπιστώνουμε ότι αυτό που απασχολεί σταθερά τους Έλληνες μεταφραστές μέχρι το 19ο αιώνα είναι η επιλογή των κατάλληλων έργων προς μετάφραση, από την αρχαία ή δυτικοευρωπαϊκή γραμματεία, και ότι η επιλογή αυτή γίνεται με γνώμονα τον παιδευτικό τους χαρακτήρα, δηλαδή τη χρησιμότητά τους. Οι μεταφραστές αναζητούν έργα παιδευτικά, μέσα στο πνεύμα της παιδευτικής αναβάθμισης του γένους και της εθνεγερσίας, ενώ παράλληλα αποσκοπούν στον εμπλουτισμό της γλώσσας "με γλώσσες, με φράσεις, με τρόπους του λέγειν, με τροπές και μεταφορές" που στερείται η γλώσσα ενός έθνους "όπου δεν είναι παιδευμένον".[8]

Ως προς τον τρόπο που μεταφράζουν, δηλαδή στο τρίτο ερώτημα της υπόθεσης εργασίας μας, οι μεταφραστές περιορίζονται να σχολιάσουν την προτίμησή τους για τη μορφή της ελληνικής γλώσσας που χρησιμοποιούν, δηλαδή τη δημοτική ή την καθαρεύουσα. Κατά κανόνα επιχειρηματολογούν σθεναρά ως προς την επιλογή της δημοτικής, συχνά σε μαχητικά προλογικά κείμενα. Το φαινόμενο αυτό βεβαίως εξηγείται από την πιεστική ανάγκη για τη δημιουργία μιας εθνικής γλώσσας και μιας εθνικής γραμματείας, την οποία οι πνευματικοί σκαπανείς και δάσκαλοι του γένους αισθάνονται ως πρωταρχικό χρέος. Η μετάφραση αποκτούσε τον χαρακτήρα μιας παιδευτικής δραστηριότητας με εθνική σημασία και αποσκοπούσε όχι μόνο στον εμπλουτισμό της γραμματείας μας με έργα της αρχαίας ελληνικής λογοτεχνίας ή φιλοσοφικά κείμενα γραμμένα σε ευρωπαϊκές γλώσσες και μεταφρασμένα στη δημοτική, αλλά και στην καλλιέργεια και στον εμπλουτισμό του αδούλευτου νεοελληνικού γλωσσικού οργάνου. Το 1544, όταν ο Νικόλαος Σοφιανός μεταγλώττιζε το Περί παίδων αγωγής του Πλουτάρχου, εξηγούσε ότι αυτή τη μετάφραση την υπαγορεύει η σκοπιμότητα και διακήρυσσε ότι με τον τρόπο αυτό συμβάλλει στο "να ανακαινισθή και να αναπτερυγιάση από την τόση απαιδευσίαν το ελεεινόν γένος".[9]

Στα τέλη του 18ου αιώνα, παράλληλα με το ζήτημα της γλώσσας, εμφανίζεται μια νέα πλευρά του διδακτισμού, η διδαχή νέων ηθών. Τις μεταφράσεις του Καταρτζή, του Φιλιππίδη του Κωνσταντά και του Μοισιόδακα, με καθαρά παιδευτικό χαρακτήρα, διαδέχονται οι μεταφράσεις του Ρήγα, της Μητιώς Σακελλαρίου και άλλων, οι οποίοι μετατοπίζουν τα ενδιαφέροντά τους από τα έργα του στοχασμού στα έργα της μυθοπλασίας. Έτσι, κοντά στον Locke και ο Goldoni. Όπως παρατηρεί ο Κ. Θ. Δημαράς, τα λογοτεχνικά έργα μεταφράζονται γιατί διδάσκουν την ευδαιμονία μέσω του δρόμου της αρετής. Τη δειλή φρόνηση πρέπει να αντικαταστήσει η γενναία και ελευθέρια αρετή. Το ζήτημα πλέον δεν είναι η ηθικολογία, αλλά η ηθολογία.[10] Τη φιλοπονία του αλλά και τη χάρη των ερωτικών θεμάτων υπερασπίζεται ο ανώνυμος μεταφραστής του Metastasio το 1779, ενώ, την ίδια δεκαετία, ο Ρήγας, μεταφράζοντας το Σχολείον των ντελικάτων εραστών, γράφει στον πρόλογο: "Η άκρα έφεσις όπου έχω, εις το να δώσω μίαν αμυδράν ιδέαν των κατά την Ευρώπη ηδονικών αναγνώσεων, αι οποίαι και ευφραίνουσι και τα ήθη τρόπον τινά επανορθούν, με παρεκίνησε να αναλάβω την μετάφρασιν των ιστοριών τούτων, οπού ενταυτώ να ηδύνω και να ωφελήσω τον αναγνώστην μου".[11] Εννοείται ότι μέσα από αυτό τον συλλογισμό διαφαίνεται ένα σχήμα μέσα στο οποίο συνδυάζονται η τέρψη με την ψυχωφέλεια, αλλά και την εθνωφέλεια.

"Τέρπειν άμα τε και διδάσκειν"

Έναν νέο προβληματισμό για τη μετάφραση, που επεκτείνεται από το ζήτημα της γλώσσας σε ζητήματα τεχνικής και αισθητικού αποτελέσματος, εισάγει ο Ιωάννης Βηλαράς. Ο Γιαννιώτης λόγιος, προλογίζοντας μια μετάφραση της Βατραχομυομαχίας, παρατηρεί ότι η κατά λέξη δουλική μεταγλώττιση είναι αδύνατη στην ποίηση, "καθώς είναι ανωφέλευτη στο λογογραφικό", δηλαδή στην πεζογραφία. Ο παραπάνω συλλογισμός φανερώνει το ενδιαφέρον του μεταφραστή όχι μόνο για τη γλώσσα, αλλά και για το ζήτημα της πιστότητας.[12]

Μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα, στην Ελλάδα το παιδευτικό και εθνικό έργο της μετάφρασης παραμένει πάντα στο επίκεντρο των συζητήσεων, αλλά, παράλληλα, συζητιέται πλέον και η μετάφραση ως καλλιτεχνική δημιουργία. Μέσα στο πνεύμα αυτό, μεταφράζει ο Δ. Πανταζής τις Νύχτες του Young (1835) και ο Παναγιώτης Πανάς τον Ossian (1862) στη δημοτική, σε μεταφράσεις που δεν διακρίνονται για σεβασμό στο πρωτότυπο. Τη σκέψη των γερμανών διανοητών και συγγραφέων αναγνωρίζουμε στην προβληματική του Ιάκωβου Πολυλά, μεταφραστή του Ομήρου και του Shakespeare: "Βεβαίως αι ποιητικαί μεταφράσεις υποθέτουν αρκετήν φανταστικήν δύναμιν και ενθουσιασμόν, και μόνον όταν μετέχουν των υψηλών τούτων ιδιοτήτων, δεν θεωρούνται πλέον έργα μηχανικά, αλλά καλλιτεχνικά και ικανά να συντελέσουν εις εξημέρωσιν και εξευγενισμόν της γλώσσης [...] ιδίως όταν μια φιλολογία, καθώς η δική μας, μεταβαίνει από την παιδικήν εις την νεανικήν ηλικίαν της...".[13] Όμως αλλού ο ίδιος, προλογίζοντας τον Αμλέτο, προκρίνει ότι σε παρόμοια εγχειρήματα "...γεννάται μία ομοιόμορφος γλώσσα, προωρισμένη να είναι ο προφορικός άμα και ο γραπτός λόγος ολόκληρου του έθνους".[14]

Αν οι πρώτοι δάσκαλοι του γένους μεταγλώττιζαν τους αρχαίους κλασικούς, τώρα παρατηρείται μια πλημμυρίδα μεταφράσεων ξένων λογοτεχνικών έργων στις εφημερίδες και στα φιλολογικά περιοδικά. Όμως η κριτική συνέχισε να ασχολείται με τη χρησιμότητα αυτών των κειμένων, περιορίζοντας το πρόβλημα στον χώρο της γλωσσικής διαμάχης, και εκεί το κράτησε για πολλές δεκαετίες, ακόμη και μεσούντος του 20ού αιώνα.

