Skip to main content

Νέα ελληνική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική



Περιεχόμενα

Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής

Α. Εισαγωγή

Η μετάφραση, όπως κάθε γλωσσική δραστηριότητα, όπως η ίδια η γλώσσα, αποτελεί μια αδιάρρηκτη σύνθεση πρακτικής και θεωρίας. Αυτή η μαγική ικανότητα του ανθρώπου τον προ(σ)καλεί ακατάπαυστα να στοχάζεται επί του ιδίου του λόγου του. Δεν υπάρχει άλλη πρακτική παρά μόνο η γλωσσική, που να έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε θεωρία του ίδιου του εαυτού της. Η μετάφραση είναι μια ιδιόμορφη εκδήλωση της γλωσσικής δραστηριότητας, της δραστηριότητας λόγου του ανθρώπου. 'Eτσι, ανέκαθεν, οι μεγάλες μεταφραστικές προσπάθειες (π.χ. μετάφραση σε οποιαδήποτε χρονική περίοδο της Αγίας Γραφής, μετάφραση των Ελλήνων κλασικών από τους Λατίνους, και των Ελλήνων και Λατίνων στις νέες ευρωπαϊκές γλώσσες, ιδίως κατά την Αναγέννηση, μετάφραση των λογοτεχνικών αριστουργημάτων και των θεμελιωδών επιστημονικών συγγραμμάτων κατά τη νεότερη εποχή) συνο­δεύ­τηκαν από μια ώθηση των θεωρητικών προβληματισμών.

Ποια είναι όμως η θέση της μεταφρασιολογίας στον κόσμο της γλώσσας; Πρόκειται για μια ειδική έρευνα, μια συγκροτημένη θεωρία ή έναν επιστημονικό κλάδο; Και, στην τελευταία περίπτωση, αποτελεί αυτοτελή επιστήμη ή κλάδο μιας άλλης; Διαθέτει ίδιο αντικείμενο και μέθοδο; Γιατί και πώς μια θεωρία για τη μετάφραση; Η ανάγκη για μια μεταφραστική θεωρία εδράζεται σε τρεις διαδοχικούς και αλληλοεξαρτώμενους άξονες: πράξη, ανάλυση, διδασκαλία. Η μετάφραση υπήρξε από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους μέχρι σήμερα μια σημαντική πρακτική της ανθρώπινης κοινωνίας, η δε σημασία της βαίνει αυξανόμενη. Η ανάλυση της πρακτικής αυτής μας επιτρέπει να τη βελτιώσουμε και να τη διδάξουμε. Η διδασκαλία της συνεπάγεται την ανάπτυξη θεωριών και μεθοδολογιών που προϋποθέτουν μια ελεγχόμενη πρακτική.

Βέβαια, για να παραφράσουμε ένα σχετικό αφορισμό, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί ότι "όσοι δεν μπορούν να γράψουν, μεταφράζουν και όσοι δεν μπορούν ούτε να μεταφράσουν, θεωρητικολογούν για τη μετάφραση!". Ωστόσο, θα ήταν δύσκολο να εξηγηθεί με τον τρόπο αυτό πώς συμβαίνει ανάμεσα στους μεγαλύτερους συγγραφείς να συγκαταλέγονται πολύ καλοί μεταφραστές και σημαντικοί θεωρητικοί της μετάφρασης.

Στο πρώτο αυτό κεφάλαιο δεν θα επιχειρήσουμε ούτε μια ιστορική ανασκόπηση ούτε μια κριτική σύνθεση των διαφόρων μεταφραστικών θεωριών. Δεν έχουμε, επίσης, τη φιλοδοξία να παρουσιάσουμε μια νέα θεωρία της μετάφρασης. Στόχος μας είναι απλά και μόνο να παρουσιάσουμε ορισμένες εξ ολοκλήρου ή εν μέρει προσωπικές σκέψεις για τη μετάφραση.

Β. Η θεωρία ή οι θεωρίες της μετάφρασης

Το πλήθος των μεταφραστικών θεωριών υψώνει το πρώτο φράγμα για εκείνον που θα ήθελε να ασχοληθεί με τη θεωρία της μετάφρασης.

Ας αναφέρουμε τις πιο σημαντικές χωρίζοντάς τις σε τρεις κατηγορίες:

  • α) - η φιλοσοφική προσέγγιση,
  • οι θεωρίες φιλολογικού χαρακτήρα που εστιάζουν το ενδιαφέρον τους στη λογοτεχνική μετάφραση, αυτοεντάσσονται στο πλαίσιο της συγκριτικής γραμματολογίας και της ποιητικής και δίδουν ιδιαίτερη έμφαση στις αισθητικές πλευρές του μεταφραστικού φαινομένου,
  • β) - οι θεωρίες που βασίζονται στη γενική γλωσσολογία,
  • οι μαρξικές θεωρίες που προσβλέπουν σε μια αντικειμενική "αποϊδεολογικο­ποιη­μένη" γλωσσολογία,
  • οι θεωρίες που εμπνέονται από τη συγκριτική γλωσσολογία, είτε με τη μορφή της συγκριτικής γραμματικής είτε της συγκριτικής υφολογίας,
  • η θεωρητική προσέγγιση που βασίζεται στη χρησιμοποίηση της μετάφρασης στη διδασκαλία των γλωσσών,
  • η προσέγγιση της υπολογιστικής γλωσσολογίας, που ασχολείται ιδιαίτερα με την αυτόματη μετάφραση,
  • γ) - οι μεταγλωσσολογικές, ήτοι εθνο-, κοινωνία-, πολιτειο- και ψυχο- γλωσσο­λο­γικές προσεγγίσεις,
  • η θεωρία που θεμελιώνεται επί της σημειολογίας,
  • η θεωρία που εμπνέεται από την επιστήμη της επικοινωνίας,
  • οι λειτουργικές και κειμενολογικές προσεγγίσεις, ανάλογα με την υφή, τον τύπο ή τη σκοπιμότητα του κειμένου, και
  • η διερμηνευτική θεωρία ή θεωρία του νοήματος.

Οι τρεις αυτές κατηγορίες αντιστοιχούν, σε γενικές γραμμές, στις τρεις φάσεις της ιστορίας της θεωρίας της μετάφρασης:

  • α) προγλωσσολογική περίοδος (μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα)· φιλολογική και φιλοσοφική κυρίως προσέγγιση μεταφραστών που προσπαθούν να εμβαθύνουν και να στοχαστούν πάνω στο έργο τους,
  • β) γλωσσολογική περίοδος (μέχρι τη δεκαετία του I960)· συστηματική και αντικειμενική προσέγγιση θεωρητικών της γλωσσολογίας, με βάση κυρίως τους γλωσσικούς κώδικες, και
  • γ) μεταγλωσσολογική ή καθαυτό μεταφρασιολογική περίοδος (τα τελευταία 35 χρόνια περίπου)· προσπάθεια σύνθεσης των προηγούμενων απόψεων με τη συμβολή και από νεότερες επιστήμες, όπως σημειολογία, θεωρία της επικοινωνίας, κειμενογλωσσολογία, και την ανάπτυξη ιδίων μεθόδων (εννοείται ότι τα χρονολογικά και θεματικά όρια των φάσεων αυτών κάθε άλλο παρά στεγανά είναι).

Αυτή η απόπειρα προωθητικής σύνθεσης, εάν περιοριστούμε στη σύγχρονη εποχή, αποτέλεσε ταυτόχρονα την απάντηση των μεταφραστών-μεταφρασιολόγων (Nida, Seleskovitch, Ladmiral) στη θέση των γλωσσολόγων (Fedorov, Mounin, Catford) που αποδίδουν ιδιαίτερη έμφαση στις αντικειμενικές παραμέτρους της μετάφρασης ως γλωσσικού φαινομένου και στην αντίθεση των εμπειριστών (Cary, Steiner, Meschonnic) που τονίζουν τον υποκειμενικό χαρακτήρα της μεταφραστικής δραστηριότητας.

