Νέα ελληνική
Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική
Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική
Τα μέτρα και τα σταθμά. Δοκίμια για τη λυρική ποίηση, Αθήνα, εκδ. Άγρα, 1998, σσ. 169-182. Δεν διαφέρει, επί της ουσίας, η ακτινοβολία και η επίδραση την οποία ασκεί η μετάφραση που ευτύχησε στη γλώσσα της από εκείνη την οποία ασκεί ένα ισχυρό λογοτεχνικό πρωτότυπο στην ίδια γλώσσα. Και στις δύο περιπτώσεις μετατρεπόμαστε συχνά σε έκθαμβους μάρτυρες ενός ιλιγγιώδους, στις προϋποθέσεις του και τα παρακολουθήματά του, φαινομένου, που τόσο γοήτευσε -μέχρις ιδεοληψίας- τον Αμερικανό κριτικόΧάρολντ Μπλουμ: να αντιστρέφεται αμετάκλητα η ιεραρχική τάξη -ή σχέση προτεραιότητας- προδρόμου και επιγόνου ή πρωτοτύπου και μεταφράσματος.Με τον ίδιον αναπόφευκτο τρόπο που ένα ποίημα του Φιλύρα 'θυμίζει' τώρα πια Καρυωτάκη, Έτσι χωρίς σκοπό η ζωή ριγμένη, και ράθυμα ενώ ζούμε στην ανία, μία φλόγα αγάπης ξάφνου ν' ανασταίνει την καρδιάμας, κρυφή χαλκομανία[1] μολονότι στον Καρυωτάκη και όχι στονΦιλύρα ανήκει η μοίρα του επιγόνου· ή, ακόμη πιο σύνθετα, με τον ίδιον παράδοξο τρόπο που ένα ποίημα του Μαλακάση μοιάζει να φέρει μέσα του -αναχωνευμένη ως αντιδάνειο- την καρυωτακική επιρροή, περιπλέκοντας ακόμη περισσότερο (και πέραν πάσης φιλολογικής αποκαταστάσεως) τις σχέσεις χρονολογικής ή άλλης προτεραιότητας, Φανταστικό κι ανύπαρχτο το αγαπητό ακρογιάλι, Και φίλοι μας οι αγέννητοι μόνο κι οι πεθαμένοι [2] με τον ίδιον ακριβώς τρόπο, λοιπόν, η μετάφραση του Καρυωτάκη μεταχρονολογεί το πρωτότυπό της, ούτως ώστε εκείνο να μοιάζει πλέον με ωχρή απόδοση και η μετάφραση να σφετερίζεται ανεπίληπτα τη θέση του ισχυρού πρωτοτύπου: "φορές-φορές το ξένο πρωτότυπο να μοιάζει ωχρή μετάφραση και η μετάφραση ελεύθερα χυμένο ποίημα" (σ. 73), όπως εύστοχα παρατηρεί στο σημείωμα του ο εκδότης της ανά χείρας έκδοσης.[3] Φαινόμενο, είπαμε, ιλιγγιώδες στις προϋποθέσεις του και τα παρακολουθήματά του. Γιατί σε παρόμοιες, ακραίες περιπτώσεις, ενδέχεται να μας σαγηνεύσουν διεργασίες ακόμη βαθύτερες, ίσως δε και πιο ανησυχητικές. Μετάφρασμα και πρωτότυπο μοιάζει τότε να στρέφουν εξίσου διασαλευμένα προς κάτι τρίτο ή νυοστό -ένα ανεύρετο, ασύλητο και ασύλληπτο πρωτότυπο, προς το οποίο κατατείνουν ασυμπτώτως και δυνάμει του οποίου αναγνωρίζονται αμφότερα σαν "θραύσματα μιας μεγαλύτερης γλώσσας", για να δανειστούμε τα λόγια ενός πολυσυζητημένου δοκιμίου του Μπένγιαμιν. Η καίρια μετάφραση διαιωνίζει μεν το πρωτότυπο και το καθιερώνει, διαδίδοντάς το, αλλά συνάμα το υποκαθιστά, αντίκλητη εκείνου, εκεί όπου το πρωτότυπο δεν μπορεί να μιλήσει με τη δική του φωνή· κατ' αυτόν τον τρόπο το εκκοσμικεύει, του αφαιρεί την ιερότητά του και την εκτοπίζει προς τα πίσω, προς μια προγενέστερη πάντα ουτοπία -την ουτοπία, ας πούμε, μιας αδιαίρετης αρχής. Πρόκειται για πραγματική αντιποίηση αρχής την οποία η ποιητική μετάφραση επιτελεί άλλοτε μεν διακριτικά, με την ποικίλη δράση των στοχαστικών προσαρμογών, άλλοτε δε βίαια, μεμιάς. Η ίδια έννοια -ή ιδέα- της