Στα τέλη του 19ου αιώνα η λογοτεχνική μετάφραση γνώρισε μια περίοδο εξαιρετικής άνθησης, και μάλιστα με έργα φιλοτεχνημένα από τη γραφίδα του Εμμανουήλ Ροΐδη και του Δημητρίου Βικέλα. Χωρίς αμφιβολία, ο Ροΐδης θα συμφωνούσε με τον EdwardFitzgerald, τον μεταφραστή των Ρουμπαγιάτ του Ομάρ Καγιάμ, ότι "είναι προτιμότερο ένα ζωντανό σπουργίτι παρά ένας ψόφιος αετός". Ο συγγραφέας της Πάπισσας είχε ταχθεί υπέρ της δημιουργικής μετάφρασης sensumdesenso από το πρώτο δημοσιευμένο έργο του, που ήταν η μετάφραση του Οδοιπορικού του Chateaubriand (1860). Ωστόσο η "μεταμόρφωσις των δένδρων εις πασσάλους", όπως αποκαλεί ο Ροΐδης τη στείρα φιλολογική μετάφραση, δανειζόμενος τη φράση από τον JulesJanin, ήταν κάτι το οποίο παλιότερα απέφυγαν οι Έλληνες μεταφραστές, συνήθως λογοτέχνες οι ίδιοι, και συχνά πλέον δημιουργικοί, έστω και παίρνοντας πολλές ελευθερίες. Πρωτίστως τους ενδιέφερε η γλώσσα-στόχος, δηλαδή η δημοτική γλώσσα στην ανθηρή λογοτεχνική χρήση της.

Στην αυγή του 20ού αιώνα, η πιο μαχητική στιγμή του δημοτικισμού σφραγίζεται από τις μεταφράσεις του Αλέξανδρου Πάλλη, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν η Ιλιάδα και η Καινή Διαθήκη. Το 1898 εκδίδεται το περιοδικό του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου Τέχνη, στο οποίο μεταφράζονται γερμανοί ρομαντικοί, και αμέσως μετά, το 1901, ο Διόνυσος, όπου τα περισσότερα κείμενα είναι μεταφράσεις ξένων έργων και λιγότερα είναι πρωτότυπα έργα. Οι μεταφραστές του περιοδικού δεν σχολιάζουν τον τρόπο που μεταφράζουν. Σημασία γι' αυτούς έχει, όπως μπορούμε να εικάσουμε, η μεταφύτευση ξένων πνευματικών κινημάτων, ιδεών και τεχνοτροπιών, μέσα από τα έργα κυρίως Γερμανών, του Goethe, του Nietzsche, του Novalis, αλλά και των Ibsen και Strindberg, από τους Χατζόπουλο, Καμβύση, Γρυπάρη. Σε πολλά ποιήματα διαβάζουμε κάτω από τον τίτλο: "πρόχειρη μετάφραση".

Την εποχή αυτή το έργο του μεταφραστή αναλαμβάνουν κυρίως οι ποιητές, οι οποίοι "μεταφράζουν ξαναγράφοντας", αλλά συνειδητά. Ο Κλέων Παράσχος ενσωματώνει στα ποιήματά του τη μετάφραση του Baudelaire. "Ξανατονισμένη μουσική" ονομάζει τη δική του μεταφραστική προσπάθεια ο Κωστής Παλαμάς. Σ' ένα άρθρο του γραμμένο το 1921 διαβάζουμε: "Μεταφράζει κανείς το ξένο κείμενο καθώς μεταφράζει το αίσθημά του και τη σκέψη του που είναι, ή που θαρρεί πως είναι, δικά του. Η μετάφραση δεν αξίζει παρά ό,τι αξίζει ο μεταφραστής".[15] Προλογίζοντας την Ξανατονισμένη μουσική, παρατηρεί ότι οι μεταφραστές που αλλάζουν στίχους "μπορεί και άθελα να τους κρατούν πιο πολύ στον αέρα που θα ήθελαν, που θα έπρεπε να τον αναπνέουν· οι άπιστοι αυτοί μεταφραστές είναι από μιαν άλλη άποψη και οι πιστότεροι".[16]

Ο ίδιος μεταφραστικός οργασμός συνεχίζεται μέχρι τη δεκαετία του '30. Ο Κώστας Βάρναλης, ο Βάσος Δασκαλάκης, ο Νίκος Καζαντζάκης, ο Μάρκος Αυγέρης, ο Παναγής Λεκατσάς, ο Φώτης Κόντογλου, ο Μήτσος Παπανικολάου, ο Εμμανουήλ Σφακιανάκης, ο Καίσαρ Εμμανουήλ, ο Τέλλος Άγρας, όλοι μεταφράζουν. Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον να "ρωτήσει" κανείς τον καθένα χωριστά -δηλαδή να ξεκλειδώσει το έργο τους επιχειρώντας μια παράλληλη και συγκριτική μελέτη των μεταφράσεών τους με τα πρωτότυπα δημιουργήματά τους- ποιους, γιατί, πώς μεταφράζουν.

Η παγίδα της μονοφωνίας

Σε όλη τη διάρκεια του 20ού αιώνα, οι μεταφραστές συνέχισαν να προέρχονται από τις τάξεις των ποιητών, δηλαδή, όπως θα έλεγε ο Ροΐδης, "έχοντες κάλαμον υγρόν έτι εκ της συγγραφής πρωτοτύπου έργου". Στις λογοτεχνικές μεταφράσεις καθιερώθηκε η δημοτική και ελαχιστοποιήθηκαν οι σολοικισμοί, ή οι "παρδαλοτυπίες", όπως ονόμασε τις γλωσσικές ακρότητες των καθαρευουσιάνων ο οξυδερκέστατος συγγραφέας των Ειδώλων, που οι απόψεις του για τη γλώσσα της μετάφρασης και γενικότερα για τη λογοτεχνική γλώσσα μπορούν να διαβαστούν σήμερα σε ένα πλαίσιο διαφορετικών και επίκαιρων προβληματισμών. Σε ποιο βαθμό όμως ελαχιστοποιήθηκαν;

Ο Ροΐδης υπήρξε ο πρώτος συγγραφέας που έθιξε στην Ελλάδα το θέμα της πολυφωνίας στο μυθιστόρημα και συνεπώς την ιδιαιτερότητα της γλώσσας της μυθοπλασίας, εξάγοντάς την από την αντιδιαστολή δημοτικής-καθαρεύουσας. Προλογίζοντας τα Είδωλα, υπογραμμίζει ότι στο μυθιστόρημα τα πρόσωπα πρέπει να μιλούν ανάλογα με την τάξη και την προέλευσή τους: "Διηνεκείς του συγγραφέως συνεργάται είναι απανταχού ο επιστήμων και ο αχθοφόρος, ο πολίτης και ο αγρότης, ο δικαστής και ο υπόδικος, ο ιεροκήρυξ και ο λωποδύτης, ο ευφυολόγος και ο πολλάκις ευφυέστερος των τριόδων, η σεμνή οικοδέσποινα και η υπότροφος του χαμαιτυπείου".[17] Αλλού στο ίδιο: "...τα προ εικοσιπέντε αιώνων αγοραία και συρφετώδη ταύτα "ρηματίσκια" του Αριστοφάνους, του Ξενάρχου, του Ιππώνακτος και του Ηρώνδα είναι ασυγκρίτως ευγενέστερα και υψηλότερα των μεταφυσικών του Πλάτωνος και του Πρόκλου, δια τον λόγον ότι απαιτείται πολύ περισσότερον φυλλομέτρημα λεξικού, σχολίων και ερμηνευμάτων δια ν' αξιωθώμεν να εντρυφύσωμεν εις την λαϊκότητα και χυδαιότητα αυτών".[18]

Οι παραπάνω παρατηρήσεις μας οδηγούν σε ένα κεντρικό πρόβλημα των μεταφραστικών επιλογών στη μαχητική εποχή του δημοτικισμού, όπου η απουσία πολυφωνίας εμφανίζεται παράλληλα με το ζήτημα μιας τεχνητά ομοιόμορφης ελληνικής γλώσσας, είτε της καθαρεύουσας των γλωσσαμυντόρων είτε της δημοτικής των ψυχαρικών.

