Skip to main content

Νέα ελληνική

Μεταφράσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε άλλες γλώσσες: βιβλιογραφία και μελέτες - Περιεχόμενα

Μεταφράσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε άλλες γλώσσες: βιβλιογραφία και μελέτες



Οι μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη γερμανική γλώσσα

Θα ήταν από πολλές απόψεις χρήσιμο να επιχειρήσουμε στις σελίδες που θα ακολουθήσουν μια συνοπτική παρουσίαση της νεοελληνικής λογοτεχνίας όπως εμφανίζεται σήμερα σε μετάφραση στη γερμανική γλώσσα, επί τη βάσει των αυτοτελών εκδόσεων και των ανθολογιών που κυκλοφόρησαν παλαιότερα και πρόσφατα στον γεωγραφικό χώρο του γερμανόφωνου κόσμου και στην Ελλάδα. Το υλικό που έχουμε συγκεντρώσει αποτελεί καρπό της έρευνας που πραγματοποιήσαμε, παίρνοντας υπόψη τα λογοτεχνικά κείμενα από την περίοδο της ελληνικής δημώδους γραμματείας έως τις μέρες μας και καταγράφοντας, στον μεγαλύτερο δυνατό βαθμό, την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή σε γερμανική μετάφραση.[1] Είναι ευνόητο ότι η παρουσίαση των αποτελεσμάτων της εν λόγω έρευνας προϋποθέτει μια συνοπτική και τεκμηριωμένη κριτική αντιμετώπιση των κοινωνικών και οικονομικών όρων κάτω από τους οποίους η ελληνική λογοτεχνία διεκδικεί σήμερα μια θέση στον γερμανόφωνο χώρο ανάμεσα στις άλλες εθνικές λογοτεχνίες.

Ι.

Καταρχήν, πρέπει να διευκρινίσουμε ότι στην έρευνά μας καθορίσαμε ως αρχή την καταγραφή των έργων της ελληνικής λογοτεχνίας που κυκλοφόρησαν σε γερμανική μετάφραση μετά τον Αʹ Παγκόσμιο πόλεμο. Είναι γνωστό ότι, μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830, η ελληνική λογοτεχνία εισάγεται στον γερμανόφωνο κόσμο κάπως μεθοδικά μόνο στην αρχή του 20ού αιώνα. Εξάλλου, η πρώτη κιόλας συστηματοποίηση του υλικού που συγκεντρώσαμε δείχνει ότι τα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας που είχαν μεταφραστεί έως το έτος 2000 ανήκουν κατά το πλείστον στην εποχή μετά τον Βʹ Παγκόσμιο πόλεμο. Από την περίοδο πριν το 1800, μεταφράστηκε βέβαια ο Διγενής Ακρίτης από τον George Wartenberg το 1936, όμως στη μετάφραση παρατηρούνται πολλές και ουσιώδεις περικοπές σε σχέση με το πρωτότυπο κείμενο. Εξάλλου, το έργο κυκλοφόρησε σε μια μέτρια ποιοτικά έκδοση με επιμέλεια του Νίκου Α. Βέη. Αργότερα, το 1988, κυκλοφόρησε το ίδιο έργο στο Baden της Τσεχίας, από άλλον εκδοτικό οίκο, σε μετάφραση της Anna Spitzburth, η οποία στηρίχτηκε στην έκδοση του John Mavrogordato (1956). Σήμερα, πάντως, και οι δύο μεταφράσεις είναι εκτός εμπορίου και ο ενδιαφερόμενος μπορεί να τις βρει, για να τις συμβουλευτεί, σε ορισμένες μόνο βιβλιοθήκες.

Το 1960 μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε στο Βερολίνο ένα άλλο δημώδες κείμενο: πρόκειται για την κριτική έκδοση του Πουλολόγου, με σχόλια και ευρετήριο. Αργότερα, ακολούθησε η σχολιασμένη κριτική έκδοση του Πτωχοπρόδρομου από τον Hans Eideneier, ο οποίος με δική του επιμέλεια και μετάφραση εξέδωσε το κείμενο από τον εκδοτικό οίκο Romiosini. Τέλος, στην ίδια κατηγορία ανήκει η έκδοση των παραλλαγών του Πωρικολόγου, που πραγματοποίησε η Helma Winterwerb. Η έκδοση αυτή αποτελεί διδακτορική διατριβή και κυκλοφόρησε το 1992 από τον εκδοτικό οίκο Romiosini.

Επομένως, είναι προφανές ότι μια ολόκληρη σειρά κλασικών έργων της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, από την περίοδο πριν το 1800, παραμένει άγνωστη και απρόσιτη στο ευρύτερο γερμανόφωνο αναγνωστικό κοινό. Ανάμεσα στα έργα αυτά συγκαταλέγονται, επί παραδείγματι, το ελληνικό δημοτικό τραγούδι, τα έργα της κρητικής αναγέννησης, όπως και τα σημαντικότερα έργα της περιόδου του λεγόμενου Νεοελληνικού Διαφωτισμού.

Οι μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών έργων στα γερμανικά αρχίζουν να σημειώνουν, από εκδοτική άποψη, κάποια αξιοπρόσεκτη άνοδο μετά το 1980 (βλ. Πίνακα 1). Η άνοδος αυτή αφορά κυρίως ποσοτικά δεδομένα. Το 2001, χρονιά κατά την οποία η Ελλάδα είναι η τιμώμενη χώρα στη Διεθνή Έκθεση Βιβλίου της Φραγκφούρτης, παρατηρούμε και καταγράφουμε μια αξιόλογη κίνηση μεταφράσεων της ελληνικής λογοτεχνίας στη γερμανική αγορά, χωρίς αυτό να σημαίνει και ποιοτική βελτίωση των μεταφράσεων της ελληνικής λογοτεχνίας που πραγματοποιήθηκαν στα γερμανικά και κυκλοφόρησαν το έτος εκείνο με τη γενναιότατη υποστήριξη της ελληνικής πολιτείας. Για το θέμα, όμως, αυτό θα γίνει λόγος παρακάτω.

Εξάλλου, η καταμέτρηση των εκδόσεων που έχουμε σήμερα υπόψη μας και προέρχονται από την περίοδο 1920-2002 δείχνει ότι οι μεταφράσεις ελληνικών πεζογραφικών έργων στα γερμανικά (194) υπερτερούν σαφώς σε σύγκριση με τις μεταφράσεις ποιητικών έργων (110). Ακολουθούν οι ανθολογίες (43), ενώ τα ελληνικά θεατρικά έργα καταλαμβάνουν μια από τις τελευταίες θέσεις με 16 μεταφράσεις. Ανάμεσα στους έλληνες θεατρικούς συγγραφείς που έχουν μεταφραστεί στα γερμανικά, μπορούμε να αναφέρουμε τη Λούλα Αναγνωστάκη, τον Ιάκωβο Καμπανέλλη, τον Δημήτρη Κεχαΐδη, τον Γιώργο Διαλεγμένο, τον Γιώργο Μανιώτη.

πίνακας 1

οι γερμανικές μεταφράσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας ανά δεκαετία (1951-2000)[2]

Σημείωση: Κατά τη διετία 2001-2002 έχουν καταγραφεί 57 γερμανικές μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Ας σημειωθεί, επίσης, ότι οι συγγραφείς και τα έργα της ελληνικής παιδικής λογοτεχνίας (οκτώ μεταφράσεις) βρίσκουν μηδαμινό ενδιαφέρον στις προτιμήσεις και τις επιλογές των γερμανών μεταφραστών και εκδοτών. Έλληνες συγγραφείς παιδικής λογοτεχνίας που θα μπορούσαμε να μνημονεύσουμε εδώ, είναι η Άλκη Ζέη, η Μαργαρίτα Καραπάνου, η Γεωργία Ταρσούλη (βλ. Πίνακα 2).

Από την άλλη πλευρά, θα ήταν, ίσως, σκόπιμο να μνημονεύσουμε ορισμένα κινηματογραφικά σενάρια του Θεόδωρου Αγγελόπουλου που μεταφράστηκαν και κυκλοφόρησαν στα γερμανικά. Το ίδιο ισχύει για ορισμένα κείμενα του Μίκη Θεοδωράκη, όπως το Χρονικό της Αντίστασης (μολονότι η μετάφραση του έργου στα γερμανικά πραγματοποιήθηκε από τη μετάφραση του ελληνικού κειμένου στα γαλλικά), το αυτοβιογραφικό Οι δρόμοι του αρχάγγελου, καθώς και ένα λιμπρέτο του συνθέτη, που συνοδεύεται από σκηνοθετικές οδηγίες του ίδιου του δημιουργού.

