Skip to main content

Νέα ελληνική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική



Περιεχόμενα

Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής

Ξεκινώ από το τέλος. Με ένα συμπέρασμα: Ο μεταφραστής είναι παραχαράκτης.

Με τη φράση αυτή θέλω, απλώς, να σημάνω την αυθαιρεσία που χαρακτηρίζει, εντέλει, κάθε μεταφραστική απόπειρα. Μιαν αυθαιρεσία περιορισμένη στο ελάχιστο, όταν μεταφράζεις ένα θεωρητικό κείμενο που, με την αυστηρότητα του, σε αναγκάζει να πειθαρχήσεις. Και μιαν αυθαιρεσία που κλιμακώνεται, ευθέως ανάλογα προς τον ζήλο σου, όταν μεταφράζεις λογοτεχνία.

Οφείλω να διευκρινίσω πως αυτή την αυθαιρεσία την αντιμετωπίζω με τρόπο σχιζοειδή:

- Την απολαμβάνω χωρίς κανέναν ενδοιασμό, φτάνεινα την έχει διαπράξει κάποιος άλλος.

- Με πανικοβάλλει όμως όταν την έχω διαπράξει εγώ. Προπάντων όταν τη βλέπω από κάποια απόσταση, χωρίς τον ενθουσιασμό της αρχικής "ευρηματικής" λύσης.

Τα όσα θα σας πω απόψε, αποτελούν εργαστηριακό υλικό μιας συγκεκριμένης δουλειάς πάνω σ' ένα συγκεκριμένο έργο. Γι' αυτό, δηλώνω εκ προοιμίου πως αισθάνομαι αμήχανη: Ανοίγοντας δηλαδή τα χαρτιά μου, φοβάμαι πως όσα έχω να απαριθμήσω, γενικεύοντας ή εξειδικεύοντας, δεν είναι παρά -γενικές ή ειδικές- απώλειες και αυθαιρεσίες.

Πριν περάσω στη μετάφραση και στα προβλήματά της, θεωρώ απαραίτητο να σας πω (ή να σας θυμίσω), με λίγα λόγια, την υπόθεση της Σπασμένης στάμνας. Γιατί, και τα προβλήματα που θα θίξω, και οι λύσεις που τους έδωσα, καθορίζονται αποκλειστικά από το τι είναι και το τι λένε τα πρόσωπα του έργου.

Πάλι υπό την προϋπόθεση της αυθαιρεσίας:

- Τι ήταν και τι έλεγαν σ' ένα γερμανικό έργο, που πρωτογράφτηκε το 1802 στη Βέρνη, και πήρε την τελική μορφή του στο Βερολίνο του 1806:

Μάλλον όχι.

Ας το διατυπώσω λοιπόν διαφορετικά:

- Προβλήματα και λύσεις εξαρτώνται από το τι απέγιναν τα πρόσωπα όταν, μέσα σ' ένα ολλανδικό σκηνικό του 1700, βρέθηκαν στα καλά καθούμενα να μιλούν ελληνικά του 1981, διατυπωμένα με μια εντελώς υποκειμενική αντίληψη περί γραφικού, λαϊκού, ποιητικού κλπ.

Η υπόθεση

Το έργο διαδραματίζεται στο μικρό ολλανδικό χωριό του Χόιζουμ, κοντά στην Ουτρέχτη, όπου ο δικαστής Αδάμ, κουτσός, καραφλός, βίος και πολιτεία, έχει επιβάλει δικό του νόμο. Στο ίδιο χωριό μένει η Εύα, η μάνα της η κυρα-Μάρθα, και ο αρρεβωνιαστικός της Εύας, ο Ρούπρεχτ.

Ο Ρούπρεχτ ετοιμάζεται να πάει φαντάρος, και ο Αδάμ, που έχει βάλει στο μάτι την Εύα, την πείθει πως οι νεοσύλλεκτοι θα σταλούν στις Ινδίες, και της ζητάει ανταλλάγματα για να εξασφαλίσει την απαλλαγή του Ρούπρεχτ.

Μια μέρα πριν αρχίσει το έργο, ο Αδάμ μπαίνει με το ζόρι στην κάμαρα της Εύας, τάχα να της φτιάξει το πιστοποιητικό, κι εκεί της ρίχνεται. Η Εύα βάζει τις φωνές, ξυπνάει η μάνα της, και ο Αδάμ πηδάει απ' το παράθυρο για να γλιτώσει το ρεζιλίκι. Πάνω στο φευγιό του συμβαίνουν δύο τινά: πρώτον, αναποδογυρίζει τη στάμνα απ' το περβάζι και τη σπάει, και δεύτερον αφήνει την περούκα του κρεμασμένη στην κληματαριά.

Την άλλη μέρα, ο Αδάμ εμφανίζεται στο δικαστήριο γδαρμένος, χτυπημένος, και χωρίς περούκα. Ο Λιχτ, ο γραμματέας, που ξέρει καλά τις μπερμπαντιές του Αδάμ, τον αντιμετωπίζει καχύποπτα, και ο Αδάμ προσπαθεί να τα μπαλώσει με ψεύτικες ιστορίες. Όμως, η κυρα-Μάρθα, που δεν το 'χει βάλει κάτω, εμφανίζεται το ίδιο πρωί στο δικαστήριο: Κουβαλάει τη σπασμένη στάμνα, κι από κοντά την κόρη της, τον Ρούπρεχτ και τον πατέρα του, και γυρεύει το δίκιο της.

Σε μιαν άλλη περίπτωση, ο Αδάμ θα τα κουκούλωνε, όπως συνήθιζε ως τότε. Όμως, για κακή του τύχη, εκείνη την ημέρα καταφτάνει από την Ουτρέχτη ο επιθεωρητής Βάλτερ, ανώτατος δικαστικός, και, με την ευκαιρία, κάθεται να παρακολουθήσει τη δίκη.

Στην πορεία της δίκης, ο Αδάμ, ο ένοχος που δικάζει τον εαυτό του, προσπαθεί να θολώσει τα νερά, αλλά δεν τα καταφέρνει. Στο τέλος, η μαρτυρία της κυρα-Μπριγκίτας, που φέρνει την περούκα στο δικαστήριο, και ο υπερβάλλων ζήλος του γραμματέα Λιχτ, που εποφθαλμιά το πόστο του Αδάμ, θα αποκαλύψουν την αλήθεια, και ο δικαστής θα τραπεί σε άτακτη φυγή.

Τα πρόσωπα

Ένα πράγμα που με απασχόλησε καταρχήν, ήταν τα ονόματα των προσώπων, και η μεταφορά τους στα ελληνικά. Σχετικό σημείωμα μου υπήρχε και στο πρόγραμμα του θεάτρου, και στην έκδοση του έργου από την Εταιρεία Σπουδών. Τα ξαναθυμίζω επιτροχάδην:

1) Τα συμβολικά ονόματα του παρ' ολίγον ζεύγους: Αδάμ-Εύα.

2) Ο αδέκαστος Βάλτερ (seines Amtes walten) που κάνει το καθήκον του.

3) Ο Licht (φως) που "φωτίζει" τελικά την υπόθεση και ξεσκεπάζει τον Αδάμ.

4) Πρόσωπα που απλώς αναφέρονται, αλλά δεν εμφανίζονται, και που τα ονόματά τους είναι καταφανώς γραφικά: η καντηλανάφτισσα Θεία Μαυροφορούσα (muhme Schwarzgewand), ο δεκανέας Ξυλοκάνης (Hoizgebein) που η κυρα-Μάρθα τον γλυκοβλέπει για γαμπρό της, και ο Μαστρ' Αλεύρης ο περουκιέρης (Meister Mehl).