Η γλωσσική ομοιομορφία είναι μια μορφή καθαρολογίας. Ό,τι ισχύει για τις μεταφράσεις των οπαδών του Μιστριώτη ισχύει και για τις μεταφράσεις των παλιοδημοτικιστών. Συχνά, αν όχι πάντα, χάνονται τα πολλαπλά μητρώα, οι κώδικες της ανθρώπινης ομιλίας. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για γλωσσικά μονοπώλια, τα οποία συνοδεύονταν από μια κατανομή αρμοδιοτήτων που είχε λάβει περίπου την ακόλουθη μορφή και μπορούμε να την περιγράψουμε ως εξής:

Η καθαρεύουσα εμφανίζεται ταυτισμένη με τον λόγο της εξουσίας, έναν λόγο ηθικολογικό, αντιερωτικό, αλλά και την επίσημη γλώσσα της ακαδημαϊκής γνώσης. Αντίθετα, η δημοτική γίνεται συνώνυμη με τη γλώσσα του λαού, τη γλώσσα της καθημερινής ομιλίας, συνεπώς με μια γλώσσα χρηστική, την οποία από μια εποχή και μετά επιλέγουν τα κόμματα με λαϊκή επαναστατική βάση, και όχι αναγκαστικά το σοσιαλιστικό μόνον.[19] Έτσι, με αυτές τις χρήσεις και τους αντίστοιχους συμβολισμούς, και οι δύο γλώσσες, εξίσου μονοφωνικά προσανατολισμένες, προχωρούσαν σε δρόμους παράλληλους.

Η δημοτική των εκπροσώπων της γενιάς του '30, όπως έχει εύστοχα παρατηρηθεί, κινήθηκε σε ένα ανάλογο πνεύμα και διακρίνεται για τον κανονιστικό χαρακτήρα της. Το ίδιο ισχύει και για τις μεταφράσεις τους, με κεντρική την περίπτωση του Γιώργου Σεφέρη.

Οι λέξεις της ελληνικής γλώσσας -μιλώ για τα ισχύοντα πριν από την καθιέρωση της δημοτικής στην εκπαίδευση, μετά τη Μεταπολίτευση- ήσαν εγγεγραμμένες σε διαφορετικά μητρώα· για την επιστήμη άρμοζε η καθαρεύουσα, ενώ για τις καθημερινές συναλλαγές και τα χρηστικά αντικείμενα ο λόγος ανήκε στη δημοτική. Δεν ήταν λοιπόν αξιοπερίεργο ότι συνυπήρχαν τα μητρώα αυτά στα λογοτεχνικά κείμενα, όπως ακριβώς συνυπήρχαν στην καθημερινότητα των προ-δικτατορικών ανθρώπων.

Η παρέμβαση των υπερρεαλιστών

Θα πρέπει να περάσουν πολλά χρόνια πριν επιτευχθεί ο συγκερασμός, όπως συνέβη στο έργο των υπερρεαλιστών, του Ανδρέα Εμπειρίκου και του Νίκου Εγγονόπουλου, που ακολούθησε την τελευταία εξομαλυντική επέμβαση της γενιάς του '30. Οι δύο υπερρεαλιστές, με την τολμηρότητά τους, προσπάθησαν να αντισταθούν στα γλωσσικά μονοπώλια. Αυτή η τάση τους εκδηλώνεται από την πρώτη τους λογοτεχνική εμφάνιση, το 1935 και το 1938 αντίστοιχα, αλλά και από την πρώτη μεταφραστική τους δραστηριότητα στο γνωστό τεύχος Υπερρεαλισμός (1938), στο οποίο μετέφρασαν ποιήματα του AndreBreton και του TristanTzara.

Το μεγάλο βήμα, το τολμηρότερο, το επιχείρησε ο Εμπειρίκος στον Μεγάλο Ανατολικό. Στο έργο αυτό ο ποιητής προσπάθησε να εκπορθήσει τις ηθικολογικές συνδηλώσεις της καθαρεύουσας, χρησιμοποιώντας την σε ένα ερωτικό, πορνογραφικό μυθιστόρημα. Το μέγεθος του βιβλίου δεν είναι, πιστεύω, άσχετο με το κολοσσιαίο αυτό εγχείρημα του Εμπειρίκου να καθαρίσει την καθαρεύουσα από τον μύθο μιας μονόπλευρης ηθικόλογης καθαρολογίας, αλλά συγχρόνως και τη δημοτική από τον μύθο της αποκλειστικότητας τους ελευθέριου λόγου των τριόδων, προεκτείνοντας την "πορνογραφική" -αλλά και διδακτική, τουλάχιστον ως προς το γλωσσικό ζήτημα- αφήγησή του σε χιλιάδες σελίδες, περίπου σαν ένα πρόγραμμα υπερεντατικής αγωγής. Εννοείται ότι η ερωτική γλώσσα του Εμπειρίκου δεν παύει να έχει στοιχεία γλώσσας γραφείου, όσο και τα προγενέστερα εγχειρήματα ενός Ψυχάρη. Αλλά είναι καταφανής η διαφορά: Ο Εμπειρίκος επιδιώκει την κράση, όχι τη σχάση.

Ανάλογη και η στάση του Νίκου Εγγονόπουλου ως προς την ελληνική γλώσσα, την οποία θεωρούσε ενιαία και ανάλογα τη χρησιμοποιούσε, δημιουργώντας μια ιδιόλεκτο η οποία αντλεί από την μακραίωνη γλωσσική παράδοση με τόλμη, χωρίς να αποκλείει τη συνύπαρξη διαφορετικών γλωσσικών τύπων.

Θα τελειώσω με ένα παράδειγμα που φωτίζει ως έναν βαθμό τα παραπάνω. Πρόκειται για τη μετάφραση αποσπασμάτων από τα Τραγούδια του Μαλντορόρ του Lautreamont, από τον Οδυσσέα Ελύτη και τον Νίκο Εγγονόπουλο. Ο Ελύτης δημοσιεύει τη μετάφραση αυτή στη Δεύτερη γραφή (1976), όπου έχει συγκεντρώσει παλιότερες μεταφράσεις του. Στον πρόλογο του βιβλίου παρατηρεί: "Είναι άλλο πράγμα να μεταφράζει κανείς τα ποιήματα που αγαπά και από αυτά πάλι όσα θεωρεί πιο πρόσφορα, κι άλλο πράγμα να περιορίζεται αναγκαστικά σε ορισμένα έργα, είτε για λόγους ιστορικούς, επειδή αντιπροσωπεύουν μια εποχή, ένα συγκεκριμένο ρεύμα, είτε για λόγους συναισθηματικούς, επειδή αφορούν ένα σύνολο που δεν είναι σωστό να κατατμηθεί". Και καταλήγει: "Με τα χρόνια και την πείρα έφτασα να πιστεύω στην ελεύθερη απόδοση παρά στην πιστή μετάφραση".[20] Ο Εγγονόπουλος, σε αντίστοιχο σημείωμα, εξηγεί ότι μετέφρασε τον Lautreamont το 1944 στο σπίτι του Εμπειρίκου.[21]

Ας έρθουμε τώρα στο κείμενο του Lautreamont. Πρόκειται για ένα κείμενο στο οποίο κατεξοχήν συνυπάρχουν πολλά επίπεδα γλώσσας: η επιστημονική ορολογία όπως θα εμφανιζόταν σε ένα σχολικό εγχειρίδιο, η γλώσσα της λυρικής έξαρσης, η πεζολογική αφήγηση, η περιγραφή, οι διάλογοι. Πρόκειται για ένα κείμενο εξαιρετικά βίαιο, συνεχών μεταμορφώσεων, όπου η αναλογική γλώσσα μεσουρανεί. Βρισκόμαστε κυριολεκτικά στο βασίλειο της ποιητικής εικόνας, όπως την όρισε ο PierreReverdy, που δομείται από μεταφορές και παρομοιώσεις, στη γλώσσα του comme (ωσάν). Τα εκατόν ογδόντα τέσσερα ζώα που μέτρησε ο GastonBachelard στο έργο αυτό συνεχώς ενώνονται με το ανθρώπινο σώμα σε απίθανες παραλλαγές μεταμορφώσεων και ανθρωπομορφισμών.