μετάφρασης αρνείται να συμμορφωθεί μέσα στα όρια μιας συγκεκριμένης (κατά τόπο, χρόνο, σχολή ή έστω συγγραφέα) μεταφραστικής πρακτικής και διολισθαίνει διαρκώς προς ένα υπερβατολογικό πεδίο, όπου, τα τελευταία χρόνια, αθλείται με αξιοθαύμαστη επιμονή ή φερώνυμη μεταφραστική θεωρία. Αλλά το ειδικότερο ενδιαφέρον μας, εν προκειμένω, είναι και πρέπει να παραμείνει πρακτικότερο, και πρακτικότερα οφείλουν να είναι τα ζητήματα που θα μας απασχολήσουν: οι ποιητικές μεταφράσεις του Καρυωτάκη, η θέση τους στο έργο του, η παραδειγματική αξία τους για την τέχνη της ποιητικής μετάφρασης, καθώς και η ιδιαίτερη σημασία που μπορεί να έχει σήμερα ο δικός μας εύλογος θαυμασμός για αυτές. Ζητήματα εκ των πραγμάτων, αλλά όχι ερήμην θεωρίας, πρακτικά. Οι ποιητικές μεταφράσεις του Καρυωτάκη, όσες ο ίδιος ενσωμάτωσε στις δύο τελευταίες συλλογές του, αποτελούν κατά κοινή ομολογία ξεχωριστή περίπτωση. Πρώτος και καλύτερος στον εμπεριστατωμένο έπαινο, εδώ όπως και αλλού, ο Τέλλος Άγρας: "Οι μεταφράσεις του είναι καμωμένες με μαεστρία ξεχωριστή, ικανές ν' ανοίξουν έναν καινούργιο δρόμο στις ισχνές, νεκρές μεταφράσεις που κάνουν οι σύγχρονοί μας"[4]. Ειδικότερα για το μείζον ποιητικό υπόδειγμα που ακούει στο όνομα Ελεγεία και σάτιρες, φαίνεται ότι ο Καρυωτάκης χρειαζόταν να πυκνώσει την ενορχήστρωσή τους, θεματικά και τονικά, ώστε να ακουστεί καθαρότερα η επί της ουσίας διαπλοκή του ελεγειακού με την ειρωνεία· να ακουστούν καθαρότερα, και σ' όλο το βάθος της διαφωνίας τους, η υπερβολική αξίωση του λυρισμού μαζί με την ελεγειακή διάψευσή της και την ειρωνική της αποσυναρμογή. Έπρεπε να επινοηθεί η κλίμακα μέσα στην οποία θα συνεκφωνηθούν αυτές οι συντριπτικές αντινομίες. Σ' αυτήν την πρωτάκουστη -για τον ελληνικό λυρισμό- κλίμακα, συντονίζονται και οι μεταφράσεις της συλλογής· σ' αυτήν εγγράφονται οι συσχετίσεις και οι ανταποκρίσεις, όσες οφείλουμε ή μπορούμε να ακούσουμε, ανάμεσα στα πρωτογενή και τα μεταφρασμένα ποιήματα. Το μεταφραζόμενο ποίημα θα ενορχηστρωθεί διαφορετικά, σχεδόν εξ υπαρχής. Μια υποταγμένη τονικότητα στο πρωτότυπο θα ακουστεί δεσπόζουσα στη μετάφραση, μια συμφωνία θα αποβεί κατά τη μεταγραφή της σε διαφωνία. Η καρυωτακική μετάφραση είναι ριζική. Νιώθεις ότι ανάγεται στην ιδρυτική δυναμική του πρωτοτύπου, αναζητώντας την εναρκτήρια υπόθεσή του· ότι κατεβαίνει στο άρρητο βάθος του, για να εξορύξει τους δραστικότερους πυρήνες του: συμπλέγματα εκφοράς όπου τα νοήματα δεν ξεχωρίζουν από τον ρηματικό τους τρόπο. Μια έντονη ρίμα γίνεται αίφνης πυκνωτής ποιητικού αποτελέσματος, ένας συντακτικός τρόπος ανασυντάσσει εκ θεμελίων το πρωτότυπο, μια ρητορική δύναμη το εκτρέπει προς το ανοίκειο. Ο μεταφραστής Καρυωτάκης θα νοηματοδοτήσει το ξενόγλωσσο ποίημα όχι κατά την προφανή σημασιολογική ιεραρχία του αλλά σύμφωνα με άλλην, λανθάνουσα, ενεργοποιώντας στο έπακρο τις εγγενείς δυνατότητες της 'συμβατικής' μορφής του. Τίποτε στο πρωτότυπο της "Βαρκαρόλας" του Tailhade δεν μας προετοιμάζει για την έντονη καταληκτική ρίμα, ξεκουμπώνοντας