Skip to main content

Νέα ελληνική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική

Μετάφραση και λογοτεχνία: ιστορία, θεωρία, κριτική



Περιεχόμενα

Λογοτεχνική μετάφραση: ιστορία, θεωρία, κριτική
Kριτική Επιμέλεια: Τάκης Καγιαλής

Η σύντομη αυτή εισήγηση επικεντρώνεται σε ένα σημαντικό, κατά τη γνώμη μου, θεωρητικό και πρακτικό πρόβλημα: στο πρόβλημα της υποδοχής των μεταφρασμένων λογοτεχνικών κειμένων στο σύστημα των εκπαιδευτικών, ερευνητικών και συγγραφικών λειτουργιών που συγκροτούν τον λογοτεχνικό θεσμό (και ειδικότερα, στο πεδίο της συγκριτικής φιλολογίας). Είναι γνωστό ότι στα καθ' ημάς οι θεσμικές λειτουργίες (κριτική, διδασκαλία, ακαδημαϊκή έρευνα κ.ο.κ.) περιορίζονται στον εθνικό λογοτεχνικό κανόνα και αδιαφορούν για τα προϊόντα της λογοτεχνικής μετάφρασης. Σε αντίθεση με όσους θεωρούν ότι αυτή η εσωστρέφεια προστατεύει το κύρος της νεοελληνικής λογοτεχνίας, πιστεύω ότι η απώθηση της μεταφρασμένης λογοτεχνίας από τις εκπαιδευτικές και κριτικές διαδικασίες εξασφαλίζει ακριβώς το αντίθετο: τη μυθοποίηση του ξένου και την αντιμετώπιση του με άκριτο δέος. Πιστεύω όμως επίσης ότι το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί με απλή εισαγωγή θεωρητικών επεξεργασιών περί μεταφράσεως από τη δυτική Ευρώπη ή την Αμερική, για έναν απλό λόγο: επειδή οι επεξεργασίες αυτές προϋποθέτουν μακρόχρονη πολιτισμική ηγεμονία, την οποία επιχειρούν ενδεχομένως να «εκσυγχρονίσουν», όχι όμως και να ακυρώσουν. Στην πραγματικότητα, οι επεξεργασίες που υπόσχονται να διευρύνουν τις αντιλήψεις για το ξένο, στο πλαίσιο ενός «ισχυρού» εθνικού πολιτισμού, αποδεικνύονται καταστροφικές όταν μεταφέρονται αυτούσιες στο περιβάλλον ενός «αδύναμου», αφού τον εγκλωβίζουν στον άτοπο και παρασιτικό μιμητισμό. Υπ' αυτή την έννοια, κάθε ηγεμονευόμενος πολιτισμός είναι υποχρεωμένος να αναζητήσει λύσεις που να ανταποκρίνονται στα δικά του ιστορικά και πολιτισμικά δεδομένα, ακόμα και αν αυτές είναι ασύμβατες προς τις αναζητήσεις του ηγεμονικού Κέντρου ή αν φαντάζουν, από την οπτική γωνία του Κέντρου, οπισθοδρομικές, θα προσπαθήσω να γίνω σαφέστερος, παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή.

Τα μεταφρασμένα κείμενα δεν υπήρξαν ποτέ δημοφιλήστο χώρο της συγκριτικής φιλολογίας[1]. Σύμφωνα με μιαν ευρέως διαδεδομένη πεποίθηση, η έμφαση «στην πρωτοκαθεδρία των εθνικών λογοτεχνιών και στις μεταξύ τους σχέσεις» χαρακτηρίζει τη γαλλική σχολή (Guillen 1993, 47) όχι όμως και την αμερικάνικη (και από θεσμική άποψη, πολύ ισχυρότερη) συγκριτική φιλολογία, η οποία συστήνεται (και αυτοπαρουσιάζεται) ως «υπερεθνική» και «οικουμενική»[2]. Αυτή η διάκριση δημιουργεί την εντύπωση ότι η πρακτική των αμερικανών συγκριτολόγων αγνόησε τα γλωσσικά οχυρά των εθνικών λογοτεχνιών, επομένως υπήρξε προσηνής και προς τις μεταφράσεις. Πρόκειται όμως για μιαν αβάσιμη εντύπωση· αυτό αποδεικνύεται από τις επίσημες Εκθέσεις που εκπόνησαν ειδικές επιτροπές της Αμερικανικής Εταιρείας Συγκριτικής Φιλολογίας το 1965, το 1975 και το 1993, προκειμένου να θέσουν τους κανόνες της συγκριτολογικής πρακτικής στααμερικανικά πανεπιστήμια για την επόμενη, κάθε φορά, δεκαετία[3].