Τέλος, στον χώρο του δοκιμίου και γενικότερα της μελέτης καταγράψαμε εννιά μεταφράσεις. Ανάμεσα σε αυτές σημειώνουμε την Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Λίνου Πολίτη, με εισαγωγή και επιμέλεια της Niki Eideneier

πίνακας 2

οι γερμανικές μεταφράσεις της νεοελληνικής λογοτεχνίας ανά κατηγορία[3]

(Romiosini, 1984). Επίσης, αξιομνημόνευτη είναι η μετάφραση του Έλληνες μεταπολεμικοί συγγραφείς. Ένας κριτικός οδηγός του Δημοσθένη Κούρτοβικ. Ο συγγραφέας και κριτικός φρόντισε να ενημερώσει τη γερμανική μετάφραση με συμπληρωματικά στοιχεία που αναφέρονται στις γερμανικές μεταφράσεις εκείνων των έργων για τα οποία γίνεται λόγος στη μελέτη.

Στον χώρο της ελληνικής ποίησης σε γερμανική μετάφραση διαπιστώνουμε ότι δεν πραγματοποιήθηκαν μέχρι σήμερα μεταφράσεις έργων της Επτανησιακής Σχολής (με μοναδική εξαίρεση τον Διονύσιο Σολωμό) και της Δεύτερης Αθηναϊκής Σχολής. Έργα του Κωστή Παλαμά, λόγου χάρη, δεν μεταφράστηκαν αυτοτελώς στα γερμανικά. Πιο συγκεκριμένα: από το έργο του Διονύσιου Σολωμού κυκλοφόρησε το 1943 ο Διάλογος. η έκδοση όμως βρίσκεται σήμερα εκτός εμπορίου. Εξάλλου, μόλις το 2000 κυκλοφόρησε μια μετάφραση στα γερμανικά των Απάντων του Διονύσιου Σολωμού, που εξέδωσε ο Λίνος Πολίτης, με προλεγόμενα του Ιάκωβου Πολυλά και ευρετήρια. Η έκδοση της γερμανικής αυτής μετάφρασης πραγματοποιήθηκε με την επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας. Σημειώνουμε ότι στην έκδοση δεν περιλαμβάνονται ο Διάλογος και κάποια άλλα ποιήματα, κυρίως ιταλικά.

Από τους νεότερους ποιητές, με μεγάλη καθυστέρηση εμφανίζεται στη Γερμανία ο Κ. Γ. Καρυωτάκης. Το 1996 η Maro Mariolea μεταφράζει αρκετά πεζά κείμενα του ποιητή και το 1999 ο εκδοτικός οίκος Romiosini κυκλοφορεί μια επιλογή ποιημάτων και πεζών του Κ. Γ. Καρυωτάκη, με επιχορήγηση του ελληνικού Υπουργείου Πολιτισμού. Βέβαια, τα μεγάλα κενά που παρατηρούνται στη μετάφραση καθιερωμένων ελλήνων ποιητών (παλαιότερων, νεότερων και σύγχρονων) καλύπτονται σε έναν σχετικά μικρό βαθμό από τις ανθολογίες ελληνικής ποίησης σε γερμανική μετάφραση που κυκλοφορούν. Για τις ανθολογίες όμως θα γίνει λόγος παρακάτω.

Ανάμεσα στις αυτοτελείς εκδόσεις ελληνικής ποίησης που κυκλοφορούν σε γερμανική μετάφραση, σημαντική θέση κατέχει ο Γιάννης Ρίτσος. Καταγράψαμε αλλεπάλληλες μεταφράσεις και εκδόσεις που καλύπτουν την περίοδο 1968-2001. Μια από αυτές είναι η μετάφραση των Asteris και Ina Kutulas που κυκλοφόρησε το 1996 από τη Romiosini. Η έκδοση περιλαμβάνει 300 ποιήματα από διάφορες συλλογές του ποιητή, ορισμένα πεζογραφήματα, δοκίμια και συνεντεύξεις του. Επίσης, στην έκδοση καταχωρίζονται ευρετήριο μεταφράσεων έργων του ποιητή στα γερμανικά και ευρετήρια δίσκων και θεατρικών παραστάσεων.

Επίσης, περισσότερες εκδόσεις καταγράφονται σχετικά με το έργο των δύο ελλήνων ποιητών που απέσπασαν το Βραβείο Νόμπελ. Για τον Γιώργο Σεφέρη αξίζει να σημειώσουμε εδώ την έκδοση Poesie που κυκλοφόρησε το 1962 από τον εκδοτικό οίκο Suhrkamp και περιλαμβάνει τις συλλογές Μυθιστόρημα, Γυμνοπαιδία και Κίχλη. Στην εν λόγω έκδοση στηρίχτηκαν άλλες μεταγενέστερες επανεκδόσεις. Ως καλή αξιολογείται και η βιβλιοφιλική έκδοση της συλλογής Κίχλη, που πραγματοποίησε ο Asteris Kutulas και κυκλοφόρησε το 1990 σε 110 αντίτυπα. Γενικά, το ποιητικό έργο του Γιώργου Σεφέρη έχει μεταφραστεί στο σύνολό του, όπως και τα δοκίμιά του.

Ανάλογα, περισσότερες εκδόσεις και επανεκδόσεις, από διάφορους εκδοτικούς οίκους, έχουμε από το 1970 και εξής για το ποιητικό έργο του Οδυσσέα Ελύτη. Το 1969 κυκλοφόρησε το Άξιον εστί από τον εκδοτικό οίκο Claasen. Την έκδοση αυτή πήραν ως βάση μεταγενέστερες επανεκδόσεις.

Τέλος, σημαντικό ενδιαφέρον παρατηρείται για την ποίηση του Κ. Π. Καβάφη. Το 1939 έχουμε μια καλή, αλλά ξεπερασμένη σήμερα, μετάφραση που την ακολούθησαν άλλες. Το 1997 κυκλοφόρησε στη Ζυρίχη η μετάφραση που περιλαμβάνει τα 154 αναγνωρισμένα ποιήματα, 80 ανέκδοτα, 27 αποκηρυγμένα, οκτώ ατελή και οκτώ πεζά του ποιητή, με εκτενή εισαγωγή της Marguerite Yourcenar. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την επιχορήγηση του Ελληνικού Ιδρύματος Πολιτισμού. Η ίδια μετάφραση κυκλοφόρησε το 1999 στη Φραγκφούρτη από τις εκδόσεις Fischer.

Από τους έλληνες πεζογράφους, την πρώτη θέση κατέχει το πεζογραφικό έργο του Νίκου Καζαντζάκη, που μεταφράστηκε σχεδόν στο σύνολό του και γνώρισε μέχρι σήμερα επανειλημμένες εκδόσεις, σε μεγάλο αριθμό αντιτύπων, από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Επισημαίνουμε και τις μεταφράσεις ορισμένων θεατρικών έργων του.

Επίσης, έχουν μεταφραστεί έργα συγγραφέων της λεγόμενης Γενιάς του 1930, όπως του Ηλία Βενέζη (Αιολική Γη, Γαλήνη, Το νούμερο 31328 και συλλογές διηγημάτων), του Γιώργου Θεοτοκά (Ασθενείς και οδοιπόροι), του Μ. Καραγάτση (Η μεγάλη χίμαιρα, Ο κοτζάμπασης του Καστρόπυργου), του Στράτη Μυριβήλη, του Παντελή Πρεβελάκη, του Άγγελου Τερζάκη (Η πριγκηπέσσα Ιζαμπώ). Υπογραμμίζουμε, ωστόσο, τη διαπίστωση ότι η επιλογή των έργων που έχουν μεταφραστεί μέχρι σήμερα είναι συμπτωματική. Για τα ζητήματα αυτά θα γίνει εκτενέστερα λόγος στο μέρος ΙΙ.

Άξιο προσοχής είναι ακόμα το γεγονός ότι με μεγάλη καθυστέρηση κυκλοφόρησαν αυτοτελώς μεταφράσεις έργων του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Το Η φόνισσα κυκλοφόρησε το 1989. Από τα διηγήματά του τα Ο αλιβάνιστος και Όνειρο στο κύμα μεταφράζονται και κυκλοφορούν το 1997. επίσης Τα ρόδινα ακρογιάλια και Στο Χριστό στο Κάστρο το 2001.

Αξίζει να αναφέρουμε εδώ και τη μεταφραστική τύχη του μυθιστορήματος Η πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη. Το 1904 ο εκδοτικός οίκος Zeitler κυκλοφόρησε τη μετάφραση του Paul Friedrich. Έπρεπε, όμως, να περάσουν περίπου 80 χρόνια, για να ξανακυκλοφορήσει το έργο στο Mindelheim από τον εκδοτικό οίκο Sachon (1985), σε μετάφραση που αποτελεί μια περαιτέρω επεξεργασία της μετάφρασης του Friedrich από τον Manfred S. Fischer. Το μυθιστόρημα του Ροΐδη γνώρισε δύο ακόμη εκδόσεις το 2000: η πρώτη, ωστόσο, αποτελεί ανατύπωση της μετάφρασης του 1904, και έγινε στο Bergisch Gladbach από τον εκδοτικό οίκο Bastei Lübbe, ενώ η δεύτερη είναι επεξεργασμένη μορφή της μετάφρασης του Friedrich, του 1904, που πραγματοποίησε η Anette Wassermann και κυκλοφόρησε στο Βερολίνο από τις εκδόσεις Aufbau Taschenbuch Verlag.

