Νέα ελληνική
Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική
Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική
Αθήνα, εκδ. Δόμος, 1988, σσ. 34-42. Όσο για τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη δεν ξεχωρίζουν από τα ποιήματα του Καρυωτάκη. Αυτός είναι, στοχάζομαι, ο μεγαλύτερος έπαινος. Από τις καλύτερες ελληνικές μεταφράσεις, τα ποιήματα που μεταφράζει από τους ξένους μοιάζουν σχεδόν σαν να είναι δικά του και να τα παίρνει πίσω με τη μετάφραση. Πέστε μου εσείς σε ποιον ανήκει πραγματικά ο στίχος: Φύγε τώρα, κομμωτή κομητών! στον Καρυωτάκη ή στον Corbiere; Δύσκολο να το αποφασίσει κανένας. Και αν ακόμα καταφύγομε στα κείμενα, ο στίχος του Corbiere: Va vite, leger peigneur de cometes! μοιάζει πάλι περισσότερο με ξέθωρη μετάφραση του Καρυωτάκη. Τόσο ανεξερεύνητες παρουσιάζονται οι καταβολές της ποίησης. Δεν είμαι ερευνητής ούτε δάσκαλος πανεπιστημιακός ή άλλο τίποτα για να έχω συστηματικά εξαντλήσει τα κιτάπια, αλλά και στις καλύτερες από τις δόκιμες ελληνικές μεταφράσεις που θυμάμαι -του Καρθαίου τη μετάφραση: Μπαλάντα της φυλακής τον Ρέντιγκ (1917) του Όσκαρ Γουάιλντ, την Ξανατονισμένη Μουσική (1930), με τις μεταφράσεις του Παλαμά, ή του Γκάτσου τη μετάφραση: Ο Ματωμένος Γάμος (1945) του Λόρκα -ενώ έχομε παρέμβαση (θετική παρέμβαση -κάποιος πιάνει τους ξένους ποιητές από το χέρι και μάς τους παρουσιάζει ή μας δανείζει τη φωνή του για να τους διαβάσομε), δεν έχομε προσάρτηση, όπως συμβαίνει με τον Καρυωτάκη. Ο Καρυωτάκης κάνει προσαρτήσεις, δεν κάνει μεταφράσεις, έστω και αριστοτεχνικές. Με αφορμή τους ξένους ποιητές ή με τη βοήθεια των ξένων, συνεχίζει την ποίησή του. Τα Ελεγεία και Σάτιρες δεν περιέχουν τα ποιήματα του Καρυωτάκη και τις μεταφράσεις του -όπως μπορεί να συμβαίνει με άλλους ποιητές- αλλά χωρίζονται -ομοούσια και αχώριστα- σε τρία ποιητικά μέρη, που υποδιαιρούνται στα "Ελεγεία" ("Πρώτη Σειρά", "Δεύτερη Σειρά", "Ηρωική Τριλογία"), στις "Σάτιρες" και στις "Μεταφράσεις" -μια μοναχά και αδιαίρετη ενότητα ποιητική. Δεν ξέρω άλλη περίπτωση σχετική. Λιγοστά λόγια συμπληρωματικά για τις μεταφράσεις. Καταλήγω να πιστέψω πως πρέπει να φυλάγεται κανένας μερικές φορές από τους υμνητές του. Γιατί το λέω αυτό; Ένας κριτικός, τη φορά τούτη όχι από τη σχολή των Κ. Marx - F. Engels, αλλά από τη σχολή του ατομικού συναισθηματισμού, σχολιάζοντας -με θαυμασμό- τη μεταφραστική δεινότητα του Καρυωτάκη, τον βάζει να κάνει επεμβάσεις ή να παίρνει, πρωτοβουλίες, όπως τις φαντάζονται, μοναχά όσοι δεν ξέρουν