Θα εξετάσω στη συνέχεια τη στρατηγική που ακολουθούν στη μετάφρασή τους οι δύο ποιητές, συγκρίνοντας αποσπάσματα από το πρωτότυπο και από τις μεταφραστικές προτάσεις των δύο ποιητών.

Δημοσιεύουμε το πρωτότυπο κείμενο του Lautreamont:

9.

Je me propose, sans etre emu, de declamer a grande voix la strophe serieuse et froide que vous allez entendre. Vous, faites attention a ce qu'elle contient, et gardez-vous de l'impresion penible qu'elle ne manquera pas de laisser, comme une fletrissure, dans vos imaginations troublees. Ne croyez pas que je sois sur le point de mourir, car je ne suis pas encore un squelette, et la vieillesse n'est pas collee a mon front. Ecartons en consequence toute idee de comparaison avec le cygne, au moment ou son existence s'envole, et ne voyez devant vous qu'un monstre, dont je suis heureux que vous ne puissiez pas apercevoir le figure ; mais moins horrible est-elle que son ame. Cependant, je ne suis pas un criminel... Assez sur ce sujet. Il n'y a pas longtemps que j'ai revu la mer et foule le pont des vaisseaux, et mes souvenirs sont vivaces comme si je l'avais quittee la veile. Soyez neanmoins, si vous le pouvez, aussi calmes que moi, dans cette lecture que je me repens deja de vous offrir, et ne rougoissez pas a la pensee de ce qu'est le cœur humain. O poulpe au regard de soie ! toi, dont l'ame est inseparable de la mienne ; toi, le plus beau des habitants du globe terrestre, et qui commandes a un serail de quatre cents ventouses ; toi, en qui siegent noblement, comme dans leur residence naturelle, par un commun acord, d'un lien indestructible, la douce vertu communicative et les graces divines, pourquoi n'es-tu pas avec moi, ton ventre de mercure contre ma poitrine d'aluminium, assis tous les deux sur quelque rocher du rivage, pour contempler ce spectacle que j'adore !

Vieil ocean, aux vagues de cristal, tu ressembles proportionnellement a ces marques azurees que l'on voit sur le dos meurtri des mousses ; tu es un immense bleu, applique sur le corps de la terre ; j'aime cette comparaison.[22] Ainsi, a ton premier aspect, un souffle prolonge de tristesse, qu'on croirait etre le murmure de ta brise suave, passe, en laissant des ineffacables traces, sur l'ame profondement ebranlee, et tu rappelles, au souvenir de tes amants, sans qu'on s'en rende toujours compte, les rudes commencements de l'homme, ou il fait connaissance avec la douleur, qui ne le quitte plus. Je te salue, vieil ocean !

38.

Je suis sale. Les poux me rongent. Les pourceaux, quand ils me regardent, vomissent. Les croutes et les escarres de lepre ont ecaille ma peau, couverte de pus jaunatre. Je ne connais pas l'eau des fleuves, ni la rosee des nuages. Sur manuque, comme sur un fumier, pousse un enorme champignon, aux pedoncules ombelliferes. Assis sur un meuble informe, je n'ai pas bouge mes membres depuis quatre siecles. Mes pieds ont pris racine dans le sol et composent jusqu'à mon ventre, une sorte de vegetation vivace, remplie d'ignobles parasites, qui ne derive pas encore de la plante et qui n'est plus de la chair. Cependant mon cœur bat. Mais comment battrait-il, si la pourriture et les exhalaisons de mon cavadre (je n'ose pas dire corps) ne le nourrissaient abondamment ? Sous mon aisselle gauche, une famille de crapauds apris residence et, quand l'un d'eux remue, il me fait des chatouilles. Prenez garde qu'il ne s'en echappe un, et ne vienne gratter, avec sa bouche, le dedans de votre oreille : il sera ensuite capable d'entrer dans votre cerveau. Sous mon aisselle droite, il y a un cameleon qui leur fait une chasse perpetuelle afin de ne pas mourir de faim : il faut que chacun vive. Mais quand un parti dejoue completement les ruses de l'autre ils ne trouvent rien de mieux que de ne pas se gener et sucent la graisse delicate qui couvre mes cotes : j'y suis habitue. Une vipere mechante a devore ma verge et a pris sa place : elle m'a rendu eunuque, cette infame. Oh ! si j'avais pu me defendre avec mes bras paralyses ; mais, je crois plutot qu'ils se sont changes en buches. Quoi qu'il en soit, il importe de constater que ne croissent plus, ont jete a un chien, qui n'a pas refuse, l'interieur de mes testicules : l'epiderme soigneusement lave, ils ont loge dedans. L'anus a ete intercepte par un crabe ; encourage par mon inertie, il garde l'entree avec ses pinces, et me fait beaucoup de mal. Deux meduses ont franchi les mers, immediatement allechees par un espoir qui ne fut pas trompe. Elles ont regarde avec attention les deux parties charnues qui forment le derriere humain, et, se cramponnant a leur galbe convexe elles les ont tellement ecrasees par une pression constante que les deux morceaux de chair ont disparu, tandis qu'il est reste deux monstres, sortis du royaume de la viscosite egaux par la couleur, la forme et la ferocite. Ne parlez pas de ma colonne vertebrale, puisque c'est un glaive !

Ακολουθεί η μετάφραση του Νίκου Εγγονόπουλου (Στην Κοιλάδα με τους ροδώνες, εκδ. Ίκαρος Αθήνα 1978):

9.

(από το Άσμα Πρώτο)

Έχω σκοπό, δίχως την παραμικρή συγκίνηση, ν' απαγγείλω μεγαλόφωνα το ψυχρό και σοβαρό ποίημα που πρόκειται ν' ακούσετε. Εσείς, πάλι, προσέξτε τι περιέχει και φυλαχτήτε από τη θλιβερή εντύπωση, που δεν μπορεί να μην προκαλέσει, όμοια μ' αισχρή κηλίδα, μέσα στις ταραγμένες σας φαντασίες. Μην πάη και βάλετε με το νου σας πως τούτη τη στιγμή βρίσκομαι στο κατώφλι του θανάτου: όχι, δεν βρυκολάκιασα ακόμη, και τα γεράματα δεν μούχουν κολλήσει στο μέτωπο.

Ας παραμερίσουμε, συνεπώς, κάθε ιδέα παραβολής με τον κύκνο, τη στιγμή που η ζωή τον αφήνει, και μη βλέπετε μπροστά σας παρά ένα τέρας, όπου ευτυχώς δεν είναι δυνατόν ν' αντικρύσετε τη μούρη του, αν και τούτη η μούρη είναι λιγότερο φριχτή απ' την ψυχή μου. Μολαταύτα, δεν είμαι κακούργος... Όμως, αρκετά επ' αυτού του θέματος. Δεν πάει καιρός που ξαναείδα τη θάλασσα, που περπάτησα στα καταστρώματα των καραβιών της, κι' οι θύμησές μου είναι ζωντανές σαν χτες μόλις ναν την είχα εγκαταλείψει. Πρέπει όμως να μείνετε, όσο το καταφέρνετε βέβαια, ατάραχοι και ψύχραιμοι όπως κι' εγώ, κατά τη διάρκεια αυτού του αναγνώσματος που σας προσφέρω (αν κι' αρχίνησα από τώρα ναν το μετανοιώνω), και μην ερυθριάσετε με τη σκέψη του τι είναι η ανθρώπινη καρδιά. Ω, χταπόδι με το μεταξένιο βλέμμα! Εσύ που η ψυχή σου είναι αχώριστη της ψυχής μου, εσύ ο ωραιότερος κάτοικος της γήινης σφαίρας, που εξουσιάζεις ένα χαρέμι με τετρακόσιες βυζάχτρες, εσύ που μέσα σου κατοικοεδρεύουν ευγενικά, σα στη φυσικιά τους κατοικία, κατόπιν αμοιβαίας συμφωνίας, μ' αδιάρρηκτους δεσμούς, η γλυκειά μεταδοτική αρετή και οι θείες χάριτες, γιατί να μην είσαι μαζύ μου, η υδραργυρένια σου κοιλιά πάνω στο στήθος μου τ' αλουμινένιο, καθισμένοι κι' οι δυο σε κάνα βράχο στ' ακρογιάλι, ν' ατενίζουμε το θέαμα που λατρεύω!