Οι δύο πρώτες Εκθέσεις, γραμμένες σε περιόδους ραγδαίας άνθησης των συγκριτολογικών σπουδών (το 1965 λειτουργούσαν σχετικά προγράμματα σε 80 πανεπιστήμια, ενώ το 1975 σε 150) ταυτίζουν το ιδεώδες του «διεθνισμού» με τη γλωσσομάθεια και ουσιαστικά απαγορεύουν τη χρήση λογοτεχνικών μεταφράσεων στις διδακτικές και ερευνητικές πρακτικές. Η Έκθεση του 1965 προβάλλει τη γλωσσική κατάρτιση ως πρωταρχική αρετή του συγκριτολόγου, τονίζει ότι η γνώση μερικών γλωσσών αποτελεί καλύτερη βάση για μεταπτυχιακές σπουδές από ό,τι «η εξοικείωση με πλήθος έργων από μετάφραση», και σημειώνει ότι τα γαλλικά και τα γερμανικά, όπως και τα αρχαία ελληνικά και τα λατινικά, είναι απαραίτητα «ακόμη και για εκείνον που δεν ειδικεύεται στις αντίστοιχες λογοτεχνίες» (Bernheimer 1995, 23-24)[4]. Η επιτροπή παρουσιάζει ως αυτονόητη υποχρέωση του διδάσκοντος «να γνωρίζει όλα τα κείμενα στο πρωτότυπο», ενώ επιτρέπει τη χρήση μεταφράσεων από «περισσότερο απόμακρες γλώσσες» για μικρό τμήμα της ύλης, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι ο κορμός του μαθήματος διδάσκεται από το πρωτότυπο (Bernheimer 1995, 27, 23). Σύμφωνα με την έκθεση, εξάλλου, οι φοιτητές που πρόκειται να ειδικευθούν στη συγκριτική φιλολογία πρέπει να διδάσκονται χωριστά από εκείνους που χρησιμοποιούν μεταφράσεις, ακόμη και στο προπτυχιακό επίπεδο (Bernheimer 1995, 27).

Ακόμη αυστηρότερη απέναντι στις λογοτεχνικές μεταφράσεις (και σ' εκείνους που τις χρειάζονται) είναι η Έκθεση του 1975, που παρατηρεί ότι «η συνάφεια της συγκριτικής φιλολογίας με τη μεταφρασμένη λογοτεχνία είναι η πιο ενοχλητική πρόσφατη εξέλιξη στον κλάδο» και ότι η διδασκαλία κειμένων από μετάφραση υποσκάπτει «τη μαθησιακή εμπειρία και τη συγκριτολογική ακεραιότητα» (Bernheimer 1995, 35, 32)[5]. Σύμφωνα με αυτό το κείμενο, ο διδάσκων δεν αρκεί να αντιμετωπίζει με προνομιακούς όρους τους φοιτητές που γνωρίζουν τη γλώσσα του πρωτοτύπου· πρέπει επίσης «αναφερόμενος συχνά στο πρωτότυπο, να κάνει τους υπόλοιπουςνα αισθανθούν πόσο ατελήςείναι η δική τους αναγνωστική εμπειρία» (Bernheimer 1995, 35).

Το ιδεώδες, ωστόσο, της διδασκαλίας από το πρωτότυπο δεν προσκρούει μόνο στις πραγματικές γλωσσικές δυνατότητες διδασκόντων και φοιτητών, αλλά και σε ένα καινούργιο στοιχείο: στην ανάπτυξη του ενδιαφέροντος για τις «λιγότερο γνωστές» (ευρωπαϊκές και μη) λογοτεχνίες, οι οποίες βεβαίως διαβάζονται κυρίως από μετάφραση. Αναγνωρίζοντας αυτήν τη νέα εξέλιξη, η επιτροπή εκφράζει επιφυλάξεις και συστήνει μετριοπάθεια.