5) Μερικά άλλα πρόσωπα αυτής της κατηγορίας παραμένουν αμετάφραστα, γιατί κάθε απόπειρα απόδοσης τους στα ελληνικά θα οδηγούσε σε βεβιασμένες και πλαστές λύσεις, και ενδεχομένως θα εξελλήνιζε ανεπίτρεπτα τη γερμανική ατμόσφαιρα του έργου. Τέτοιος είναι π.χ. ο προκάτοχος του επιθεωρητή Βάλτερ, ο σύμβουλος Wachholder, που πρέπει να 'ταν γερό ποτήρι (το όνομά του, εκτός από "κέδρος", σημαίνει και "τζιν"). Επίσης ο άτυχος συνάδελφος του Αδάμ, ο δικαστής Pfaul, που μέσα στο όνομα του υπάρχει ο Παύλος, ο Φαύλος (faul) αλλά και το παγόνι (Pfau).

6) Από τα υπόλοιπα ονόματα, που είναι χριστιανικά, στέκομαι μόνο στην κυρα-Μπριγκίτα. Είναι η γριά που συναντά τον κουτσό και καραφλό Αδάμ, μεσάνυχτα στο μονοπάτι του δάσους, καθώς φεύγει κακήν κακώς από το σπίτι της Εύας. Όπως θα πει μετά στο δικαστήριο, η φαλάκρα και το αλογίσιο ποδάρι την έχουν πείσει, ούτε λίγο ούτε πολύ, πως έπεσε πάνω στον Σατανά.

Σύμφωνα με την παράδοση η αγία Μπρίγκιντ εξόρκισε το Διάβολο που της παρουσιάστηκε μεταμορφωμένος σε τέρας. Η μνήμη της τιμάται την 1η Φεβρουαρίου. Και όλο το έργο διαδραματίζεται μέσα σε μία μέρα: την 1η Φεβρουαρίου του 1700.

Κλείνω τα περί ονομάτων με μια σημείωση: Είπα πριν πως δεν εξελλήνισα τα γερμανικά ονόματα (Φάιτ, Λέμπρεχτ, Ρούπρεχτ, κλπ.), με μία εξαίρεση και για μία μόνη φορά: Στο σημείο όπου ο Αδάμ αναφέρει το περίφημο πιστοποιητικό του Ρούπρεχτ, επισημότατα καλλιγραφημένο, έκανα μια παράδοση. Έτσι, ο Αδάμ λέει:

Στο πιστοποιητικό γράφει ένα όνομα με γοτθική καλλιγραφία: Ρουπρέχτος Τύμπελ!

Τέλος, στην αφήγηση της κυρα-Μάρθας για την ιστορία της στάμνας, κοντά στον Κάρολο, τον Φίλιππο, τον Φιλιβέρτο, αλλά και τον ράφτη Ζακχαίο, εξελλήνισα -υποκύπτοντας στον πειρασμό- και τον Childerich τον γανωτή σε Χιλδερίκο, εις ανάμνησιν των παλαιών σχολικών εγχειριδίων.

Μια παρενθετική παρατήρηση, πριν προχωρήσω στα επιμέρους κεφάλαια των μεταφραστικών προβλημάτων:

Όταν μετέφραζα τη Σπασμένη στάμνα, είχα υπόψη μου μία προγενέστερη μετάφρασή της από τον Γιάννη Οικονομίδη, που παίχτηκε στο Εθνικό θέατρο το 1954. Μνημονεύω, απλώς, την ύπαρξή της, χωρίς άλλο σχόλιο, γιατί θα επικαλεστώ τη μετάφραση αυτή σε δύο παραδείγματα που θα δώσω παρακάτω.

α) Τι απόγινε η μετρική

Το πρωτότυπο είναι γραμμένο σε ελεύθερο στίχο, τον οποίο προσπάθησα να σεβαστώ, κατά το δυνατόν.

Λέω "κατά το δυνατόν", επειδή:

α) Κάποιες φορές είχα να αντιμετωπίσω τις συντακτικές ιδιομορφίες της γερμανικής γλώσσας, που επιβαρύνουν τη θέση του ρήματος, και κατ' επέκτασιν ολόκληρη τη φράση.

β) Ήταν προπάντων ανάγκη να ακολουθήσω τη ροή του ελληνικού λόγου, και τους ρυθμούς που υπαγόρευε η δική μας γλώσσα, αποφεύγοντας όσο μπορώ τους διασκελισμούς.

Είμαι βέβαια αθεράπευτα σοβινίστρια, και πιστεύω πως έχουμε μια σπουδαία γλώσσα, ωραία, πλούσια, και με απεριόριστες εκφραστικές δυνατότητες. Είναι όμως γλώσσα πολυσύλλαβη, που δημιουργεί τεράστια προβλήματα σε όποιον προσπαθεί να μεταφράσει οτιδήποτε έμμετρο από μια ξένη γλώσσα.

Στην περίπτωση της γερμανικής γλώσσας, όπου οι μονοσύλλαβες λέξεις αφθονούν, αλλά και οι πολυσύλλαβες δημιουργούν εντελώς άλλη ακουστική εντύπωση, επειδή έχουν βαριά συμφωνικά συμπλέγματα, η αναμέτρηση της ελληνικής μετάφρασης με το πρωτότυπο είναι απελπιστική.

Όταν για τα μονοσύλλαβα Kopf και Traum, έχουμε τα τρισύλλαβα και φωνηεντοβριθή "κε-φά-λι" και "ό-νει-ρο"· όταν για ρηματικούς τύπους όπως το sitzt, steht, fragt, έχουμε αντίστοιχα το: κάθεται, στέκεται, ρωτάει· όταν σχεδόν όλα τα απαρέμφατα και οι μετοχές αναλύονται σε δευτερεύουσες προτάσεις, καταλαβαίνετε πως το "άπλωμα" είναι και αναπόφευκτο, και προβληματικό.

Το μόνο που ενδεχομένως σώζει την κατάσταση, είναι η "φυσική" ταχύτητα του ελληνικού προφορικού λόγου -που όμως δεν επαρκεί πάντα, αφού αντίστοιχη ταχύτητα μπορεί να διαθέτει και η άλλη γλώσσα, κατά περίσταση.

Θα σας δώσω δύο παραδείγματα:

1) Όταν ο Αδάμ αρνείται να δικάσει, αφού δεν βρίσκει την περούκα του (και μαζί της το δικαστικό του κύρος), ο σύμβουλος Βάλτερ απαντά εκνευρισμένος:

Eh! So pudert Euch den Kopf ein! (Ε, τότε βάλτε πούντρα στο κεφάλι σας!)

Όπως βλέπετε, προσπαθώ να παρακάμψω περιφραστικά τον (έτσι κι αλλιώς ακαλαίσθητο) τύπο "πουντράρετε", και να δημιουργήσω κάποια ισορροπία στο ελληνικό με τα αντίστοιχα δισύλλαβα -χωρίς βέβαια να αποφύγω το τρισύλλαβο "κεφάλι" στο τέλος. Τι απομένει όμως από τον κοφτό και νευρικό λόγο του Βάλτερ;

2) Λίγο πριν αρχίσει η δίκη, ο Αδάμ έχει κακά προαισθήματα, και λέει:

Der Teufel hol' s.

Wenn's auch der Traum nicht ist, ein Schaberneck,

sei's, wie es woll', ist wider mich im Werk.

(O διάολοςνα το πάρει!

Κι άμα δεν είναι τ' όνειρο,

να δεις: κάποιο χουνέρι μου ετοιμάζουν!)

