Skip to main content

Νέα ελληνική

Μεταφράσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε άλλες γλώσσες: βιβλιογραφία και μελέτες - Περιεχόμενα

Μεταφράσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε άλλες γλώσσες: βιβλιογραφία και μελέτες



Οι μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην τουρκική γλώσσα

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο το 2002 και αναφέρεται στα μέχρι εκείνο το έτος δεδομένα για τις μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην τουρκική γλώσσα (σημ. επιμ.).

Το κείμενο που ακολουθεί προσπαθεί να δώσει μια σφαιρική εικόνα για τη μετάφραση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην τουρκική γλώσσα. Γίνεται λόγος για το περιεχόμενο των ελληνικών βιβλίων που μεταφράστηκαν, για τα πιθανά κριτήρια με τα οποία επιλέχθηκαν για να μεταφραστούν στην τουρκική γλώσσα, για την ιδιάζουσα περίπτωση της συνάντησης της νεοελληνικής λογοτεχνίας με το τουρκικό κοινό και τα αποτελέσματα αυτής της συνάντησης, για τις ιδιαίτερες ομάδες εκδοτών και αναγνωστών που ενδιαφέρονται για τη νεοελληνική λογοτεχνία.

Θα θέλαμε αρχικά να αναφέρουμε δύο καίρια σημεία των μεταφραστικών και εκδοτικών επιλογών στην Τουρκία όσον αφορά τη νεοελληνική λογοτεχνία. Καταρχήν, το θέμα των περισσότερων από τα νεοελληνικά λογοτεχνικά έργα που μεταφράζονται στην τουρκική γλώσσα σχετίζεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με το παρόν ή και το παρελθόν της ίδιας της Τουρκίας. Το δεύτερο στοιχείο των μεταφραστικών επιλογών συνδέεται άμεσα με το αριστερό κίνημα (κυρίως για τις παλαιότερες εκδόσεις), την αντίσταση στην πολιτική καταπίεση. Η μερίδα αυτών των ανθρώπων, που δεν συμβιβάζονται ή δεν νιώθουν ευχαριστημένοι με την επίσημη προσέγγιση, ψάχνει για μία εναλλακτική προσέγγιση και μέσα στη νεοελληνική λογοτεχνία. Για αυτό και η πλειοψηφία των νεοελληνικών λογοτεχνικών έργων που μεταφράζεται στα τουρκικά έχει να κάνει με το παρόν, το παρελθόν, ενδεχομένως και με το μέλλον της Τουρκίας. Από την άλλη μεριά, αναπόφευκτα, το άνοιγμα σε ένα σύνολο αξιών εντελώς αντίθετων στις τουρκικές δεν είναι τόσο εύκολο. Πράγμα που γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο, όταν λάβουμε υπόψη ότι τα ελληνικά έργα που επιλέγονται να μεταφραστούν στα τουρκικά είναι εκείνα το περιεχόμενο των οποίων ανακατασκευάζει την ελληνική ταυτότητα σε αντιδιαστολή με την εικόνα του «Άλλου/Τούρκου» μέσα στο σύνολο αξιών της ελληνικής διήγησης.

Εξετάζοντας τις μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην τουρκική γλώσσα, έχουμε εντοπίσει 52 έλληνες συγγραφείς. Οι 32 από αυτούς εμφανίζονται με μία μόνο έκδοση στην αγορά. Ξεχωρίζουν οι περιπτώσεις του Γιάννη Ρίτσου (κυκλοφόρησαν 13 εκδόσεις) και του Νίκου Καζαντζάκη (κυκλοφόρησαν 12 εκδόσεις). Ακολουθούν με έξι εκδόσεις ο Κ. Π. Καβάφης και ο Αντώνης Σαμαράκης (βλ. Παράρτημα). Ειδικά οι μεταφράσεις του έργου του Καβάφη είναι όλες παρούσες στην τουρκική αγορά. Από τις έξι μεταφράσεις έργων του Σαμαράκη οι τρεις δεν βρίσκονται πλέον στα τουρκικά βιβλιοπωλεία.

Αν ρίχναμε μια στατιστική ματιά στον χρόνο έκδοσης των μεταφράσεων έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην τουρκική γλώσσα, θα παρατηρούσαμε ότι τα τελευταία χρόνια υπάρχει ένα εκδοτικό ξέσπασμα, σε σύγκριση, βέβαια, με το παρελθόν των μεταφράσεων από τη συγκεκριμένη λογοτεχνία και όχι με τις μεταφράσεις από άλλες γλώσσες, για τις οποίες δεν έχουμε στοιχεία (βλ. Πίνα-
-κα 1). Σε αυτό μάλλον έπαιξαν ρόλο και οι πολιτικές συγκυρίες που διαμορφώθηκαν στην Ελλάδα και την Τουρκία. Το πρώτο βήμα γίνεται με τη σχεδόν σύγχρονη ανάληψη καθηκόντων Υπουργών Εξωτερικών από τους Γιώργο Παπανδρέου και İsmail Cem το 1997. Στα έξι χρόνια από το 1997 έως το 2002 έχουν κυκλοφορήσει 50 εκδόσεις μεταφράσεων έργων ελλήνων λογοτεχνών, ενώ στα 17 χρόνια (σχεδόν τριπλάσια) από την επιβολή του πραξικοπήματος της 12ης Σεπτεμβρίου 1980 μέχρι το 1997 έχουμε μόλις 53 εκδόσεις. Ίσως, επίσης, θα έπρεπε να συνδέσουμε τον αριθμό ρεκόρ σε εκδόσεις ανά έτος (13 εκδόσεις το έτος 2000) με το θετικό κλίμα που αναπτύχθηκε μετά τους σεισμούς του Αυγούστου-Σεπτεμβρίου 1999 σε Κωνσταντινούπολη και Αθήνα.