με νάζι τα χυδαία ντεκολτέ τους διευκολύνουν τους εμετούς η οποία μεταποιεί μιαν ιδεολογικής τάξεως χλεύη σε πραγματική αηδία. Ο Καρυωτάκης ακούει ένα μεταφραζόμενο ποίημα με τον ίδιο τρόπο που ακούει κι ένα δικό του: σαν το νοσταλγικό σπάραγμα ενός τραγουδιού που δεν μπορεί πια να τραγουδηθεί· ενός υποθετικού τραγουδιού, επομένως, το οποίο εκφέρεται -και με όρους συντριπτικά ειρωνικούς- μέσα στα ασφυκτικά όρια μιας γενικότερης υπόθεσης για τη μεταβίωση του λυρισμού: "πως δεν έχουμε φτάσει / από εκατό δρόμους τα όρια της σιγής". Πενηντατρία πρωτότυπα ποιήματα και δεκαοχτώ μεταφράσεις, με τα οποία ο Καρυωτάκης "έγινεν αμέσως maitre", αποτελούν τα Ελεγεία και σάτιρες. Και μόνη η μεταξύ τους αναλογία θα έφτανε ως προειδοποίηση προς τον αναγνώστη για τον όγκο μεταλλεύματος που κατεργάζονται οι μεταφράσεις. Ο Τέλλος Άγρας, μάλιστα, παρέχει κι ένα κλειδί για να εννοήσουμε συστηματικότερα τη συμπλοκή της πρωτογενούς με τη μεταφρασμένη ποιητική ύλη. Προκειμένου για ένα ποίημα ("Ν' est-ilunechose") του ελάσσονος Francis Viele-Griffin, Του κόσμου πια δεν είναι ούτ' ένα πράγμα σε μας αγαπητό -ένα λουλούδι, μια παρθένα, ένα βιβλίο, ένα φυτό- ο Άγρας γράφει: "Μετάφρασε αυτό το ποίημα ο Καρυωτάκης, γιατί, τότε [:1923], δε θα μπορούσε να το γράψει ο ίδιος έτσι"[5]. Ταπεινή τέχνη του μεταφραστή, που προηγήθηκε, αλλά πόσο αποτελεσματική. Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς ποιητική διατύπωση της ολοκληρωτικής διάψευσης απλούστερη, λιγότερο δραματοποιημένη, από αυτήν εδώ τη μετάφραση. Κι ο ρυθμός της ακόμη, σχεδόν τραγουδιστός, σαν να θέλει να προστατεύσει το υποκείμενο (και μαζί τον λυρικό πυρήνα της εκφοράς) από τη γνώση της απελπισίας του, από τις βαθύτερες συνέπειες της δικής του απόγνωσης· σαν να θέλει ακόμη να κρατήσει τον ελεγειακό τόνοανέπαφο, μακριά από την ευφωνική σχάση που ήδη συντελείται στον πυρήνα του. Τα πράγματα του κόσμου ήδη υποχωρούν προς εκείνη την "ανεποπτεία" που διέγνωσε ο Άγρας· το κενό είναι κιόλας ορατό, αλλά οι λέξεις που το ονομάζουν μπορούν ακόμη και πνέουν από πάνω του σαν ελαφρό προμάντεμα. "Μας διώχνουνε τα πράγματα"· αυτή θα είναι, όπως γνωρίζουμε, ή ριζικότερη, η οριστική διατύπωση της ίδιας εμπειρίας στα πρωτογενή ποιήματα της συλλογής. Κατά ειρωνική αντιστροφή, λοιπόν, μια συνθήκη απομόνωσης του υποκειμένου από τον κόσμο μεταδίδεται πλέον, σαν επιδημία, στα ίδια τα πράγματα. Από την απλή κυριολεξία, "Του κόσμου πια δεν είναι ουτ' ένα Ι πράγμα σε μας αγαπητό", μεταβαίνουμε στην τρομώδη προσωποποιία, "Μας διώχνουνε τα πράγματα"· για να ανοιχτούμε προς έναν μέλλοντα αδήριτα τετελεσμένον και ενικό, όπου "Όλα τα πράγματα μου έμειναν όπως / να 'χω πεθάνει από καιρούς", έχοντας αφήσει πίσω, απομεινάρι θαυμαστό, την επαγγελία ενός βίου -λυρικού είτε πραγματικού- στον οποίον θα ήταν ακόμη εφικτό "να μιλούνε / έως την φυγή τα πράγματα του κόσμου". Το λυρικό υποκείμενο ενέχεται τώρα κατά την ουσία του στη διάψευση, έκπτωτο και αυτοσαρκαζόμενο· δεν είναι πια ο ελεγειακός εκφραστής της, μέσα