Από τους μεταπολεμικούς πεζογράφους σημειώνουμε τις μεταφράσεις έργων των Θανάση Βαλτινού, Βασίλη Βασιλικού, Γιώργου Ιωάννου, Αλέξανδρου Κοτζιά, Μιμίκας Κρανάκη, Δημήτρη Χατζή, Γιώργου Χειμωνά και άλλων. Μεταφράστηκαν επίσης έργα των Βασίλη Αλεξάκη, Αντώνη Σαμαράκη, Διδώς Σωτηρίου, Άλκης Ζέη, Γιώργη Γιατρομανωλάκη, Σωτήρη Δημητρίου, Απόστολου Δοξιάδη, Νίκου Θέμελη, Νίκου Παναγιωτόπουλου, Ζυράννας Ζατέλη, Ιωάννας Καρυστιάνη, Αμάντας Μιχαλοπούλου, Ρέας Γαλανάκη, Αλέξη Πανσέληνου.

Οι ανθολογίες που κυκλοφορούν σήμερα στη γερμανική αγορά βιβλίου, έρχονται να συμπληρώσουν τα μεγάλα κενά που παρατηρούνται στον χώρο της πεζογραφίας και της ποίησης. Ανθολογίες ελληνικής λογοτεχνίας αρχίζουν να εκδίδονται κυρίως μετά το 1944. Διακρίνουμε 21 ανθολογίες πεζογραφίας με διηγήματα και αποσπάσματα μυθιστορημάτων, 15 ποίησης, οκτώ πεζογραφίας και ποίησης και μία θεατρικών κειμένων, με εισαγωγή του Κώστα Γεωργουσόπουλου, η οποία περιλαμβάνει 11 μονόπρακτα της Λούλας Αναγνωστάκη, του Ιάκωβου Καμπανέλλη, του Δημήτρη Κεχαΐδη, του Κώστα Μουρσελά, του Γιώργου Σκούρτη και άλλων.

Πιο συγκεκριμένα, η ανθολογία με 44 διηγήματα ή και αποσπάσματα μυθιστορημάτων, που συνέταξε η καθηγήτρια Isidora Rosenthal-Kamarinea το 1958, αποτέλεσε τη βάση για πολλές μεταγενέστερες εκδόσεις ανθολογιών. Τα κείμενα της ανθολογίας τα μετέφρασε η ίδια. Πρέπει να υπογραμμιστεί ότι η συμβολή της Isidora Rosenthal-Kamarinea στον τομέα της μετάφρασης και της προβολής της ελληνικής λογοτεχνίας στη Γερμανία, από το 1943 και εξής, υπήρξε ανεκτίμητη. Η νεοελληνίστρια καθηγήτρια έκανε γνωστό στο γερμανικό κοινό τον Γιάννη Ρίτσο, όπως και τον Νικηφόρο Βρεττάκο. Με τα δύο περιοδικά που εξέδιδε, τα Hellenika και τα Folia Neohellenica, και στα οποία φιλοξενούνταν επί μακρά σειρά ετών μελέτες για τη νεοελληνική φιλολογία και μεταφράσεις έργων της ελληνικής λογοτεχνίας, άνοιξε τον δύσκολο δρόμο για την είσοδο, έστω και σε πολύ περιορισμένη κλίμακα, της ελληνικής λογοτεχνίας στη γερμανική αγορά βιβλίου.

Αρκετά χρόνια αργότερα, το 1989, κυκλοφόρησε μια συλλογή με 28 διηγήματα μεταπολεμικών πεζογράφων της Θεσσαλονίκης, που επιμελήθηκαν η Νiki Eideneier και ο Περικλής Σφυρίδης και εξέδωσε η Romiosini. Η έκδοση είναι εικονογραφημένη και περιλαμβάνει εισαγωγή, βιογραφία και εργογραφία των ανθολογούμενων πεζογράφων. Λογοτέχνες που το έργο τους δεν είχε μεταφραστεί στα γερμανικά και δεν είχε εκδοθεί αυτοτελώς, όπως ο Νίκος-Γαβριήλ Πεντζίκης, ο Σάκης Παπαδημητρίου, ο Τόλης Καζαντζής, ο Νίκος Μπακόλας, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος, καταχωρίζονται στην ανθολογία αυτή.

Το 1991 κυκλοφόρησε μία άλλη αξιοπρόσεκτη ανθολογία με 21 διηγήματα ή και αποσπάσματα μυθιστορημάτων ελληνίδων συγγραφέων. Περιλαμβάνει κείμενα της Γαλάτειας Καζαντζάκη, της Λιλής Ζωγράφου, της Άλκης Ζέη, της Έλενας Ακρίτα, της Μάρως Βαμβουνάκη, της Ζυράννας Ζατέλη, της Δέσποινας Τομαζάνη, της Ευγενίας Φακίνου.

Τέλος, σε εκδόσεις που πραγματοποιήθηκαν μεταγενέστερα, ανθολογούνται κείμενα σε γερμανική μετάφραση από το έργο της Ρέας Γαλανάκη, του Κωστή Γκιμοσούλη, της Αγγέλας Καστρινάκη, της Αμάντας Μιχαλοπούλου, του Δημήτρη Νόλλα, του Γιώργου Σκαμπαρδώνη, του Πέτρου Τατσόπουλου, του Μάριου Χάκκα, του Νίκου Χουλιαρά και άλλων, παλαιότερων και νεότερων, πεζογράφων.

Ανάλογο ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι ανθολογίες ποίησης, κυρίως από την άποψη ότι σε αυτές πρέπει να ανατρέξει ο αναγνώστης, αν θέλει να σχηματίσει μια μικρή ιδέα για την ποίηση παλαιότερων και σύγχρονων ποιητών που το έργο τους δεν έχει κυκλοφορήσει αυτοτελώς σε γερμανική μετάφραση.

Το 1993, ο εκδοτικός οίκος Romiosini αφιερώνει σε επτά ποιήτριες μια ανθολογία που περιλαμβάνει συνολικά 70 ποιήματά τους. Πρόκειται για τις Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Κική Δημουλά, Ζωή Καρέλλη, Μαρία Λαϊνά, Τζένη Μαστοράκη, Αλεξάνδρα Πλαστήρα και Μάτση Χατζηλαζάρου. Επίσης, το 2000 κυκλοφόρησε η ανθολογία που αφιερώνεται σε τρεις κύπριους ποιητές, στον Βασίλη Μιχαηλίδη, τον Κώστα Μόντη και τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη. Την έκδοση χρηματοδότησε το Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εξάλλου, ο συνάδελφος νεοελληνιστής Dr. Gerhard Emrich μετέφρασε επιλεκτικά και εξέδωσε το 2000 στο Darmstadt, από τον εκδοτικό οίκο Wissenschaftliche Buchgesellschaft, τη θεματική ανθολογία Poetischer Athen-Führer, Athen-Attika-Klassische Stätten [Oδηγός της ποιητικής Aθήνας, Aθήνα-Aττική-κλασικές πόλεις]. Η ανθολογία περιλαμβάνει μια σειρά ποιημάτων διαφόρων ποιητών, από την αρχαία, τη βυζαντινή και τη σύγχρονη ελληνική γραμματεία, που αναφέρονται στην Αθήνα, την Αττική και τις αρχαίες ελληνικές πόλεις. Η έκδοση περιλαμβάνει και τα πρωτότυπα κείμενα.

Σε μια άλλη ανθολογία ποίησης, του 2001, μεταφράζονται και καταχωρίζονται 227 ποιήματα ή αποσπάσματα ποιημάτων διαφόρων ποιητών, ξεκινώντας από τον Κ. Π. Καβάφη και φτάνοντας μέχρι τους σύγχρονους. Ενδιαφέρουσα είναι επίσης μια δίγλωσση ανθολογία που κυκλοφόρησε το 2001 και περιλαμβάνει 50 ποιήματα γερμανών και 63 ελλήνων ποιητών. Η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την οικονομική ενίσχυση του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου.

Από τις ανθολογίες ποίησης και πεζογραφίας σημειώνουμε εδώ δύο θεματικές: η πρώτη, του 1985, αναφέρεται στην ξενιτιά και η δεύτερη, του 2002, στη θάλασσα. Από τον εκδοτικό οίκο Romiosini κυκλοφόρησε το 1987 και μια τρίτη ανθολογία ποίησης και πεζογραφίας με κείμενα κύπριων συγγραφέων και ποιητών.