Σήμερα μπορούμε να πούμε ότι έχουν γίνει πλέον σημαντικά βήματα προς την κατεύθυνση μιας ενιαίας και καθολικής θεωρίας της μετάφρασης. Βέβαια, λόγω του πολυσχιδούς του μεταφραστικού φαινομένου υπάρχουν ακόμα αρκετοί ερευνητές οι οποίοι επιμένουν είτε στα γλωσσικά είτε στα αισθητικά είτε στα νοηματικά στοιχεία του. Παρ' όλα αυτά, όλο και περισσότεροι θεωρητικοί της μετάφρασης, ανεξάρτητα από την διαφορετική ορολογία που χρησιμοποιούν, συγκλίνουν στο ότι η μετάφραση αποτελεί ένα ενιαίο φαινόμενο, με ποικίλες όψεις, που συμπυκνούνται στην ουσία του κειμένου, η οποία περιλαμβάνει σημασιολογικά και υφολογικά στοιχεία· το φαινόμενο αυτό πραγματοποιείται στο επίπεδο της ομιλίας, αποβλέπει στην επικοινωνία και γίνεται αντιληπτό μέσω της ερμηνείας.

Είναι βέβαια κατανοητό ότι στα πρώτα στάδια της επιστημονικής εξέτασης της μετάφρασης, μια σειρά από συγγενείς γλωσσικές ή γενικότερα ανθρωπιστικές επιστήμες επιχείρησαν να επικεντρώσουν το ενδιαφέρον τους σε μια από τις όψεις του φαινομένου, διατεινόμενες ταυτόχρονα ότι το ερμηνεύουν πλήρως. Γρήγορα, ωστόσο, έγινε αντιληπτό ότι ήταν αναγκαία η δημιουργία ενός νέου επιστημονικού κλάδου που με τις δικές του μεθόδους θα εξέταζε αυτό το νέο γνωστικό αντικείμενο. Πρόκειται για τη μεταφρασιολογία.

Μεταφρασιολογία ή Μεταφραστική Επιστήμη είναι ο επιστημονικός κλάδος που εξετάζει τη μετάφραση υπό όλες τις μορφές της. Μελετά και αναλύει το πλαίσιο και τους συντελεστές του μεταφραστικού φαινομένου, την ίδια τη μεταφραστική διαδικασία, το άμεσο προϊόν της και τις περαιτέρω επιπτώσεις του. Καταγράφει, αξιολογεί και συνθέτει τα πορίσματα των παραπάνω ερευνών και απαντά στο υπαρξιακό, οντολογικό και δεοντολογικό ερώτημα ως προς τη μετάφραση, ήτοι, αν είναι δυνατή η μετάφραση, τι είναι μετάφραση και πώς πρέπει να είναι η μετάφραση.

Γ. Η ουσία της μετάφρασης

Το πρόβλημα της μεταφρασιμότητας ή του αμετάφραστου τέθηκε πολύ νωρίς, ταυτόχρονα με την εμφάνιση της μετάφρασης και της πρώιμης μεταφρασιολογίας, τόσο από στενά φιλολογική και γλωσσολογική όσο και από ευρύτερα "φιλοσοφική" άποψη. Βέβαια, θα μπορούσαμε να απαντήσουμε ότι το πρόβλημα έχει λυθεί εμπειρικά από την ίδια την πράξη και την ιστορία της μετάφρασης· η απάντηση όμως αυτή είναι μόνο μερικά ικανοποιητική.

Ένα άλλο παράδοξο του μεταφραστικού φαινομένου είναι ότι ανάμεσα στις πρώτες μεταφράσεις, όχι μόνο χρονολογικά αλλά και από άποψη σημασίας και επαναληπτικότητας, συγκαταλέγονται ακριβώς εκείνες που θεωρούνται όχι μόνο αδύνατες αλλά και κατ' εξοχήν ανεπίτρεπτες, ήτοι οι μεταφράσεις των ιερών κειμένων.

Παρότι η μετάφραση αποδεικνύεται, τουλάχιστον εμπειρικά, δυνατή, για να απαντήσουμε τεκμηριωμένα στο ερώτημα αυτό, οφείλουμε πρώτα να ορίσουμε τι είναι μετάφραση.

Μετάφραση είναι μια νέα σύνταξη ενός υπάρχοντος κειμένου. Μια σύνταξη σε γλώσσα Χ ενός κειμένου συντεταγμένου σε γλώσσα Υ με βάση τις αναγκαίες θεματικές και γλωσσικές γνώσεις και δεξιότητες. Η μετάφραση, πριν να είναι "μετά-", είναι "-φράση", είναι, δηλαδή, σύνταξη ενός κειμένου που υπακούει στις ίδιες αρχές με οποιοδήποτε άλλο κείμενο. Μολονότι η ύπαρξη ενός προγενεστέρου κειμένου -του πρωτοτύπου- δημιουργεί ορισμένες ιδιαίτερες συνθήκες και προκαλεί ταυτόχρονα ορισμένες ψευδείς εντυπώσεις, η μετάφραση, όπως και το πρωτότυπο, είναι ένα νοητικό προϊόν, ένα προϊόν λόγου που ξεκινά από μια πρόθεση και επιδιώκει ένα αποτέλεσμα. Το κείμενο είναι το απτό ίχνος αυτής της νοητικής λειτουργίας.

Η εκπόνηση αυτού του νέου κειμένου αναλύεται σε τρεις φάσεις: κατανόηση του πρωτοτύπου - σύνταξη του μεταφράσματος - αξιολόγηση. Έτσι, με τον όρο μετάφραση εννοούμε ταυτόχρονα τρεις καταστάσεις που αντιστοιχούν στις τρεις προαναφερθείσες φάσεις: μια διαδικασία -μια πρακτική- ένα προϊόν.

Εάν εμβαθύνουμε στην ανάλυση της μεταφραστικής διαδικασίας, διαπιστώ­νουμε ότι δεν μεταφράζουμε φράσεις, αλλά κείμενα. Τη συμπύκνωση ενός κειμένου αποτελεί η ουσία του. Η μετάφραση συνίσταται επομένως στη μεταφορά της ουσίας ενός κειμένου από μια γλώσσα σε μια άλλη.

Η ουσία ενός κειμένου έχει ολιστικό χαρακτήρα. Χάρις σ' αυτό το χαρακτήρα της μπορούμε να θεμελιώσουμε επ' αυτής μια σφαιρική προσέγγιση της μετάφρασης. Η ουσία ενός κειμένου διαθέτει γνωστικές, συγκινησιακές και τυπικές όψεις. Περιλαμβάνει ρητά και άρρητα στοιχεία. Υπό την ευρύτατη έννοια περιλαμβάνει και την πρόθεση του συγγραφέα, το πολιτισμικό πλαίσιο και την σκοπιμότητα του κειμένου.

Η γλώσσα είναι ο φορέας, αλλά όχι ο κύριος της μετάφρασης· της είναι απαραίτητη, αλλά όχι καθοριστική. Πρόκειται για δύο τεμνόμενα, αλλά όχι ταυτιζόμενα σύνολα. Δεν υπάρχει πλέον άστοχη και πιο επικίνδυνη προσπάθεια στη μεταφρασιολογία από το να προσπαθεί κανείς να περιορίσει τη μετάφραση στο επίπεδο της γλώσσας.