πινακας 1

αριθμός εκδόσεων aνά εξαετία

Σε ό,τι αφορά τους εκδοτικούς οίκους που ανέλαβαν αυτό το ενδιαφέρον μεταφραστικό έργο, παρατηρούμε ότι 47 διαφορετικοί εκδοτικοί οίκοι μοιράζονται το σύνολο των μεταφράσεων έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα τουρκικά. Από αυτούς οι 38 εμφανίζονται με μία μόνο ή δύο εκδόσεις, υπάρχει δηλαδή αρκετά μεγάλη διάσπαση. Ξεχωρίζει ο εκδοτικός οίκος Varlık, ο οποίος έχει στο ενεργητικό του έξι εκδόσεις-μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όλες σχετικές με την ποίηση, οι οποίες διακρίνονται για την ποιότητα, την αισθητική αρτιότητα, τη σοβαρότητα και την ανταπόκριση του αγοραστικού/αναγνωστικού κοινού. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει να γίνει στον εκδοτικό οίκο İletişim, ο οποίος είναι από τους γνωστότερους στην Τουρκία. Δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις κοινωνικές και ανθρωπιστικές επιστήμες, έχει μεγάλο κύρος και αρκετές μηνύσεις στο ιστορικό του, καθώς δεν διστάζει να εκδώσει βιβλία για «ευαίσθητα» θέματα. Ωστόσο, τον μεγαλύτερο αριθμό εκδόσεων-μεταφράσεων έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας εμφανίζει ο εκδοτικός οίκος Belge (19 εκδόσεις). Σε αυτόν τον εκδοτικό οίκο θα αναφερθούμε εκτενέστερα πιο κάτω.

Περνώντας τώρα στους μεταφραστές, παρατηρούμε ότι τη μετάφραση έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην τουρκική μοιράζονται 48 μεταφραστές. Και εδώ διακρίνουμε πολυδιάσπαση, καθώς 30 μεταφραστές εμφανίζονται με μία μόνο μετάφραση. Ο Ηρακλής Μήλλας[1] έχει αναλάβει τον μεγαλύτερο αριθμό αυτών (16 μεταφράσεις). Ακολουθεί ο Osman Bleda,[2] ο οποίος έχει δραστηριο-ποιηθεί κυρίως στη σειρά «Marenostrum». Έχουν εντοπιστεί 10 μεταφράσεις του. Έχει μεταφράσει όλα τα βιβλία της Μαρίας Ιορδανίδου που κυκλοφορούν στην τουρκική αγορά (τέσσερα τον αριθμό. όλα έχουν κυκλοφορήσει στη σειρά «Marenostrum»). Σε τρεις από τις 10 μεταφράσεις του έχουν εντοπιστεί περικοπές και παρεμβάσεις. Οι παρεμβάσεις του κρίνονται πολύ σημαντικές, σε σημείο μάλιστα που αλλοιώνεται ουσιαστικά το κείμενο του πρωτοτύπου. Έπειτα ακολουθεί ο Cevat Çapan[3] ο οποίος δραστηριοποιείται μόνο στον τομέα της ποίησης. Γνωρίζουμε, από έμμεσες πληροφορίες, πως μεταφράζει από τα αγγλικά χωρίς, ωστόσο, να σημειώνεται κάτι τέτοιο στα βιβλία που έχει μεταφράσει.

Εξετάζοντας το σύνολο των μεταφράσεων έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην τουρκική διαπιστώνουμε ότι ο αριθμός των μεταφράσεων πεζών κειμένων είναι σχεδόν διπλάσιος σε σχέση με τη μεταφρασμένη ποίηση (74 μεταφράσεις πεζών κειμένων έναντι 37 ποιητικών έργων). Ωστόσο, οι ποιητικές συλλογές και ανθολογίες, όχι όλες βέβαια αλλά οι περισσότερες, διακρίνονται για την ανώτερη ποιότητα στην έκδοση και την αρτιότερη επιμέλεια και κερδίζουν τον υποψήφιο αναγνώστη. Αντίθετα, οι εκδόσεις πεζογραφίας είναι συνήθως φτηνές, κακόγουστες, πρόχειρες, απωθητικές για τον αναγνώστη, δίνουν την εντύπωση πως έχουν ετοιμαστεί γρήγορα, «στο πόδι».

Οι τουρκικές εκδόσεις στην πλειοψηφία τους παρουσιάζουν μια σημαντική έλλειψη. Εκτός από την περίπτωση που αναλαμβάνει την πρωτοβουλία ο μεταφραστής, δεν συνηθίζεται η πρόταξη ενός προλόγου γραμμένου από έναν ειδικό. Επομένως, ο τούρκος αναγνώστης διαβάζει βέβαια μια λογοτεχνική μετάφραση αλλά στερείται πληροφοριών σχετικά με τη ζωή και με το σύνολο του έργου του συγγραφέα, με τη θέση του μεταφρασμένου λογοτεχνικού έργου στη νεοελληνική λογοτεχνία και, ευρύτερα, στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία αλλά και, κυρίως, σχετικά με την ιστορική συγκυρία της πρωτότυπης συγγραφής ή με την κοσμοαντίληψη του τμήματος της ελληνικής κοινωνίας που εκφράζεται σε ένα λογοτεχνικό έργο.

Από τις 74 μεταφράσεις, μόλις 16 κρίνουμε ότι περιλαμβάνουν ικανοποιητικά περικείμενα, πραγματολογικά και πληροφοριακά στοιχεία. Η κατάσταση είναι σχετικά καλύτερη στη μεταφρασμένη ποίηση, όπου, όπως αναφέραμε, οι εκδόσεις είναι, συγκριτικά με την πεζογραφία πάντα, πιο προσεγμένες και σοβαρές ως προς το ζήτημα αυτό. Θεωρούμε σημαντική μια τέτοια παράλειψη, καθώς ο αναγνώστης δεν είναι δυνατό να κατανοήσει το κείμενο που διαβάζει, τη θέση και την ιδιαιτερότητα του έργου στη νεοελληνική λογοτεχνία.