Γέροντα ωκεανέ, με τα κρυστάλλινα κύματα, μοιάζεις, τηρουμένων των αναλογιών, στα γαλάζια σημάδια που βλέπουμε στις ξυλοφορτωμένες πλάτες των μούτσων. Είσαι μια τεράστια γαλάζια εκχύμωσις πάνω στο κορμί της γης. Μ' αρέσει αυτή η παρομοίωσις. Έτσι, με την πρώτη ματιά που σου ρίχνουν, μια μακρόσυρτη αύρα θλίψεως, σαν το μουρμουρητό που κάμει το υπέροχο αεράκι, περνά αφίνοντας ανεξίτηλα σημάδια στις βαθειά συγκινημένες ψυχές και ξαναφέρνει στη μνήμη των εραστών, δίχως να γίνεται πάντα καλά καλά αντιληπτό πώς, τα σκληρά ξεκινήματα τ' ανθρώπου όταν πρωτογνωρίζεται με την οδύνη, που δεν τον αποχωρίζεται πια ποτέ. Σε χαιρετώ, γέροντα ωκεανέ!

4.

(από το Άσμα Τέταρτο)

Είμαι βρώμιος. Οι ψείρες με τρων. Τα γουρούνια, σα με βλέπουν, ξερνούν. Τα κάκαδα κι' οι σκάρες της λέπρας γιόμισαν το πετσί μου, που στάζει ολάκαιρο ένα κίτρινο έμπυο. Δε γνωρίζω ούτε τα νάματα των ποταμών, ούτε τη δρόσο του σύγνεφου. Πάνω στο σβέρκο, σαν πάνω στην κοπριά, θάλλει ένα τερατώδες μανιτάρι, με πετασοφόρα παρακλάδια. Κάθουμαι πάνω σ' ένα άμορφο έπιπλο, και δεν τάχω κουνήσει τα μέλη μου τώρα και τέσσερις αιώνες. Τα πόδια μου ξαπλώσανε ρίζες μέσα στη γης κι' ορθώνουν, ίσαμε τον αφαλό μου, ένα είδος ζωντανή βλάστηση, γιομάτη φριχτά παράσιτα, βλάστηση που δεν έχει και μεγάλη σχέση με φυτά, όπως που έχει πάψει νάναι και σάρκα. Μολαταύτα η καρδιά χτυπά. Μα πώς θα χτυπούσε, αν η σαπίλα κι' οι αναθυμιάσεις του ψοφιμιού μου (δεν τολμώ πια να πω "κορμιού μου") δεν την τροφοδοτούσαν μ' αφθονία; Κάτω από την αριστερή μου αμασχάλη, μιαν οικογένεια βάτραχοι έχει στήσει το γιατάκι της και, σαν ένας από δαύτους κουνά, εγώ γαργαλιέμαι. Έχετε το νου σας μη τυχόν και κανείς τους το σκάση κι' έρθη και σας χαρχαλεύει, με τη μουσούδα του, μέσα στ' αυτί: θάταν ικανός να τρυπώση και μέσα στο μυαλό σας. Κάτω απ' τη δεξιά μου αμασχάλη ζει ένας χαμαιλέων, που τους έχει κηρύξει ανελέητο κυνηγητιό, για να μην πεθάνη της πείνας: ο καθείς δεν πρέπει να ζήση; Μα σαν η μια μερίδα ξεγλυτώση από τις μηχανές του άλλου κόμματος, δεν τους μνήσκει άλλο τίποτε και στους δυο πάρεξ να πάρουν κάθε ελευθερία μαζύ μου, κι' έτσι ρίχτουνται στο τραγάνισμα του λεπτού λίπους που καλύπτει τα πλευρά μου: τόχω άλλωστε συνηθίσει. Μιαν κακιά οχέντρα καταβρόχθισε το πέος μου και μπήκε στη θέση του: μ' έχει μουνουχίσει, η άτιμη! Αχ! Αν ημπορούσα ν' αμυνθώ με τα παραλυμένα μπράτσα μου, μα μου φαίνεται μάλλον πως έχουν γενεί σαν ξερά ξύλα της φωτιάς. Οπωσδήποτε, είναι επάναγκες να παρατηρηθή ότι το αίμα δεν έρχεται πλέον ν' απλώση την κοκκινάδα του. Δυο μικροί σκαντζόχεροι, κατσιασμένοι, επετάξανε σ' έναν σκύλο, που δεν τ' απεποιήθη, το εσωτερικό των όρχεών μου: έπλυναν προσεκτικά την επιδερμίδα, και μπήκανε μέσα και θρονιάστηκαν. Ο αφεδρών έγινε κτήμα ενού κάβουρα: πήρε κουράγιο απ' την ακινησία μου, φυλάει σκοπός στην είσοδο με τις δαγκάνες του, και με κάνει, αχ, πολύ να υποφέρω! Δυο μέδουσες έχουνε διασχίσει θάλασσα, άμεσα δελεασμένες από μιαν ελπίδα που είδε την πραγματοποίησή της.

Ακολουθεί η μετάφραση του Οδυσσέα Ελύτη (Δεύτερη γραφή, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1976):

ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΑΣΜΑ

III

Στοχάζομαι ασυγκίνητος ν' απαγγείλω με φωνή στεντόρεια τη σοβαρή και παγερή τούτη στροφή που θ' ακούσετε. Δώσετε προσοχή στο νόημά της και φυλαχτείτε απ' τις συνέπειες που μπορεί κάλλιστα να 'χει για την ταραγμένη σας φαντασία. Και μη θαρρέψετε πως έφτασε η στιγμή να πεθάνω. Δεν είμαι ολότελα σκελετός μήτε τα γηρατειά μ' αποπήρανε τόσο που να μην σηκώνω ψηλά το μέτωπο. Κατά μέρος λοιπόν κάθε απόπειρα να συγκριθώ με τον κύκνο τη στιγμή που ξεψυχάει. Μπροστά σας μην βλέπετε παρά ένα τέρας πανευτυχισμένο που την όψη του δε γίνεται να την αντικρύσεις κι ας είναι λιγότερο φριχτή από την ψυχή του. Ωστόσο δεν είμαι κανένας κακούργος... αλλ' αρκετά πάνω σ' αυτό το θέμα.

Δεν πάει πολύς καιρός που ξανάβαλα το πόδι μου σε καράβι και ξανάδα θάλασσα, έτσι τώρα την έχω ζωντανή στη θύμησή μου σα να την είχα μόλις χτες αφήσει. Τουλάχιστον, αν το μπορείτε, μείνετε ατάραχοι όσο κι εγώ μπροστά σ' αυτό το ανάγνωσμα που σας προσφέρω, μ' όλο που το 'χω μετανιώσει και μην κοκκινίσετε από ντροπή όταν νιώσετε στ' αλήθεια τι λογής είναι η καρδιά του ανθρώπου.

Ω χταπόδι με το μεταξένιο βλέμμα σου! Πόχεις ψυχή αξεχώριστη από τη δική μου. Που, απ' όσο ξέρω, μες στη σφαίρα μας ολάκερη άλλο δεν είναι πλάσμα ομορφότερο από σένα, συ πόχεις στις προσταγές σου ένα σαράι σωστό από χίλιους μυζητήρες. Γιατί κι εσύ -όπου μέσα σου θρονιάζουν, λες κι είναι η φυσική τους κατοικία, δεμένες με δεσμό ακατάλυτο, η γλυκύτατη αρετή της επικοινωνίας κι όλες οι θείες χάρες- γιατί, λέω, να μην είσαι κοντά μου με τον υδράργυρο της κοιλιάς σου πάνω στ' αλουμινένιο στήθος μου, να καθόμαστε τα δυο μας σε κάποιο βραχάκι του γιαλού και ν' ανικρύζουμε αυτό το θέαμα που λατρεύω!