Έχοντας ορίσει τη μετάφραση καταρχάς ως σύνταξη ενός νέου κειμένου και εν συνεχεία ως μεταφορά της ουσίας ενός κειμένου από μια γλώσσα σε μια άλλη, μπορούμε να απαντήσουμε καταφατικά στο υπαρξιακό ερώτημα της μεταφρασιμότητας. Η μετάφραση υπάρχει και είναι δυνατή στο βαθμό που υπάρχουν καιείναι δυνατά η γλώσσα και ο λόγος.

Αν και η μετάφραση είναι πάντα δυνατή, ωστόσο δεν είναι ποτέ ολική, διότι η εξίσωση μεταξύ σκέψης και λόγου δεν υφίσταται, διότι η ολική μετάφραση -φωνητική, γραφική, γραμματική, λεξική, υφολογική- θα ισοδυναμούσε με την επανάληψη του πρωτοτύπου και όχι με μια νέα σύνταξή του.

Έτσι, η μετάφραση μπορεί να φθάσει σε διάφορα επίπεδα και διάφορους βαθμούς: ισοδυναμία, αντιστοιχία, ισότητα, ακόμα και ταυτότητα (πάντα όμως μερική, όπως, π.χ. τα μεταφραστικά δάνεια). Μπορεί επίσης να αλλάζει όνομα και αντί για μετάφραση να λέγεται ερμηνεία, παράφραση, προσαρμογή, μίμηση.

Σε κάθε περίπτωση, τρεις είναι οι καταστάσεις της μεταφραστικής διαδικασίας:

  • α) η μετακωδικοποίηση, ήτοι η αντιστοιχία ενός προς ένα,
  • β) η μετάφραση, υπό τη στενή έννοια, ήτοι η ισοδυναμία ενός προς περισσότερα, και
  • γ) η ερμηνεία, ήτοι η ελεύθερη από κάθε προκαθορισμένη αντιστοιχία ή ισοδυναμία δημιουργία.

Επομένως στο δεοντολογικό ερώτημα, στο πώς πρέπει να είναι η μετάφραση, μπορούμε να απαντήσουμε ότι η μετάφραση πρέπει να πάρει τη μία από τις τρεις μορφές ανάλογα με το πρωτότυπο κείμενο ή το τμήμα κειμένου και το συγκείμενό του. Όσον αφορά, τέλος, την αξιολόγηση της μετάφρασης, παρότι η ύπαρξη του πρωτοτύπου είναι καθοριστικό γεγονός για τη μετάφραση, η μετάφραση εντασσόμενη στο σύνολο της πνευματικής και πολιτιστικής δημιουργίας πρέπει να κρίνεται, πρώτον, ως κείμενο καθ' αυτήν, δεύτερον, σε σχέση με την πρόθεση του συγγραφέα, τρίτον, σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα επί του αναγνώστη και, τέταρτον, σε αντιπαραβολή με το πρωτότυπο.

Δ. Το ενιαίο και η ενότητα της μετάφρασης

Από τον τρόπο με τον οποίο απαντήσαμε στα τρία θεμελιώδη ερωτήματα της μεταφρασιολογίας, προκύπτει ότι η μετάφραση αποτελεί ενιαίο φαινόμενο που χαρακτηρίζεται από εσωτερική ενότητα. Σε όλες τις ποικίλες εκφράσεις του το φαινόμενο αυτό διέπεται από ορισμένες κοινές βασικές αρχές.

Η μετάφραση αποτελεί μια πράξη λόγου και όχι ένα γλωσσικό συμβάν. Ο μεταφραστής, όντας δίγλωσσος, ενεργεί ως διφυής μονόγλωσσος και, αφού συλλάβει την ουσία ενός κειμένου συνταγμένου σε μια γλώσσα, τη μεταφέρει σε μια άλλη γλώσσα συντάσσοντας ένα νέο κείμενο. Η ουσία του κειμένου είναι η ψυχική και νοητική πραγματικότητα που ο πομπός του μηνύματος θέλει και προσπαθεί να κοινοποιήσει και την οποία ο δέκτης συλλαμβάνει χάρη στη σημασιολογική και υφολογική υλοποίηση της αλλά και στο γενικότερο πλαίσιο επικοινωνίας.

Οι αρχές αυτές ισχύουν σε όλες τις μορφές μετάφρασης· γραπτή και προφορική, λογοτεχνική και πραγματολογική, συγχρονική και διαχρονική, ενδογλωσσική και διαγλωσσική.

Το γεγονός ότι η κάθε μετάφραση υπακούει σε ορισμένες κοινές βασικές αρχές δεν πρέπει να μας οδηγεί στο να ελαχιστοποιούμε τη σημασία των διαφορών και των ιδιαιτεροτήτων των πολύμορφων εκφάνσεων του φαινομένου αυτού.

Ε. Ο δυϊσμός και η πολλαπλότητα της μετάφρασης

Η μετάφραση εμφανίζεται ως ένα κατ' εξοχήν δυϊστικό, ενδεχομένως και διχοτομικό, φαινόμενο, μια διαδικασία σύγκρουσης και σύνθεσης αντιτιθέμενων στοιχείων. Η ύπαρξη των δύο θεμελιωδών πόλων της μεταφραστικής διαδικασίας, του πρωτοτύπου και του μεταφράσματος, προδιαθέτει για το δυιστικό χαρακτήρα της μετάφρασης που εκδηλώνεται πολλαπλώς. Υπάρχει καταρχάς το σχίσμα μεταξύ γραπτής και προφορικής μετάφρασης, και σε ένα δεύτερο επίπεδο ο διαχωρισμός της πρώτης σε λογοτεχνική και πραγματολογική.

Ως προς το πρώτο, που απορρέει από τη διάκριση της ίδιας της γλώσσας σε γραπτή και προφορική, χωρίς όμως να περιορίζεται μόνο σ' αυτήν, μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι, ως προς την επιφάνεια τουλάχιστον, οι δύο μεταφραστικές πρακτικές παρουσιάζουν αρκετές διαφορές και ομοιότητες. Ως προς το βάθος όμως, πρόκειται άραγε για το ίδιο φαινόμενο;

Η δική μας απάντηση είναι "ναι", εφόσον η πεμπτουσία είναι η ίδια· η μεταφορά της ουσίας ενός γραπτού ή προφορικού κειμένου, ενός γραπτού ή προφορικού λόγου από μια γλώσσα σε μια άλλη. Αυτό βέβαια δεν εμποδίζει την προφορική μετάφραση (=διερμηνεία) να αποτελεί, λόγω του φυσικού, αυθόρμητου και ζωντανού χαρακτήρα της, ένα προνομιακό χώρο παρατήρησης της μεταφραστικής διαδικασίας, ενώ η γραπτή μετάφραση, λόγου του σταθερού, αυστηρού και εξεζητημένου χαρακτήρα της, προσφέρεται καλύτερα για την ανάλυση του μεταφραστικού προϊόντος.

Ως προς τον δεύτερο διαχωρισμό, αυτόν που θέλει να επιμερίσει τη θεωρητική προσέγγιση της μετάφρασης ανά κατηγορία κειμένων, και ιδίως αντιδιαστέλλοντας κατ' απόλυτο τρόπο τη λογοτεχνική από τη μη λογοτεχνική μετάφραση, η θέση μας τείνει και πάλι προς τη βαθύτερη ενότητα του μεταφραστικού φαινομένου.

Έστω και αν η εκφραστική λειτουργία δεσπόζει στην πρώτη κατηγορία και η πληροφοριακή στη δεύτερη, η σύνθεση μορφής και περιεχομένου χαρακτηρίζει και τις δύο. Έστω και αν η έμφαση τίθεται, στην πρώτη, στη συγκινησιακή πλευρά και, στη δεύτερη, στη γνωστική πτυχή, πρόκειται για τις δύο θεμελιώδεις όψεις της ίδιας οντότητας, της ουσίας του κειμένου.