Όπου, μέσα από την παρήχηση "πάρει-όνειρο-χουνέρι", προσπαθώ να σώσω το αντίστοιχο και πολύ ισχυρότερο "Traum-Schaberneck- Wider-Werk" του γερμανικού.

*

Ένα ιδιάζον πρόβλημα αποτελούν οι γερμανικές σύνθετες λέξεις, που η ανάλυσή τους είναι πολλές φορές καταστροφική.

Θα δώσω εδώ μόνο ένα παράδειγμα:

Στην Έκτη Σκηνή, στην ορμητική της είσοδο στο δικαστήριο, η κυρα-Μάρθα βρίζει τον Ρούπρεχτ (που τον θεωρεί υπεύθυνο για τον παρ' ολίγον βιασμό της κόρης της, και για το σπάσιμο της στάμνας) και τον πατέρα του. Μ' αυτή την πρώτη φράση που τους απευθύνει "συστήνεται" ταυτόχρονα στο κοινό. Λέει λοιπόν η Μάρθα:

Ihr, krugzertrummerndes Gesindel, ihr!

Όλο το πρόβλημα είναι εδώ η λέξη krugzertrummerndes, μια μετοχή σύνθετη από το Krug (στάμνα) και το ρήμα zertrummern (σπάζω).

Οδηγούμαι αυτόματα στο ελληνικό -και αρκετά παράξενο- "σταμνοσπάστης", το οποίο, στην προκειμένη περίπτωση, δεν με καλύπτει καθόλου. Στην ίδια λύση βλέπω πως οδηγείται και ο Οικονομίδης, ο οποίος μεταφράζει πιστά:

Α, σκυλολόι εσείς, κανατοσπάστες!

Ως εδώ, καλά με την πιστότητα της μετάφρασης. -Είναι όμως φράση φυσική στο στόμα μιας απλής, οργισμένης γυναίκας; Είναι φράση που μπορεί να την απευθύνει προσωπικά, στη γενικότητά της, σε κείνους που θεωρεί υπαίτιους για το σπάσιμο της στάμνας της;

Αποφασίζω πως, όχι. Καταφεύγω λοιπόν στην ανάλυση με το "που": όχι μόνο επειδή έτσι μου υπαγορεύει η αναφορική μετοχή krugzertrummerndes, αλλά και επειδή αισθάνομαι αυτό το "που"φορτισμένο στην ελληνική μιλιά, με μια πολύ ειδική "οργή" -όπως στη φράση: "που να μην έσωνες!" ας πούμε.

Έτσι, αλλάζω το "συρφετός" -κυριολεκτική σημασία του Gesindel- που δεν είναι οικεία βρισιά ούτε για ελληνικό στόμα, ούτε για ελληνικό αυτί: το κάνω "παλιάνθρωποι", και αναλύω:

Παλιάνθρωποι! που σπάτε τα σταμνιά τον κόσμου!

θεωρώντας τη λύση αυτή, αν μη τι άλλο, ένα ξέσπασμα φυσικό, που θα μπορούσε ν' ακουστεί σε καβγά της γειτονιάς, ή σε παλιά ελληνική ταινία.

β) Η γλώσσα που μιλούν τα πρόσωπα του έργου

Από τη σύντομη υπόθεση που έδωσα στην αρχή, είδατε πως το έργο εκτυλίσσεται σε χωριό, και τα πρόσωπα είναι, στην πλειοψηφία τους, χωρικοί.

Και μόνο αυτή η συνθήκη, τριάντα χρόνια πριν, θα υπαγόρευε έναν εύλογο "λαϊκισμό" -με όλα τα καλά και τα κακά του. Έναν λαϊκισμό που, σε πιο ποιητικές στιγμές του κειμένου, θα μπορούσε να γίνει σήμερα επικίνδυνος, και ως άκουσμα, και ως ανάγνωσμα.

Διάλεξα λοιπόν να κρατηθώ σε μια νεοελληνική βάση, που ανασαίνει δημωδέστερα μέσα από τους ιδιωματισμούς της, όπως, άμεσα ή έμμεσα, μου τους υπαγορεύει το γερμανικό πρωτότυπο. Παρακάτω θα δώσω μερικά παραδείγματα.

Παράλληλα όμως, "εκτρέπομαι" και υιοθετώ καθαρεύοντα στοιχεία -λέξεις ή τυποποιημένες φράσεις- χωρίς ιδιαίτερη πρόθεση να κάνω αντιπαραθέσεις του τύπου "δημοτική-καθαρεύουσα", που σήμερα δεν έχουν κανένα νόημα, αλλά απλώς για να τονίσω, κατά περίσταση ή κατά πρόσωπο, ορισμένα άλλα χαρακτηριστικά.

Ας δούμε όμως ξεχωριστά αυτές τις περιπτώσεις:

1) Χρησιμοποιώ καθαρεύοντα στοιχεία, για να αποδώσω στους κύριους τόνους, και όχι στο σύνολό της, τη γλώσσα ενός προσώπου: του ΒΑΛΤΕΡ.

Το σκεπτικό ήταν το εξής: Ο Βάλτερ, ως ενσάρκωση της Ελέγχουσας Αρχής, αλλά και της Αμερόληπτης Εξουσίας, δικαιούται έναν λόγο που πυκνώνει, κάποιες φορές, επωφελούμενος από κάποιο πλεονέκτημα της καθαρεύουσας, και συνάμα του εξασφαλίζειτην απαιτούμενη απόσταση: προπάντων από τον κρινόμενο δικαστή Αδάμ, αλλά και από τους υπόλοιπους, όταν θέλει να τους επαναφέρει στην τάξη.

2) Σπανιότερα, αλλά πάντα υπολογισμένα, τη βάζω στο στόμα του γραμματέως ΛΙΧΤ, για να δηλώσω δύο πράγματα:

α) Τη δουλική του στάση απέναντι στην εξουσία -όχι μόνο τον επιθεωρητή Βάλτερ, αλλά και τον υπηρέτη του.

Δύο παραδείγματα εδώ:

Όταν, στην Τρίτη Σκηνή, ο υπηρέτης του Βάλτερ μπαίνει για να αναγγείλει την άφιξη του αφεντικού του, ο Αδάμ θορυβείται και παλεύει να ντυθεί όπως όπως. Αντίθετα, ο Λιχτ σπεύδει να δηλώσει:

Ο κύριος σύμβουλος είναι, λίαν ευπρόσδεκτος εδώ.

Λίγο αργότερα, θα συστηθεί στον Βάλτερως εξής:

Γραφεύς Λιχτ,

δούλος σας, εξοχότατε. Την Πεντηκοστή

κλείνω εννέα έτη στη δικαστική υπηρεσία.

β) Την ειρωνική του στάση απέναντι στον Αδάμ. Στην πρώτη σκηνή του έργου, όπου ο Αδάμ προσπαθεί να μπαλώσει το χάλι του και λέει ψέματα πως γλίστρησε κι έπεσε πάνω στη σόμπα, ο Λιχτ σχολιάζει πως σίγουρα θα έκανε το επικίνδυνο βήμα με το γερό δεξί πόδι του, γιατί αυτό

wagt sich eh'r aufs Schlupfrige:

κυριολεκτικά: τολμά να πατήσει πρώτο εκεί που γλιστράει.

Από το γλίστρημα, ως το μεταφορικότερο "ολίσθημα" που έχει κατά νου ο Λιχτ -καθώς γνωρίζει καλά τις μπερμπαντιές του. δικαστή- η απόσταση είναι μικρή. Έτσι, αποδίδω:

Και στα ολισθηρά πρώτο πατάει.