Διαπιστώνει ότι η μελέτη της λογοτεχνικής παραγωγής «λαών που βρίσκονται σε επαφή με την Ευρώκη» (όπως π.χ. οι Εβραίοι) είναι εύκολο «να προσαρμοστεί στις δικές μας παραδόσεις», αυτό όμως δεν ισχύει και για τις λογοτεχνίες «ποτ' απέχουν περισσότερο από την Ευρώπη και την Αμερική» (Bernheiiner 1995, 36). Έτσι η Έκθεση του 1975 καταλήγει στο συμπέρασμα (ας προσέξουμε την ιμπεριαλιστική ρητορική) ότι «δεν μπορούμε να αρχίσουμε να απορροφούμε τον πλούτο των εξωτικών λογοτεχνιών προτού αποκτήσουμε στερεή κατοχή των δικών μας» (Bernheimer 1995, 36).

Η σύντομη περιγραφή των δύο Εκθέσεων επιτρέπει την εξαγωγή ορισμένων πρώτων συμπερασμάτων. Είναι νομίζω σαφές ότι η κυρίαρχη αντίληψη περί συγκριτικής φιλολογίας, τουλάχιστον μέχρι το τέλος της δεκαετίας του '70 (και οπωσδήποτε όχι μόνο στις ΗΠΑ), αντιμετωπίζει τις λογοτεχνικές μεταφράσεις ως «αλλοιώσεις» των λογοτεχνικών κειμένων που, όταν παρεισφρέουν στο διδακτικό περιβάλλον, λειτουργούν ως ταπεινά βοηθήματα. Το μεταφρασμένο κείμενο, επομένως, είναι ένα είδος τυφλοσούρτη, που απευθύνεται αποκλειστικά στον γλωσσικά απαίδευτο αναγνώστη και αντιβαίνει τις αυστηρές προδιαγραφές της συγκριτολογικής διδασκαλίας και έρευνας.

Σύμφωνα με τους Wellek & Warren ([1948] 1975, 48) π.χ. οι λογοτεχνικές μεταφράσεις είναι «απόηχοι ενός αριστουργήματος [...] συχνάαπό συγγραφείς δεύτερης κατηγορίας». Πρέπει να τονίσω ότι η υποβάθμιση αυτή δεν αντιστοιχεί στην πραγματική λειτουργία των μεταφρασμένων κειμένων (και στο γόητρο που διαθέτουν πολλοί μεταφραστές) στις αντίστοιχες κοινωνίες. Πρόκειται για εσωτερική αντίληψη του κλάδου, που εξυπηρετεί κυρίως την ανάγκη προσαρμογής της συγκριτικής φιλολογίας στο πλαίσιο λειτουργίας των πανίσχυρων εθνικών φιλολογιών. Η αρχή ότι τα λογοτεχνικά κείμενα λειτουργούν με αυθεντικό και επιστημονικά αξιόπιστο τρόπο μόνο στο πλαίσιο της γλώσσας (άρα και της εθνικής λογοτεχνίας) στην οποία πρωτοεμφανίστηκαν θεμελιώνει ένα είδος συμβολαίου, σύμφωνα με το οποίο η συγκριτολογική διαμεσολάβηση συμπληρώνει, αλλά ποτέ δεν αμφισβητεί, τη θεσμική συγκρότηση (και τις ιδεολογικές επιδιώξεις) των εθνικών φιλολογιών.