Βέβαια, στη λογοτεχνική μετάφραση, το κύριο μέλημα είναι ο ρυθμός, ενώ στην πραγματολογική, ο όρος. Βέβαια, η ποιητική και η τεχνική μετάφραση αποτελούν τους δύο πόλους της μεταφραστικής διαδικασίας και του μεταφραστικού προϊόντος από την άποψη της ελευθερίας-πιστότητας, ερμηνείας-μετακωδικοποίησης αμετάφραστου-μεταφράσιμου, πρόκειται όμως για τους δυο πόλους του ίδιου όλου.

Δύο άλλες σημαντικές κατηγοριοποιήσεις του μεταφραστικούφαινομένου συνιστούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και απαιτήσεις της συγχρονικής και διαχρονικής μετάφρασης, καθώς επίσης και της διαγλωσσικής και ενδογλωσσικής μετάφρασης.

Είναι γενικά αποδεκτό ότι στις μεν συγχρονικές μεταφράσεις η παρουσία του μεταφραστή είναι πιο διακριτική απ' ό,τι στη διαχρονική, όπου ο μεσολαβητικός του ρόλος μεταξύ συγγραφέα και αναγνώστη είναι εντονότερος. Όσον αφορά τον δεύτερο διαχωρισμό και ιδιαίτερα τις μεταγραφές από κατά κανόνα παλαιότερες μορφές μιας γλώσσας, στη σύγχρονη, πρέπει να προσεχθεί ότι, αν με μια αυθεντική μετάφραση αποδεικνύεται η συνέχεια της γλώσσας έχει καλώς· δεν πρέπει όμως κατά πρωθύστερο τρόπο να γίνεται μια μετάφραση τέτοια που να αποδεικνύει τη συνέχεια της γλώσσας.

Γενικότερα ορισμένοι τύποι μετάφρασης, όπως η φιλολογική που αποβλέπει στην προσπέλαση του αρχαίου λόγου ή η σχολική που χρησιμοποιείται στην εκμάθηση ξένων γλωσσών, έχουν συγκεκριμένη και περιορισμένη σκοπιμότητα, δεν μπορούμε, όμως, από αυτές να συναγάγουμε αρχές που αφορούν την καθαυτό, ήτοι την άνευ προσδιορισμών, μετάφραση.

Από όλες τις αντιθέσεις που συνυπάρχουν και αλληλεπιδρούν στο πλαίσιο της μεταφραστικής διαδικασίας, εκείνη η οποία, κατά τη γνώμη μας, αποτελεί το ειδοποιό γνώρισμα του φαινομένου αυτού είναι το γεγονός ότι κάθε μετάφραση αποτελεί, σε διαφορετικούς βαθμούς, ένα μείγμα τυποποιημένων και μη τυποποιημένων στοιχείων.

Από τη μια πλευρά οι επαναλαμβανόμενες, κωδικοποιήσιμες αντιστοιχίες, από την άλλη οι ανεπανάληπτες ισοδυναμίες. Από την μια πλευρά οι τύποι, οι όροι, η μετακωδικοποίηση, από την άλλη, το ελεύθερο κείμενο, η ερμηνεία. Ο μεταφραστής αιωρείται συνεχώς μεταξύ των δυο αυτών πόλων, αναζητώντας τη σωστή κίνηση, τον σωστό ρυθμό.

Η εσωτερική διαστρωμάτωση της μεταφραστικής λειτουργίας σε τυποποιήσιμα και μη στοιχεία δεν έχει καμία σχέση με τηνεξωτερική, και αφοριστική, ταξινόμηση της μετάφρασης σε "πιστή" ή "ελεύθερη". Μια "πιστή" μετάφραση είτε είναι ακριβής και εύστοχη επικοινωνιακά, οπότε είναι επιτυχής, είτε αποτελεί γλωσσική μίμηση, οπότε αποτυγχάνει επικοινωνιακά και είναι επομένως απαράδεκτη. Μια "ελεύθερη" μετάφραση είτε μεταφέρει πλήρως την ουσία του κειμένου στη γλώσσα στόχο και συνεπώς είναι καίρια, είτε την περιγράφει μερικώς και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράφραση.

ΣΤ. Τα μεταφραστικά προβλήματα

Γνήσια μεταφραστικά προβλήματα είναι αυτά που συναντά πράγματι ο μεταφραστής όταν μεταφράζει, ενώ ψευδή είναι εκείνα που ορισμένοι εκτός μεταφραστικού τόπου και χρόνου νομίζουν ότι συναντά.

Το κεντρικό πρόβλημα είναι η ανακάλυψη της επικοινωνιακής πρόθεσης του συντάκτη και η αναπαραγωγή του ίδιου επικοινωνιακού αποτελέσματος επί του αναγνώστη. Η δυσχέρεια αυτή απορρέει από την πολυσημαντότητα, την ορολογία και τη συνεκδοχή. Πρόκειται για τρεις σημασιολογικές και υφολογικές παραμέτρους κάθε κειμένου που μπορούν να δημιουργήσουν σύγχυση ως προς την ουσία του. Ποια είναι η ακριβής σχέση μεταξύ αυτού που θέλει να πει ο συντάκτης και αυτού που λέει; Γιατί επέλεξε κάθε λέξη και κάθε φράση και ποιο είναι το ιδιαίτερο βάρος της νοηματικά και συγκινησιακά; Εκτός αυτού που ρητά λέγεται (γράφεται), τι άλλο συν-, παρά- και υπό- δηλώνεται; Αφού απαντήσει σ' αυτά τα ερωτήματα ο μεταφραστής, οφείλει να δώσει ένα νέο κείμενο που να ανταποκρίνεται με τον ίδιο τρόπο στις προαναφερόμενες υποθέσεις.

Η γραμματική με την ευρεία έννοια, αποτελεί επίσης ένα εμπόδιο. Και αυτό, όχι τόσο διότι ένα όνομα πρέπει ενίοτε να αποδοθεί μ' ένα ρήμα ή μια μετοχή μ' ένα εμπρόθετο, ούτε επειδή είναι συχνά δύσκολο να κατέχει κανείς εις βάθος τη μορφολογία και τη σύνταξη της γλώσσας πηγής και στόχου. Αλλά ακόμα, κυρίως, επειδή η γραμματική, ως δασικός φορέας του κειμένου, μπορεί να περιέχει σημαντικά στοιχεία, τα οποία είτε διαφεύγουν του μεταφραστή είτε τον οδηγούν σε λανθασμένες εκτιμήσεις. Στη μορφολογία και στη σύνταξη κάθε γλώσσας έχουν ενσωματωθεί και αποκρυσταλλωθεί κατά την πολύχρονη πορεία της λεπτές γνωστικές και αισθητικές αποχρώσεις, οι οποίες, όμως, στο κάθε κείμενο μπορούν να πάρουν μια νέα τροπή. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να εντοπιστούν και να αποκρυπτογραφηθούν πέραν από προκατασκευασμένες αντιστοιχίες. Το συνεχές μέλημα της αποφυγής γλωσσικών παρεμβολών εντάσσεται επίσης στο πλαίσιο αυτό.

Το επίπεδο και ο τόνος της γλώσσας είναι επίσης ένα άλλο εμπόδιο που πρέπει ο μεταφραστής να υπερβεί· ποιος ομιλεί, σε ποιον, περί τίνος, γιατί, πότε και πώς, αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες για την επιβαλλόμενη μεταφραστική λύση. Κανείς συντάκτης δεν γράφει σαν κανέναν άλλον και κάθε κείμενο είναι γραμμένο διαφορετικά, στον έναν ή στον άλλο βαθμό, από όλα τα άλλα, κι αυτό σε συνάρτηση με τα προηγούμενα ερωτήματα. Το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τη μετάφραση.