Η ίδια αυτή ειρωνεία νομιμοποιεί τον Λιχτ να χρησιμοποιήσει τη φράση "από Κτίσεως Κόσμου" (beim Anbeginn der Dinge), όταν συσχετίζει το πέσιμο του Αδάμ με την Πτώση των Πρωτοπλάστων.

Υποστηρικτικά του λογιοτατισμού αυτού, τον οποίο επιδεικνύουν και ο Βάλτερ και ο Λιχτ, θα μπορούσα να αναφέρω κάποια πράγματα που αντλώ από το ίδιο το κείμενο:

Ο Βάλτερ είναι, κατά τα λεγόμενα του Αδάμ, "κύριος από την Ουτρέχτη" -άρα διαφοροποιείται από τους υπόλοιπους και μόνο ως προς την καταγωγή του. Είναι επιπλέον νομομαθής.

Ο Λιχτ είναι επίσης εγγράμματος. Πάλι κατά τα λεγόμενα του Αδάμ, ο Λιχτ έχει σπουδάσει στο Άμστερνταμ, και ξέρει τον Κικέρωνα απέξω κι ανακατωτά. Μάλιστα, σε δυο τρεις περιπτώσεις, διανθίζει το λόγο του με "λατινικούρες", με τις οποίες θα ασχοληθώ ειδικά λίγο αργότερα.

3) Η γλώσσα του δικαστή ΑΔΑΜ είναι, κατά κύριο λόγο, μιλούμενη.

Θα μου πείτε: Κι αυτός, εγγράμματος δεν είναι; Αν ο Λιχτ, απλός γραμματέας, έχει σπουδάσει στο Άμστερνταμ, τί τυπικά προσόντα πρέπει να είχε ο Αδάμ για να καταλάβει αυτό το πόστο;

- Θα έλεγα: μάλλον κανένα.

Από το βίο και την πολιτεία του μπορούμε εύκολα να συμπεράνουμε πως δεν έγινε δικαστής με το σπαθί του. Εξάλλου, υπάρχει και μια δική του -υπερβολική, βέβαια- ομολογία, την οποία προτιμώ να πάρω τοις μετρητοίς: Προσπαθώντας να εξηγήσει τα διφορούμενα που απευθύνει κυρίως στην Εύα, για να αποτρέψει την κατάθεσή της και να κουκουλώσει την υπόθεση, αλλά και στους υπόλοιπους χωρικούς, για να τους τρομοκρατήσει, ο Αδάμ λέει στον Βάλτερ:

Εγώ δεν είμαι σπουδαγμένος, εξοχότατε, μα αν δε με καταλαβαίνετε εσείς, οι κύριοι της Ουτρέχτης,

με τον κοσμάκη εδώ, το πράγμα αλλάζει.

Εντούτοις, πέρα από τον "λαϊκό" λόγο της τοπικής εξουσίας, ο Αδάμ τσαλαβουτάει και στο λόγο του νόμου, και, όταν το καλεί η ανάγκη, πασαλείβει όπως όπως ό,τι έχει αρπάξει το αυτί του.

Τα τραγελαφικά αποτελέσματα αυτής της πρακτικής εμφανίζονται κυρίως σε δύο περιπτώσεις:

α) Όταν θέλει να εντυπωσιάσει τον "κοσμάκη" του χωριού, να τον παγώσει, και να εξασφαλίσει μιαν απόσταση που φαίνεται πως δεν συνήθιζε να την έχει ως τότε.

Έτσι, στην αρχή της δίκης, θα πει:

Λοιπόν! Τον λόγον έχει η δικαιοσύνη! Να πλησιάσει η ενάγουσα!

Αμέσως μετά, όταν η κυρα-Μάρθα αντιδρά σ' αυτή την τυπικότητα, ο Αδάμ της εξηγεί πολύ αυστηρά:

Εγώ βρίσκομαι εδώ εν ονόματι της δικαιοσύνης, και η δικαιοσύνη απαιτεί να μάθει ποια είσαι!

παρόλο που η αμέσως προηγούμενη φράση του είναι:

Για να σου πω, κυρα-Μάρθα!

και παρόλο που παρακάτω αποδεικνύεται πως η κυρα-Μάρθαδεν είναι μόνο γνωστή, αλλά και συγγενής του.

β) Όταν προσπαθεί να τα μπαλώσει και να οδηγήσει την ακροαματική διαδικασία εκεί που θέλει αυτός:

Δύο παραδείγματα εδώ:

Όταν αποδεικνύεται πως ο δικαστής γνωρίζει πολύ καλά την κυρα-Μάρθα, ο Βάλτερ, για να συντομεύει, λέει στον γραμματέα να γράψει το όνομά της στα πρακτικά χωρίς άλλες λεπτομέρειες, παρά μόνο με την ένδειξη: "λίαν γνωστή στο δικαστήριον".

Λίγο παρακάτω, όταν η Μάρθα δηλώνει πως έρχεται στο δικαστήριο να καταγγείλει το σπάσιμο της στάμνας, ο Αδάμ θα πει στον γραμματέα:

Γράψε: "στάμνα", και δίπλα: "λίαν γνωστή στο δικαστήριον".

Σε μιαν άλλη στιγμή, λίγο αργότερα, όταν ο Αδάμ προσπαθεί να αποτρέψει την κατάθεση της Εύας, γιατί είναι η μόνη που ξέρει την αλήθεια και μπορεί να τον κάψει, αν θέλει, πασχίζει να μπερδέψει τον επιθεωρητή Βάλτερ, σκαρώνοντας, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένα ολόκληρο άρθρο του Ποινικού Κώδικα:

Για μάρτυρας, καλέ μου κύριε; Βάσει του Κώδικος,

-συμφώνως τω άρθρω τέσσαρα, ή μήπως πέντε;-

όταν κάνα χαμίνι σπάει τη στάμνα,

ή δεν ξέρω τι,

η κόρη δεν πηγαίνει μάρτυρας στη μάνα!

4) Τέλος, η γλώσσα των υπόλοιπων προσώπων κυμαίνεται λίγο πολύ στα ίδια επίπεδα: είναι μιλούμενη, μεταπηδάει πολύ εύκολα από τον ευθύ στον πλάγιο λόγο, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του έργου στηρίζεται σε αφηγήσεις και καταθέσεις, και, δυστυχώς, δεν μπορεί ν' αποφύγει κάποια λαϊκότερα κλισέ που χρησιμοποιεί ο Κλάιστ, κυρίως επιφωνήματα, αλλά και επίθετα στις χαρακτηριστικές βρισιές που ανταλλάσσουν οι αντίδικοι μέσα στο δικαστήριο.

Κλείνοντας το κεφάλαιο περί γλώσσας των προσώπων, θα ήθελα να διευκρινίσω ένα πράγμα για τους καθαρεύοντες τύπους που χρησιμοποιώ.

Πρόκειται σαφώς για μια ψευτοκαθαρεύουσα, που είναι περισσότερο μπλόφα, και δεν έχει καμιά πρόθεση να τηρήσει πιστά τους κανόνες και τη σύνταξη. Πολλές φορές αρκούμαι να βαρύνω την πρόταση με μια μόνο καθαρευουσιάνικη λέξη, και αφήνω έπειτα το λόγο να ακολουθήσει τη φυσική του ροή και, ελπίζω, να τη συμπαρασύρει. Και αυτό ισχύει ακόμα και για το τελικό "ν" που κολλάω κάπου, ανεξάρτητα από τα υπόλοιπα συμφραζόμενα.