στην αναπληρωτική ασφάλεια του "τραγουδιού" του, αλλά όρος και τελεστής της. Αλλα, εάν στην περίπτωση του Viele-Griffin ο Καρυωτάκης μεταφράζει προληπτικά ό,τι δεν θα μπορούσε ακόμη να γράψει ο ίδιος, σε άλλες περιπτώσεις -όπως του Μωρεάς, κατεξοχήν- μοιάζει να μεταφράζει αναδρομικά ό,τι δεν μπορούσε πια να γράψει ο ίδιος: ω θεσπέσια ποίησις, με κάποιο αιθέριο ντύμα τύλιξε την καρδιά μου, να γίνω τώρα ο άνεμος, το νερό και το κλήμα, ο άγριος κρίνος της άμμου. Αναδρομικά, γιατί το λυρικό υποκείμενο μοιάζει εδώ να ανακαλεί έναν καιρό -τον καιρό ενός μετάρσιου λυρισμού- τραγικά απωλεσμένον για την υποθετική στιγμή που ορίζουν τα Ελεγεία και σάτιρες, όπου, τώρα πια, "η ποίησις Ι είναι το καταφύγιο που φθονούμε". Γενικώς, το μετάφρασμα σπανίως συνωνυμεί με κάτι που ο Καρυωτάκης το έχει ήδη κάνει ή με κάτι που θα μπορούσε, εξ υποθέσεως, να το κάνει ο ίδιος. Ο ιδεατός καιρός της μετάφρασης ποτέ δεν θα συμπέσει μ' εκείνον του πρωτογενούς υλικού. Ο συντονισμός τους, περιέργως, αποκλείει αυτή την ιδεατή σύμπτωση. Αντιλαμβανόμαστε ότι το πριν και το μετά, το ακόμη και το πια, είναι οι αναγκαίες στιγμές ενός συνολικού λυρικού επιχειρήματος, το οποίο αναπτύσσεται συγχρονικά γύρω από το υποθετικό σημείο μιας πτώσης ή μιας κατάρρευσης. Και στο συνολικό αυτό σχέδιο είναι απολύτως ζωτική η ανάκληση της διαψευσμένης λυρικής επαγγελίας. Γιατί ό,τι διαψεύδεται στον Καρυωτάκη -στην υποθετική συμβολή του θρηνητικού ελεγείου με την ευφωνική σάτιρα- δεν σημαίνεται κατά την εκπνοή του, την αποδρομή ή την ιστορική παρακμή του (όπως θα το απλουστεύσει ένα, κυρίαρχο έκτοτε, εξελικτικό ιδεολόγημα). Απεναντίας, διαψεύδεται στην κορύφωση του και εν πλήρει δόξη, παρά την ιστορική δυσκολία του πράγματος· καταποντίζεται αύτανδρο, γεμάτο ατόφια κομμάτια λυρικής δόξας και σπαραχτικές δυνατότητες, οι οποίες αντηχούν ακόμη στο αρμονικό βάθος της καρυωτακικής συναυλίας. Οι μεταφράσεις του Καρυωτάκη ίσως βοηθήσουν να καταλάβουμε κάτι ουσιώδες (που δεν ισχύει, επί παραδείγματι, για τον Λαπαθιώτη, τωόντι ελάσσονα, ποιητή): Στους ίδιους τους όρους της διάψευσης μπερδεύεται η επαγγελία ενός μείζονος λυρισμού, με τρόπο ώστε να ενεργοποιείται και η αντίστροφη υπόθεση: ότι η διάψευση ανήκει εκ συστάσεως στο μνημονικό σύστημα του μείζονος λυρισμού. Γι' αυτό και ο Καρυωτάκης δεν μπορεί ποτέ να είναι -με καμία από τις τρέχουσες αποδοχές του όρου- ελάσσων ποιητής. Ο θαυμασμός για το μεταφραστικό επίτευγμα του Καρυωτάκη είναι πράγματι γενικός. Αλλά ο προβληματισμός για τη σημασία του επιτεύγματος μοιάζει να τελείωσε εκεί περίπου όπου τον άφησε ο Τέλλος Άγρας. Ελάχιστα καταφέραμε έκτοτε να προσθέσουμε ως σκέψη στις αρχικές διατυπώσεις εκείνου ή στην από το 1965 συνοπτική -και υποσχετική- διατύπωση του Γ.