Εκτός όμως από τα σημασιολογικά, υφολογικά και γραμματικά ζητήματα που αποσπούν συνήθως την προσοχή υπάρχουν και άλλες πλευρές, π.χ. φωνολογικές και γραφολογικές, που δεν πρέπει να συρρικνώνονται σε απλές λεπτομέρειες. Πράγματι, συχνά, ένας ήχος, ακόμα και στη γραπτή μετάφραση, ή η εικόνα μιας λέξης, ενδεχομένως και στη διερμηνεία, μπορούν να αποτελέσουν στοιχείο-κλειδί που επιτρέπει να περάσει το μήνυμα.

Τέλος, εκτός από τα προβλήματα αυτά που συνδέονται στενά με τη γλώσσα, υπάρχουν και τα εξωγλωσσικά που αφορούν τον πολιτισμικό χώρο που περιβάλλει και φωτίζει το πρωτότυπο και τη μετάφραση· πρόκειται γενικά για την οπτική γωνία υπό την οποία αντικρίζουν τον κόσμο ο συντάκτης, ο μεταφραστής και οι αναγνώστες των δυο κείμενων. Είναι προφανές ότι η γνώση της ιστορικής ή γενικότερα της χρονικής συγκυρίας, του σταδίου ανάπτυξης του πνευματικού και τεχνικού πολιτισμού, της περιρρέουσας ατμόσφαιρας, της εκάστοτε καυτής επικαιρότητας, των προσδοκιών και των φόβων, της επικρατούσας ιδεολογίας, των θεσμών και των ηθών των πρωταγωνιστών του πρωτοτύπου είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για εύστοχη μετάφραση.

Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε δύο πράγματα· πρώτον, όταν μιλάμε για μετάφραση, όλα αυτά τα προβλήματα δεν πρέπει να αναλύονται και να επιλύονται καθ' αυτά αλλά σε μια συγκεκριμένη κατάσταση και σ' ένα συγκεκριμένο πλαίσιο όπου εντάσσεται το συγκεκριμένο κείμενο. Δεύτερον, η αναφορά των προβλημάτων αυτών δεν υπονοεί ότι ο μεταφραστής δεν καταλαβαίνει, διότι στην περίπτωση αυτή θα επρόκειτο απλώς για μια πρακτική γλωσσική ή θεματική αδυναμία του μεταφραστή και όχι για ένα θεωρητικό πρόβλημα, αλλά ότι εξ αιτίας της πολυπλοκότητας του μεταφραστικού φαινομένου, ο μεταφραστής συναντά δυσκολίες στο να αποδώσει αυτό που καταλαβαίνει. Βέβαια, καθόσον η πράξη δεν αντικατοπτρίζει ποτέ με απόλυτο τρόπο τις ιδανικές συνθήκες που προβάλλει η θεωρία, άλλοι κλάδοι της μεταφρασιολογίας, ιδίως η κριτική και η διδακτική της μετάφρασης, επιχειρούν να θεραπεύσουν τις πρακτικές αδυναμίες για να επιτρέψουν στη μετάφραση να λάβει χώρα υπό τις βέλτιστες συνθήκες.

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι δεν τοποθετούμε ανάμεσα στα γνήσια θεωρητικά μεταφραστικά προβλήματα τουλάχιστον τρεις κατηγορίες θεμάτων που έχουν αποτελέσει και αποτελούν αντικείμενο μακρών συζητήσεων κυρίως μεταξύ εμπειρικών κριτικών της μετάφρασης:

  • α) την άγνοια της γλώσσας (πηγής ή στόχου) εκ μέρους του μεταφραστή και ενδεχομένως του συντάκτη. Μια επιτυχής θεωρία οφείλει να εδράζεται κατά κύριο λόγο επί μιας εύστοχης πρακτικής·
  • β) τις διαφορές και τις ομοιότητες μεταξύ γλωσσών, ήτοι τις γλωσσικές αντιπαραβολές στο επίπεδο της μορφολογίας, της σύνταξης και του λεξιλογίου·
  • γ) τις έριδες για την υπεροχή της "πιστής" ή "ελεύθερης" μετάφρασης, εφόσον κάθε μετάφραση οφείλει να είναι πιστή στην αιτία και το αποτέλεσμα, και ελεύθερη στον τρόπο.

Ζ. Κοινωνικές πτυχές

Ο μεταφραστής δεν λειτουργεί εν κενώ, εργάζεται υπό άπειρους κοινωνικούς περιορισμούς. Δεν αναφερόμαστε εδώ στις εργασιακές συνθήκες, που εξέρχονται του πλαισίου θεωρητικής προσέγγισης της μετάφρασης, αλλά στη θέση και στη στάση του μεταφραστή σε σχέση με τον πομπό και τον δέκτη του μηνύματος, σε σχέση με την κατάσταση και τη σκοπιμότητα του μηνύματος, σε σχέση με το ίδιο το μήνυμα.

Ο διαμεσολαβητικός ρόλος, τον οποίο διαδραματίζει ο μεταφραστής στην επικοινωνιακή αλυσίδα, τον προβάλλει, αλλά ταυτόχρονα τον καταπιέζει. Θα ήταν παρακινδυνευμένο να προσπαθήσουμε να αναλύσουμε θεωρητικά το μεταφραστικό φαινόμενο χωρίς να λάβουμε υπόψη τις κοινωνικές παραμέτρους που το χαρακτηρίζουν.

Ποιος είναι ο χαρακτήρας και ο αντίκτυπος του μηνύματος; Ποιες είναι οι προσδοκίες του πομπού και του δέκτη; Πρόκειται για αμφίδρομη ή μονόδρομη επικοινωνία και ποιος είναι ο κύριος πόλος; Πρόκειται για κανονική ή εξαιρετική κατάσταση; Αυτά είναι μερικά μόνο από τα εξωγλωσσικά ερωτήματα στα οποία ο μεταφραστής απαντά συνεχώς, συνειδητά ή ασυνείδητα. Κανένα από τα μεταφραζόμενα κείμενα δεν στέκει μετέωρο. Ο συντάκτης του απευθύνεται σ' ένα κοινό το οποίο επιχειρεί να πείσει, να κατευθύνει, να συγκινήσει, να πληροφορήσει και αυτό από θέσεως ισχύος, αδυναμίας ή ισότητας. Ο μεταφραστής συμφωνεί ή διαφωνεί με το μήνυμα, θίγεται ή είναι αδιάφορος, αισθάνεται πλησιέστερα προς τον συντάκτη ή τον αναγνώστη ή σε ίση απόσταση και από τους δυο. Η επιρροή των παραγόντων αυτών άλλοτε είναι έκδηλη και άλλοτε λανθάνουσα. Σε κάθε περίπτωση είναι σύνθετη. Παρεμβαίνει είτε στο στάδιο της κατανόησης του κειμένου είτε στη φάση της επανέκφρασής του. Η ανάλυση της μεταφραστικής διαδικασίας οφείλει να τη λάβει υπόψη για να φθάσει σε εύστοχα συμπεράσματα.

Η. Η υπεροχή της γλώσσας στόχου

Εάν αποδεχόμαστε ότι η μετάφραση είναι ουσιαστικά μια (νέα) σύνταξη και όχι μια μετακωδικοποίηση, η υπεροχή της γλώσσας στόχου, ως βασικού εργαλείου της πρακτικής αυτής, καθίσταται προφανής.