Ως προς τη διάθεση και διακίνηση αυτών των εκδόσεων παρατηρούμε ότι έξι, σε σύνολο 111, υπάρχουν μόνο στα βιβλιοπωλεία και όχι στις βιβλιοθήκες, ενώ 23 δεν κυκλοφορούν στην αγορά και μπορεί κανείς να τις βρει μόνο σε βιβλιοθήκες. Όταν κάνουμε λόγο για βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες, δεν αναφερόμαστε, βεβαίως, σε οποιαδήποτε βιβλιοπωλεία και σε όλες τις βιβλιοθήκες. Αναφερόμαστε δειγματοληπτικά σε βιβλιοπωλεία και βιβλιοθήκες της Πόλης και της Άγκυρας. Αλλά οι πιθανότητες να βρει κάποιος τις συγκεκριμένες εκδόσεις εκτός των δύο αυτών πόλεων είναι ελάχιστες. Ακόμη και σε αυτές τις πόλεις είναι μάταιη η απαίτηση να βρει κάποιος μεταφρασμένη νεοελληνική λογοτεχνία σε ένα τυχαίο βιβλιοπωλείο. Θα πρέπει να απευθυνθεί σε 10 περίπου συγκεκριμένα βιβλιοπωλεία για να τα παραγγείλει ή σε εκείνα τα βιβλιοπωλεία που εκτελούν παραγγελίες μέσω των ιστοσελίδων τους στο διαδίκτυο. Αυτό συμβαίνει γιατί, μολονότι υπάρχει μια ανοδική πορεία στις εκδόσεις-μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα τουρκικά, σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε να κάνουμε λόγο για ένα γενικευμένο ενδιαφέρον του τουρκικού αναγνωστικού κοινού. Το τμήμα του κοινού αυτού, στο οποίο απευθύνεται η μεταφρασμένη νεοελληνική λογοτεχνία, είναι περιορισμένο και «ειδικό», όπως σημειώσαμε προηγουμένως. Καταρχήν, είναι εξωπραγματικό να μιλάμε περί μέσου τούρκου αναγνώστη. Το αναγνωστικό κοινό που έχει κάποια, έστω και ελάχιστη, σχέση με τη νεοελληνική λογοτεχνία αποτελείται από δύο ομάδες ανθρώπων.

Στην πρώτη ανήκουν διανοούμενοι, άνθρωποι των τεχνών και των γραμμάτων ή άνθρωποι που δείχνουν κάποιο προσωπικό ενδιαφέρον, που σχετίστηκαν ή σχετίζονται με οποιονδήποτε τρόπο με το αριστερό κίνημα, τους αγώνες για τη δημοκρατία και την αντίσταση στην πολιτική βία και καταπίεση. Για αυτούς τους ανθρώπους η Ελλάδα, η πορεία της μέσω των κοινωνικών αγώνων και των συνεπειών τους, λειτούργησε, κατά καιρούς, ακόμη και ως πρότυπο. Υπό αυτό το πρίσμα μπορούμε να πούμε ότι το όνομα του Ρίτσου είναι γενικά γνωστό στην Τουρκία, και λόγω της σχέσης του ποιητή με τον Νazim Ηikmet.[4]

Στη δεύτερη ομάδα ανήκουν άνθρωποι χωρίς προκαθορισμένη και ενιαία πολιτική άποψη, στη συντριπτική τους πλειοψηφία προερχόμενοι από εύπορες οικογένειες, οι οποίοι διατηρούν ή είχαν για διάφορους λόγους σχέσεις με Έλληνες στην Ελλάδα ή το εξωτερικό ή/και Ρωμιούς της Πόλης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Οι άνθρωποι αυτοί διακατέχονται από ένα «κοσμοπολίτικο» πνεύμα και μαγεύονται από το εξιδανικευμένο συχνά οθωμανικό ιστορικό παρελθόν ή το πιο πρόσφατο παρελθόν της Πόλης. Οι περισσότεροι έχουν ζήσει ή ταξιδέψει εκτός Τουρκίας και έχουν μια μη εθνοκεντρική, φιλοδυτική, φιλοευρωπαϊκή κοσμοαντίληψη. Η Ελλάδα και ο πολιτισμός της εντάσσονται στην κοσμοαντίληψή τους αυτή (όπως, βέβαια, και πολλοί άλλοι πολιτισμοί).

Γενικά, η εκδοτική επιμέλεια των μεταφράσεων μπορεί να χαρακτηριστεί καλή. Υπάρχει όμως πρόβλημα με την ποιότητα του χαρτιού. Στις μισές περίπου εκδόσεις η ποιότητα του χαρτιού είναι μέτρια. Πρόκειται για χαρτί πάρα πολύ λεπτό, σκούρο, το οποίο με την πάροδο του χρόνου μαυρίζει και μυρίζει άσχημα. Ασφαλώς, η επιλογή αυτή των εκδοτικών οίκων είναι γενικότερη και δεν περιορίζεται αποκλειστικά στις μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Προφανώς, προτιμάται για λόγους οικονομίας. Ας σημειωθεί πως ένα βιβλίο με τιμή πώλησης άνω των 8,00 ευρώ θεωρείται ακριβό στην Τουρκία.

Σχετικά με τη λιανική τιμή των εκδόσεων αυτών, ας σημειωθεί ότι για έναν μέσο Έλληνα είναι αρκετά χαμηλή. Ωστόσο, για έναν μέσο Τούρκο είναι κανονική, όχι φτηνή όμως, παρά τη γενικά μέτρια έως κακή ποιότητα χαρτιού που χρησιμοποιείται.