τη σημασία της ελευθερίας και τη σημασία της υποταγής στην τέχνη. Όσοι ανήκουν στις σχολές αυτές (αλλά και γενικά σε σχολές) παύουν ουσιαστικά να σκέφτονται -σκέφτεται η σχολή για λογαριασμό τους- και μας τσαμπουνάν μονότονα και φορτικά το χαβά μιανής κατήχησης στο μάθημά τους ή, νομίζοντας πως σκέφτονται, δεν κάνουν άλλο τίποτα παρά να γυρίζουν τη μανιβέλα μιας λατέρνας. Η μουσική -διάβαζε η σκέψη- δε βγαίνει ζωντανή. Βγαίνει έτοιμη από τη λατέρνα. Δεν παίζεται την ώρα εκείνη. Φαντάζεται λοιπόν ο κριτικός από τη σχολή του ατομικού συναισθηματισμού (που μπορεί να είναι θετικός ή αρνητικός συναισθηματισμός): "Ο Καρυωτάκης ως μεταφραστής" -αντιγράφω ολόκληρη την παράγραφο- "προξενεί αληθινή κατάπληξη κι εμπνέει το θαυμασμό. Και τούτο, γιατί δε διστάζει μπροστά σε καμιά δυσκολία. Πιάνει, λ.χ. την περίφημη "Μπαλάντα των κυριών του παλαιού καιρού" του Βιγιόν και τη χύνει, με τον πιο άνετο τρόπο, σε νεοελληνικούς στίχους, κρατώντας τα περισσότερα που θα μπορούσε να κρατήσει απ' το πρωτότυπο, και προπαντός χωρίς να θυσιάσει τίποτα απ' τη νοσταλγία και το αίσθημα του ποιήματος. Όλο του το μέλημα είναι να μη προδώσει καθόλου τον ποιητή· γι' αυτό, κι όταν αναγκάζεται, για λόγους στιχουργικούς, να κάνει μια προσθήκη, ή προσθήκη αυτή όχι μόνο δε μοιάζει παρείσακτη μέσα στο αυθεντικό υλικό του ποιητή, μα τουναντίον θα υπέθετε κανείς ότι πρόκειται για ένα υπόλειμμα από το υλικό που είχε στη διάθεση του ο ίδιος ο Βιγιόν και που λόγοι οικονομίας στη φόρμα τον ανάγκασαν να το αφήσει έξω. Αυτό ακριβώς το αμεταχείριστο υλικό το δανείζεται, θα έλεγε κανείς, νοερά ο Έλληνας μεταφραστής, και το μεταχειρίζεται αξιοθαύμαστα, ίσως για να μιλήσει ιδιαίτερα στη φαντασία του Έλληνα αναγνώστη του.Κι αλήθεια, μέσα σ' όλες εκείνες τις θρυλικές καλλονές, που ο Γάλλος ποιητής αναπολεί για να μας υποβάλει τον πόνο του για τη φθορά, τι φυσικότερο από το να παρελάσεικι η εμορφιά της σπαρτιάτισσας Ελένης, πού αυτή δακι αν αναστάτωσε τον κόσμο στα χρόνια τα παλιά; Την προσθήκην αυτή του Καρυωτάκη τη θεωρώ λεπτότατο πραγματικά εύρημα συγγενικής διαθέσεως, μια απ' τις αντιστοιχίες για τις όποιες μίλησα πιο πρίν" (Τίμος Μαλάνος, Κριτικά Δοκίμια, Αλεξάντρεια 1943). Τίποτα από όλα αυτά. Το γαλλικό κείμενο που συμβουλεύτηκε ο κριτικός βασιζόταν στην ακόλουθη γραφή: La royne Blanche comme lis Qui chantoit a voix de seraine, Berte au grant pie, Bietris, Alis, Harembourgis qui tint Ie Maine, Et Jehanne la bonne Lorraine Qu'Englois brulerent a Rouan; Ou sont ilz, on, Vierge