Γερο-Ωκεανέ με τα κρυστάλλινά σου κύματα, μοιάζεις, κρατώντας τις αναλογίες, μ' εκείνες τις γαλαζωπές ραβδώσεις όπου θωρεί κανείς να 'χουν οι ναυτικοί στην πληγιασμένη τους τη ράχη. Μια τεράστια απεραντοσύνη είσαι απλωμένη πάνω στο κορμί της γης. Στο πρώτο σου τ' αντίκρυσμα, ένας σιγανός λυπητερός αέρας, που θα τον έλεγε άλλος ψιθυρητό της αύρας σου της απολαυστικής, περνάει αφήνοντας αχνάρια άσβηστα μες στη συγκλονισμένη ως τα κατάβαθα ψυχή και ξυπνάει στη θύμηση κεινών που σ' αγαπάνε, τα τραχιά ξεκινήματα του ανθρώπου, τότες που πρωτόνιωσε τον πόνο, τον πόνο που πια δεν τον αποχωρίστηκε ποτέ. Σε χαιρετώ, Γερο-Ωκεανέ!

ΑΠΟ ΤΟ ΤΕΤΑΡΤΟ ΑΣΜΑ

III

Είμαι όλος μες στη βρώμα. Η ψείρα με κατάφαγε. Οι γουρούνες, μόνο που μ' αντικρύζουνε, ξερνάν από αηδία. Το πετσί μου, από τα κάκαδα και τις καντήλες της λώβας, έπιασε λέπι και πρασινοκίτρινο έμπυο. Το νερό το τρεχάμενο δεν το ξέρω, μήτε του σύννεφου τη δροσιά. Πάνω στο σβέρκο μου, λες και είναι γεμάτος κοπριά, ξεφύτρωσ' ένα πελώριο μανιτάρι, όλο τσουνιά που ανοίγουνε σαν ομπρέλες. Έχω τέσσερις αιώνες να σαλέψω εδώ που βρίσκομαι καρφωμένος πάνω σ' ένα κάθισμα που ο Θεός να το κάνει. Τα ποδάρια μου πιάσανε ρίζες μες στο χώμα και ξεπετάξανε ως πάνου στην κοιλιά μου ένα είδος βλάστηση οργιαστική, γιομάτη φοβερά παράσιτα, που δε μπορείς να την πεις ακόμη ολότελα φυτό μα που δεν είναι πια καθαυτό σάρκα. Ωστόσο η καρδιά μου δουλεύει. Και πως αλλιώς θα τα κατάφερνε να δουλεύει αν η σαπίλα και η μπόχα που βγαίνουν από το κουφάρι μου (δεν πάει στο στόμα μου να πω: από το κορμί μου) δεν τη θρέφανε και με το παραπάνω;

Κάτω από την αριστερή μου τη μασχάλη έχει στήσει το σπιτικό της μια φαμίλια ολάκερη βατράχια, κι αν κάνει κάποιο απ' όλα ότι σαλεύει πώς με γαργαλάει! Το νου σας, μπας και ξεφύγει κανένα κι αρχινίσει να τριβελίζει με το στόμα του τ' αυτί σας από το μέσα μέρος. Δε θα 'θελε και πολύ να φτάσει ως το μυαλό. Σ' εμένα, κάτω από τ' άλλο μέρος, κάτω από τη μασχάλη μου τη δεξιά, έχει τον κρυψώνα του ένας χαμαιλέοντας, που τα κυνηγάει τα βατράχια και δεν τ' αφήνει στιγμή - να ζήσει κι αυτός ο καημένος! Όλοι πρέπει να ζήσουν σ' αυτόν τον κόσμο. Αλλά κι' όταν, στον πόλεμο που 'χουν ανοίξει οι δυο αυτές παρατάξεις, τα καταφέρνει η μια να ξεγλιτώσει από τις μηχανές που της στήνει η άλλη, πάλι και τότε δεν πολυστενοχωριούνται, παρά βάλνονται να πιπιλάνε κι οι δυο τους μαζί το λιγουλάκι ξίγκι που μου απόμεινε στα πλευρά. Τι να πω, συνήθισα πια.

Ένα κακό φίδι, μια οχέντρα, κατάπιε το πράμα μου και στήθηκε στη θέση του. Ευνούχο μ' έκανε η άτιμη! Αχ να μπορούσα λιγάκι ν' αντιδράσω, να κάνω κάτι με τα χέρια μου τα παράλυτα. Μα και τούτα, θαρρώ, καταντήσανε σωστά κούτσουρα. Όπως και να 'ναι -κι αυτό έχει σημασία- το αίμα κι η κοκκινάδα του δεν κυκλοφορούνε πια καθόλου κει μέσα. Δυο μικροί σκαντζόχοιροι, που απόμειναν έτσι, κοντομπασμένοι, πιάσανε και πετάξανε σ' ένα σκυλί, που δεν τα καταφρόνεσε καθόλου, όλα τα εντός από τ' αχαμνά μου. Κι αφού ξεπλύνανε καλά-καλά την επιδερμίδα, εγκατασταθήκανε μέσα σα στο σπίτι τους. Όσο για τον πισινό μου, αυτός πάει, τον έχει φράξει για τα καλά μια καβουρομάνα. Ξεθαρρεμένη από την ανημποριά μου, έπιασε κι απόκλεισε την είσοδο με τις δαγκάνες της και με πονάει φοβερά! Δυο μέδουσες πάλι, περάσανε γοργά τις θάλασσες, δελεασμένες από μια προσδοκία που δεν πήγε διόλου χαμένη. Αφού δηλαδή παρατηρήσανε προσεχτικά τα δυο κρεάτινα εξογκώματα που παρουσιάζουνε τα οπίσθιά μου, ήρθανε, ούτε λίγο ούτε πολύ, κι εφαρμόσανε κολλητά πάνω στην κυρτή τους επιφάνεια και τα ζουπήξανε με τέτοια δύναμη, που τα λιώσανε. Οι σάρκες εξαφανιστήκανε κι απόμειναν στη θέση τους δυο τέρατα μυξερά, ίδια κι απαράλλαχτα στο σχήμα, στο χρώμα, και στην αγριάδα τους. Κι ας μη συζητάμε καθόλου για τη σπονδυλική μου στήλη που κατάντησε μια λόγχη και τίποτε άλλο.

Συγκρίνοντας τα παραπάνω αποσπάσματα, μπορούμε να προχωρήσουμε σε ορισμένες διαπιστώσεις. Ο Ελύτης, παρ' όλο που χρησιμοποιεί λέξεις της καθαρεύουσας, φαίνεται να εντάσσει την προσπάθειά του περισσότερο σ' ένα πνεύμα χρηστικό, όπως δηλώνει και στον πρόλογό του. Δεν γίνεται αντιληπτό ότι έχει κατανοήσει την πολυφωνικότητα του Lautreamont και δεν προσπαθεί να την αποδώσει στα ελληνικά. Τον γοητεύει το κείμενο, αλλά το ερμηνεύει ως έργο λυρικό και ανάλογα το μεταφράζει, αντλώντας από την παλαιοδημοτική, την κατεξοχήν δουλεμένη γλώσσα της λυρικής ποίησης. Τον απασχολεί η γλώσσα-στόχος όπως την διαβάζουμε στην ποίηση των ομοτέχνων του της γενιάς του '30, μια δημοτική που τη διακρίνει η ομοιομορφία. Με τον τρόπο αυτό απομακρύνεται από το πνεύμα του πρωτότυπου και -γιατί όχι;- το προδίδει, λειαίνοντας το στοιχεία εκείνα που διαμορφώνουν τον βίαιο γλωσσικό χαρακτήρα του, δηλαδή τη συνεχή πρόσμειξη και αντιπαράθεση διαφορετικών γλωσσικών μητρώων. Αντίθετα, ο Εγγονόπουλος μεταφέρει και διασώζει στο ελληνικό κείμενο τους αλληλοσυγκρουόμενους και διαφορετικούς γλωσσικούς κώδικες που συνυπάρχουν στο πρωτότυπο. Πρόκειται για το ίδιο γλωσσικό εγχείρημα που αναγνωρίζουμε και στα γραπτά του. Άλλωστε στη μετάφραση αυτή ακούμε απόμακρους ήχους από τον Μπολιβάρ, γραμμένο περίπου την ίδια εποχή που έγινε η μετάφραση αυτή.