Τέλος, θα έπρεπε να σημειώσουμε ότι ορισμένες εκδόσεις μετάφρασης ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά είχαν την τύχη να βραβευτούν. Αναφέρουμε το μυθιστόρημα Ανωφελές διήγημα του Γιώργη Γιατρομανωλάκη, που τιμήθηκε με το γερμανοελληνικό βραβείο μετάφρασης το 1999 και για το οποίο η βιβλιοκριτική στον γερμανικό τύπο ήταν από την αρχή της κυκλοφορίας της μετάφρασης ιδιαίτερα επαινετική. Επίσης, το μυθιστόρημα Ο ωραίος λοχαγός του Μένη Κουμανταρέα, που απέσπασε το βραβείο Blue Book το 2001, και το μυθιστόρημα
Η μητέρα του σκύλου του Παύλου Μάτεσι, που επίσης τιμήθηκε με το γερμανοελληνικό βραβείο μετάφρασης την ίδια χρονιά.

ΙI.

Κατά την περίοδο μετά το 1990, δηλαδή μετά την πτώση του τείχους και την επανένωση των δύο Γερμανιών, τόσο οι στατιστικές των σημαντικότερων γερμανικών εκδοτικών οίκων όσο και οι επιμέρους θεωρητικές έρευνες σε θέματα διάδοσης και πρόσληψης της σύγχρονης λογοτεχνικής παραγωγής στη Γερμανία συγκλίνουν στη διαπίστωση ότι ο σύγχρονος γερμανός αναγνώστης, όταν ενδιαφέρεται για τη λογοτεχνία, αγοράζει και διαβάζει πεζογραφία και σπανιότερα ποίηση. Από την άποψη αυτή εξηγείται και το γεγονός ότι οι μεταφράσεις της ελληνικής πεζογραφίας στα γερμανικά είναι αριθμητικά περισσότερες από τις μεταφράσεις ελληνικής ποίησης (βλ. Πίνακα 2).

Ειδικότερα, το γερμανικό αναγνωστικό κοινό δεν γνωρίζει τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνική παραγωγή, αν εξαιρέσουμε δύο μεμονωμένες περιπτώσεις, του Νίκου Καζαντζάκη στον χώρο της πεζογραφίας και του Κ. Π. Καβάφη στον χώρο της ποίησης. Ο Τομέας Νεοελληνικών Σπουδών του Freie Universität του Βερολίνου ασχολήθηκε επισταμένως με το θέμα αυτό από την ημέρα της ίδρυσής του τον Ιούλιο του 1996, στο πλαίσιο ενός μακρόπνοου ερευνητικού και παράλληλα μεταφραστικού προγράμματος.

Παρόλο που η αρχαιοελληνική πολιτιστική παράδοση είναι ακόμη σήμερα ισχυρή στη Γερμανία μεταξύ του λεγόμενου μορφωμένου κοινού, οι ιστορικές συγκυ-ρίες, η έλλειψη ευελιξίας στη γερμανική γραφειοκρατία, η απουσία συντονισμένων ενεργειών εκ μέρους των λίγων νεοελληνιστών που υπάρχουν στον δυτικογερμανικό και ανατολικογερμανικό ακαδημαϊκό χώρο μετά τη λήξη του Βʹ Παγκόσμιου πoλέμου και, οπωσδήποτε, οι πλημμελείς χειρισμοί εκ μέρους των αρμόδιων ελληνικών επιτροπών επί πολιτιστικών και εκπαιδευτικών θεμάτων κατά τις διαπραγματεύσεις για την υπογραφή, παλαιότερα, των μορφωτικών συμφωνιών μεταξύ της Ελλάδας και της Δυτικής Γερμανίας, είχαν ως αποτέλεσμα οι νεοελληνικές σπουδές να μείνουν έως τη δεκαετία του 1990 υποταγμένες, σχεδόν παρασιτικές, στον κλάδο των βυζαντινών σπουδών και κάποτε των σπουδών της κλασικής φιλολογίας. Η ερμαφρόδιτη αυτή κατάσταση κράτησε στη Δυτική Γερμανία έως τα μέσα της δεκαετίας του 1990, ενώ, αντιθέτως, οι νεοελληνικές σπουδές καθιερώνονται σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες, ως ανεξάρτητος και κύριος κλάδος σπουδών, μετά τον Βʹ Παγκόσμιο πόλεμο.[4]

Το οξύμωρο, στην περίπτωση του γερμανικού ακαδημαϊκού κόσμου, είναι το γεγονός ότι ο Karl Krumbacher (ο ιδρυτής στη Γερμανία ενός νέου επιστημονικού κλάδου, των βυζαντινών σπουδών, ο οποίος συνέδεσε, περί τα τέλη της δεκαετίας του 1890, για πρώτη φορά τη μελέτη του μεσαιωνικού και νεότερου ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου) υποστήριξε από την αρχή την ανάγκη της αυτονόμησης του κλάδου των βυζαντινών σπουδών και κατ’ επέκταση των νεοελληνικών σπουδών. Ωστόσο, η αυτονόμηση αυτή έγινε δυνατή στη Γερμανία μόνο μετά 100 περίπου χρόνια, με τη δημιουργία στα μέσα της δεκαετίας του 1990 τριών εν συνόλω καθαρόαιμων αυτοτελών καθηγητικών θέσεων για τις νεοελληνικές σπουδές: η πρώτη ιδρύθηκε στο Πανεπιστήμιο του Mainz (στο πλαίσιο των σπουδών μεταφρασεολογίας) και οι δύο άλλες, καθαρά νεοελληνικών σπουδών (γλώσσας και φιλολογίας), στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου και στο Freie Universität του Βερολίνου.

Θεωρώ το ζήτημα της προβολής της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής στο εξωτερικό αρρήκτως συνδεδεμένο με την ανάπτυξη των νεοελληνικών σπουδών διεθνώς. Για τον λόγο αυτόν θα επεκταθώ λίγο περισσότερο σε σχέση με το δεύτερο σημείο. Το γεγονός της καθυστερημένης δημιουργίας ανεξάρτητων νεοελληνικών σπουδών στη Γερμανία είχε αναμφιβόλως επιπτώσεις στη γνωριμία του γερμανικού αναγνωστικού κοινού με τη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Ασφαλώς δεν παραγνωρίζεται εδώ ο παράγοντας της μεταπολεμικής διχοτόμησης της χώρας, ο πολιτικός δηλαδή παράγοντας. Οι επιπτώσεις αυτές είναι σήμερα έκδηλες τόσο στην επιλογή των ελληνικών λογοτεχνικών έργων που έχουν μεταφραστεί μεταπολεμικά στα γερμανικά, όσο και στην ποιότητα των μεταφράσεων, οι περισσότερες από τις οποίες είναι κακές ή μέτριες, ενώ ελάχιστες μπορούν να διεκδικήσουν τον τίτλο της δόκιμης μετάφρασης. Στο συμπέρασμα αυτό οδηγούν, από τη μια μεριά, η εμπειρία επί του θέματος, την οποία έχουμε αποκτήσει κατά τα τελευταία χρόνια στον Τομέα των Νεοελληνικών Σπουδών στο Freie Universität του Βερολίνου (όπου έχουμε συγκεντρώσει τις περισσότερες από τις μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών έργων στα γερμανικά, όσες είναι δυνατό να βρεθούν σήμερα στο εμπόριο), και από την άλλη η μαρτυρία των σχετικών βιβλιοκρισιών που έχουν δημοσιευθεί στον γερμανικό τύπο, ημερήσιο και περιοδικό. Γενικότερα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, όσον αφορά την προβολή μέσω της μετάφρασης (και κυκλοφορίας σε μορφή βιβλίου) της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής του 19ου και 20ού αιώνα στον μεταπολεμικό γερμανικό κόσμο, κυριαρχεί ο ερασιτεχνισμός, πλην ορισμένων, ελαχίστων εξαιρέσεων. Μόλις πρόσφατα, φαίνεται να μετατοπίζονται ορισμένες προσπάθειες στον χώρο της συστηματικής μετάφρασης. Πιθανότατα οι προσπάθειες αυτές να έχουν σχέση με την εμπειρία που άφησε η Διεθνής Έκθεση της Φραγκφούρτης το 2001, όταν η Ελλάδα ήταν η τιμώμενη χώρα.

Τον ρόλο που μπορεί να παίξει η καθιέρωση των νεοελληνικών σπουδών στην ακαδημαϊκή εκπαίδευση της Γερμανίας, σχετικά με την ποιοτική αναβάθμιση του επιτελούμενου μεταφραστικού έργου, δείχνει αρκετά εύγλωττα η ίδρυση, το 1981 στην Κολωνία, του εκδοτικού οίκου Romiosini από τη Niki και τον Hans Eideneier, δυο ανθρώπους που έχουν στενή σχέση με την έρευνα στον τομέα των νεοελληνικών σπουδών. Άλλωστε, ο δεύτερος υπήρξε επί μακρά σειρά ετών ενεργό μέλος της γερμανικής πανεπιστημιακής εκπαίδευσης στον τομέα των νεοελληνικών σπουδών. Στο σημείο αυτό θα επανέλθουμε παρακάτω.