Όπως είπα και πριν, δεν πιστεύω σε αντιπαραθέσεις του τύπου "καθαρεύουσα-δημοτική". Έτσι, ανεξάρτητα από τον εμπρόθετο λογιοτατισμό που επιδεικνύουν ορισμένα πρόσωπα, υπάρχουν και τύποι που ενσωματώνονται αβίαστα στο λόγο, χωρίς ιδιαίτερη πρόθεση. θα δώσω εδώ μερικά παραδείγματα:

α) Ο Αδάμ, θορυβημένος από την άφιξη του επιθεωρητή Βάλτερ, προσπαθεί να πείσει τον Λιχτ να τον καλύψει, και του λέει:

Jetzt gilt's Freundschaft.

Κυριολεκτικά: Τώρα αξίζει η φιλία, ή: Τώρα είναι η στιγμή να δείξεις πως είσαι φίλος. Αποδίδω ελεύθερα:

Τώρα θα δείξεις τι εστί φιλία!

χρησιμοποιώντας αυτό το "εστί" και όπως στα παλιά λευκώματα, αλλά και με τη λαϊκότερη χροιά του σε εκφράσεις όπως "τι εστί βερίκοκο".

β) Με την ίδια λογική βάζω την Εύα να λέει:

μου γύρευε τέτοια αίσχη

επειδή το ίδιο θα έλεγε, ίσως, και η γιαγιά μου.

γ) Σε μιαν άλλη περίπτωση, στη δέκατη σκηνή, ο Αδάμ διηγείται στον Βάλτερ πώς έχασε την περούκα του. Είναι η τρίτη ιστορία που σκαρώνει: Μελετώντας αποβραδίς κάποια δικογραφία, σκύβει πολύ κοντά στο κερί, και η περούκα λαμπαδιάζει:

Ich, ich denke, Feur' fallet vom Himmel auf mein sundig Haupt!

Ο ρηματικός τύπος fallet και το Haupt αντί του Kopf μου υπαγορεύει αρχαιοπρεπέστερη απόδοση, κι έτσι τον βάζω να λέει, επί το εκκλησιαστικότερον:

Πυρ, λέω μέσα μου -πυρ εξ ουρανού έπεσε πάνω στο αμαρτωλό κεφάλι μου!

ενισχύοντας τη λύση αυτή από την κατακλείδα της αφήγησης του:

η περούκα έχει ανάψει και κορώνει, - Σόδομα και Γόμορρα!

δ) Τέλος, μια ειδική περίπτωση, για ένα ειδικό πρόσωπο: Η κυρα-Μάρθα είναι, αυτό που λέμε, "διαόλου κάλτσα". Τετραπέρατη -κι ας παρασταίνει πού και πού την κουτή- τύπος που αρπάζει την κουβέντα του άλλου στον αέρα, τη στρίβει και την ξαναπετάει πίσω.

Το παράδειγμα που θα δώσω αποτελεί μια ειδική περίπτωση ενσωμάτωσης λόγιου στοιχείου:

Όταν η κυρα-Μάρθα διηγείται τις περιπέτειες της στάμνας και τα χέρια που άλλαξε ώσπου να φτάσει στα δικά της, αναφέρει τη μεγάλη πυρκαγιά του 1666. Η ίδια, λέει απλώς von Sechsundsechzig (του εξήντα έξι).

Ο μορφωμένος Βάλτερ, τη ρωτάει λογιότερα:

was geschah dem Krug im Feuer von Anno Sechsundsechzig?

Η έκφραση Anno (Domini) ενσωματώνεται φυσικά στα γερμανικά του Βάλτερ, και ο πειρασμός να αναφέρω το "σωτήριον έτος" ήταν μεγάλος. Όμως το γερμανικό δεν είχε τη λέξη "Domini". Αποφασίζω έτσι να την περάσω ως απλή δοτική εν έτει εξήντα έξι.

Τι κάνει τώρα η Μάρθα; Αρπάζει στον αέρα τη φράση του Βάλτερ και την επαναλαμβάνει στο εξής σχήμα:

Was ihm Geschehen? Nichts ist dem Krug, ich bitt' Euch sehr, Ihr Herren, Nichts Anno Sechsundsechzig ihm geschehen!

(Τι να 'παθε;

Για σας παρακαλώ, αφέντες μου! Τίποτε απολύτως! Η στάμνα τίποτα δεν έπαθε εν έτει εξήντα έξι!)

Τα λατινικά

Το τελευταίο παράδειγμα, που περιλαμβάνει μια λατινική λέξη, με βοηθάει να περάσω σε ένα ξεχωριστό κεφάλαιο μεταφραστικών προβλημάτων: στις λατινικές λέξεις ή προτάσεις που υπάρχουν στοέργο. Αρχική και τελική μου απόφαση ήταν να εξελληνιστούν και αυτές -πράγμα που έγινε, αλλά δεν ακούστηκε στην παράσταση.

Ανοίγω εδώ μια παρένθεση, για να πω ότι δεν κατάφερα να συμφωνήσω με τους δύο σκηνοθέτες, τον Βασίλη Παπαβασιλείου και τον Λευτέρη Βογιατζή, ως προς τη διατήρηση ή μη των λατινικών: Και οι δύο υποστήριζαν ότι το κωμικό αποτέλεσμα θα ενισχυόταν μ' αυτά τα λατινικά απολιθώματα, και παρότι διαφωνούσα, υποχώρησα έπειτα από πολλές συζητήσεις, και μόνο για την παράσταση, αφού το κόστος δεν ήταν μεγάλο για τη μετάφραση.

Σε όσες παραστάσεις του έργου παρακολούθησα, δεν γέλασε κανείς με τα λατινικά που ακούστηκαν. Και βέβαια, δεν θα έλεγα ποτέ πως το κοινό δεν γέλασε ελλείψει λατινικής παιδείας. Απλώς, ούτε κι εγώ θα γελούσα. Το γιατί, θα σας το εξηγήσω εμπειρικά, και σχολαστικά.

Για τους περισσότερους από εμάς, τα λατινικά είναι γλώσσα άρρηκτα συνδεδεμένη με τις γυμνασιακές μας σπουδές (και σπάνια με τις πανεπιστημιακές, για όσους πέρασαν από την κλασική φιλολογία, ή από το Ρωμαϊκό Δίκαιο στα νομικά). Προσωπικά, θα γελούσα πολύ περισσότερο με το dum spiro spero, ή το regina rosas amat, παρά με το δικαστή που λέει:

Καλώς! Να καταθέσει! Titulo sexto!

To σχολαστικό μέρος της απάντησής μου θα έλεγε περίπου τα εξής:

Η Ευρώπη γνώρισε ένα λατινόφωνο Μεσαίωνα: Για τη μεσαιωνική Ευρώπη, η λατινική γλώσσα έγινε κώδικας διεθνούς συνεννοήσεως, και όχημα πασών των επιστημών. Ήταν κατεξοχήν γλώσσα της παιδείας, εν αντιθέσει προς τις ανεπαρκείς και περιορισμένες τοπικές διαλέκτους.

Για λόγους ιστορικούς, η Ελλάδα δεν γνώρισε τέτοιον Μεσαίωνα. Παράλληλα, η ανθεκτικότητα -αλλά και η πολιτική, κοινωνική και θρησκευτική αντίσταση- της ελληνικής γλώσσας, της επέτρεψαν να προλάβει και να αφομοιώσει όσα έχασε από την εξέλιξη των κλασικών επιστημών. Έτσι, κέρδισε τη μεσαιωνική και την προαναγεννησιακή ιατρική λ.χ., ακριβώς επειδή προϋπήρξε ο Ιπποκράτης και ο Γαληνός, και οι λιγότερο γνωστοί βυζαντινοί γιατροί που μας άφησαν ιατρικά συγγράμματα.