Ο μεταφραστής ως ερμηνευτής

Κάθε μετάφραση είναι μια διπλή ερμηνεία: Ο μεταφραστής ερμηνεύει το πρωτότυπο, αλλά ερμηνεύει και τον κόσμο του. Ας θυμηθούμε πάλι τον Παλαμά: "μεταφράζει κανείς το ξένο κείμενο, καθώς μεταφράζει το αίσθημά του και τη σκέψη του που είναι, ή που θαρρεί πως είναι, δικά του". Συνεπώς κάθε μετάφραση είναι μια επέμβαση στο πρωτότυπο έργο. Σύμφωνα με τον παραπάνω συλλογισμό, το πρόβλημα της πιστότητας είναι ψευδο-πρόβλημα· υπάρχει καλή ή κακή μετάφραση, αλλά δεν υπάρχει πιστή μετάφραση. Οι Λατίνοι σ' αυτό το σημείο ήσαν σοφότεροι. Μόνο αν ξεκινήσουμε από τη διαπίστωση ότι ο μεταφραστής προδίδει, η συζήτηση μπορεί να γίνει ουσιαστική.

Ποιος όμως θα κρίνει αν η μετάφραση είναι καλή ή κακή; Κατά κανόνα ο κριτής είναι χρήστης της γλώσσας-στόχου. Η κριτική και η αξιολόγηση των μεταφράσεων γίνεται πάντα με δεδομένα προς το πρωτότυπο, γίνεται δηλαδή με τα δεδομένα της νέας γλώσσας στην οποία αυτό μεταγλωττίστηκε. Στο σημείο αυτό τίθεται το ερώτημα εάν οι μεταφραζόμενοι συγγραφείς, εφόσον είναι ζώντες και κάτοχοι της γλώσσας-στόχου, είναι οι καταλληλότεροι για να κρίνουν την επιτυχία της μετάφρασης ενός έργου τους. Στην περίπτωση αυτή, ακόμη κι όταν τους δίνεται η δυνατότητα να συνεργαστούν με τον μεταφραστή (κάτι που σήμερα εφαρμόζεται ευρύτερα και από διεθνή προγράμματα λογοτεχνικής μετάφρασης), πάλι ο συγγραφέας καλείται να σκεφτεί ουσιαστικά το έργο του με τα δεδομένα μιας άλλης γλώσσας, δηλαδή να σκεφτεί ένα "άλλο" έργο. Είναι, με άλλα λόγια, υποχρεωμένος να σκεφτεί τη μετάφραση του έργου του με κριτήρια που ανήκουν στη γλώσσα-στόχο.

Σήμερα οι ειδικοί του κλάδου της μεταφρασιολογίας ξαναθέτουν υπό νέους όρους το ζήτημα της πιστότητας: Η μετάφραση πρέπει να ακολουθεί το πρωτότυπο. Η μέθοδος που προκρίθηκε παλαιότερα ήταν αυτή των αναλογιών ή των αντιστοιχιών. Δηλαδή ο μεταφραστής αναζητούσε τα λογοτεχνικά ομόλογα, κυρίως ως προς τις ποιητικές μορφές. Επειδή ολόκληρη η ευρωπαϊκή λογοτεχνία έχει δημιουργηθεί στη βάση της μετάφρασης, της παράφρασης ή της μίμησης, η ανεύρεση ομολόγων δεν είναι κάτι ανέφικτο, αφού λογοτεχνικές μορφές όπως το σονέτο ή η μπαλάντα ταξιδεύουν επί αιώνες. Το πρόβλημα γίνεται εμφανές όταν, από έναν πολιτισμό σε έναν άλλο ή από μια εποχή σε μιαν άλλη, δεν ισχύουν οι ίδιες λογοτεχνικές μορφές. Είναι γνωστή η διαμάχη για τη μετάφραση των ομηρικών επών στην Αγγλία τον 19ο αιώνα, ανάμεσα στους MatthewArnold και FrancisNewman, και η αντίστοιχη στην Ελλάδα, που συνεχίστηκε μέχρι πρόσφατα. Το ζήτημα γίνεται πιο σύνθετο όταν θέλει κάποιος να μεταφράσει κινέζικη ποίηση. Επίσης η αναζήτηση των ομόλογων συχνά δημιούργησε προβλήματα: Πόσο ο πολιτικός στίχος, ο δεκαπεντασύλλαβος, είναι το ομόλογο του αλεξανδρινού; Πόσο η δημοτική, η γλώσσα του ανώνυμου χρονογράφου και θυμησογράφου, είναι το ομόλογο της γλώσσας του R. L. Stevenson στη μετάφραση του Νησιού με το θησαυρό από τον Φώτη Κόντογλου; Μια μετάφραση της Καινής Διαθήκης σε ποια έργα θα ζητούσε αντιστοιχίες και σε ποια παράδοση θα έπρεπε να ενταχθεί; Πόσο ικανοποιούν οι αποδόσεις της Αποκάλυψης από τον Γιώργο Σεφέρη και τον Οδυσσέα Ελύτη;

Επισήμανα ορισμένα θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα σε σχέση με τη λογοτεχνική μετάφραση. Οι μεταφραστές που συμμετέχουν στη συνάντηση αυτή θα μας μιλήσουν για τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι ίδιοι και για τις λύσεις που έδωσαν. Θα ακούσουμε πώς ερεύνησαν τα ξένα πρότυπα, πώς αναζήτησαν τα εθνικά ομόλογα, ή ακόμη ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν είχαν άλλη λύση από την αποδέσμευση από το πρωτότυπο και την υπαγωγή σε μια λογοτεχνική μορφή οικεία· στη γλώσσα-στόχο.

Σήμερα αυτό που υπογραμμίζουν οι μεταφρασιολόγοι είναι η έμφαση που πρέπει να δίνεται στο ενδο-γλωσσικό στάδιο της μετάφρασης, δηλαδή στο στάδιο του φιλολογικού σχολιασμού του πρωτότυπου, που πρέπει να προηγείται από τη μεταγλώττιση στη γλώσσα-στόχο. Το στάδιο αυτό προϋποθέτει φιλολογικές γνώσεις και ερευνητική ικανότητα ακόμη και από τον πιο ταλαντούχο ποιητή. Υποστηρίζω θερμά αυτή την άποψη και μπορώ να την ενισχύσω με παραδείγματα από τη διδακτική πείρα: Πολλοί φοιτητές, στο πλαίσιο του μαθήματός μου για τη λογοτεχνική μετάφραση, αποδείχτηκαν ικανότατοι μεταφραστές, προτείνοντας ικανοποιητικότερες μεταφραστικές εκδοχές κειμένων τα οποία είχαν ήδη μεταφράσει δόκιμοι λογοτέχνες.

Θα τελειώσω με μια διαπίστωση: Η μεταφραστική δραστηριότητα έχει τον χαρακτήρα μιας συνεχούς δοκιμής και ταυτόχρονα δοκιμασίας. Είναι δοκιμή γιατί το αποτέλεσμά της δεν μπορεί να είναι οριστικό ούτε μοναδικό, και δοκιμασία γιατί σ' αυτή δοκιμάζονται συνεχώς τα όρια της ελευθερίας του μεταφραστή. Ωστόσο ο έντιμος μεταφραστής, λογοτέχνης ή φιλόλογος, ακόμη κι ο πιο ένθερμος υποστηρικτής της πιστότητας, γνωρίζει ότι κατ' ανάγκην δεσμεύει το ξένο έργο στο προσωπικό του όραμα, στην κοσμοαντίληψή του, στην αισθητική του, ότι σε τελευταία ανάλυση το υποτάσσει στις επιλογές του, που είναι πάντα προσδιορισμένες χρονικά, δηλαδή πολιτισμικά.

Σημειώσεις

1 Α' Επιστολή προς Κορινθίους, 14, 2.

2 Α' Επιστολή προς Κορινθίους, 14, 5.

3 Susan Bassnett-McGuire, Translation Studies, Routledge, ΛονδίνοκαιΝέαΥόρκη 1991, σελ. 54.

4 George Steiner, After Babel, Aspects of Language and Translation, Oxford University Press, ΛονδίνοκαιΝέαΥόρκη 1975, σελ. 253.