Εξάλλου, αποτελεί διαπίστωση της θεωρητικής ενασχόλησης με τα ζητήματα που αφορούν την πρόσληψη της λογοτεχνίας ότι ενίοτε, αν όχι συχνότερα, αξιόλογοι μεταφραστές μιας ξενόγλωσσης λογοτεχνίας προέρχονται από τα πανεπιστημιακά έδρανα. Και αυτό είναι εύλογο, διότι ο μεταφραστής στην περίπτωση αυτή έρχεται σε επαφή, υπό την επήρεια της γνωστικής λειτουργίας, με περισσότερες κοινωνικές και ιστορικές όψεις ή πλευρές της νοοτροπίας μιας κοινωνίας, τα λογοτεχνικά προϊόντα της οποίας φιλοδοξεί και αναλαμβάνει την ευθύνη να μεταφέρει στη μητρική γλώσσα του. Εννοείται ότι η άμεση προσωπική επαφή του μεταφραστή και η διαβίωσή του στο κοινωνικό περιβάλλον από το οποίο προέρχεται η λογοτεχνική παραγωγή που τον ενδιαφέρει, αποτελεί βασική προϋπόθεση. Προς τον σκοπό αυτόν οφείλουν οι αρμόδιοι κρατικοί και ιδιωτικοί φορείς να υποστηρίζουν οικονομικά τους ενδιαφερόμενους, με την παροχή, λόγου χάρη, (κρατικών) υποτροφιών, οι οποίες εξασφαλίζουν στον μεταφραστή τη δυνατότητα παραμονής και (μετ)εκπαίδευσής του, επί ορισμένο χρονικό διάστημα, στην ξένη χώρα. Κατά τα τελευταία χρόνια έχει σημειωθεί κάποια βελτίωση στην Ελλάδα ως προς το σημείο αυτό.[5] Εξυπακούεται, όμως, ότι ο ξένος μεταφραστής που επισκέπτεται την Ελλάδα βρίσκει τα κατάλληλα πανεπιστημιακά ή άλλα καλά οργανωμένα τμήματα μεταφρασεολογίας, ώστε, αν το χρειάζεται, να (μετ)εκπαιδευτεί καταλλήλως.[6]

Οι νεοελληνικές σπουδές, ως αυτοτελής πανεπιστημιακός κλάδος, είναι εντελώς νέος στη Γερμανία.[7] Για τον λόγο αυτόν δεν υπήρχε, έως πολύ πρόσφατα, επαρκώς οργανωμένη βιβλιοθήκη νεοελληνικών σπουδών σε πανεπιστημιακό επίπεδο, όπου ο ερευνητής (και στην προκειμένη περίπτωση ο μεταφραστής) θα μπορούσε να καταφύγει για την έρευνά του ή για την επίλυση μεταφραστικών ζητημάτων (πραγματολογικών ή γλωσσικών) που συναντά κατά την πρόοδο της εργασίας του. Η άγνοια εν προκειμένω οδηγεί σε κωμικοτραγικά μεταφραστικά λάθη, όπως μπορούμε να διαπιστώσουμε από τις μεταφράσεις της ελληνικής λογοτεχνίας που κυκλοφορούν σήμερα στη Γερμανία.[8] Το κακό ξεκινάει από παλαιότερα και, δυστυχώς, συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Όταν η Isidora Rosenthal-Kamarinea ασχολήθηκε το 1996 με τη μετάφραση του μυθιστορήματος του Νίκου Καζαντζάκη Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά στα γερμανικά, διαπίστωσε σωρεία τέτοιων λαθών (βλ. Kazantzakis 1996). Επίσης, ουσιώδεις παραλείψεις, ελλιπείς διατυπώσεις και γλωσσικές αδυναμίες πείθουν ότι η γερμανική μετάφραση του μυθιστορήματος Ο Καπετάν Μιχάλης δεν έγινε κατευθείαν από το ελληνικό πρωτότυπο, αλλά από μια μετάφραση σε άλλη γλώσσα. Γενικότερα, χρειάζεται να εκσυγχρονιστούν οι μεταφράσεις του έργου του Νίκου Καζαντζάκη που κυκλοφορούν σήμερα στα γερμανικά. Για πρώτη φορά, λοιπόν, στη Γερμανία καταβλήθηκε προσπάθεια, με την ενίσχυση ελληνικών κρατικών και ιδιωτικών φορέων, να δημιουργήσουμε στο Freie Universität του Βερολίνου μια οργανωμένη και επαρκή βιβλιοθήκη νεοελληνικών σπουδών, με κείμενα της πρώιμης, της παλαιότερης και της σύγχρονης (του 19ου και του 20ού αιώνα) ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής, όπως επίσης με μελέτες φιλολογικές, ιστορικές, γλωσσολογικές, λαογραφικές κλπ., που αναφέρονται στο σύνολο της ελληνικής γραμματείας, συμπεριλαμβανομένης (εννοείται) και της κυπριακής.[9]

Ανέφερα παραπάνω ενδεικτικά το όνομα του Νίκου Καζαντζάκη, μια και είναι ο γνωστότερος σήμερα έλληνας λογοτέχνης στη Γερμανία μαζί με τον Κ. Π. Καβάφη. Εδώ, θα όφειλα να προσθέσω παρενθετικά ότι αποτελεί περισσότερο μύθο της ελληνικής κριτικής και εν μέρει της εν Ελλάδι ακαδημαϊκής εκπαίδευσης ότι ο Νίκος Καζαντζάκης έγινε γνωστός και μεταφράζεται έξω από την Ελλάδα χάρη στη μεταφορά στον κινηματογράφο ορισμένων μυθιστορηματικών έργων του. Απεναντίας, η πειραματική και η συστηματική πανεπιστημιακή διδασκαλία έργων του Νίκου Καζαντζάκη έξω από την Ελλάδα, σε διεθνές δηλαδή σπουδαστικό κοινό, δείχνει την εντυπωσιακή απήχηση που εξακολουθεί να βρίσκει το πεζογραφικό έργο του μεταξύ των φοιτητών, μισό περίπου αιώνα μετά τη δημοσίευσή του. Το ίδιο ισχύει για πολλούς, λίγο παλαιότερους έλληνες πεζογράφους, μεταξύ των οποίων είναι και ο Δημήτρης Χατζής. Η μετάφραση ενός έργου του Αλέξη Πανσέληνου που έχει πραγματοποιηθεί με την ευκαιρία της Έκθεσης της Φραγκφούρτης το 2001 στα γερμανικά, για να αναφέρω ένα παράδειγμα έλληνα λογοτέχνη εν ζωή, προέρχεται από φοιτητή νεοελληνικών σπουδών.

Αξίζει να επισημάνουμε με την ευκαιρία αυτή ότι σε ορισμένες άλλες χώρες, όπως στη Γεωργία, το σύνολο σχεδόν της μεταφραστικής προσπάθειας και της διάδοσης της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας στη χώρα αυτή της περιοχής του Καυκάσου έχει πέσει στους ώμους του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού του Τμήματος Νεοελληνικών Σπουδών του Κρατικού Πανεπιστημίου της Τιφλίδας. Το Τμήμα αυτό ιδρύθηκε μόλις το 1997 χάρη στην ευφυία και το ενδιαφέρον του καθηγητή της κλασικής φιλολογίας Rismag Gordesiani, στο πλαίσιο της ίδρυσης από τον ίδιο του Ινστιτούτου Κλασικής Φιλολογίας, Βυζαντινολογίας και Νεοελληνικών Σπουδών στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Τιφλίδας.[10]

Συναφές με τα παραπάνω σημεία είναι και το ερώτημα αν οι κοινότητες των ελλήνων μεταναστών σε μια χώρα όπως η Γερμανία αποτελούν (σημαντικό) τμήμα του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού, το οποίο ενδιαφέρεται να γνωρίσει την ελληνική λογοτεχνία με τη βοήθεια της μετάφρασης στα γερμανικά. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ένα πολύ σημαντικό ποσοστό της λεγόμενης δεύτερης και τρίτης γενιάς ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία, δεν είναι σε θέση να διαβάσει ένα οποιοδήποτε ελληνικό κείμενο. Μπορεί να είναι σε θέση αυτοί οι νέοι άνθρωποι να συζητήσουν, ίσως, στα ελληνικά για ένα απλό θέμα, όμως η γερμανική γλώσσα είναι είτε η πρώτη τους γλώσσα είτε η γλώσσα με την οποία έχουν άμεση οπτική και ακουστική επαφή, και κατ’ επέκταση η γερμανική γλώσσα είναι αυτή στην οποία σκέπτονται και με την οποία εκφράζονται. Τούτο προκύπτει από την εμπειρία μας στην πανεπιστημιακή διδασκαλία. Επομένως, η λεγόμενη δεύτερη και τρίτη γενιά ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία αποτελεί εν δυνάμει τμήμα του ευρύτερου αναγνωστικού κοινού που ενδιαφέρεται για την ελληνική λογοτεχνία σε μετάφραση στα γερμανικά.