souveraine? Πραγματικά στο κείμενο αυτό πουθενά δε βρίσκομε την ωραία Ελένη. Στο κείμενο που προσάρτησε ο Καρυωτάκης, ο τελευταίος στίχος αντί: Ου sont ilz, ου, Vierge souveraine? ακολουθούσε άλλη γραφή και γινόταν τέτοιας λογής: Et aussi la belle Helayne. Η ελληνική μετάφραση του ποιήματος δείχνει πως, αν αποτολμήθηκαν αλλαγές -και αποτολμήθηκαν (ολόκληρη η μετάφραση είναι ένα ποιητικό τόλμημα)- αυτές δεν έγιναν από τον Καρυωτάκη "ίσως για να μιλήσει ιδιαίτερα στη φαντασία του Έλληνα αναγνώστη", αλλά για ολότελα διαφορετικούς λόγους: Η ρήγισσα Λευκή, ρόδον αυγής, με τη φωνή της τη γλυκά ακουσμένη, η Βέρθα, η Βεατρίκη, η Αρεμβουργις του Μαιν, η Σπαρτιάτισσα η Ελένη, κι η καλή Ιωάννα από τη Λορραίνη, όλες ανοίξεως όνειρα τερπνά η ανάμνησή τους ζωηρή απομένει. Μια σύγκριση με το γαλλικό πρωτότυπο φανερώνει καθαρά αυτό πού γυρεύω να πω. Αν ο κριτικός γνώριζε τη σημασία της ελευθερίας και τη σημασία της υποταγής στην τέχνη, θα βαστούσε καλύτερα τα γκέμια και δε θα άφηνε τη σχολή του ατομικού συναισθηματισμού (ή όποια άλλη) να σκέφτεται ανεμπόδιστα για λογαριασμό του. Κλασικά παραδείγματα για το κακό που κάνουνστον τόπο οι διάφορες σχολές (ανεξαίρετα όλες) έχομε τα δυο πολιτικά -γιατί δεν μπορώ να τα ονομάσω πνευματικά, δε βλέπω να έχουν καμιά σχέση με το πνεύμα- τα δυο πολιτικά άκρα που, ενωμένα σε ίση απόσταση από την αλήθεια, θέλησαν να αποτιμήσουν το έργο του Καβάφη την εποχή που πρωτοκυκλοφόρησαν στην Αθήνα συγκεντρωμένα τα Ποιήματα (1935), στη λεγόμενη έκδοση Καλμούχου. Στην εφημερίδα Εστία (11 Δεκεμβρίου 1935) διαβάζαμε την ακόλουθη ανυπόγραφη αποτίμηση: "Ο Αλεξανδρινός ποιητής περί το όνομα και το έργον του οποίου εγένετο τόσος τεχνητός θόρυβος, χωρίς να τον δικαιολογεί καμία εξαιρετική ποιητική ιδιοφυΐα, δεν είχεν ούτε εις τον βίον του, ούτε εις τον Ελληνικόν εθνισμόν του, ούτε εις την ατομικήν ηθικήν του, τίποτε δια το όποιον να δικαιούται να υπερηφανεύεται η Ελλάς". Το ένα παράδειγμα. Και στο περιοδικό Νέοι Πρωτοπόροι (Γενάρης 1936) ο Ν. Καρβούνης κάνει την ενυπόγραφη αποτίμηση πως ο Καβάφης "έχασε κάθε συνάφεια και συντονισμό με τον παλμό της ζωής της μεγάλης ανθρώπινης μάζας" και "θάτανε πολύ να του δώσει κανένας τον τίτλο του ποιητή". Τοδεύτερο παράδειγμα. Δε θα κουραστώ ποτέ να θυμίζω στους νεότερους παρόμοια παραδείγματα ή κηρύγματα, πολύ περισσότερο που βρίσκονται ακόμα διαθέσιμοι άνθρωποι να ακολουθούν το δασκάλεμά τους.Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής15. Ζήσιμος Λορεντζάτος, Ο Καρυωτάκης