Εξ ου και η αναγκαιότητα να προσανατολιστούν περισσότερο οι προσπάθειες προς τη γλώσσα στόχο απ' ό,τι προς τη γλώσσα πηγή ή τον τομέα. Αυτό ισχύει βέβαια σε μια ιδανική κατάσταση, όπου ο μεταφραστής διαθέτει τα αναγκαία εφόδια και στα τρία επίπεδα. Στην αντίθετη περίπτωση (η οποία είναι και η συνηθέστερη στην πράξη), είναι φανερό ότι πρέπει κατά προτεραιότητα να καλύπτονται τα κενά και να ξεπερνιούνται οι αδυναμίες.

Ο μεταφραστής υπήρξε πάντα, και είναι όλο και περισσότερο, υπερασπιστής, προαγωγός (με την καλή έννοια!) και δημιουργός της γλώσσας του στον ίδιο βαθμό με τον συγγραφέα. Για ορισμένες γλώσσες μάλιστα, τις λεγόμενες μικρής διάδοσης, και για ορισμένους τομείς, τους λεγόμενους αιχμής, η συμβολή και η ευθύνη του μεταφραστή είναι πολύ μεγαλύτερες από εκείνες του συγγραφέα. Στις γλώσσες και τους τομείς αυτούς τα εκ μεταφράσεως κείμενα είναι συχνά περισσότερα και κατά τεκμήριο σημαντικότερα από τα πρωτότυπα. Τα πρώτα προάγουν τη σκέψη, επηρεάζουν τη γλώσσα, δημιουργούν τέχνη και πολιτισμό περισσότερο απ' ό,τι τα δεύτερα.

Η κατάσταση αυτή σε συνδυασμό με την έλλειψη τίτλων ευγενείας της μετάφρασης, δηλαδή, η αντίφαση μεταξύ πραγματικότητας και εικόνας της, εξηγεί το γεγονός ότι ακραίες εκδηλώσεις φαινομένων, όπως του γλωσσικού καθαρισμού ή της πλήρους γλωσσικής ανοχής, βρίσκουν στη μετάφραση ένα προνομιακό πεδίο ανάπτυξής τους. Αυτό εξηγεί επίσης γιατί οι γλωσσικές παρεμβολές και δάνεια, για να μην αναφερθούμε στα σφάλματα, προκαλούν πολύ δριμύτερες αντιδράσεις και σφοδρότερες επιθέσεις, όταν επισημαίνονται σε μεταφρασμένα παρά σε πρωτότυπα έργα. Αφενός, ο μεταφραστής καλείται να επιτελέσει έργο για το οποίο ορισμένες φορές δεν διαθέτει την αναγκαία συνείδηση ή οπλισμό και συχνά την αναγνώριση, και, αφετέρου, ο αναγνώστης περιμένει τα πάντα από τη μετάφραση, ενώ τις επιτρέπει ελάχιστα. Οι προσδοκίες είναι μεγάλες και τα περιθώρια ανοχής μηδαμινά. Οι κριτικές κατά της μετάφρασης, οι οποίες είναι βέβαια πάντοτε ευπρόσδεκτες εφόσον είναι εποικοδομητικές, δεν πρέπει να αποκρύπτουν τη δημιουργική σχέση ανάμεσα στο μεταφραστή και τη γλώσσα έκφρασης του.

Επομένως, η εργασία του μεταφραστή, όπως και του μεταφρασιολόγου, χωρίς να παραμελούν τη γλώσσα πηγή ή το θέμα, πρέπει να είναι στραμμένη κατά κύριο λόγο προς τη γλώσσα στόχο. Η μελέτη και ο σεβασμός του πνεύματος της γλώσσας της μετάφρασης, της δομής, του λεξιλογίου, του ύφους της, πάντα βέβαια σε συνδυασμό με τους όρους και τους στόχους της μεταφραστικής διαδικασίας, καθίστανται το πρωταρχικό καθήκον του τεχνίτη και του θεωρητικού.

Θ. Ο μεταφραστής

Οι διαπιστώσεις αυτές για τη φύση της μετάφρασης μας οδηγούν σε ορισμένες σκέψεις για το χαρακτήρα της μεταφραστικής εργασίας και του μεταφραστή.

Ο μεταφραστής υιοθετεί κατά τη διάρκεια της εργασίας του μια εντελώς ιδιόμορφη στάση. Το εγώ του κατ' ανάγκην συγκαλύπτεται κάθε φορά που ανακαλύπτεται. Αυτό οδηγεί σε διαρκή αποξένωση και συνεχή προσπάθεια αυτο-αναγνώρισης. Η ανακάλυψη και αναδιατύπωση της σκέψης και του λόγου του, καθ' ην στιγμή οφείλει να ανακαλύψει και να αναδιατυπώσει τη σκέψη και το λόγο ενός άλλου, καθίστανται έμμονες ιδέες του μεταφρα­στή.

Η εγγενής αυτή αντίφαση της μεταφραστικής δραστηριότη­τας απαιτεί από τον μεταφραστή ειδικές ικανότητες και χαρα­κτηριστικά: συγγραφικό ταλέντο, γλωσσική δεξιότητα, εκτεταμέ­νες γνώσεις, συναισθηματικό πλούτο, πνευματική περιέργεια, επι­στημονική μέθοδο.

Έστω και αν αυτό φαίνεται παράδοξο, η μεταφραστική εργα­σία δεν είναι μόνο ούτε πάντα μια ατομική εργασία· η μετάφραση, οποιαδήποτε μετάφραση, αποτελεί συνδυασμό ατομικών και συλλογικών προσπαθειών. Ο μεμονωμένος μεταφραστής, λογοτεχνικών και μη λογοτεχνικών κειμένων, καθώς επίσης και ένας από τους Εβδομήκοντα ή ένας από τους εκατοντάδες μεταφραστές ιδιωτικών ή δημόσιων οργανισμών, αναζητεί συνεχώς πληροφορίες από τους συντεχνίτες του, ανταλλάσσει ιδέες, προτείνει και επιχειρηματολογεί. Το γεγονός ότι όλες οι ιδιότητες αυτές πρέπει να βρίσκονται συγκεντρωμένες σ' ένα εξ ορισμού μετριόφρον και αυτοαναιρούμενο πρόσωπο, που τίθεται στην υπηρεσία ενός τρίτου, καθιστά το επάγγελμα του μεταφραστή ένα από τα πιο απαιτητικά.

Ι. Παιδαγωγική και μετάφραση

Ο προβληματισμός για τη φύση της μετάφρασης, επιστήμης, τέχνης και τεχνικής, και τα αναγκαία εφόδια και δεξιότητες του μεταφραστή, καταλήγει αναπόφευκτα στο ζήτημα της δυνατότητας και της σκοπιμότητας της διδασκαλίας της μετάφρασης.

Για να αποφύγουμε κάθε παρανόηση, διευκρινίζουμε ότι αναφερόμαστε εδώ αποκλειστικά και μόνο στη διδασκαλία της μετάφρασης και όχι στη μετάφραση ως διδακτικό μέσον. Η σχολική μετάφραση, η οποία χρησιμοποιείται για την εκμάθηση μιας ξένης γλώσσας ή για τη διδασκαλία μιας νεκρής γλώσσας, παραπέμπει συνεχώς στο πρωτότυπο και αποσκοπεί στην οικειοποίηση μιας γλώσσας και όχι της μεταφραστικής μεθόδου.