Το καίριο ερώτημα, ωστόσο, είναι αν το εν γένει αναγνωστικό κοινό στη Γερμανία έχει πρόσβαση στα λογοτεχνικά έργα που μεταφράζονται από τα ελληνικά στα γερμανικά και εκδίδονται σε βιβλίο. Με άλλα λόγια, το ερώτημα στο οποίο καλούμαστε να απαντήσουμε είναι αν κυκλοφορούν και αν βρίσκονται στις προθήκες ή στα ράφια των βιβλιοπωλείων οι μεταφράσεις (ακόμη και οι εντελώς πρόσφατες) της ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά, συμπεριλαμβανομένων όλων ανεξαιρέτως των εκδοτικών οίκων, και ειδικότερα του οίκου Romiosini, μια και ο τελευταίος εξειδικεύεται στη μετάφραση ελληνικών λογοτεχνικών έργων στα γερμανικά. Αν, λοιπόν, τα μεταφρασμένα έργα της ελληνικής λογοτεχνίας δεν κυκλοφορούν ευρύτερα, πράγμα που σημαίνει ότι ο αναγνώστης δεν τα βρίσκει ούτε στις προθήκες ούτε στα ράφια των γερμανικών βιβλιοπωλείων (γεγονός που αποτελεί τη συνήθη πραγματικότητα), δεν έχει κανένα νόημα να θέσουμε το ερώτημα σχετικά με τις κοινότητες των ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία. Στο σημείο όμως αυτό θα ήθελα να επανέλθω πιο κάτω, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες που καθιστούν τη μεταφρασμένη ελληνική λογοτεχνία στα γερμανικά δυσπρόσιτη στο γερμανικό αναγνωστικό κοινό.

Συνοπτικά, η ύπαρξη οργανωμένων νεοελληνικών σπουδών σε πανεπιστημιακά ιδρύματα εκτός Ελλάδας, όπου υφίστανται προγράμματα συστηματικής διδασκαλίας και έρευνας, αποτελεί μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την περαιτέρω διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας και την αξιόλογη μετάφρασή της σε άλλες γλώσσες. Το ίδιο ισχύει για όλες τις λογοτεχνίες των λιγότερο ομιλούμενων ευρωπαϊκών γλωσσών.[11]

     Επανερχόμενος στο θέμα των παραγόντων, οι οποίοι έχουν καταστήσει κατά τις τέσσερις τελευταίες δεκαετίες προβληματική την προώθηση της ελληνικής λογοτεχνίας στη Γερμανία (και εξακολουθούν σήμερα να επηρεάζουν αρνητικά τη διάδοσή της γενικότερα στο γερμανόφωνο κοινό), θα ήθελα να επισημάνω πρώτα από όλα το γεγονός ότι η μόνη περίοδος κατά την οποία σημειώνεται, σύμφωνα με τις στατιστικές που διαθέτουμε, αύξηση του ενδιαφέροντος για την ελληνική λογοτεχνία είναι η περίοδος της επταετίας 1967-1973. Είναι σήμερα σαφές ότι, κατά την εποχή εκείνη, ο λόγος για την αύξηση του ενδιαφέροντος από την πλευρά του γερμανικού αναγνωστικού κοινού για την ελληνική λογοτεχνία του 20ού αιώνα οφείλεται στην τότε πολιτική κατάσταση της Ελλάδας. Επιπροσθέτως, σημαίνουσες προσωπικότητες της ελληνικής πνευματικής και πολιτικής ζωής καταφεύγουν την περίοδο εκείνη και ζουν στη Δυτική Γερμανία, όπου έχουν πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης. Τέλος, το γεγονός δεν είναι άσχετο με τη στάση που κράτησε την εποχή εκείνη η κυβέρνηση Willy Brandt και ο ίδιος προσωπικά απέναντι στους συνταγματάρχες.

Σήμερα, όπως και κατά τα τελευταία αρκετά χρόνια, ελάχιστο χώρο καταλαμβάνει η ελληνική πραγματικότητα στην ειδησεογραφία του γερμανικού τύπου. εξίσου ελάχιστο χρόνο, και αυτό σπανίως, διαθέτουν για την Ελλάδα τα κρατικά και ιδιωτικά τηλεοπτικά μέσα στη Γερμανία. Το μειωμένο αυτό ενδιαφέρον παρατηρείται μετά την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 1981 και έκτοτε ακολούθησε φθίνουσα πορεία. Και δεν αποτελεί τούτο μόνο γερμανικό φαινόμενο. Το ίδιο συμβαίνει και σε άλλες χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με την ελληνική κοινωνία. Παρόλο που ένα αξιοπρόσεκτο ποσοστό της σημερινής γερμανικής νεολαίας διατηρεί ζωηρό ενδιαφέρον για την Ελλάδα ως χώρο πολιτιστικής παράδοσης στο πλαίσιο της Ευρώπης (ενδεικτικοί για αυτό είναι οι αριθμοί των φοιτητών που ενδιαφέρονται για τη νεοελληνική ιστορία και γενικότερα τον πολιτισμό στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση της γερμανικής πρωτεύουσας), ωστόσο δεν μπορούμε να πούμε ότι σήμερα οι πολιτικές σχέσεις των δύο χωρών επηρεάζουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο το ενδιαφέρον των Γερμανών για την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή. Τα στοιχεία που διαθέτουμε από τη σχετική έρευνα πείθουν ότι οι λόγοι για την πολύ περιορισμένη προώθηση της ελληνικής λογοτεχνίας στη γερμανική αγορά βιβλίου πρέπει να αναζητηθούν κυρίως στην έλλειψη προγραμματισμού και οργάνωσης, σε ό,τι αφορά την προβολή, διαφήμιση και διακίνηση της ελληνικής λογοτεχνίας στον γερμανικό χώρο, σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα και τους κανόνες που επιβάλλει η σημερινή αγορά βιβλίου. Το ζήτημα αφορά μεταξύ άλλων και τους ελληνικούς εκδοτικούς οίκους και τους αρμόδιους ελληνικούς κρατικούς φορείς που έχουν την ευθύνη της επιχορήγησης των μεταφράσεων της ελληνικής λογοτεχνίας σε άλλες γλώσσες.

Πράγματι, παρατηρήθηκε αύξηση του αριθμού των λογοτεχνικών έργων που μεταφράστηκαν στα γερμανικά με την ευκαιρία της Έκθεσης της Φραγκφούρτης το 2001. Λόγου χάρη, ο εκδοτικός οίκος Romiosini, όπως αναφέραμε προηγουμένως, κυκλοφόρησε κατά την περίοδο 2001-2002, εν όψει δηλαδή της διεθνούς αυτής έκθεσης, 49 μεταφράσεις έργων της ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά. Ωστόσο ήταν λίγες οι φορές που τα μεταφρασμένα αυτά έργα έφτασαν στα ράφια ή στις προθήκες των γερμανικών βιβλιοπωλείων. Τα στοιχεία που διαθέτουμε βεβαιώνουν ότι οι εν λόγω μεταφράσεις (που η έκδοσή τους κατέστη δυνατή χάρη στις επιχορηγήσεις της ελληνικής πολιτείας) παρέμειναν δυσπρόσιτες και ουσιαστικά άγνωστες για τον γερμανό αναγνώστη. Με άλλα λόγια, ακόμη και με την ευκαιρία της Έκθεσης της Φραγκφούρτης, όταν τη χρονιά εκείνη τα γερμανικά μέσα μαζικής ενημέρωσης έδωσαν μεγαλύτερη προσοχή και δημοσιότητα στην Ελλάδα ως τιμώμενη χώρα, τόσο οι παλαιότερες όσο και οι πρόσφατες τότε μεταφράσεις των ελληνικών λογοτεχνικών έργων δεν έγιναν πιο προσιτές στο ευρύ γερμανικό κοινό και παρέμειναν άγνωστες για τον μέσο γερμανό αναγνώστη.

Το φαινόμενο είναι ευεξήγητο: ένας μικρός περιφερειακός εκδοτικός οίκος όπως η Romiosini, που ασχολείται αποκλειστικά με την έκδοση λογοτεχνικών μεταφράσεων από τα ελληνικά, δεν έχει την οικονομική αντοχή ούτε τα τεχνικά μέσα για να ενεργήσει ως επενδυτής στην αγορά βιβλίου. Πολύ απλά: δεν επενδύει στην αγορά βιβλίου. Το αποτέλεσμα στην περίπτωση αυτή είναι καταστρεπτικό για την αναγνωστική τύχη του λογοτεχνικού έργου και συνακόλουθα από οικονομική άποψη για τον εκδοτικό οίκο, εκτός αν η έκδοση πραγματοποιήθηκε με την επιχορήγηση της ελληνικής πολιτείας ή άλλου φορέα. Το τελευταίο, ωστόσο, δεν αλλάζει το αποτέλεσμα για το ίδιο το βιβλίο και τις συνέπειες ως προς το ζήτημα της προώθησης της ελληνικής λογοτεχνίας στη Γερμανία.