Εξίσου σαφές είναι ότι η απώθηση των μεταφράσεων από τη συγκριτική φιλολογία δεν προωθεί την πολυγλωσσία, αλλά την προσήλωση σε μικρό αριθμό εκλεκτών ευρωπαϊκών γλωσσών. Το 1967, σε επίσημη ομιλία με τίτλο «Η ιδέα της συγκριτικής φιλολογίας», ο πρόεδρος της Modern Humanities Research Association C.L. Wrenn παρατηρούσε ότι οι αφρικανικές ή οι ινδικές γλώσσες δεν είναι δυνατόν να χρησιμοποιηθούν στη συγκριτολογική έρευνα, ούτε και να μεταφραστούν επαρκώς (επειδή προϋποθέτουν «διαφορετικές δομές αισθημάτων και σκέψης»), για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι το πραγματικό πεδίο της συγκριτολογικής μελέτης είναι οι «μεσαιωνικές και σύγχρονες ευρωπαϊκές γλώσσες» (Bassnett 1993, 19-20). Στην πραγματικότητα, το πεδίο αρμοδιότητας της συγκριτικής φιλολογίας περιορίζεται σε ένα ελάχιστο τμήμα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, έτσι ώστε το σύνολο της λογοτεχνικής παραγωγής εκτός αγγλικής, γαλλικής, γερμανικής και εν μέρει ισπανικής γλώσσας, ορίζεται ως περιφερειακή (ή μειονοτική ή εξωτική ή «έθνικ») λογοτεχνία. Το προβαλλόμενο ιδεώδες της «οικουμενικότητας», όπως παρατηρούσε το 1975 ο ChinuaAchebe (και όπως έχουν έκτοτε διαπιστώσει πολλοί συγκριτολόγοι της «περιφέρειας»), είναι συνώνυμο με «τον στενό και ιδιωφελή επαρχιωτισμό ενός τμήματος της Ευρώπης» (Bassnett 1993, 39). Σ' αυτό το πλαίσιο, και παρά τις ρητορικές διακηρύξεις, η συγκριτική φιλολογία ασφαλώς δεν λειτούργησε ως περιοχή συγκερασμού των εθνικών λογοτεχνιών στην οποία, όπως έγραφε ο Rene Wellek (μέλος της επιτροπής του '65) «η λογοτεχνία μελετάται ανεξάρτητα από τα γλωσσικά, εθνικά και πολιτικά σύνορα» (Weliek 1970, 20)[6], ούτε βεβαίως επιχείρησε να προσφέρει «ευρεία εικόνα του πολιτισμικού σύμπαντος», όπως ισχυριζόταν ο F. Jost (1974, 30), μέλος της επιτροπής του '75. Η παρουσίαση της δημιουργίας του κλάδου ως «απόπειρας να γεφυρωθεί το χάσμα που άνοιξε η ίδρυση των εθνικών φιλολογιών, ανάμεσα στις λογοτεχνίες που γράφονται σε διάφορες γλώσσες και τη "γλώσσα" της λογοτεχνίας» (Lefevere 1982,145), όπως και ο ισχυρισμός ότι η συγκριτολογική «μελέτη της λογοτεχνίας δεν εκλαμβάνει την εθνική λογοτεχνία ως φυσική και αναπότρεπτη μονάδα, επομένως δεν συναρτάται με τα ιερά και τα όσια των εθνικισμών» (Culler 1988, 51), αποτελούν εκφράσεις ευσεβών αλλά ανεκπλήρωτων πόθων. Στο βαθμό που απώθησε τις λογοτεχνικές μεταφράσεις από τις πρακτικές της, η συγκριτική φιλολογία λειτούργησε (και σε μεγάλο βαθμό εξακολουθεί να λειτουργεί) ως καρτέλ των «ισχυρών» γλωσσών της Ευρώπης, με κεντρική επιδίωξη τη διεύρυνση της πολιτισμικής τους εξουσίας και την περιθωριοποίηση του μεγίστου τμήματος του ανθρώπινου πολιτισμού.