Οι εκδοτικοί οίκοι επικεντρώνονται, συνήθως, σε συγκεκριμένα θέματα. Η ερευνήτρια Zehra Aslı Iğsız δίνει τη δική της ερμηνεία για τη θέση του εκδοτικού οίκου Belge και τη σειρά «Marenostrum».[5] Σύμφωνα με την Iğsız οι εκδόσεις Belge, που εκδίδουν τη σειρά «Μarenostrum», έχουν συγκεκριμένους στόχους. Οι μεταφραστές της σειράς «Marenostrum» δήλωναν στις πρώτες σελίδες των βιβλίων τους πως μετέφρασαν τα βιβλία αυτά προκειμένου να συμβάλουν στην ελληνοτουρκική φιλία.[6] Η Iğsız ισχυρίζεται πως οι διηγήσεις των μικρασιατών προσφύγων που προσφέρονται στο τουρκικό αναγνωστικό κοινό, κάτι που συνειδητά κάνει η σειρά «Marenostrum», έχουν ιδιαίτερη σημασία. Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών ήταν το τελευταίο βήμα προς την ομοιογενοποίηση του πληθυσμού της Ανατολίας, ώστε να δημιουργηθεί αυτό που η Iğsız καλεί «μονοφωνικό ανθρώπινο τοπίο» («monophonic human-space»). Η παρουσίαση των εμπειριών των μικρασιατών προσφύγων στο τουρκικό κοινό μέσω πολιτιστικών προϊόντων, έστω και αν είναι σε αντιπροσωπευτικό επίπεδο, έχει συμβολική σημασία, με την έννοια της «επαναφαντασίωσης» («re-imagination») των λαών της Ανατολίας. Αυτές οι προσπάθειες έδωσαν έμφαση στην ελληνοτουρκική συνύπαρξη στο μικρασιατικό παρελθόν εν γένει, στα δεινά μιας περιόδου αποχωρισμών που οριστικοποιήθηκε με το 1922. Η έννοια της πατρίδας ήταν στο επίκεντρο αυτής της πολιτιστικής παραγωγής. Ο αναγνώστης διαβάζει τις ιστορίες για την ανταλλαγή των πληθυσμών με κατευθυνόμενη προοπτική: η συνύπαρξη των λαών είναι δυνατή. Γενικά, ισχυρίζεται η Iğsız, οι άνθρωποι στην Τουρκία περνούν σε μια νέα πορεία ανακάλυψης του παρελθόντος, η οποία άρχισε με προϊόντα πολιτισμού. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες η παραγωγή αυτή, που φέρνει το παρελθόν της Ανατολίας στο τουρκικό παρόν, αυξήθηκε δραστικά και υπάρχει συνειδητή προσπάθεια προκειμένου να δει το κοινό πως υπάρχουν και άλλες αντιλήψεις, εκτός της εθνικότητας και της θρησκείας, που συνδέουν τους ανθρώπους, όπως η γεωγραφική συγγένεια, οι οποίες επίσης καθιστούν τη συνύπαρξη δυνατή. Πιστεύει πως αυτή η «επαναφαντασίωση» προκλήθηκε από τη θέληση για ένα διαφορετικό μέλλον. Οπότε, πιθανώς, οι άνθρωποι που ασχολούνται επαγγελματικά με πολιτιστικά θέματα προσπαθούν να υποβάλουν τη λύση στα καυτά σύγχρονα προβλήματα, κοιτώντας τις τραγωδίες του παρελθόντος και χρησιμοποιώντας τη γεωγραφική συγγένεια, είτε άμεσα είτε κατασκευάζοντάς την. Αυτό δεν σημαίνει πως η προσέγγιση των ανθρώπων της σειράς «Marenostrum» εξυπηρετεί εθνικιστικούς στόχους. Αντίθετα, η πολυφωνία του παρελθόντος της Μικράς Ασίας αποδίδεται σε αντίθεση προς τον εθνικιστικό, ομοιογενή και μονοφωνικό λόγο που επιβάλλεται από τις επίσημες θέσεις. Υπό αυτό το πρίσμα, ίσως, πρέπει να εξηγήσουμε τις μεταφραστικές επιλογές και παρεμβάσεις στο πρωτότυπο κείμενο.

Ο χαρακτηρισμός της μετάφρασης ως ανοίγματος της μιας κοινωνίας στην άλλη είναι γνωστός. Επίσης, είναι γνωστό ότι η λογοτεχνία είναι ένας από τους σημαντικότερους θεσμούς μιας κοινωνίας όπου καταγράφεται, συζητείται και κατοχυρώνεται το σύνολο των αξιών, δηλαδή η ταυτότητα της κοινωνίας. Το γεγονός αυτό κάνει τη μετάφραση από τα ελληνικά στα τουρκικά πιο περίπλοκη, εφόσον πρόκειται για μία μεταφραστική διαδικασία ή ένα «άνοιγμα» μεταξύ δύο διηγήσεων, όπου ο «ένας» είναι ο «άλλος» της άλλης «φαντασιακής κοινότητας».[7]

Είναι γνωστό ότι οι εικόνες που αναπαράγει μια κοινωνία θεωρούνται τις περισσότερες φορές ορθές και αδιαμφισβήτητες για τα μέλη της ίδιας κοινωνίας. Επιπλέον, μερικοί ερευνητές ισχυρίζονται πως η εικόνα λειτουργεί ως μία συντομογραφία της κοινωνίας που την ανακατασκευάζει.[8] Για τον λόγο αυτόν, ενώ οι εικόνες που παράγουμε «εμείς» για τον «άλλο» μπορεί να είναι κοινωνικά αποδεκτές, οι εικόνες που αναπαράγουν οι «άλλοι» για εμάς μπορεί να μην είναι «ρεαλιστικές» και να μην ανταποκρίνονται στην «πραγματικότητα». Βέβαια, ενώ «εμείς» δεν μπορούμε να κρίνουμε κατά πόσο είναι ενοχλητική η εικόνα που δημιουργούμε, η «άλλη» πλευρά ευαισθητοποιείται και αντιδρά απέναντι στη δική μας ανακατασκευή. Και στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει περιθώριο για ανοχή απέναντι σε μια κοινωνική κριτική, όπως έγινε κατά τη διάρκεια του καθεστώτος της δεκαετίας του 1980 στην Τουρκία, πολλά βιβλία όχι μόνο λογοκρίνονται αλλά απαγορεύεται η κυκλοφορία τους, ενώ οι μεταφραστές και οι εκδοτικοί οίκοι δικάζονται. Το βιβλίο Ματωμένα Χώματα της Διδώς Σωτηρίου είναι ένα καλό παράδειγμα. Παρά τις παρεμβάσεις που υπέστη, δεν ξέφυγε από την προσοχή του καθεστώτος της εποχής εκείνης και δικάστηκε.[9] Βέβαια, περιττό να πούμε ότι αυτό δεν δικαιολογεί ανάλογες παρεμβάσεις του μεταφραστή. Από την άλλη μεριά, στη δική μας περίπτωση παρατηρούμε σαφέστερα ότι τα κείμενα υφίστανται μη νόμιμες και μη δικαιολογημένες αλλαγές τις περισσότερες φορές. Νομίζουμε πως σε αυτό παίζει ρόλο και η σημασία και ο τρόπος που λειτουργεί και γίνεται αντιληπτή η ιδεατή εικόνα ως μια πραγματική έννοια. Μία ανέκδοτη έρευνα του Ηρακλή Μήλλα και της Damla Demirözü απεικονίζει την ειδική περίπτωση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα τουρκικά καθώς και τα σημεία που παρεμβαίνουν οι μεταφραστές. Όπως θα παρατηρήσουμε και παρακάτω, οι παρεμβάσεις αναφέρονται στην εικόνα του «Άλλου/Τούρκου».