Π. Σαββίδη για τις μεταφράσεις των δύο τελευταίων συλλογών του Καρυωτάκη : "ανήκουν οργανικά στο έργο του ποιητή και [... ] -καθώς ελπίζω να φανεί σε ιδιαίτερη μελέτη- προεκτείνουν είτε ενισχύουν θεματικά τα πρωτότυπα ποιήματα της κάθε συλλογής"[6]. Ίσως γιατί εκεί περίπου, με τη γενιά του Άγρα, αρχίζει να αποσυντονίζεται και η έμπρακτη συναναστροφή της νεοτερικής ευαισθησίας με το είδος λογοτεχνικής μετάφρασης το οποίο τελειοποίησε ο Καρυωτάκης. Ο Ζήσιμος Λορεντζάτος, προ καιρού και με άλλην ευκαιρία, διετύπωσε με επιγραμματική σαφήνεια τον γενικό θαυμασμό για τις μεταφράσεις αυτές. Η αξιολογική κρίση του ιδρύει παρεμπιπτόντως και μία γενικότερη εννοιολογική διάκριση, στην οποία αξίζει να σταθούμε : Όσο για τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη δεν ξεχωρίζουν από τα ποιήματα του Καρυωτάκη. Αυτός είναι, στοχάζομαι, ο μεγαλύτερος έπαινος. Από τις καλύτερες ελληνικές μεταφράσεις, τα ποιήματα που μεταφράζει από τους ξένους μοιάζουν σχεδόν σαν να είναι δικά του και να τα παίρνει πίσω με τη μετάφραση. [...] και στις καλύτερες από τις δόκιμες ελληνικές μεταφράσεις που θυμάμαι [. .. ] ενώ έχομε παρέμβαση (θετική παρέμβαση -κάποιος πιάνει τους ξένους ποιητές από το χέρι και μας τους παρουσιάζει ή μας δανείζει τη φωνή του για να τους διαβάσομε), δεν έχομε προσάρτηση, όπως συμβαίνει με τον Καρυωτάκη. Ο Καρυωτάκης κάνει προσαρτήσεις, δεν κάνει μεταφράσεις, έστω και αριστοτεχνικές. [...] Τα Ελεγεία και σάτιρες δεν περιέχουν τα ποιήματα του Καρυωτάκη και τις μεταφράσεις του -όπως μπορεί να συμβαίνει με άλλους ποιητές- αλλά χωρίζονται -ομοούσια και αχώριστα- σε τρία ποιητικά μέρη. [...] Δεν ξέρω άλλη περίπτωση σχετική[7]. Αυτή η αξιολογική -αλλά και εννοιολογική, όπως είπαμε- αντιδιαστολή της 'προσάρτησης' από την 'παρέμβαση' αναδιατυπώνεται στο προλόγισμα του τομιδίου: "Όσα ποιήματα εκείνος μετέφρασε τα προσάρτησε στην ποίησή του, που σημαίνει πως τα προσάρτησε στην ποίηση την ελληνική. Τα ποιήματα που θα διαβάσετε στο βιβλίο τούτο με τις μεταφράσεις του Καρυωτάκη είναι ποιήματα ελληνικά. Είναι όλα ποιήματα περασμένα μέσα στη δίνη της γλώσσας μας". (σ. 7) Θα ήταν το λιγότερο άχαρο να αντιδικήσει κανείς με αυτήν την άποψη. Παραταύτα, ορισμένα ερωτήματα δεν παύουν να διαταράσσουν, από κάτω, την απαστράπτουσα επιφάνεια αυτού του πάνδημου θαυμασμού. Είναι πράγματι τέτοια η ισχύς του Καρυωτάκη ως ποιητή, ώστε ενδέχεται ο θαυμασμός -εκ φύσεως αποκλειστικός- να παραγάγει τόσα τυφλά σημεία, τόσους αφανείς τόπους, όσες τουλάχιστον και οι προσδοκώμενες ενοράσεις του. Ας λάβουμε σαν πρόχειρο παράδειγμα την Ξανατονισμένη μουσική του Παλαμά, την οποία ο Λορεντζάτος αναφέρει ανάμεσα στις λίγες δόκιμες μεταφράσεις που του έρχονται πρόχειρα στο νου: Πράγματι, δεν έχουν -μέσα στο έργο του Παλαμά- το ειδικό βάρος και την οργανική συμμετοχή που έχουν τα δεκαοχτώ μεταφρασμένα ποιήματα στα Ελεγεία και σάτιρες. Μπορούμε ωστόσο να ισχυριστούμε ότι δεν 'προσαρτούν' κι αυτές τα πρωτότυπά τους, με τον δικό τους τρόπο, αλλά ότι απλώς 'παρεμβαίνουν' σ' εκείνα και τα προσαρμόζουν; Μήπως οι διακρίσεις αυτές -που δεν είναι απλώς αξιολογικές, ώστε να συμφωνήσει κανείς ή να διαφωνήσει, αλλά διακρίσεις είδους- υποκρύπτουν μια προκατάληψη που άθελά μας εκδηλώνεται εδώ, στο ζήτημα της μετάφρασης, όταν δεν μπορεί