Δυστυχώς, οι αρμόδιοι παράγοντες αρνούνται να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την κατάσταση και αρκούνται στην ψευδαίσθηση ότι επιτέλεσαν το καθήκον τους στο επίπεδο της γραφειοκρατίας, εφόσον διεκπεραίωσαν την αποστολή τους, φρόντισαν δηλαδή να μεταφραστούν κάποια ελληνικά λογοτεχνικά έργα σε μια άλλη, και μάλιστα περισσότερο ομιλούμενη γλώσσα όπως είναι τα γερμανικά. Το ζήτημα της διακίνησης των μεταφράσεων της ελληνικής λογοτεχνίας αποτελεί στην περίπτωση των εν λόγω παραγόντων σχεδόν ταμπού και δεν αντιμετωπίζεται ή τουλάχιστον δεν αντιμετωπίζεται προγραμματισμένα και οργανωμένα σύμφωνα με τους κανόνες της αγοράς βιβλίου. Ίσως η ενδόμυχη καθησυχαστική σκέψη είναι η εξής: ο μεταφραστής εισέπραξε το «πινάκιον φακής», ο εκδοτικός οίκος πρόσθεσε στις δραστηριότητές του ακόμη μια έκδοση (πράγμα που του επιτρέπει να υποβάλει αίτηση για νέα επιχορήγηση) και ο χορηγός εντέλει «νίπτει τας χείρας» του, καθόσον επιτέλεσε το χρέος του εκταμιεύοντας από το κρατικό κονδύλιο το απαιτούμενο ποσό για την έκδοση. Ωστόσο, η έκδοση παραμένει άγνωστη στην αγορά βιβλίου, διότι, επιπλέον, σπανιότατα βιβλιοκρίνονται μεταφράσεις ελληνικών λογοτεχνικών έργων από τις στήλες των γερμανικών εφημερίδων ή λογοτεχνικών περιοδικών, ώστε να αξιολογηθεί μεταξύ άλλων η ποιότητα της μετάφρασης και να γίνει λόγος για το περιεχόμενο του έργου ή για τη σημασία και την απήχηση που είχε αυτό στο αναγνωστικό κοινό της χώρας προέλευσης. Και τούτο συμβαίνει, επειδή η δημοσίευση βιβλιοκρισιών στις μεγάλες εφημερίδες απαιτεί μια διαδικασία, η οποία δεν λειτουργεί στην περίπτωση των μεταφράσεων της ελληνικής λογοτεχνίας.

Εφόσον οι νεοελληνικές σπουδές αντιπροσωπεύονταν στον γερμανικό χώρο, έως πριν από λίγο καιρό, από μετρημένες στα δάχτυλα του ενός χεριού προσωπικότητες, μόνο κατά σύμπτωση θα ενδιαφερόταν ένας κριτικός να αναλάβει τη βιβλιοπαρουσίαση ή την κριτική μιας μετάφρασης ενός ελληνικού λογοτεχνικού έργου στα γερμανικά. Οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι, για την επιλογή, γενικώς, των λογοτεχνικών μεταφράσεων που ενδεχομένως προτίθενται να κυκλοφορήσουν, φροντίζουν να έχουν συνήθως επαφές με πανεπιστημιακούς καθηγητές και μέλη του διδακτικού προσωπικού ενός φιλολογικού κλάδου σπουδών, από τους οποίους ζητούν προκαταρκτικά πληροφορίες για το υπό κρίση και έγκριση έργο που τους υποβλήθηκε προς μετάφραση. Συνήθως στους ίδιους απευθύνονται και μετά την έκδοση της μετάφρασης, είτε για να τους αναθέσουν τη βιβλιοκρισία του έργου είτε για να ζητήσουν προτάσεις για πρόσωπα που θα μπορούσαν να αναλάβουν μια τέτοια δουλειά.

Στην περίπτωση της ελληνικής λογοτεχνίας πρέπει να σημειώσουμε ότι μόλις την τριετία 2000-2002 δυο τρεις μεγάλοι γερμανικοί εκδοτικοί οίκοι προσέλαβαν ως προσωπικό, σε θέσεις συμβούλου της σύνταξης ή υπεύθυνου στη διακίνηση και στις πωλήσεις, ανθρώπους που κοντά στα άλλα κύρια προσόντα τους για μια τέτοια εργασία, συνέπεσε να είναι και απόφοιτοι τμημάτων νεοελληνικών σπουδών. Όμως, τι καλή ευκαιρία για την ελληνική λογοτεχνία! Διότι τα πρόσωπα αυτά μπορούν να παίξουν, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, ανάλογα με το κύρος που διαθέτουν και σε συνάρτηση με τις διασυνδέσεις και την πρόσβαση που έχουν στην ελληνική αγορά βιβλίου, αποφασιστικό ρόλο στην προώθηση ενός αντιπροσωπευτικού ελληνικού λογοτεχνικού έργου προς μετάφραση από τον εκδοτικό οίκο όπου εργάζονται. Και αυτό που σημειώνω εδώ δεν αποτελεί υπόθεση αλλά είναι γεγονός. Μακάρι, λοιπόν, να αποκτήσουμε στο μέλλον απόφοιτους νεοελληνικών σπουδών ως στελέχη σε μεγάλους εκδοτικούς οίκους. Προϋπόθεση όμως για τον σκοπό αυτόν είναι η ύπαρξη οργανωμένων και αυτοτελών κλάδων νεοελληνικών σπουδών στη Γερμανία.

Με άλλα λόγια, οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι και οι αρμόδιοι ελληνικοί κρατικοί φορείς θα είχαν να αποκομίσουν όφελος από τη συστηματικότερη συνεργασία τους με την ακαδημαϊκή κοινότητα των νεοελληνιστών στο εξωτερικό, στο πλαίσιο ενός προγράμματος για την προβολή της ελληνικής λογοτεχνίας έξω από την Ελλάδα. Είναι χαρακτηριστικό ότι χάρη στην προσωπικότητα της καθηγήτριας των νεοελληνικών σπουδών Isidora Rosenthal-Kamarinea και στην αξιοσημείωτη μεταφραστική δραστηριότητα που ανέπτυξε μετά τη λήξη του Βʹ Παγκόσμιου πολέμου στη Γερμανία έγιναν γνωστοί στο γερμανικό κοινό ορισμένοι σύγχρονοι έλληνες ποιητές και πεζογράφοι. Στην Ολλανδία επίσης, οι σημαντικότερες μεταφράσεις της ελληνικής λογοτεχνίας, ποσοτικά και ποιοτικά, οφείλονται σε νεοελληνιστές, μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας.[12]Θα ήταν, όμως, εκτός χώρου μια εκτενέστερη αναφορά στο θέμα αυτό, με παραδείγματα από τον αγγλόφωνο, ιταλόφωνο,[13] γαλλόφωνο κλπ. χώρο.[14]Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους έως σήμερα, διαπρεπείς νεοελληνιστές προσέφεραν μέγιστες υπηρεσίες στη διάδοση του έργου ελλήνων λογοτεχνών. Οι περιπτώσεις που μνημονεύονται εδώ είναι απλώς ενδεικτικές και προέρχονται από τον προσωπικό μου επαγγελματικό χώρο, των νεοελληνικών σπουδών εκτός Ελλάδας, κατά την τελευταία εικοσαετία και πλέον. Είναι και αυτός ένας από τους πολλούς λόγους για τους οποίους χρειαζόμαστε νεοελληνιστές-στελέχη σε πανεπιστήμια έξω από την Ελλάδα, ντόπιους ή ομογενείς και όχι μόνο Έλληνες προερχόμενους από την Ελλάδα.

Ασφαλώς δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι ισχυρίζομαι πως τα τμήματα νεοελληνικών σπουδών στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, που έχουν πλήρη προγράμματα σπουδών και εν εξελίξει ερευνητικά προγράμματα, είναι υποχρεωμένα να αναλάβουν το έργο της συστηματικής μετάφρασης της ελληνικής λογοτεχνίας σε άλλες γλώσσες. Εκείνο που θα ήθελα να τονίσω είναι το γεγονός ότι έως σήμερα η πράξη έχει δείξει ότι τα τμήματα των νεοελληνικών σπουδών του εξωτερικού, όσα παράγουν ερευνητικό έργο, παρέχουν δηλαδή διδακτορικά διπλώματα και διοργανώνουν επιστημονικά συνέδρια με διεθνή ακτινοβολία, έπαιξαν εποικοδομητικό ρόλο στο ζήτημα της προβολής της ελληνικής λογοτεχνίας διεθνώς. Και δεν βλέπω τον λόγο γιατί δεν μπορούν να συνεχίσουν να παίζουν τον ίδιο ρόλο υπό προϋποθέσεις και στο μέλλον, σε συνεργασία με εκδοτικούς οίκους στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, στο πλαίσιο των κοινωνικών δραστηριοτήτων που είναι υποχρεωμένος να αναπτύσσει ένας πανεπιστημιακός κλάδος σπουδών, με την ενίσχυση ενδεχομένως που θα έπαιρναν από θεσμοθετημένους κρατικούς ή ιδιωτικούς φορείς.