Ας δούμε, όμως, ορισμένα ενδιαφέροντα παραδείγματα των μεταφρασμένων νεοελληνικών έργων για μια πιο εμπεριστατωμένη προσέγγιση.

Ένα σαφές παράδειγμα μας δίνει η περίπτωση της μετάφρασης του έργου της Σωτηρίου Ματωμένα Χώματα.[10] Ο τίτλος της τουρκικής μετάφρασης είναι Benden Selam Söyle Anadolu’ ya, που λέξη προς λέξη σημαίνει: «Πες γεια (χαιρετίσματα) στην Ανατολία (εκ μέρους μου)». Η έκφραση αυτή, όπως και ο τίτλος του πρωτοτύπου, φαίνεται πως είναι εμπνευσμένα από τις τελευταίες προτάσεις του μυθιστορήματος: «Αντάρτη του Κιορ Μεμέτ χαιρέτα μου τη γη όπου μας γέννησε, Σελάμ Σοϊλέ… Ας μη μας κρατάει κακία που την ποτίσαμε μ’ αίμα. Καχρ ολσούν σεμπέπ ολανλάρ! Ανάθεμα στους αίτιους!» (340/229).[11] Ο ελληνικός τίτλος δίνει μεγαλύτερη έμφαση στα τραγικά συμβάντα που έλαβαν χώρα στη Μικρά Ασία, ενώ ο τουρκικός εκφράζει τον αποχαιρετισμό ενός μικρασιάτη πρόσφυγα στην Ανατολία. Βεβαίως αυτή η επιλογή κάνει τον τίτλο (και το έργο) πιο αποδεκτό στο τουρκικό κοινό παρά το «Ματωμένα Χώματα». Ακόμη, η τουρκική έκδοση δεν τελειώνει με την απλή κατάρα «στους αίτιους», αλλά το τμήμα αυτό έχει ξαναγραφεί ως εξής: «χίλιες κατάρες στους δήμιους που έκαναν αδελφούς να σκοτώσουν αδελφούς» (340/229). Κατά συνέπεια, διακηρύσσεται γεωγραφική συγγένεια μεταξύ των λαών της Ανατολίας και, επίσης, εννοείται πως οι «αδελφοί» δεν ήταν εχθροί, υπήρχαν εχθροί που ήρθαν από έξω, οι «δήμιοι».

Όπως και πολλοί άλλοι συγγραφείς έτσι λογοκρίθηκε και ο Βιζυηνός.[12] Στο διήγημα «Μοσκώβ Σελήμ» η αθώα, για τον έλληνα αναγνώστη, φράση «Ο Θεός εσήκωσε το μερχαμέτι [= ευσπλαχνία] από πάνω από το Ισλάμ» δεν μεταφράστηκε (294/53). Ο Μοσκώβ Σελήμ είναι «καλός», απλώς επειδή σχεδόν έπαψε να έχει τα χαρακτηριστικά του έθνους και της θρησκευτικής ομάδας του τα οποία του αποδίδονται από τον συγγραφέα του. Ο μεταφραστής αφαιρώντας δύο μόνο λέξεις, αλλάζει την έννοια της μεταμόρφωσης που υπέστη ο ήρωας και την τοποθετεί όχι σε ένα εθνικό, αλλά σε ένα απολύτως προσωπικό επίπεδο. Ο Βιζυηνός γράφει ότι εξαφανίζεται ο «εθνικός εγωισμός» και ο «φανατισμός της θρησκείας» του Μοσκώβ Σελήμ, ο μεταφραστής γράφει ότι εξαφανίζεται ο «εγωισμός» και ο «φανατισμός» του. Και «οι αγαθοί Τούρκοι» μετατρέπονται σε «τίμιους Τούρκους» (300/57, 301/58).

Πολλές παρεμβάσεις βλέπουμε και στη Λωξάντρα της Ιορδανίδου. Επίθετα όπως «καταραμένοι» και «φανατικοί» που αποδίδονται στους Κιζιλμπάσιδες, δεν μεταφράζονται, προφανώς για εσωτερικούς λόγους της Τουρκίας (16/11).[13] Αποφεύγεται η λέξη «σφαγή» (της Χίου και των Αδάνων) και γίνεται λόγος μόνο για «εξέγερση της νήσου», για «φόνο», για «σκοτωμό» (17/12, 46/37, 143/117). Ο αναγνώστης δεν καταλαβαίνει γιατί αγανακτεί και πανικοβάλλεται η Λωξάντρα για κάποιο φόνο που διαπράχθηκε τόσο μακριά από τον δικό της χώρο! Η Λωξάντρα πολύ συχνά χρησιμοποιεί λαϊκές και πολύ οικείες για τους Έλληνες εκφράσεις κατά των Τούρκων όπως «τα σκυλιά» και «μάστιγα της ανθρωπότητας... χολέρα, σεισμός». Αυτές οι λέξεις αποφεύγονται συστηματικά από τον μεταφραστή.[14] Προστατεύεται και εδώ το κύρος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την αφαίρεση του επιθέτου «χρεοκοπημένη» (79/63).

Πολλές από τις αλλαγές και τις παραλείψεις σχετίζονται απευθείας με τις αρνητικές εικόνες του «άλλου» έθνους, δηλαδή των Τούρκων. Αναφορές των συγγραφέων στις σφαγές Ελλήνων ή Αρμενίων, στους βιασμούς, στα βασανιστήρια κ.ά. συνήθως παραλείπονται. Επίσης, χαρακτηρισμοί και εκφράσεις που θεωρούνται υποτιμητικές δεν μεταφράζονται (π.χ. ο «μπουνταλάς», ο «δαίμονας», ο «αιμοβόρος», ο «τύραννος», ο «σκύλος»).