να εκδηλωθεί άλλου, δηλαδή στο πρωτότυπο έργο; Γιατί εάν έχουμε σιωπηρά συναποφασίσει -παρά τον γραμματολογικό σεβασμό μας- ότι το ποιητικό επίτευγμα του Παλαμά, όπως κι αν το ορίσει η το περιορίσει κανείς, δεν 'λειτουργεί' πλέον, τότε είναι επόμενο οι παλαμικές μεταφράσεις να μην 'προσαρτούν', για τον απλούστατο λόγο ότι ο προσαρτών έχει ήδη κηρυχτεί ανυπόστατος. Ας επιμείνουμε, λοιπόν. Γιατί άραγε το ακόλουθο δεν προσαρτά τον Ουγκώ στην ελληνική ποίηση; Αγρύπνησα, υπηρέτησα, έκαμα ό,τι μπορούσα, κ' είδα πως έχει ο πόνος μου συχνά για πληρωμή περιγελά. Με μάτιασε το μίσος, και απορούσα, γιατί πολύ υπέφερα και δούλεψα πολύ[8]. Και γιατί άραγε δεν 'προσαρτά' το ακόλουθο λαμπρό μετάφρασμα του Τέλλου Άγρα; Στα μάτια μου κοιμού, όνειρο γυναικός, ξένο των χεριών, ξένο της σαρκός! Ύπνος σου η ψυχή, τα μάτια μου όνειρό σου. Στους δρόμους μου, πικρούς και μόνους, φανερώσου![9] για το οποίο -εντελώς φυσιολογικά, πιστεύω- θα λέγαμε ότι βεβαίως ανήκει "οργανικά στο έργο του ποιητή" και σίγουρα συγκαταλέγεται στις καλύτερες ποιητικές μεταφράσεις που διαθέτουμε στη γλώσσα μας. Και για να επιμείνουμε ακόμη περισσότερο, γιατί δεν προσαρτά η Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ του -'ανελλήνιστου', όπως κατηγορήθηκε- Τυπάλδου· ή, με τρόπο ακόμη ριζικότερο και πιο ρηξικέλευθο ( γιατί τέτοια ήταν και η εποχή), γιατί δεν προσαρτά το περίφημο Ουολταίρου ο Μέμνων, έμμετρη διασκευή από τον Βούλγαρη του βολταιρικού πρωτοτύπου; Και προφανώς πάλι 'προσαρτά' ( για να καταφύγουμε σε πρότυπα πιο πρόσφατα) η λαμπρή μετάφραση του περίφημου Ρέκβιεμ της Αχμάτοβα από τον Άρη Αλεξάνδρου[10], την οποία -επιπλέον- οφείλουμε εδώ να θυμηθούμε, μιας και δόκιμη ποιήτρια, η κ. Κατερίνα Αγγελάκη-Ρούκ, φρόντισε ή -ακόμη χειρότερα- έτυχε να τη λησμονήσει, όταν επιχείρησε να ξαναμεταφράσει το ποίημα στο τελευταίο (3ο) τεύχος του περιοδικού Ποίηση. Χάρη σε τέτοιες φυσίζωες προσαρτήσεις επιβιώνει και η ελληνική γλώσσα, ως αγωγός συλλογικής εμπειρίας και ως επαρκές όργανο για την προσοικείωση του κόσμου. Η βαθύτερη φιλοδοξία που ούτως ή άλλως συνέχει την ποιητική μετάφραση είναι ακριβώς να ξαναγραφεί το μεταφραζόμενο κείμενο ως αυτοδύναμο ποίημα: Γιατί το 'χει και η μοίρα των ποιητών· η γλώσσα των ξέρει μονάχα πατρίδα· δεν έχει σχεδόν τίποτε κοσμοπολίτικο. Και ή πέφτουν σε χέρια ερμηνευτών που όσο κι αν είναι γνωστικοί και καλοσυνείδητοι, τους αφαιρούν κάτι από το ζουμί τους το πρωτόγονο· ή πέφτουν σε χέρια συναδέλφων τους αλλόφωνων και τότε εκείνοι τους φέρνουν στα δικά τους τα νερά· τους περνούν στην τέχνη των κι αν τους αλλάζουν, μπορεί και άθελα να τους κρατούν πιο πολύ στον αέρα που θα ήθελαν, που θα έπρεπε να τον αναπνέουν οι άπιστοι αυτοί μεταφραστές είναι από μιαν άλλη άποψη και οι πιστότεροι[11]. Θα μπορούσαμε να πούμε, ακόμη ριζικότερα, ότι ο ίδιος ο λογοτεχνικός θεσμός, όπως τουλάχιστον διαμορφώνεται σε όλες τις δυτικές γραμματείες (της δικής μας συμπεριλαμβανομένης) από την Αναγέννηση και εξής, ενέχει ως συστατικό στοιχείο αυτή την έννοια