Τα ιμπεριαλιστικά πλέγματα που συγκροτούν τον πυρήνα της συγκριτικής φιλολογίας αναγνωρίζονται ευθαρσώς στην πρόσφατη τρίτη Έκθεση, η οποία προβάλλει την ανάγκη ριζικής αναδιοργάνωσης του κλάδου σε επίπεδο αρχών, μεθόδων και πρακτικών[7]. Οι συντάκτες αυτού του κειμένου αναγνωρίζουν ότι «η παραδοσιακή διεθνιστική αντίληψη της συγκριτικής φιλολογίας παραδόξως υποστηρίζει την ηγεμονία ορισμένων ευρωπαϊκών εθνικών λογοτεχνιών», ότι ο συγκριτολογικός συσχετισμός των εθνικών πολιτισμών οργανώθηκε έτσι ώστε να προωθεί τον στεγανότερο ορισμό καθενός από αυτούς, και ότι οι συγκριτολογικές σπουδές, προσηλωμένες καθώς είναι στην ανάδειξη των εθνικών και γλωσσικών ιδιαιτεροτήτων, «ενισχύουν την ταυτότητα των εθνικών κρατών ως φαντασιακών κοινοτήτων, θεμελιωμένων στις φυσικές βάσεις των εθνικών τους γλωσσών» (Bernheimer 1995, 40,41). Η αναδιοργάνωση του κλάδου προφανώς προϋποθέτει και αναθεώρηση των απόψεων περί λογοτεχνικής μετάφρασης. Έτσι η Έκθεση του 1993 τονίζει ότι «η παλιά αντιπάθεια προς τη μετάφραση πρέπει να μετριαστεί», νομιμοποιεί τη χρήση λογοτεχνικών μεταφράσεων (ιδίως από «μειονοτικές λογοτεχνίες») και ενθαρρύνει τη «συζήτηση της θεωρίας και πρακτικής της μετάφρασης» στο πλαίσιο των συγκριτολογικών μαθημάτων (Bernheimer 1995, 44). Παρά τις ποικίλες αντιδράσεις που προκάλεσε, νομίζω ότι αυτό το τεκμήριο εκφράζει μιαν υπαρκτή τάση αποδοχής της μετάφρασης ως εργαλείου και ως πεδίου έρευνας της συγκριτικής φιλολογίας στον δυτικό κόσμο. Με ποιους όρους όμως και με ποια ζητούμενα εντάσσονται τώρα οι μεταφράσεις στη συγκριτολογική δραστηριότητα; Και κυρίως, ποιες μπορεί να είναι οι επιδιώξεις της δραστηριότητας αυτής σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον που αντιμετωπίζει τη συγκριτική φιλολογία ως παρείσακτο επισκέπτη και τη μετάφραση ως Δούρειο Ίππο, μέσω του οποίου οι ισχυροί ξένοι αγωνίζονται να αλώσουν την εθνική ταυτότητα;

Η πρόσφατη στροφή της συγκριτολογικής έρευνας προς τις λογοτεχνικές μεταφράσεις νομίζω ότι προέκυψε υπό την πίεση δύο κυρίως παραγόντων: Αφενός, από το αίτημα για αποφασιστική διεύρυνση του λογοτεχνικού κανόνα, που προβλήθηκε με τρόπο επιτακτικό από το ευρύ φάσμα προσεγγίσεων οι οποίες συνήθως κωδικοποιούνται ως πολιτισμικός πλουραλισμός ή μετααποικιοκρατική θεωρία. Αφετέρου, από την ανάπτυξη του θεωρητικού προβληματισμού γύρω από τη μετάφραση και τη δημιουργία αυτόνομου ακαδημαϊκού κλάδου Μεταφραστικών Σπουδών, στη διάρκεια των τελευταίων είκοσι χρόνων. Κοινό στοιχείο των δύο αυτών περιοχών προβληματισμού είναι η αντίδραση στις ποικίλες στρεβλώσεις που δημιούργησε η μακρόχρονη κυριαρχία, στη δυτικοευρωπαϊκή και αμερικάνικη φιλολογία, ενός ακραιφνούς και ασφυκτικά περιοριστικού ευρωκεντρισμού. Στο νέο αυτό ιδεολογικό πλαίσιο αναπτύσσονται καινούργιες στρατηγικές προσέγγισης του ξένου, που οδηγούν στην αποκάλυψη μεγάλων και εντελώς άγνωστων περιοχών πολιτισμού, αλλά και μια νέα αντίληψη περί λογοτεχνικής μετάφρασης, που αναγνωρίζει ως ηθική επιταγή το σεβασμό προς την «ιδιαιτερότητα» του ξένου. Οι νέες προτεραιότητες αναμφίβολα γονιμοποιούν την έρευνα, δεν αποκλείεται όμως και το ενδεχόμενο να καταλήξουν σε έναν νέο, ιμπεριαλιστικό ή μη, εξωτισμό. Δεν έχω εδώ το χρόνο για να αναπτύξω αυτό το ζήτημα. Εκείνο που θέλω να τονίσω είναι ότι οι νέες αναζητήσεις της δυτικοευρωπαϊκής και αμερικάνικης φιλολογίας, ιδίως σε ό,τι αφορά τη λογοτεχνική μετάφραση, δεν απαντούν στις σημερινές δικές μας ανάγκες. Ο λόγος που το τονίζω είναι επειδή διαπιστώνω ότι (όπως συνήθως συμβαίνει) οι νεοτερικές αυτές αντιλήψεις μεταφέρονται στην Ελλάδα με εντελώς άκριτο τρόπο, ως αρχές οικουμενικής εμβέλειας που λύνουν ως δια μαγείας τα προβλήματα της πολιτισμικής ηγεμονίας.