Στον τομέα του Δικαίου, πάλι, που μας αφορά άμεσα εδώ, επειδή όλα τα λατινικά εκσφενδονίζονται από νομομαθείς ή ψευδονομομαθείς του έργου, γνωρίζουμε ότι, από τον Ιουστινιανό και μετά, αρχίζει σταδιακά η συγκρότηση ενός νομοθετικού corpus στα ελληνικά.

Έτσι: Δεν μπορώ να διανοηθώ κανέναν έλληνα γιατρό του παλιού καιρού -ή της παλιάς σχολής- που θα έλεγε στον ασθενή του, για να τον εντυπωσιάσει, πως δεν πάσχει από "στηθάγχη" αλλά από "angina pectoris".

Έτσι: Ο Λιχτ, περιγράφοντας την εκκαθάριση που έγινε στο γειτονικό χωριό, δεν μπορεί να πει πως ο Βάλτερ

σχόλασε το δικαστή και το γραφιά ab officio.

Δηλαδή; Εξ οφικίου -όπως θα λέγαμε σε βυζαντινίζοντα ελληνικά; Και τι θα σήμαινε; Στην περίπτωση αυτή διάλεξα το αυτεπαγγέλτως.

Η άποψή μου στην περίπτωση των λατινικών είναι, πολύ χοντρικά: ελληνικούρα έναντι λατινικούρας. Δόξα τω Θεώ, η γλώσσα μας διαθέτει αρκετά τέτοια απολιθώματα, ώστε να μην υπάρχει πρόβλημα. Κλείνω με ένα παράδειγμα από αλλού, που έχει ωστόσο κάποια σχέση με τα νομικά της στάμνας. Στο Καινούργιο Σπίτι του Goldoni, εμφανίζεται κάποια στιγμή ένας δικαστικός κλητήρας και απαιτεί την εξόφληση κάποιου χρέους illico et immediate. Εδώ, θα πω: "αυθωρεί και παραχρήμα".

Ιδιωματισμοί και λογοπαίγνια

Θα είχα να αναφέρω εδώ δεκάδες παραδείγματα, γιατί όπως είπα και προηγουμένως, το έργο είναι γεμάτο ιδιωματισμούς. Ιδιωματισμούς που αντιστοιχούν απόλυτα στους ελληνικούς, όπως π.χ.

Hat Sie das Licht dabei gehalten, was? (Μπας και τους κράταγες φανάρι;)

Και άλλους, που μόνο νοηματικά και έμμεσα παραπέμπουν σε αντίστοιχους δικούς μας. Τέσσερα παραδείγματα εδώ:

α) Ο Αδάμ, μιλώντας για τον προκάτοχο του Βάλτερ, τον επιθεωρητή Βαχόλντερ, που κοιτούσε το συμφέρον του και, προφανώς, "λαδωνόταν" για να καλύπτει τους ελεγχόμενους δικαστές, λέει:

der wackre Mann, der selbst sein Schafchen schiert, dergleichen Frutzen hasst.

Η επίμαχη φράση είναι εδώ το der selbst sein Schafchen schiert, που ο Οικονομίδης τη μεταφράζει κυριολεκτικά: "που μοναχός τ' αρνάκια του κουρεύει". Ο ιδιωματισμός όμως, πέρα από τον επιφανειακά βουκολικό χαρακτήρα του, παραπέμπει σαφέστατα στο "Γιάννης κερνάει, Γιάννης πίνει", ή, ακόμα καλύτερα, στην έκφραση "βλογάει τα γένια του". Διαλέγω και κρατώ τη δεύτερη.

β) Η οργισμένη κυρα-Μάρθα, που υπερασπίζεται στο δικαστήριο τη "σπασμένη" τιμή της κόρης της, τη φοβερίζει πως θα τη διώξει από το σπίτι και θα της πει:

Geh, mein Kind, die Welt ist weit, da zahlst du keine Miete.

Κυριολεκτικά: "Πήγαινε, παιδί μου, ο κόσμος είναι μεγάλος και δεν πληρώνεις νοίκι".

Είναι λιγάκι δύσκολο να εξηγήσω πώς, αλλά η φράση αυτήμε παραπέμπει στο

Ο δρόμος ανοιχτός, και τα σκυλιά δεμένα.

γ) Πάλι ο Αδάμ, στριμωγμένος, αφού μάταια προσπάθησε να αποφύγει τη δίκη, καταλαβαίνει πως δεν μπορεί να κάνει πίσω, καιλέει:

und wenn' s nicht biegt, so bricht's.

Ο Οικονομίδης μεταφράζει κυριολεκτικά: "αν δε λυγίσει, σπάει". Προτιμώ εδώ τη λύση: ή τον ύψους, ή του βάθους.

δ) Τέλος, όταν ο Ρούπρεχτ, θυμωμένος με την Εύα που τον ενοχοποιεί -ουσιαστικά για να τον γλιτώσει- ομολογεί πως αυτός έσπασε τη στάμνα, λέει:

Den Krug, den sie zu Wasser trug, zerschlug ich...

Η ύπαρξη μιας ανάλογης παροιμιώδους έκφρασης στα γερμανικά, σε συνδυασμό με την εκκρεμότητα που σκόπιμα αφήνει ο Κλάιστ ως προς την ηθική της Εύας, με οδηγούν να μεταφράσω:

Αυτή τη στάμνα, που 'χε πάει πολλές φορές στη βρύση, εγώ την έσπασα!

Σε μια περίπτωση, με προβλημάτισαν δύο εκφράσεις που, σύμφωνα με τα σχόλια της έκδοσης που χρησιμοποιούσα για τη μετάφραση, εμφανίζονταν να σημαίνουν σχεδόν το ίδιο πράγμα.

Όταν ο Ρούπρεχτ περιγράφει πώς παραμονεύει την Εύα, και την τσακώνει να κρυφομιλάει με κάποιον στον κήπο, κλιμακώνει τις αντιδράσεις του σε δύο φάσεις: Στην αρχή λέει:

Nun schiesst... das Blatt mir.

Όπου, scheissen: εκρήγνυμαι, και Blatt, σύμφωνα με τα σχόλια, ίσον: Herzblatt: το φυλλοκάρδι. Η έκφραση, διαβάζω, δηλώνει ταραχή και οργή. Παραμένω εκκρεμής ως προς την απόδοσή της.

Λίγο παρακάτω όμως, όταν ο Ρούπρεχτ είναι πια, κατά τα λεγόμενά του, βέβαιος πως η Εύα τον απατά, θα πει:

Jetzt hebt sich's, wie ein Blutsturz, mir.

Η έκφραση αυτή, που αδέξια και κυριολεκτικά θα έλεγε "τώρα ανεβαίνει μέσα μου ορμητικά το αίμα" (αναλύω εδώ για να βοηθηθώ τη σύνθετη λέξη Blutsturz που σημαίνει: αιμορραγία), με παραπέμπει σχεδόν αμέσωςσε μιαν αντίστοιχη δική μας έκφραση: μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Όμως και η πρώτη έκφραση μού φαίνεται πως κάτι ανάλογο πρέπει να σημαίνει, σύμφωνα με τα σχόλια. Αλλά δεν στέκει νοηματικά.