5 Susan Bassnett-McGuire, ό.π., σελ. 63.

6 George Steiner, ό.π., σελ. 269.

7 Walter Benjamin, "La tache du traducteur", στοMythe et violence (μετάφρασηαπόταγερμανικά Maurice de Gandillac), Lettres Nouvelles-denoel, Παρίσι 1971, σελ. 261.

8 Δανιήλ Φιλιππίδης και Γρηγόριος Κωνσταντάς, Γεωγραφία νεωτερική περί της Ελλάδος, επιμέλεια Αικατερίνης Κουμαριανού, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1970, σελ. 78.

9 Νικόλαος Σοφιανός, Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης, επιμέλεια-εισαγωγή Θ. Παπαδόπουλου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1977, σελ. 260-261.

10 Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1987, σελ. 153.

11 Ρήγας, Σχολείον των ντελικάτων εραστών, επιμέλεια Π. Σ. Πίστα, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1971, σελ. 1.

12 Ιωάννης Βηλαράς, "Ανέκδοτα έργα του Βηλαρά. Πρόλογος εις την μετάφρασιν της Βατραχομυομαχίας", Εστία (1894), σελ. 161.

13 Ιάκωβος Πολυλάς, Άπαντα τα λογοτεχνικά και κριτικά, επιμέλεια Γ. Βαλέτα, εκδ. Πηγή, Αθήνα 1950, σελ. 306.

14 Ό.π., σελ. 203.

15 Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, Αθήνα, τομ. ΙΣΤ', σελ. 558.

16 Κωστής Παλαμάς, ό.π., τόμ. ΙΑ', σελ. 201.

17 Εμμανουήλ Ροΐδης, Άπαντα, επιμέλεια Άλκη Αγγέλου, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1978, τόμ. Δ', σελ. 106.

18 Ό.π., σελ. 104

19 Εμμανουήλ Μοσχονάς, "Ένας αιώνας δημοτικισμού", εισαγωγή στο έργο του Αλ. Πάλλη Μπρουσσός, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1975, σελ. μδ'-πζ'.

20 Οδυσσέας Ελύτης, Δεύτερη γραφή, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1976, σελ. 11.

21 Νίκος Εγγονόπουλος, Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1978, σελ. 223-224.

22 Τη μετάφραση αυτή παραλείπει ο Ελύτης από τη μετάφρασή του, αν και πρόκειται για φράση-κλειδί λόγω του αυτοαναφορικού χαρακτήρα της.

23

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Άγρας Τέλλος, "Μετάφρασις και Πρωτοτυπία", Νέα Εστία 17 (1935), σελ. 544-545.

Βαγενάς Νάσος, Ποίηση και μετάφραση, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1989.

Βηλαράς Ι., "Ανέκδοτα έργα του Βηλαρά. Πρόλογος εις την μετάφρασιν της Βατραχομυομαχίας", Εστία (1894), σελ. 161.

Γιατρομανωλάκης Γιώργος, "Μεταφραστική θεωρία και πρακτική του Σεφέρη", στο Γιώργος Σεφέρης, Μεταγραφές, εκδ. Λέσχη, Αθήνα 1980.

Δημαράς Κ. Θ., Ιστορία νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1987.

Εγγονόπουλος Νίκος, Στην Κοιλάδα με τους ροδώνες, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1978.

Ελύτης Οδυσσέας, Δεύτερη γραφή, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1976.

Ζάννας Παύλος, "Προβλήματα της μετάφρασης", Πολίτης, 19 (1978), σελ. 34-41.

Ζάννας Παύλος, "Προβληματισμοί του μεταφραστή", περ. Το Δέντρο, 42-43 (1989), σελ. 76-83.

Κακριδής Ι.Θ., Το μεταφραστικό πρόβλημα, εκδ. Βιβλιοθήκη του Φιλολόγου, αρ. 7, Αθήνα 1966.

ΚΕΜΕ, Εισηγήσεις. Η αρχαία ελληνική γραμματεία από μετάφραση. Η νεοελληνική γλώσσα και γραμματεία, Εθνικόν Τυπογραφείον, Αθήναι 1976.

Μοσχονάς Εμμανουήλ, "Εισαγωγή. Ένας αιώνας δημοτικισμού", εισαγωγή στο έργο του Αλ. Πάλλη Μπρουσσός, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1975, σελ. ιγ'-ρκ'.

Μουλλάς Πάνος, "Σχέσεις της νεοελληνικής με την ευρωπαϊκή λογοτεχνία (1830-1920)", Βιβλιοθήκη Γενικής Παιδείας, εκδ. της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 2 (1978), σελ. 56-59.

Παλαμάς Κωστής, Άπαντα, εκδ. του Ιδρύματος Παλαμά, Αθήνα 1962 κ. εξ.

Πολυλάς Ιάκωβος, "Προοίμιον στη μετάφραση του Αμλέτου", Άπαντα τα λογοτεχνικά και κριτικά, επιμέλεια Γ. Βαλέτα, εκδ. Πηγή, Αθήνα 1950.

"Πρωτότυπο και Μετάφραση", πρακτικά συνεδρίου, Αθήνα 11-15/12/1978, Σπουδαστήριο Κλασικής Φιλολογίας, Αθήνα 1980.

Ρήγας, Σχολείον των ντελικάτων εραστών, επιμέλεια Π. Σ. Πίστα, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1971.

Ροΐδης Εμμανουήλ, Άπαντα, επιμέλεια Άλκη Αγγέλου, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1978.

Σεφέρης Γιώργος, Αντιγραφές, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1965.

Σηφάκης Γρηγόρης, Προβλήματα μετάφρασης του Αριστοφάνη, εκδ. Στιγμή, Αθήνα 1985.

Σοφιανός Νικόλαος, Γραμματική της κοινής των Ελλήνων γλώσσης, επιμέλεια-εισαγωγή Θ. Παπαδόπουλου, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1977.

Τα κείμενα από γλώσσα σε γλώσσα, Βιβλιοθήκη Γενικής Παιδείας εκδ. της Εταιρείας Σπουδών Νεοελληνικού Πολιτισμού και Γενικής Παιδείας, 17 (1984).

Φιλιππίδης Δανιήλ και Κωνσταντάς Γρηγόριος, Γεωγραφία νεωτερική περί της Ελλάδος, επιμέλεια Αικατερίνης Κουμαριανού, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1970.

Φωκάς Νίκος, "Η μετάφραση ως πρωτότυπο και ως βοήθημα", Πλανόδιον, 11 (1989).

Κήλυ Έντμουντ, "Μεταφράζοντας Καβάφη, Σικελιανό, Σεφέρη, Ρίτσο και Ελύτη. Μια συνέντευξη του EdmundKeely στον WarrenWallace", Το Πρίσμα, 3 (1981), σελ. 87-104.

Highet Gilbert, Η κλασική παράδοση, μετάφραση Τζένης Μαστοράκη, εκδ. ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988.

Bassnett-McGuire Susan, Translation Studies, Routledge, Λονδίνο και ΝέαΥόρκη 1991.

Benjamin Walter, "La tache du traducteur" (μετάφραση από τα γερμανικά Maurice de Gandillac) στο Mythe et violence, Lettres Nouvelles-Denoel, Παρίσι 1971, σελ. 261.

Berman Antoine, L'epreuve de l'etranger. Culture et traduction dans l' Allemagne Romantique, Gallinard, Παρίσι 1984.

Catford J. C., A Linguistic Theory of Translation, Oxford University Press, Λονδίνο 1965.

Lefevere Andre, Translation, History, Culture, Routledge, Λονδίνο 1992.

Mounin Georges, Les problemes theoriques de la traduction, Gallimard, Παρίσι 1976.

Nida E,. Towards a Science of Translating, Brill, Λέυντεν 1964.

Rener F., Interpretation, Language and Translation from Cicero to Tytler, Rodolfi, Άμστερνταμ 1989.

Savory Theodore, The Art of Translation, Cape, Λονδίνο 1957.

Steiner George, After Babel, Aspects of Language and Translation, Oxford University Press, Λονδίνο και ΝέαΥόρκη 1975.

Thomas Stephen, "Using Translation to Overcome cross-Cultural Pragmatic Failure", New Comparison, 8 (1989), σελ. 75-84.

Van Hoof Henri, Histoire de la traduction en Occident, Duculot, Παρίσι 1991.