Πιστεύω ότι η αναζήτηση του απόμακρου (και πολλαπλώς απωθημένου) στοιχείου δεν αποτελεί προτεραιότητα για τους πολιτισμούς που έχουν βιώσει τη σχέση με τη δυτική παράδοση (και με τον εαυτό τους) με τρόπο προβληματικό. Πολύ πιο επικίνδυνος όμως για τους ηγεμονευόμενους πολιτισμούς είναι ο ηθικισμός, που στηλιτεύει την ιδιοποίηση του ξένου, την ισοπέδωση της «διαφοράς» κ.ο.κ., μέσω της μετάφρασης (Μπιτσώρης 1995). Νομίζω ότι αυτή η αντίληψη, που προβάλλεται (με κάποιον φανατισμό) ως ριζική θεραπεία της μετάφρασης από ιμπεριαλιστικές ή εθνοκεντρικές σκοπιμότητες εγκλωβίζει τους «αδύναμους» πολιτισμούς στην αναπαραγωγή των στερεοτύπων που συνιστούν την «ετερότητα» τους και στη μειονεκτική θέση έναντι των «ισχυρών» εθνικών πολιτισμών, από τους οποίους εκπορεύεται και τους οποίους τελικώς προστατεύει.

Όπως είπα και νωρίτερα, οι νέες προτεραιότητες της συγκριτικής φιλολογίας στην Αγγλία, στη Γαλλία ή στην Αμερική προϋποθέτουν μακρόχρονη πολιτισμική ηγεμονία. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι προϋποθέτουν μια μεγάλη παράδοση ελεύθερης και εκλεκτικής οικειοποίησης του ξένου, αποτέλεσμα της οποίας είναι η αφομοίωση του ευρωπαϊκού λογοτεχνικού κανόνα, μέσω των μεταφράσεων, στις οικείες γραμματείες. Για τον άγγλο αναγνώστη, π.χ., ο Κάφκα δεν ανήκει στη γερμανική λογοτεχνία· είναι «κλασικός», δηλαδή: συγγραφέας το έργο του οποίου έχει οριστικά ενταχθεί στην οικεία παράδοση, μέσω των αγγλικών μεταφράσεων και με τη γενναιόδωρη αρωγή της αγγλικής κριτικής. Αυτό όμως δεν ισχύει για τους ηγεμονευόμενους πολιτισμούς, οι οποίοι έχουν εθιστεί σε μια σχιζοφρενική σχέση προς την ισχυρή Δύση: έχουν διδαχτεί να σέβονται ευλαβικά την εθνική και γλωσσική πατρότητα των κλασικών έργων (και να τα αντιμετωπίζουν με δέος, ως προϊόντα πολιτισμών ανώτερων από τους δικούς τους), ενώ ταυτοχρόνως έχουν συνηθίσει να τα απωθούν από τις ζωτικές τους λειτουργίες, προκειμένου να υπερασπιστούν μια κατασκευασμένη «ιθαγένεια» (με αποτέλεσμα να γίνονται πράγματι «έθνικ»). Προκειμένου να απεμπλακούν από τα στερεότυπα που έχουν κληρονομήσει ως στοιχεία της ταυτότητας τους, να αυτοπροσδιοριστούν και να αναπτύξουν ελεύθερα τις δυνάμεις τους, οι πολιτισμοί που υποχρεώθηκαν να ζήσουν με το στίγμα του «περιφερειακού» χρειάζονται ακριβώς εκείνο που πάντα διέθετε (αλλά μόνο για τον εαυτό της) η ηγεμονική Δύση: την ελεύθερη οικειοποίηση του ισχυρού δυτικού πολιτισμού και την κριτική τοποθέτηση απέναντι του, μέσα από τη δική τους εμπειρία.