της προσάρτησης, αφού όλες οι εθνικές λογοτεχνίες προσαρτούν, κατά τον ίδιον ακριβώς τρόπο, πρώτ' απ' όλα την κλασική αρχαιότητα και κατόπιν τους νεοτερισμούς άλλων εθνικών γλωσσών. Η όποια καθολικότητα, τόσο της υψηλής όσο και της λαϊκής λογοτεχνίας, συγκροτείται, παραδόξως, από πλήθος επιμέρους προσαρτήσεις που "ξέρουν μονάχα πατρίδα", οι οποίες δεν είναι ποτέ δυνατόν να αναχθούν μονοσήμαντα σε ένα αδιαφοροποίητο πρότυπο, ακόμη και όταν πρόκειται για το πρότυπο των προτύπων, τον Όμηρο, ας πούμε, ή τα ιερά κείμενα. Αλήθεια, πόσο ριζική προσάρτηση ήταν η μετάφραση των Εβδομήκοντα; Δεν τα λέω όλα αυτά για να υποτιμήσω τις καρυωτακικές μεταφράσεις. Η αξία τους είναι φως φανάρι. Μήτε υποστηρικτές χρειάζονται, μήτε -πιστεύω- θα λείψουν ποτέ οι αναγνώστες που θα μαθητεύσουν στην ποιητική τους δεινότητα και το γλωσσικό τους ήθος. Διατείνομαι, ωστόσο, ότι για να κατανοήσουμε τη σημασία τους και να σταθμίσουμε την αξία τους (δηλαδή, για να μην τις υποτιμήσουμε από τον αντίθετο δρόμο), χρειάζεται να τις τοποθετήσουμε σε μιαν ολόκληρη ιστορία παρόμοιων -ακόμη και αισθητικά υποδεέστερων- προσαρτήσεων, εκφράζοντας ταυτοχρόνως και το φόβο ή την υποψία ότι η γλώσσα μας -και μάλιστα στην πυκνότερη, κατά τεκμήριο, λειτουργία της, εκείνη του εντέχνου λόγου- έχει αρχίσει να χάνει τέτοια αφομοιωτική ισχύ· και ότι από το μέγα πλήθος των μεταφράσεων, όσες στοιβάζονται τα τελευταία χρόνια στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, ικανός αριθμός εργάζεται άκων για την αντίστροφη προσάρτηση: της ελληνικής γλώσσας στο μεταφραζόμενο πρωτότυπο, αφού -αρκετές, όπως είπαμε- λιγότερο εξελληνίζουν (προσαρτούν) το πρωτότυπο και περισσότερο αποξενώνουν (εξαρτούν) την ελληνική γλώσσα, ποιητική ή άλλη. Το παράδειγμα του Καρυωτάκη, οσοδήποτε αξεπέραστο, αποτελεί λοιπόν την κορυφαία εκδήλωση μιας ιστορικής δυναμικής· είναι περισσότερο κανόνας (και δη θεμελιώδης) του 'λογοτεχνικού παιχνιδιού' παρά εξαίρεση. Ίσως δε ο αποχρών λόγος για την ανά χείρας έκδοση να μην είναι καν ο μονότονα προτεινόμενος -και ουδόλως αμελητέος- αισθητικός, αλλά η βαθύτερη και ανεξιλέωτη υποψία ότι το παιχνίδι έχει προ πολλού αρχίσει να παίζεται, εδώ ή παραδίπλα, με άλλους κανόνες. Ο φόβος και η υποψία ότι η δυναμική τέτοιων προσαρτήσεων, που άλλοτε όριζαν το μέτρο της καθ' ημάς ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, έχει πλέον εξασθενήσει σε σημείο επικίνδυνο· και ότι η αφομοιωτική δύναμη της λογοτεχνίας μας εκχωρείται αμαχητί σε φαντάσματα 'κοινής γνώμης', τα οποία -επιπλέον- τελούν υπό τηλεοπτική ομηρία. Γιατί ποιο νόημα μπορεί να έχει η απόσπαση αυτών των μεταφράσεων από το σώμα των ποιημάτων του Καρυωτάκη (όπου κατά γενική ομολογία ανήκουν οργανικά) και η παρουσίασή τους σε ξεχωριστή -και μάλιστα σχετικά πολυτελή έκδοση, αντικριστά με το προσαρτημένο πρωτότυπο, εάν όχι να επισημάνει και να προσεπικυρώσει, με τρόπο επιτακτικότερο και -έστω- κομψότερο, το μέγιστον (και όχι μόνον από αισθητικής απόψεως) μάθημα των καρυωτακικών μεταφράσεων; Τι