Μπορεί ο Κλάιστ να είχε στη διάθεση του δυο ισότιμες εκφράσεις για το ίδιο πράγμα -αλλά δεν θατον ενδιέφερε να πει κάτιπιο έντονο τη δεύτερη φορά, αφού μάλιστα ο Ρούπρεχτ συνεχίζει μ' ένα άγριο ξέσπασμα, φωνάζει "Αέρα!", πνίγεται, και έξαλλος ορμάει στην πόρτα της Εύας "και την ξεμασκαλίζει μ' έναν κλότσο";

Η υποψία μου επαληθεύτηκε όταν ανέτρεξα σε μιαν άλλη έκδοση του Κλάιστ, και στα σχόλιά της βρήκα μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία της πρώτης φράσης: Είναι παροιμιώδης χαρτοπαικτική έκφραση, σημαίνει Nun wurde mir die richtige Karte zugespielt (τότε έσκασε το σωστό χαρτί), δηλαδή Ich sah was los war (είδα τι τρέχει) και καταλήγω στο: τότε μου ανοίγουνε τα μάτια.

Θα έπαιρνε πολλή ώρα και δεκάδες παραδείγματα, για να σας εξηγήσω κάποιες δικές μου επεμβάσεις στο κείμενο. Δίνω πολύ σύντομα μερικά παραδείγματα:

α) Στο τέλος του έργου, όταν ο Λιχτ παρακολουθεί από το παράθυρο την άτακτη φυγή του πανικόβλητου Αδάμ, τον περιγράφει να τρέχει Berg auf, Berg ab, κυριολεκτικά: "μια να ανηφορίζει, μια να κατηφορίζει". Η λύση που έδωσα εδώ, είναι μια στερεότυπη έκφραση από τα παραμύθια: δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει.

β) Ο Κικέρωνας, που γίνεται Κικερωνάκος (όπως τα αγγλικά αγγλικούλια, και τα λατινικά λατινικούλια), στη φράση όπου ο Αδάμ αναφέρεται στη μόρφωση του Λιχτ.

γ) Η λέξη "καληώρα", που προσθέτω στα λόγια του Ρούπρεχτ, όταν περιγράφει το θόλο που σχηματίζουν τα δέντρα,

wie der Dom zu Utrecht.

δ) Η γενική ηθική που προσθέτω, γιατί μου λείπει, στην αφήγηση της κυρα-Μάρθας, για το νεκροθάφτη που παίρνει νέα γυναίκα, κάνει μαζί της δεκαπέντε παιδιά, και τέλος πίνει τρίτη φορά στη ζωή του απ' τη στάμνα όταν του πεθαίνει η γυναίκα του:

trank er zum dritten Male, als sie starb.

ε) Με την ίδια λογική επεμβαίνω, πάλι σε φράση της κυρα-Μάρθας,

und saget guten Tag zu mir und meiner Tochter,

για να προσθέσω το "μια", και να κάνω την "καλημέρα", "μια καλημέρα".

Με την ίδια λογική επίσης κάνω το Schaupfennig (γρόσι), που χαρίζει ο Ρούπρεχτ στην Εύα για τους αρρεβώνες τους, "φλουρί", τον "κόσμο" (Volk) "κοσμάκη", το "ένα ποτήρι νερό" (ein Glas mit Wasser) "ένα νεράκι", και τον Διάβολο (Teufel) στη διήγηση της κυρα-Μπριγκίτας, "Ξαποδώ", για να συμφωνήσει με το όλο κλίμα της δεισιδαιμονίας.

Δύο παραδείγματα, τέλος, από τα λεπτότατα λογοπαίγνια του Κλάιστ, τα οποία προσπάθησα, όπου ήταν δυνατόν, να τα περισώσω και στα ελληνικά:

α) Στην αρχή αρχή του έργου, όταν ο Αδάμ προσπαθεί να μπαλώσει το χάλι του, και λέει ψέματα στον Λιχτ πως έπεσε, ο Λιχτ του λέει ειρωνικά:

- Unbildlich: hingeschlagen?

Ο Αδάμ απαντάει:

- Ja, Unbildlich.

Es mag ein schlechtes Bild gewesen sein.

Εδώ το λογοπαίγνιο αφορά τις λέξεις Bild: εικόνα, και Unbildlich (κυριολεκτικά). Αναποδογυρίζω και μεταφράζω, κρατώντας ένα ανάλογο λογοπαίγνιο με το: σχήμα-άσχημο:

- Έπεσες -σχήμα λόγου;

- Τι σχήμα;

Άσχημο πέσιμο κι ανάποδο.

β) Ο Αδάμ, που δε θέλει να παραδεχτεί πως το ένα του πόδι είναι στραβό και παραμορφωμένο, και επιμένει να μην τα ξεχωρίζει, πάλι στην ίδια συζήτηση με τον Λιχτ, προκαλεί το εξής σχόλιο:

Eriaubt! Ua tut Ihr Eurem-Rechten Unrecht.

Όπου ο Κλάιστ παίζει με τις λέξεις Recht (δεξιό και δίκαιο) και Unrecht (άδικο).

Μεταφράζω:

Με συμπαθάς -κακομιλάς για το καλό σου πόδι!

δ) Ο πληθυντικός

Ο πληθυντικός ήταν επίσης ένα γενικό πρόβλημα, που απαιτούσε ριζική λύση. Σχεδόν όλα τα πρόσωπα του έργου μιλούν στον πληθυντικό, πράγμα που ήταν αδύνατον να διατηρηθεί στα ελληνικά, για δύο λόγους: έναν πρακτικό κι έναν θεωρητικό.

α) Σ' έναν λόγο τόσο αφηγηματικό, γεμάτο ρήματα, ήταν πρακτικά αδύνατον να κρατηθεί παντού ο πληθυντικός, γιατί οι παραπανίσιες συλλαβές θα ήταν καταστροφή.

β) Ο πληθυντικός δεν έχει παράδοση στα ελληνικά, είναι καθαρά δυτικό προϊόν. Σ' έναν τόπο που μιλούσε στους ανώτατου: άρχοντες του πάντα στον ενικό, όπου, στα παραμύθια, ο βασιλιάς γινόταν το πολύ "κυρ-βασιλιάς" αλλά πάλι με το "εσύ" του μιλούσαν, ο ενικός αριθμός διατηρείται θαυμάσια στο στόμα των απλών ανθρώπων όταν απευθύνονται στην εξουσία, είτε "κύριε ενωμοτάρχα" την προσφωνούν, είτε "κύριε πρόεδρε".

Περιόρισα λοιπόν τον πληθυντικό μόνο στις σχέσεις Βάλτερ-Αδάμ και Λιχτ-Βάλτερ, όπου τον θεώρησα επιβεβλημένο για την τήρηση των προσχημάτων και την εξασφάλιση της απόσταση; για την οποία μίλησα πιο πριν.

ε) Φυσιογνωστικά

Θα αναφέρω δύο προβλήματα που αντιμετώπισα, και που, γενικεύοντας, θα έλεγα πως μοιραία τα αντιμετωπίζει κάθε μεταφραστής, προσπαθώντας να μεταφέρει στα ελληνικά τη χλωρίδα και την πανίδα ενός ξένου λογοτεχνήματος.

Πολλές φορές, ο μεταφραστής σταυρώνει τα χέρια: είτε επειδή ο μόνος διαθέσιμος όρος είναι επιστημονικός· είτε επειδή η κοινή ονομασία, αν υπάρχει, δεν είναι πάντα λύση. (Παρενθετικά -και ανεκδοτολογικά- σας δίνω δύο παραδείγματα από μεταφρασμένα μυθιστορήματα που διάβασα πρόσφατα: Στο πρώτο, έχουμε την ειδυλλιακή εικόνα ενός πάρκου γεμάτου... ανθισμένα ραδίκια! Στο δεύτερο, ένα ζεύγος ερωτευμένων, σε άλλοπάρκο, γευματίζει πάνω σ' ένα παχύ χαλί από... αγριομαϊντανό.)