Η πρόσφατη Κριτική εισαγωγή στη συγκριτική φιλολογία της SusanBassnett αποκαλύπτει με πλήθος παραδειγμάτων ότι οι συγκριτολογικές σπουδές σημειώνουν ραγδαία ανάπτυξη στην Ινδία, στην Κίνα, στην Αφρική και τη Λατινική Αμερική, οργανωμένες σε ιδεολογικές βάσεις ριζικά διαφορετικές από εκείνες της βόρειας Αμερικής και της ισχυρής δυτικής Ευρώπης (1993, 37-40 και 138-161). Οι κεντρικές αρχές βάσει των οποίων η «περιφέρεια» επιχειρεί σήμερα να αμφισβητήσει τη λογοτεχνική ηγεμονία του δυτικού «κέντρου» είναι δύο:

  • Χρήση της μετάφρασης ως εργαλείου για την αναίρεση της ιδεολογικής λειτουργίας των πρωτοτύπων δηλαδή, ως μέσου για τη διεκδίκηση του ηγεμονικού λογοτεχνικού κανόνα, με υπεξαίρεση των κειμένων από το αρχικό γλωσσικό και γραμματολογικό τους περιβάλλον και θαρραλέα ενσωμάτωση τους στην οικεία γλωσσική παράδοση. Σημειώνω ότι ο στόχος αυτός δεν εξυπακούεται αναγκαστικά, και πάντως δεν περιορίζεται σε μία μεταφραστική μέθοδο· πρόκειται για μια συνολική στάση απέναντι στην «κλασική» ξένη λογοτεχνία, στάση η οποία προφανώς συναρτάται με ποικίλες εκπαιδευτικές γραμματολογικές και κριτικές πρακτικές.
  • Κριτική εξέταση της ισχυρής ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, όχι στο νεοαποικιακό πλαίσιο που καλλιεργείται στα διάφορα πολιτιστικά ινστιτούτα των ισχυρών Ευρωπαίων (και συχνά στα ξενόγλωσσα Τμήματα των Πανεπιστημίων), αλλά από την προοπτική της οικείας λογοτεχνικής και κυρίως ιστορικής εμπειρίας και με ιδιαίτερη προσοχή στα ιδεολογικά και πολιτικά της συμφραζόμενα.

Στο βαθμό που και ο δικός μας πολιτισμός αναπτύχθηκε στο περιθώριο των ευρωκεντρικών κατηγοριών και βίωσε τη σχέση με το ξένο όχι από τη θέση του αποικιοκράτη, αλλά από εκείνη του αποικιοκρατούμενου, νομίζω ότι η υιοθέτηση αυτών των αρχών μπορεί να φανεί περισσότερο ωφέλιμη από ό,τι η φαντασιακή ταύτιση με ηγεμονικά πρότυπα[8] είτε η αμυντική περιχαράκωση στο πλαίσιο μιας εξίσου φαντασιακής ιθαγένειας[9], επιλογές που, παρά τη φαινομενική τους αντίθεση, προωθούν από κοινού την έξοδο από την ιστορία και συντηρούν την παρασιτική σχέση με την ισχυρή Δύση Πιστεύω λοιπόν ότι, στη σημερινή συγκυρία, έχουμε ζωτική ανάγκη για ενημέρωση γύρω από τις θεωρητικές και συγκριτολογικές αναζητήσεις της (ευρωπαϊκής και μη) «περιφέρειας», που τόσο απερίσκεπτα περιφρονούμε ειρωνικά, ωστόσο, η περιφέρεια δεν μπορεί να αναπτύξει δίαυλους επικοινωνίας παρά μόνο διαμέσου των ηγεμονικών γλωσσών της δυτικής Ευρώπης.

Σημειώσεις

85 Αναφέρομαι συς αντιλήψεις σχετικά με το κύρος των μεταφράσεων ως λογοτεχνικών κειμένων και το θεμιτό ή μη της χρήσης τους στη διδακτική και ερευνητική πρακτική. Η αυτόνομη μελέτη των μεταφράσεων, μέσω της οποίας επιχειρείται να διαπιστωθεί η προβολή και η πρόσληψη μιας εθνικής λογοτεχνίας (ή τμήματος της) από μια διαφορετική εθνική -γλωσσική κοινότητα, και η οποία απασχόλησε τη συγκριτική φιλολογία σχεδόν από την ίδρυση της, είναι εντελώς διαφορετικό ζήτημα.