Οποιαδήποτε διδασκαλία δεν θα κάνει ποτέ καλό μεταφραστή κάποιον που δεν διαθέτει ορισμένες εγγενείς ιδιότητες. Κανείς, όσο προικισμένος κι αν είναι, δεν θα γίνει ποτέ καλός μεταφραστής, αν δεν διέλθει από κάποιας μορφής μόρφωση ή αυτομόρφωση. Όσο αναγκαία και αν είναι η έμφυτη προδιάθεση άλλο τόσο επιβεβλημένη είναι η συστηματική εκπαίδευση που γονιμοποιεί και τελειοποιεί την πρώτη. Η συστηματική εκπαίδευση του μεταφραστή συνίσταται στην καλλιέργεια του γλωσσικού του οργάνου, στην εμβάθυνση στη γλώσσα πηγή, στην άρτια γνώση των θεμάτων και των συγγραφέων που μεταφράζει, στην ενσωμάτωση και εδραίωση των μαθήσεων αυτών πάνω σε στέρεες θεωρητικές και μεθοδολογικές βάσεις.

Η διδασκαλία της μετάφρασης έχει αποδειχθεί αναγκαία για τη βελτίωση όλων των γνώσεων και των δεξιοτήτων του μεταφραστή, αποτελεί όμως ταυτόχρονα προνομιούχο πεδίο της θεωρίας της μετάφρασης, την οποία προϋποθέτει και, ταυτοχρόνως, εμπλουτίζει. Το αίτημα για τη θεωρία απορρέει από την ανάγκη συστηματοποίησης και γενίκευσης για διδακτικούς σκοπούς, ενώ η συμβολή της διδασκαλίας συνίσταται στη συνεργεία του πεπειραμένου και του μαθητευόμενου μεταφραστή και στα συμπεράσματα που συνάγονται από αυτή.

Η διδασκαλία φωτίζει επίσης ένα άλλο στάδιο της μεταφραστικής διδασκαλίας, ήτοι την αξιολόγηση της μετάφρασης. Η λειτουργία αυτή εκκινεί από την απλή εκτίμηση μιας μετάφρασης, περνάει από τη διόρθωση και ολοκληρώνεται με την αναθεώρηση, η οποία αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, για τη μετάφραση ό,τι αυτή για το πρωτότυπο.

Στη φάση της αξιολόγησης, με οποιαδήποτε μορφή της, ο ίδιος ο μεταφραστής, ή ο αναθεωρητής ή ο αναγνώστης ή ο συντάκτης, στέκεται απέναντι στη μετάφραση όπως ο μεταφραστής απέναντι στο πρωτότυπο. Πρόκειται για ένα αυθεντικό και εύστοχο κείμενο; τι θέλει να πει και πώς το λέει; ποιο είναι το νόημα και ποια η μορφή του; υπάρχει συστοιχία ανάμεσα στις απαντήσεις που δίδονται στο τελευταίο και τα προηγούμενα ερωτήματα; έχει διασωθεί άθικτη η ουσία του πρωτοτύπου και έχει το μετάφρασμα τον ίδιο αντίκτυπο στον αναγνώστη; ποιες είναι οι ατέλειες και οι αστοχίες και ποιες οι αναγκαίες επεμβάσεις για να αποκατασταθεί η συζυγία;

Από τα προηγούμενα προκύπτει ότι η σχέση ανάμεσα στη μεταφρασιολογία και την παιδαγωγική είναι διαλεκτική· η δυνατότητα και η ανάγκη διδασκαλίας καθιστούν αναγκαία και χρήσιμη τη θεωρία, η οποία με τη σειρά της υποστηρίζει και προωθεί την εκπαίδευση.

ΙΑ. Παν-μεταφραστική και μετα-μεταφραστική προσέγγιση

Η όλο και σημαντικότερη θέση που καταλαμβάνει η μετάφραση στο σύγχρονο κόσμο οδήγησε στην "παν-μεταφραστική" προσέγγιση. Οι πλέον θεμελιώδεις και χαρακτηριστικές ανθρώπινες δραστηριότητες -ομιλία, γραφή, ανάγνωση, κατανόηση, επικοινωνία, σε μια ή περισσότερες γλώσσες, συγχρονικά ή διαχρονικά- μπορούν να εξεταστούν ως, και είναι σε κάποιο βαθμό, μια μεταφραστική διαδικασία.

Όταν μιλάμε ή γράφουμε, π.χ. στη μητρική μας γλώσσα προς ένα ομόγλωσσο κοινό, μεταφράζουμε τις ιδέες και τα συναισθήματά μας σε λόγο και, στη συνέχεια το ακροατήριο ή οι αναγνώστες μας, για να μας κατανοήσουν, πρέπει να επαναμεταφράσουν το λόγο σε νοητικές και βιωματικές παραστάσεις. Η καλλιτεχνική δημιουργία, επίσης, όπως και η επιστημονική επαγωγή, αποτελούν μορφές μετάφρασης από έναν κώδικα σε έναν άλλο.

Η σύγκλιση σε όλα τα επίπεδα, χαρακτηριστικό φαινόμενο του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα, οφείλεται επίσης εν μέρει στη μετάφραση. Η γλωσσική σύγκλιση μέσω της μετάφρασης αντιστοιχεί στη σύγκλιση των πολιτισμών, των πολιτικών και οικονομικών συστημάτων, καθώς και των ανθρωπίνων σχέσεων χάρη στην άνευ προηγουμένου και συνεχώς αυξανόμενη διεθνοποίηση των ανθρωπίνων σχέσεων, καθώς επίσης και χάρη στην ιλιγγιώδη ανάπτυξη των μέσων μαζικής επικοινωνίας.

Στις παν-μεταφραστικές σκοπεύσεις της, η μεταφρασιολογία προσφεύγει σε ένα πλήθος άλλων συγγενών επιστημονικών κλάδων, οι οποίοι, από την πλευρά τους, μπορούν επίσης να διεκδικήσουν την υποστήριξη της: ορολογία, λεξικολογία, γενική και συγκριτική γλωσσολογία, σημειολογία, σημασιολογία, μελέτη των ειδικών τεχνικών γλωσσών, διδακτική των γλωσσών, υπολογιστική γλωσσολογία, εθνολογία, κοινωνιολογία, ψυχολογία, νευρογλωσσολογία, επιστήμη της επικοινωνίας, κειμενολογία, φιλολογία, θεωρία και κριτική της λογοτεχνίας, συγκριτική γραμματολογία, γενική και συγκριτική υφολογία, ... Όλοι αυτοί οι κλάδοι έχουν πολλά να προσφέρουν στην επιστημονική εξέταση της μετάφρασης, από την οποία, με τη σειρά τους, αντλούν πολλά.

Η προφανής αδυναμία της μετάφρασης να περιλάβει και να ερμηνεύσει τα πάντα, προξενεί τη δυναμική και δημιουργεί τα θεμέλια για την υπέρβασή της. Ορισμένοι, παραπλανημένοι από το μέγεθος και την πολυπλοκότητα των προβλημάτων της διαγλωσσικής επικοινωνίας, αποδίδουν τις ατέλειες της στην αδυναμία της μετάφρασης, θεωρούν ότι θα λύσουν τα προβλήματα αυτά και θα ξεπεράσουν τις αδυναμίες αίροντας την αναγκαιότητα της μετάφρασης.

Από τη μια πλευρά, με την προώθηση των οικουμενικών, φυσικών ή τεχνητών γλωσσών, και/ή με τη μελέτη των ξένων γλωσσών. Από την άλλη με την αμφισβήτηση των δικαιωμάτων της μετάφρασης και τον καθορισμό αυθαιρέτων ορίων στην παρέμβασή της: ορισμένα κείμενα μπορούν να μεταφραστούν, ορισμένα όχι· ορισμένες μεταφράσεις έχουν το δικαίωμα να σταθούν στο ύψος των πρωτοτύπων, ορισμένες όχι· ορισμένα κείμενα μπορούν να μεταφραστούν "ελεύθερα", κάποια άλλα πρέπει να μεταφραστούν δουλικά· ευθέως η πλαγίως η μετάφραση θεωρείται από την τάση αυτή ως ένα αναγκαίο αλλά οχληρό και παρακατιανό υποκατάστατο.