Επανέρχομαι στη στάμνα: Όσον αφορά τα φυτά, σκόνταψα μόνο σ' ένα είδος άνθους, τα ηρανθή (Aurikein). Τα βρήκα στην κοινή τους ονομασία ως "δρακάκια", και τα χρησιμοποίησα γιατί η λέξη δεν με ενοχλούσε. Ομολογώ όμως ότι το λουλούδι "δρακάκι" μου είναι εντελώς ξένο -και βέβαια δεν θα έφτανε η εικόνα του σε μια φυτολογία για να το αισθανθώ περισσότερο οικείο.

Το πραγματικό πρόβλημα που αντιμετώπισα, ωστόσο, ήταν η λέξη Karpfenteich (σύνθετη κι αυτή!), όπου Teich είναι η "λιμνούλα", φυσική ή τεχνητή, και Karpf το -ψάρι κυπρίνος (κοινώς: σαζάνι).

Ένας Άγγλος μεταφραστής, θα έλεγε αμέσως: carp pond, και θα ξεμπέρδευε, γιατί έχει έτοιμη και την εικόνα και την έννοια. Τι θα έλεγε όμως ο Έλληνας; "Λιμνούλα με τα σαζάνια" ή "λιμνούλα με τους κυπρίνους"; Στον τόπο μας, έτσι κι αλλιώς, οι λίμνες σπανίζουν και, απ' όσο ξέρω, δεν τις προσδιορίζουν ποτέ ανάλογα με το είδος -ψαριών που περιέχουν.

Αποκλείοντας εξαρχής την εκδοχή της τεχνητής λίμνης (που εξάλλου θα με οδηγούσε σε λύσεις του τύπου: ιχθυοτροφείο, ή, ακόμα χειρότερα: κυπρινοτροφείο), έμεινα πολύ καιρό να κοιτάζω τη "λιμνούλα με τα σαζάνια", ώσπου τελικά αποφάσισα να την αφήσω σκέτη λιμνούλα, γιατί στο κείμενο σημασία είχε η παρουσία της λίμνης, και όχι το περιεχόμενό της.

Τελειώνω με μιαν άλλη λεπτομέρεια, λαογραφικής αποχρώσεως. Το πρόβλημα στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν μεταφραστικό αλλά αναρωτιέμαι τι εικόνα μπορεί να ξυπνά στον έλληνα αναγνώστη ή θεατή η παρομοίωση του Κλάιστ:

Και βλέπω την καράφλα του να φέγγει σαν το σαπισμένο κούτσουρο. (Wie faules Holz.)

Το απόσπασμα ανήκει στην περιγραφή της κυρα-Μπριγκίτας, που πέφτει πάνω στο μυστηριώδη "αλογοπόδαρο", μεσάνυχτα στο δάσος.

Πίσω απ' την παρομοίωση αυτή κρύβεται ένας ολόκληρος θησαυρός λαϊκών δοξασιών για το φωσφόρισμα των βάλτων μέσα στο σκοτάδι. Για το ignis fatuus (πυρ το μωρόν, θα λέγαμε), όπως είναι η επιστημονική ονομασία του -ή άλλως, Irrlicht στα γερμανικά,καιwill' ο' the wisp στα αγγλικά.

Πέρα από την επιστημονική του ερμηνεία, πουτο αποδίδει στην αυτόματη ανάφλεξη αερίων που αποδεσμεύονται με την αποσύνθεση φυτικών υλών, δεν κατάφερα να βρω τίποτε αντίστοιχο σε δικές μας παραδόσεις -ίσως επειδή, για τον ελλαδικό χώρο, τα δάση και τα νερά, τρεχούμενα και βαλτωμένα, είναι πολυτέλεια. Τι απομένει, τέλος, από το χρόνο του έργου; Τίποτα, θα έλεγα. Μόνο μερικές υποσημειώσεις. Μπορεί ο θεατής να βρίσκεται αντιμέτωπος με όλη την ιστορία των Κάτω Χωρών, όταν η κυρα-Μάρθα περιγράφει τις ζωγραφιές της στάμνας της -αλλά πόσο οικεία του είναι όλ' αυτά, και τι μπορεί να συγκρατήσει πέρα από τα ονόματα μερικών βασιλιάδων;

Σίγουρα, όχι πολλά. Γι' αυτό και δεν θα μπορέσει να εξηγήσει γιατί η κυρα-Μάρθα, ακούγοντας τη φασαρία στο δωμάτιο της κόρης της, κοψοχολιάζεται και πάει ο νους της στο χειρότερο κακό: πως "μπήκε ο εχθρός". Όπως δεν το κατάλαβα αρχικά ούτε κι εγώ, και για μια στιγμή, παραπλανήθηκα από τη λέξη "εχθρός" (γερμανικά: Feind, συνώνυμη του Διαβόλου), ώσπου, ανατρέχοντας πάλι σε σχόλια και υποσημειώσεις, βρήκα πως δηλώνει, απλώς, τους Ισπανούς.

Θα μείνει βέβαια κάτι απ' την ατμόσφαιρα. Αυτό το κάτι, ωστόσο, δε θα είναι αρκετό για να στηρίξει τα μεσαιωνικά βασανιστήρια που επικαλείται στις απειλές της η κυρα-Μάρθα: τον τροχό, ή το Fiedel, το γερμανικό αντίστοιχο του "κλοιού" που αναφέρει ο Ξενοφών στα Ελληνικά του: μια τραχηλιά από χοντρό ξύλο, απ' όπου, μεσ' από τρία ανοίγματα, περίσσευαν τα χέρια και το κεφάλι του διαπομπευόμενου.

Είναι επίσης αμφίβολο αν η ατμόσφαιρα αυτή μπορεί να στηρίξει τη δεισιδαιμονία της κυρα-Μπριγκίτας, που καταθέτει στο δικαστήριο για τον φαλακρό "αλογοπόδαρο" που πέφτει απάνω της, μεσάνυχτα, στο μονοπάτι του δάσους. Η κυρα-Μπριγκίτα, βλέποντας τον μυστηριώδη άγνωστο να κουτσαίνει, τον κάνει αμέσως με τη φαντασία της "αλογοπόδαρο" -επικαλούμενη έτσι μια καθαρά γερμανική εικόνα του Σατανά, που απέχει αρκετά από τη δική μας, με την ουρά και τα κέρατα. Χρειάζεται ίσως να έχει γνωρίσει κανείς τον Ritter mit dem Pferdefuss (τον Ιππότη με το Αλογίσιο Πόδι) από τη Βαλπούργια Νύχτα του Φάουστ, για να κάνει αμέσως το συνειρμό.

Τέλος, δεν απομένει τίποτε από τη φιλόδοξη πρόθεση του Κλάιστ να αντιστρέψει στο έργο αυτό το οιδιπόδειο μοτίβο ενοχής και άγνοιας, κάνοντας τον δικαστή έναν Οιδίποδα από την ανάποδη, έναν ένοχο που γνωρίζει καλά την ενοχή του, και γι' αυτό τον παρουσιάζει εξαρχής ως Klumpfuss (ραιβόποδα), προσπαθώντας, με τη λέξη αυτή, να αποδώσει κυριολεκτικά το όνομα Οιδί-πους.

Ξεκίνησα αυτή τη διάλεξη με ένα συμπέρασμα, και σκοπεύω να την τελειώσω με άλλο ένα.