86 Για μια συνοπτική σύγκριση των ενδιαφερόντων της γαλλικής και της αμερικανικής συγκριτικής φιλολογίας, βλ. Guillen 1993, 46-62.

87 Ο τρεις Εκθέσεις (μαζί με ποικίλες τοποθετήσεις επί της τελευταίας) έχουν συγκεντρωθεί από τον Bernheimer (1995).

88 Η Επιτροπή του 1965 αποτελείτο από τους: Α. Ο. Aldridge, Chandler B. Beall, Haskell Block, Ralph Freedman, Horst Frenz, J C. La Driere, Alain Renoir, Rene Weliek και Harry Levin (πρόεδρος).

89 Η Επιτροπή του 1975 αποτελείτο από τους: Haskell Block, Nan Carpenter, Frederic Garber, Francois Jost, Walter Kaiser, Elizabeth Trahan, Herbert Weisinger και Thomas Greene (πρόεδρος).

90 Οι Wallek & Warren ([1948] 1975, 50), εξάλλου, δηλώνουν σαφώς ότι η συγκριτολογική μελέτη της λογοτεχνίας «σε υπερ-εθνική προοπτική» προβάλλει «μεγάλες απαιτήσεις στις γλωσσικές ικανότητες των ερευνητών».

91 Η Επιτροπή του 1993 αποτελείτο από τους: Jonathan Arac, Marianne Hirsch, Ann Rosalind Jones, Ronald Judy, Arnold Krupat, Dominick La Capra, Sylvia Molloy, Steve Nicholls και Charles Bernheimer (πρόεδρος).

92 Η ταύτιση με ηγεμονικά πρότυπα έχει πολλές όψεις: μία από αυτές είναι η προβολή ηγεμονικών αξιώσεων προς πολιτισμούς που, στη δεδομένη πολιτική συγκυρία, θεωρούνται ακόμη πιο ανίσχυροι· μια άλλη, η αντιγραφή μεθόδων της δυτικής πολιτισμικής ηγεμονίας προκειμένου να προβληθεί, με «ισχυρό» τρόπο, το πρόσωπο της Ελλάδας στη Δύση!

93 Ο Edward W. Said (1990, 82) παρατηρεί ότι στις αποικιακές σχέσεις «η βασική αρχή του ιμπεριαλισμού είναι η σαφής και απόλυτη ιεραρχική διάκριση του κυβερνώντος από τον κυβερνούμενο. Ο ιθαγενισμός, αλίμονο, ενισχύει τη διάκριση μέσω της αναβάθμισης του περισσότερο αδυνάμου ή υποταγμένου εταίρου».

94

Βιβλιογραφικέςαναφορές

Bassnett, S. 1993 Comparative Literature: A Critical Introduction. Οξφόρδη: Blackwell.

Bernheimer, CH. 1995 Comparative Literature in the Age of Multiculturalism. Βαλτιμόρη: The Johns Hopkins University Press.

Culler, J. 1988. Framing the Sign Criticism and its Institutions. Normal: University of Oklahoma Press.

Guillen, C. 1993 The Challenge of Comparative Literature. Μτφρ. C. Franzen. Cambridge, Mass Harvard University Press.

Jost, Ε. 1945 Introduction to Comparative Literature. Ινδιανάπολη: Bobbs-Merrill.

Lefevere, A. 1982. Theorie litteraire et litterature traduite. Canadian Review of Comparative Literature 9: 137-156.

Μπιτσωρης, Β. 1995. Από τη μία γλώσσα στην άλλη. Ιδιοποίηση και ξενισμός. Σύγχρονα Θέματα 54 (Ιανουάριος - Μάρτιος) 63-68.

Said, E.W. 1990 Yeas and decolonization. ΣτοNationalism, Colonialism and Literature, επιμ Τ. Eagleton, F Jameson & E. W. Said, 69-95. Μιννεάπολη: University of Minnesota Press.

Wellek, R. 1970 Discrimination. New Haven: Yale University Press.