Αποφεύγεται επίσης η παρουσίαση των Τούρκων με γενικά και μόνιμα εθνικά αρνητικά χαρακτηριστικά. Κοντολογίς γίνεται παρέμβαση στον κόσμο του συγγραφέα. Και οι παρεμβάσεις των μεταφραστών συμπυκνώνονται στην παρουσίαση του «Άλλου/Τούρκου» όπως έχουμε δει να συμβαίνει με τη μετάφραση του έργου του Βιζυηνού. Σύμφωνα με τον συγγραφέα το διαφορετικό έθνος του Σελήμ τον κάνει να είναι εγωιστής και η διαφορετική θρησκεία του τον κάνει να είναι φανατικός. Και ολόκληρη η δομή του διηγήματος στηρίζεται στην άρνηση αυτών των στοιχείων από τον Σελήμ και μέσω αυτής της άρνησης στην αναβάθμισή του σε κάπως καλύτερο άνθρωπο, που είναι ο Μοσκώβ Σελήμ. Ο μεταφραστής όμως, αφαιρώντας μόνο δύο λέξεις αλλοιώνει όλο το νόημα του κειμένου. Ο τούρκος αναγνώστης μετά την παρέμβαση του μεταφραστή χάνει το νόημα του πρωτοτύπου.

Οι παραπάνω αναφορές, όσο σύντομες και αν είναι, δείχνουν πως οι παρεμβάσεις της «άλλης» πλευράς συμπυκνώνονται στα σημεία που αφορούν την εικόνα του Τούρκου στην ελληνική διήγηση. Ο Μήλλας (2001) σχετικά με το θέμα αναφέρει τα εξής:

Είναι όμως πιο δύσκολο να κατανοήσουμε κάποιες άλλου είδους παρεμβάσεις. Γιατί δεν άρεσε, π.χ., ο τίτλος Ματωμένα Χώματα; Μία πιθανή ερμηνεία, που θεωρεί τους Τούρκους να μην θέλουν να παρουσιάζονται τα χώματα «ματωμένα», κατά συνέ-πεια και «βίαια» τα πάτρια εδάφη τους, δεν απαντά στο ερώτημα γιατί το «αίμα» δεν προκαλεί την ίδια δυσφορία στους Έλληνες, πολλοί από τους οποίους βλέπουν αυτά τα ίδια χώματα επίσης σαν πάτρια. Η τουρκική αντίδραση θα πρέπει να σχετίζεται μάλλον με την εικόνα που υπάρχει στη χώρα αυτή σχετικά με το πώς βλέπει η Δύση την Τουρκία. Πολλοί Τούρκοι βλέπουν μία Δύση που θεωρεί τους Τούρκους «βάρβαρους» «αιμοβόρους» κ.ά. Άρα τα ματωμένα χώματα, σύμφωνα με τα στερεότυπα που επικρατούν στην Τουρκία, χρεώνονται στους Τούρκους. Οι Έλληνες δεν έχουν αυτή την εικόνα για τον εαυτό τους.

Μία δεύτερη παρέμβαση μας δίνει την ευκαιρία να εισχωρήσουμε πάλι στο άβατο της τουρκικής «ψυχής», αν μπορεί κανείς να αποκαλέσει έτσι τις εικόνες που επηρεάζουν σε υποσυνείδητο επίπεδο τις ανθρώπινες συμπεριφορές. Ο «ξεριζωμός», «ένα από τα πιο συγκλονιστικά κεφάλαια της ιστορίας» των Ελλήνων παραλείπεται. Και εδώ θα πρέπει να ισχύει το ίδιο σύνδρομο: η αίσθηση ότι ευθύνεται η τουρκική πλευρά για την ανταλλαγή πληθυσμών και την απομάκρυνση των κατοίκων της χώρας.

Οι παρεμβάσεις σχετικά με την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας θα πρέπει να σχετίζονται με αυτό το απολογητικό αίσθημα και με μία αμυντική ψυχοσύνθεση. (...) Το θέμα αποκτά ενδιαφέρον, όταν βλέπουμε αυτά τα αρνητικά χαρακτηριστικά να μην γίνονται αποδεκτά από την τουρκική πλευρά, όταν άμεσα σχετίζονται με τους Έλληνες. Η βία και η αποτυχία δεν γίνονται αποδεκτές, όταν σχετίζονται με διεθνείς καταστάσεις, δηλαδή στο πλαίσιο όπου αυτοί που θεωρούνται «εμείς» συγκρίνονται με τον «άλλο». Κάποτε πάλι, μια αξιολόγηση αποκτά διαφορετική έννοια ανάλογα με αυτόν που την εκφράζει: είναι θετική, όταν έχει αφετηρία έναν από «εμάς», αλλά είναι αρνητική, όταν υποστηρίζεται από τον «άλλο». (...) Το ερώτημα αν αυτές οι επιλογές των μεταφραστών πηγάζουν από τις δικές τους ευαισθησίες ή αν επιλέγουν αυτόν τον δρόμο, επειδή υπολογίζουν τις αντιδράσεις και τις προτιμήσεις των αναγνωστών τους, δεν έχει μεγάλη σημασία. Και οι δύο πιθανότητες έχουν έναν κοινό παρονομαστή: τις ευαισθησίες της «άλλης» πλευράς, όπως εκφράζονται από τον μεταφραστή.

Ως προς την πληρότητα, πάλι, του κειμένου στις μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στην τουρκική διαπιστώθηκε ότι 10 μεταφράσεις έχουν περικοπές.[15] Στο μεταφραστικό έργο των Αhmet Yorulmaz και Osman Bleda έχει εντοπιστεί ο μεγαλύτερος αριθμός μεταφράσεων (τρεις) με περικοπές. Οι περικοπές αφορούν συνήθως λέξεις ή εκφράσεις του κειμένου υποτιμητικές ή προσβλητικές για τους Τούρκους. Ας μην ξεχνάμε ότι αρκετές είναι οι μηνύσεις και οι κατασχέσεις βιβλίων που έχουν συμβεί στην Τουρκία, η οποία ακολουθεί μια πορεία εκδημοκρατισμού μετ’ εμποδίων.[16]