Η παν-μεταφραστική κίνηση προκαλεί, έτσι, τη μετα-μεταφραστική αντίδραση, τη στάση, δηλαδή, που τείνει να ελαχιστοποιήσει ή και να εκμηδενίσει την εφικτότητα ή/και τη σκοπιμότητα της μετάφρασης.

Η σοβαρότερη, ωστόσο, "απειλή" και ταυτόχρονα η πλέον αισιόδοξη, που επικρέμαται επί της μεταφραστικής δραστηριότητας και προβληματικής, όπως επικρέμαται και επί του συνόλου σχεδόν των ανθρωπίνων δραστηριοτήτων στο κατώφλι του 21ού αιώνα, είναι η υπέρβαση της από μια άλλη ανθρώπινη δημιουργία, την πληροφορική και τον αυτοματισμό.

Πρόκειται για την αυτόματη μετάφραση. Η σύγχρονη θεωρία της μετάφρασης αναπτύχθηκε σχεδόν παράλληλα με την επανάσταση της πληροφορικής. Ο παραλληλισμός αυτός, εντούτοις, δεν ήταν ούτε γραμμικός, ούτε ομαλός. Η πρώτη συνάντηση είχε δημιουργήσει αμοιβαίο ενθουσιασμό και μεγάλες προσδοκίες. Οι πρώτες δυσχέρειες οδήγησαν στη ρήξη· μετά από πιο ώριμες και επίμονες προσπάθειες αποκαταστάθηκε μια σχέση πιο ρεαλιστική και εποικοδομητική.

Η εισαγωγή της πληροφορικής δεν αντικαθιστά την ανθρώπινη μεταφραστική δραστηριότητα. Σε μια πρώτη φάση την υποβοηθεί με διάφορους τρόπους (επεξεργασία κειμένου, βάσεις δεδομένων ορολογίας και τεκμηρίωσης, κ.λπ.). Στη συνέχεια, την υποκαθιστά εν μέρει και ατελώς. Η υποκατάσταση αυτή μεγαλώνει συνεχώς μειώνοντας τις ατέλειες της. Η μηχανική μετάφραση, έχοντας ξεκινήσει από την απλοϊκή αντιστοίχιση μεμονωμένων λέξεων έχει φθάσει μέχρι την υπερταχεία και σχετικώς αξιόπιστη απόδοση κειμένων ελεγχόμενης ή απλής σύνταξης και ορισμένου ή επαναλαμβανόμενου λεξιλογίου. Απελευθερώνει ήδη τον άνθρωπο-μεταφραστή από το λιγότερο ενδιαφέρον και περισσότερο επαχθές γι' αυτόν μέρος της μεταφραστικής εργασίας επιτρέποντας του να αφιερωθεί απερίσπαστος στο πιο απαιτητικό και δημιουργικό.

Ακόμα όμως και όταν η μηχανή θα μπορεί να μεταφράζει τα πάντα και τέλεια, θα χρειάζονται άνθρωποι για να φτιάχνουν τις μηχανές αυτές και να ελέγχουν το έργο τους.

Σ' αυτό το προσεχές ή απομακρυσμένο μέλλον, η μεταφραστική πράξη και θεωρία δεν θα είναι πλέον ίδιες με σήμερα. Οι βασικές όμως αρχές του μεταφραστικού φαινομένου θα εξακολουθούν να ισχύουν.

ΙΒ. Συμπέρασμα

Όπως έχουμε σημειώσει στην αρχή του κεφαλαίου αυτού, στόχος του δεν είναι ούτε να προτείνει μια νέα μεταφραστική θεωρία, ούτε να προβεί σε μια σύνθεση των υφιστάμενων θεωριών. Στόχος του είναι να καταγράψει ορισμένους μεταφρασιολογικούς προβληματισμούς και προτάσεις.

Άποψη μας είναι ότι η μετάφραση αποτελεί ενιαίο φαινόμενο που πρέπει κατά συνέπεια να μελετάται από μια ενιαία θεωρία. Συνίσταται στη σύνταξη, από ένα πρόσωπο που διαθέτει τις αναγκαίες γλωσσικές και θεματικές γνώσεις και δεξιότητες, ενός κειμένου που έχει την ίδια ουσία με ένα κείμενο συνταγμένο σε μια άλλη γλώσσα, θεωρούμε ότι οι διάφορες μεταφρασιολογικές απόψεις συγκλίνουν αργά αλλά σταθερά, προς την κατεύθυνση αυτή. Είναι προφανές ότι καμία θεωρία δεν μπορεί να είναι βάσιμη ή εύστοχη αν δεν θεμελιώνεται και εμπνέεται από μια έμπειρη και ελεγχόμενη πρακτική. Η μεταφραστική θεωρία οφείλει να απορρέει από τη μεταφραστική πράξη την οποία διαλεκτικά φωτίζει και εμπλουτίζει.

ΙΓ. Βιβλιογραφία

Πρόκειται για μία αυστηρά επιλεκτική βιβλιογραφία βασικών έργων τα οποία, σε συνδυασμό με την προσωπική εμπειρία του συντάκτη, έχουν άμεσα ή έμμεσα εμπνεύσει τις προεκτιθέμενες σκέψεις.

BERMAN, A., L'epreuve de l'etranger, Paris, Gallimard, 1984.

BERMAN, A. (et al.), Les tours de Babel, Trans-Europ-Repress, 1985.

BROWER, R.A., On translation, New York, Oxford University Press, 1966.

CARY, E., Les grands traducteurs francais, Geneve, Librairie de l'Universite, Georg et Cie, 1963.

CARY, E., Comment faut-il traduire?, Conde-sur-Noireau, Presses Universi­taires de Lille, 1985.

CATFORD, J.C., A Linguistic theory of Translation, An Essay in Applied Linguistics, London, Oxford University Press, 1965.

DELISLE, J., L'analyse du discours comme methode de traduction, Ottawa, Editions de l'Universite dΌttawa, 1980.

KELLY, L., The true Interpreter, Oxford, Blackwell, 1979.

LADMIRAL, J.R., Traduire: theoremes pour la traduction, Paris, Payot, 1979.

LAROSE, R., Theories contemporaines de la traduction, Quebec, Presses de l'Universite du Quebec, 1989.

LEDERER, M., La traduction simultanee, Paris, Minard, Lettres Modernes, 1981.

MAILLOT, J., La traduction scientifique et technique, Paris, Technique et documentation, 1981.

MARGOT, J.C., Traduire sans trahir, Lausanne, LΆge dΉomme, 1979.

MESCHONNIC, H., Pour la poetique II, Paris, Gallimard, 1973.

MOUNIN, G., Les problemes theoriques de la traduction, Paris, Gallimard, 1963.

MOUNIN, G., Linguistique et traduction, Bruxelles, Dessart et Mardaga, 1976.

NEWMARK, P., Approaches to Translation, Oxford, Pergamon Press, 1982.

NEWMARK, P., A textbook of translation, London, Prentice Hall, 1988.

NIDA, Ε.Α., Toward a Science of Translating, Leiden, E.J. Brill, 1964.

NIDA, Ε.Α., and C.R. TABER, The Theory and Practice of Translation, Leiden, E.J. Brill, 1982.

PERGNIER, M., Les fondements sociolinguistiques de la traduction, Creteil, Atelier de Reproduction des Theses, Universite de Lille III, 1978.

SELESKOVITCH, D., Langage, langues et memoire, Paris, Minard, Lettres Modernes, 1975.

SELESKOVITCH, D., et M. LEDERER, Interpreter pour traduire, Paris, Didier Erudition, 1984.

STEINER, G., After Babel, Aspects of Language and Translation, London, Oxford University Press, 1975.