σκοπό μπορεί να έχει αυτή ή εκ νέου αντιβολή του ξενόγλωσσου πρωτοτύπου με το μετάφρασμα, εάν δεν υποκρύπτει την αντιρρητική προσδοκία ότι το παράδειγμα -τωόντι κορυφαίο- της καρυωτακικής μετάφρασης θα μπορούσε ακόμη και σήμερα να λειτουργήσει ως υπόδειγμα λογοτεχνικού και γενικότερου γλωσσικού ήθους, όταν μάλιστα το πνεύμα της εποχής -ένα τουλάχιστον από τα πνεύματα της εποχής- πνέει θορυβώδες προς την αντίθετη μάλλον κατεύθυνση; Είθε. Γιατί από το σημείο αυτό και πέρα θα άξιζε να ξαναπιάσουμε και το νήμα της αισθητικής, εκεί όπου το αφήσαμε, κάπως ξεκρέμαστο, με τον Καρυωτάκη. Εν τω μεταξύ, δεν βλέπω να έχει κανένα νόημα να αισθητικοποιούμε εκ νέου κοινούς τόπους της γραμματολογίας μας, επενδύοντας τους με αντιρρητικές λειτουργίες, οι όποιες εντέλει απλώς αναβάλλουν περιεχόμενα όντως κρισιμότερα. Η λογοτεχνία, και πρωτίστως η λυρική ποίηση, ήταν και παραμένει ζήτημα μορφής· αλλά η μορφή, επειδή ακριβώς ενδέχεται να είναι το πιο ανήθικο στοιχείο της λογοτεχνίας, ήταν και παραμένει πρόβλημα κατεξοχήν ηθικό. 118 Ρώμος Φιλύρας, Άπαντα (Έμμετρακαι πεζά), κριτική εισαγωγή Αιμ. Χουρμούζιου, εκδόσεις Γκοβόστη [Αθήνα 1939)], σ. 62. 119 Μ. Μαλακάση Αντίφωνα, "Φλάμμα", [Αθήνα] 1931, σ. 108. 120 Οι μεταφράσεις του Κ.Γ. Καρυωτάκη, προλόγισμα : Ζήσιμος Λορεντζάτος, εκτός κειμένου εικόνες: Πέρης Ιερεμιάδης, Το Ροδακιό, Αθήνα 1994. 121 "Κ.Γ. Καρυωτάκης" στο Τέλλος Άγρας, Κριτικά Β' (επ. Κώστας Στεργιόπουλος ), σ. 245. 122 Αυτόθι, σ. 195. 123 Κ.Γ. Καρυωτάκη Άπαντα τα Ευρισκόμενα, φιλολογική επιμέλεια Γ.Π. Σαββίδη, τόμος Α', Αθήνα 1965, σ. 199. 124 Ζήσιμος Λορεντζάτος, Ο Καρυωτάκης, Δόμος, Αθήνα 1988, σσ. 34-36. 125 Κωστή Παλαμά, Ξανατονισμένη μουσική, Βιβλιοπωλείον της "Εστίας", Αθήνα 1930, σ. 57. 126 Gregoire le Roy, "Σα βραδιάζει", Νέα Εστία, ΙΔ' (1933), τεύχος 159, σ. 808. Βλ. και τα ακόλουθα σχετικά από τον Νάσο Δετζώρτζη: "[...] διάβασα δυο μεταφράσματα του Άγρα, το Σα βραδιάζει του GregoireIeRoy και Τα χέρια του Henri Spiess, τα οποία, μαζί με τις εκθαμβωτικές Σκιές της Comtessede Noailles, όπως τις . . . (με συγχωρείτε, αλλά έτσι πιστεύω) αναβάθμισε ο Καρυωτάκης, αποτελούν, απ' όσο ξέρω, το τριλαμπές της νεοελληνικής ποιητικής δημιουργίας". Νάσος Δετζώρτζης, "Εφ' όλης της ύλης ή σχεδόν", Συνεντεύξεις και Έρευνες, εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 1994, σ. 104. 127 Βλ. Άρης Αλεξάνδρου, Διάλεξα, Τυπογραφείο "Κείμενα", Αθήνα 1984. Πολλαπλά διδακτικό είναι εν προκειμένω και το προλογικό σημείωμα του Αλεξάνδρου: "Ξέρω καλύτερα από κάθε άλλον ότι πρόκειται για μια κατά προσέγγιση απόδοση. Ελπίζω πως θα βρεθεί κάποιος άλλος, αξιότερός μου, που θα επιχειρήσει και θα πετύχει μια ακριβέστερη μεταφορά στη γλώσσα μας -ή μάλλον θα ξαναγράψει το ποίημα, γιατί τα ποιήματα ξαναγράφονται, δεν μεταφράζονται- με περισσότερο πόνο και εντονότερη οργή". (σ. 24) 128 Κωστή Παλαμά, έ.α., σσ. 7-8.Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής11. Διονύσης Καψάλης, Ο Καρυωτάκης και η τέχνη της ποιητικής μετάφρασης
Σημειώσεις