Αναφέρθηκαν στην αρχή οι δύο κύριοι άξονες γύρω από τους οποίους στρέφονται οι μεταφράσεις και οι εκδόσεις τους στην Τουρκία: πολιτικός – ελληνοτουρκικές σχέσεις (με ευρεία θεώρηση και των δύο). Οι επιλογές αυτές φαίνονται λογικές και μπορούμε να τις δικαιολογήσουμε. Ένα βιβλίο που κυκλοφορεί σε μια αγορά πρέπει να ανταποκρίνεται σε αιτήματα αυτής ή μέρους της, τα οποία με τη σειρά τους καθορίζονται από πληθώρα παραγόντων κοινωνικών, πολιτικών και πολιτισμικών. Έγινε μία εκτενής αναφορά στους πιθανούς ρόλους που εξυπηρετεί η μεταφρασμένη στα τουρκικά νεοελληνική πεζογραφία, η οποία σχετίζεται θεματικά με την ανταλλαγή των πληθυσμών, καθώς και μια απλούστερη αναφορά στη στρατευμένη ή πολιτική λογοτεχνία (άμεσα ή έμμεσα). Ακόμη, είναι αναμενόμενη η παρουσία λογοτεχνών που εδώ και χρόνια έχουν αποκτήσει διεθνή φήμη (Καβάφης, Σεφέρης, Ρίτσος, Ελύτης, Καζαντζάκης). Και αυτό είναι σημαντικό, γιατί, προφανώς, πολλοί άνθρωποι που ενεργοποιούνται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο στον χώρο της λογοτεχνίας στην Τουρκία γνώρισαν ή άκουσαν για αυτούς όχι άμεσα, απευθείας από την Ελλάδα, αλλά έμμεσα μέσω του ενδιαφέροντος της Δύσης για αυτούς. Κατά συνέπεια, δεν είναι μόνο η λογοτεχνική αξία ενός έργου ο καθοριστικός παράγοντας για να μεταφραστεί. Πρέπει να συντρέχουν και άλλοι παράγοντες καθαρά ελληνοτουρκικοί ή μόνο τουρκικοί. Ασφαλώς, υπάρχουν περιπτώσεις εκτός του σχήματος αυτού. Ωστόσο, αν έπρεπε να κατασκευάσουμε ένα σχήμα, οι άξονές του θα ήταν ακριβώς αυτοί.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε πως οι (κακές) ελληνοτουρκικές σχέσεις επηρέασαν τη μεταφραστική διαδικασία μέχρι το πολύ πρόσφατο παρελθόν και θεωρούμε πως βρισκόμαστε, σε σύγκριση με τη διαδικασία αυτή σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, σε σχετικά πρώιμο στάδιο. Με άλλα λόγια δεν θα μπορούσαμε να έχουμε αυξημένες απαιτήσεις και η γενική εικόνα που αποκομίζουμε είναι αναμενόμενη και προβλέψιμη. Εάν υπάρξει βούληση να ξεφύγει η μετάφραση της νεοελληνικής λογοτεχνίας από την προχειρότητα, θεωρούμε αναγκαία τη μετάφραση μίας Ιστορίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Ωστόσο, δεν φαίνεται ακόμη να υπάρχει ούτε το ενδιαφέρον ούτε οι αντικειμενικές, ώριμες συνθήκες για να προχωρήσει ένα τέτοιο μεταφραστικό-εκδοτικό εγχείρημα.

DAMLA DEMIRÖZÜ

ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΕΤΣΑΣ

Βιβλιογραφικές αναφορές

ANDERSON, BENEDICT. 1991. Imagined Communities: Reflections on the Origin and Spread of Nationalism. Νέα Υόρκη & Λονδίνο: Verso. Ελλην. μτφρ. Π. Χαντζαρούλα με τίτλο Φαντασιακές κοινότητες. Στοχασμοί για τις απαρχές και τη διάδοση του εθνικισμού (Αθήνα: Νεφέλη, 1997).

ΒΙΖΥΗΝΟΣ, ΓΕΩΡΓΙΟΣ. 1991. Το αμάρτημα της μητρός μου και άλλα διηγήματα. Αθήνα: Εστία.

ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ, ΜΑΡΙΑ. 1995. Λωξάντρα. Αθήνα: Εστία.

ΜΗΛΛΑΣ, ΗΡΑΚΛΗΣ. 2001. Οι Τούρκοι και οι παρεμβάσεις τους στην ελληνική λογοτεχνία. Δεξαμενή 9 (Ιούνιος):21-39.

ECO, UMBERTO. 1984. The Role of the Reader. Explorations in the Semiotics of the Texts. Bloomington: Indiana University Press.

O’SULLIVAN, EMER. 1989. Das ästhetische Potential nationaler Stereotypen in literarischen Texten. Tübingen: Stauffenburg.

ΣΩΤΗΡΙΟΥ, ΔΙΔΩ. 1996. Ματωμένα χώματα. 66η έκδ. Αθήνα: Κέδρος (1η έκδ. 1962).

SOTİRİU, DİDO. 1995. Benden Selam Söyle Anadolu’ya. 11η έκδ. Μτφρ. Atilla Tokatli. Istanbul: Alan Yayıncılık (1η έκδ. 1989).

TODOROV, TZVETAN & OSWALD DUCROT. 1972. Dictionnaire encyclopédique des sciences du langage. Παρίσι: Seuil.

VIZIINOS, YORGOS. 1994. Moskof Selim. Μτφρ. Osman Bleda. Marenostrum. Istanbul: Belge.

YORDANIDOU, MARIA. 1990. Loksandra. Istanbul Düşü. Μτφρ. Osman Bleda. Marenostrum. Istanbul: Belge.

ZARAKOLU, RAGIP. 2003. Mübadiller Sempozyumu’nun Anımsattıkları [Όσα μας θυμίζει το Συνέδριο της Ανταλλαγής Πληθυσμών]. Yeniden Özgür Gündem (12 Νοεμβρίου):5.

παράρτημα

οι περισσότερο μεταφρασμένοι ελληνες συγγραφείς στην τουρκια (1961-2002)[17]

  1. Βασιλικός, Βασίλης          3
  2. ΒΕΝΕΖΗΣ, Ηλίας 2
  3. ΒΡΕΤΤΑΚΟΣ, Νικηφόρος 2
  4. ΖΕΗ, Άλκη 2
  5. ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ, Μίκης 2
  6. ΚΑΛΛΙΦΑΤΙΔΗΣ, Θοδωρής 2
  7. ΚΟΡΝΑΡΟΣ, Θέμος 2
  8. ΜΑΡΚΑΡΗΣ, Πέτρος 2
  9. ΜΟΥΡΣΕΛΑΣ, Κώστας 2
  10. ΜΥΡΙΒΗΛΗΣ, Στράτης 2
  11. ΠΑΠΑΔΑΚΗ, Αλκυόνη 2
  12. ΡΙΤΣΟΣ, Γιάννης               13
  13. ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Νίκος     12
  14. ΚΑΒΑΦΗΣ, Κ. Π.                6
  15. ΣΑΜΑΡΑΚΗΣ, Αντώνης       6
  16. ΑΝΔΡΕΑΔΗΣ, Γιώργος        4
  17. ΕΛΥΤΗΣ, Οδυσσέας            4
  18. ΙΟΡΔΑΝΙΔΟΥ, Μαρία           4
  19. ΣΕΦΕΡΗΣ, Γιώργος             4
  20. ΣΩΤΗΡΙΟΥ, Διδώ                 3



[1].  Ο ίδιος είναι πολύ γνωστός στην Τουρκία, τελευταία και στην Ελλάδα, ως μεταφραστής και συγγραφέας. Ασχολείται ειδικά με τις «εικόνες» Τούρκων και Ελλήνων στη νεοελληνική και τουρκική λογοτεχνία αντίστοιχα. Διδάσκει τουρκική λογοτεχνία και γλώσσα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

[2].  Γνωρίζουμε μόνο πως ζει στο Amsterdam και πως έχει καταγωγή από τον Καύκασο. Δυσκολευτήκαμε πάρα πολύ να βρούμε οποιεσδήποτε σχετικές πληροφορίες, μέχρι που πιστέψαμε πως πρόκειται για ψευδώνυμο και πως ο άνθρωπος αυτός κρύβεται. Μέσα στην όλη σύγχυση που δημιουργήθηκε μάς ήρθε και μια πληροφορία πως έχουν χαθεί τα ίχνη του εδώ και έναν χρόνο, πως τον αναζητούν οι δικοί του, πως ακούστηκε ότι βρίσκεται σε φυλακή της Ρόδου ή στη Ρόδο (εκτός φυλακής). Γενικά, υπάρχει ένα μυστήριο γύρω από το πρόσωπό του, ωστόσο καμιά πληροφορία από όσες αναφέρονται εδώ δεν είναι τεκμηριωμένη, για τον απλό λόγο ότι ο μεταφραστής αυτός είναι, στην καλύτερη περίπτωση, «δυσεύρετος», στη χειρότερη, άφαντος!

[3].  Είναι γνωστός διανοούμενος, συγγραφέας, μεταφραστής, πανεπιστημιακός, που χαίρει μεγάλης εκτίμησης στον χώρο της διανόησης της Τουρκίας. Έχει καταγωγή από την Κρήτη (από την πλευρά της μητέρας του).

[4].  Δεν αναφέρουμε εδώ για τους ίδιους λόγους τον Μίκη Θεοδωράκη, γιατί, παρότι έχουν μεταφραστεί και εκδοθεί κείμενά του στην τουρκική, δεν είναι γνωστός στο τουρκικό κοινό μέσω και λόγω αυτών, αλλά για τη μουσική του.

[5].  Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την Iğsız, που μας παραχώρησε την ανέκδοτη εργασία της με τίτλο «From Landscape to Sense-scapes of Anatolia: Viewing Asia Minor Refugee Memory Narratives of Homeland in Post-1980 Music and Literature Productions in Turkey».

[6].  Το έτος 2002, μάλιστα, ο εκδοτικός οίκος Belge έλαβε το βραβείο ελληνοτουρκικής φιλίας και ειρήνης Abdi İpekçi για τη σειρά αυτή.

[7].  Ο όρος «φαντασιακή κοινότητα» χρησιμοποιείται εδώ με την έννοια που τον χρησιμοποιεί ο Βenedict Anderson (1991).

[8].  Για περισσότερες πληροφορίες βλ. Todorov & Ducrot 1972, 88· Eco 1984· O’Sullivan 1989, 57.

[9].  Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με την περιπέτεια του βιβλίου βλ. Zarakolu 2003.

[10]. Η σύγκριση βασίζεται στην ελληνική έκδοση Ματωμένα χώματα (Κέδρος 1996) και στην τουρκική Benden Selam Söyle Anadolu’ya (Alan Yayıncılık 1995).

[11]. Στο εξής ο πρώτος αριθμός παραπέμπει σε σελίδα της ελληνικής έκδοσης και ο δεύτερος της τουρκικής (σημ. επιμ.).

[12]. Η σύγκριση βασίζεται στην ελληνική έκδοση Το Αμάρτημα της Μητρός μου και Άλλα Διηγήματα (Εστία 1991) και στην τουρκική Moskof Selim (Belge 1994). Η μετάφραση είναι του Bleda.

[13]. Συγκρίνεται η ελληνική έκδοση της Εστίας (1995) και η τουρκική Loksandra. Istanbul Düşü (Belge 1990). H μετάφραση είναι του Bleda. Οι Κιζιλμπάσιδες είναι μία αίρεση συγγενική των Αλεβιτών.

[14]. 46/37, 67/54, 79/63, 81/66, 114/119, 203/168. Στην τελευταία περίπτωση η φράση «με τα αγαρηνά σκυλιά πάρε-δώσε δεν έχουμε» έγινε «με τους σουλτάνους πάρε-δώσε δεν έχουμε».

[15]. Τα στοιχεία προκύπτουν από δειγματοληπτικό έλεγχο και από προσωπική ανέκδοτη εργασία του Μήλλα και της Demirözü.

[16]. Μόλις την άνοιξη του 2002 παραβρέθηκε σε δίκη σε τουρκικό δικαστήριο ο ίδιος ο Noam Chomsky για να διαμαρτυρηθεί κατά της αγωγής εναντίον του εκδότη του στην Τουρκία.

[17]. Για κάθε συγγραφέα σημειώνεται ο αριθμός των αυτοτελών εκδόσεων με μεταφράσεις του έργου του στην τουρκική (σημ. επιμ.).