Από την άποψη αυτή δεν είναι τυχαίο ότι πρόσφατα αναλαμβάνουν μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι στη Γερμανία την έκδοση «κλασικών» ελλήνων συγγραφέων, όπως του Διονύσιου Σολωμού, του Γιώργου Σεφέρη και, εντελώς τελευταία, του Κ. Π. Καβάφη, με μεταφραστές γερμανούς κλασικούς φιλολόγους ή αρχαιολόγους, πανεπιστημιακούς καθηγητές.[15] Η μετάφραση στα γερμανικά του διηγήματος Τα ρόδινα ακρογιάλια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που αναφέραμε στο πρώτο μέρος, πραγματοποιήθηκε επίσης από κλασικό φιλόλογο, την κυρία Isabella Schwaderer, και κυκλοφόρησε το 2001 από τον εκδοτικό οίκο της Ζυρίχης Manesse Verlag. Οι περιπτώσεις αυτές είναι ενδεικτικές και των σοβαρών κενών που υπάρχουν στο πεδίο της μετάφρασης αντιπροσωπευτικών έργων της ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά.

Παράλληλα άρχισε να αναπτύσσεται τελευταία και η τάση ανάμεσα στους γνωστούς γερμανικούς οίκους να αναθέτουν τη μετάφραση νεότερων και σύγχρονων ελλήνων συγγραφέων σε σχετικά νέους στην ηλικία πτυχιούχους και διδάκτορες των νεοελληνικών σπουδών, οι οποίοι ασχολήθηκαν ή ασχολούνται επιστημονικά με έναν έλληνα συγγραφέα και επιθυμούν παράλληλα να ευδοκιμήσουν και στον μεταφραστικό κλάδο.

Ανεξάρτητα από το αισθητικό αποτέλεσμα των μεταφράσεων που ανέφερα προηγουμένως, η σχετική έρευνα στη Γερμανία κατέληξε στατιστικά στη διαπίστωση ότι ελάχιστες, όπως κιόλας ανέφερα, μεταφράσεις ελληνικών έργων στα γερμανικά πληρούν τους όρους μιας καλής λογοτεχνικής μετάφρασης. Κατά τα τελευταία 50 χρόνια, οι μεταφράσεις ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά προέρχονται κατά κύριο λόγο από ερασιτέχνες μεταφραστές, συχνά πολύ κακοπληρωμένους. Το γεγονός αυτό έχει ολέθριες συνέπειες στην αγορά βιβλίου. Θα έπρεπε ασφαλώς να διευκρινίσουμε ότι οι περισσότεροι μεταφραστές ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά έτυχε να ασχοληθούν με τη μετάφραση ενός ελληνικού λογοτεχνικού έργου από ιδεαλισμό. Η αγορά βιβλίου όμως λειτουργεί πάνω σε διαφορετική βάση. Οι συνέπειες είναι:

α) Συχνά ο μεταφραστής παρανοεί κατά συρροή το ελληνικό πρωτότυπο και διαστρεβλώνει ακουσίως (και κάποτε εκουσίως) το κείμενο. Μετά την ολοκλήρωση της μετάφρασης δεν ακολουθεί κανένας ουσιαστικός έλεγχος από τρίτο, υπεύθυνο για μια τέτοια δουλειά, πρόσωπο στον εκδοτικό οίκο από τον οποίο θα κυκλοφορήσει το έργο. Οι λόγοι είναι προφανώς εγγενείς.

β) Σε άλλη περίπτωση, λόγω απειρίας και παντελούς έλλειψης θεωρητικής κατάρτισης του μεταφραστή, κατακλύζεται η μετάφραση από «ελληνισμούς», με αποτέλεσμα η ανάγνωση του μεταφρασμένου λογοτεχνικού κειμένου να καταντάει από γλωσσική άποψη βάσανο για τον γερμανόφωνο αναγνώστη.

γ) Συχνά η μετάφραση στα γερμανικά έχει πραγματοποιηθεί όχι κατευθείαν από το ελληνικό πρωτότυπο, αλλά από τη μετάφραση του έργου σε μια τρίτη γλώσσα, κάτι που, δυστυχώς, συμβαίνει και σήμερα, ακόμη και στην κατηγορία του παιδικού βιβλίου, όπως διαπιστώσαμε κατά την έρευνά μας.

Γενικότερα, μετά την απώλεια της καθηγήτριας Isidora Rosenthal-Kamarinea (1918-2004), η οποία, όπως ήδη ανέφερα, δίπλα στο διδακτικό έργο της προσέφερε μετά το 1942 πολύτιμες υπηρεσίες στη διάδοση της ελληνικής λογοτεχνίας στη Γερμανία, ο μόνος γερμανός νεοελληνιστής που ασχολείται συστηματικά κατά τα τελευταία χρόνια με τη μετάφραση της ελληνικής λογοτεχνίας, είναι ο συνάδελφος Dr. Gerhard Emrich του Πανεπιστημίου του Bochum, ο οποίος συμμετέχει σε υπό εκπόνηση μεταφραστικό πρόγραμμα περισσότερων φορέων νεοελληνικών σπουδών ευρωπαϊκών πανεπιστημίων, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο Τομέας Νεοελληνικών Σπουδών του Freie Universität του Βερολίνου. Συναφώς θα ήθελα να σημειώσω ότι η βελτιωμένη επανέκδοση της παλαιότερης μετάφρασης του μυθιστορήματος H πάπισσα Ιωάννα του Εμμανουήλ Ροΐδη, στην οποία αναφερθήκαμε αναλυτικά στο πρώτο μέρος του κειμένου μας, χαιρετίστηκε με ιδιαίτερη ικανοποίηση τότε, με αφορμή την Έκθεση της Φραγκφούρτης το 2001, στο πλαίσιο της συζήτησης για την ανάγκη (επαν)έκδοσης των λεγόμενων κλασικών της ελληνικής λογοτεχνίας σε γερμανική μετάφραση. Επομένως, ένας κατάλληλος προγραμματισμός και ανάλογες επαφές με μεγάλους γερμανικούς οίκους θα βοηθούσαν και στην αντιμετώπιση των ελλείψεων που παρουσιάζονται στη σφαιρική παρουσίαση της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης, όπως αυτή διαμορφώθηκε κατά τον 19ο και 20ό αιώνα.

Συνοπτικά, εκδοτικοί οίκοι της οικονομικής δυναμικότητας, και συνεπώς της επενδυτικής ικανότητας, όπως των εκδόσεων Romiosini, παρά τον αγώνα και τη μεγάλη προσωπική προσπάθεια που καταβάλλουν οι υπεύθυνοι του εκδοτικού οίκου, δεν μπορούν να συντελέσουν αποτελεσματικά στη διάδοση μιας λογοτεχνίας (στην προκειμένη περίπτωση της ελληνικής λογοτεχνίας) σε μια χώρα όπως η Γερμανία, όπου κυριαρχούν οι σύγχρονοι κανόνες που ρυθμίζουν και εξασφαλίζουν τη διακίνηση του βιβλίου. Ο μέσος αναγνώστης, είτε είναι ο Γερμανός που ενδιαφέρεται να διαβάσει κάτι από την ελληνική λογοτεχνία σε μετάφραση στα γερμανικά, είτε είναι ο ελληνικής καταγωγής αναγνώστης που προτιμάει να διαβάσει ένα ελληνικό έργο σε γερμανική μετάφραση, διότι η γλώσσα της εκπαίδευσής του είναι η γερμανική, δεν βρίσκει στα μεγάλα βιβλιοπωλεία τα μεταφρασμένα έργα της ελληνικής λογοτε-
χνίας, αλλά πρέπει να τα παραγγείλει από τον εκδότη ή τον προμηθευτή που βρίσκεται σε άλλη πόλη. Και αυτό φυσικά δεν το κάνει, διότι αγνοεί την ύπαρξή τους.

Έως σήμερα, οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι στη Γερμανία ασχολήθηκαν με την ελληνική λογοτεχνία μόνο περιστασιακά, αν εξαιρέσουμε την περίπτωση του
Κ. Π. Καβάφη και του Νίκου Καζαντζάκη, ή πρόσφατα του Γιώργου Σεφέρη. Οι περισσότερες μεταφράσεις πραγματοποιήθηκαν συμπτωματικά. Ο εκδοτικός οίκος Romiosini αποτελεί ίσως τη μόνη εξαίρεση στον κανόνα αυτόν. Είναι γνωστό ότι πολλοί είναι εκείνοι που εκφράζουν σήμερα, τόσο στην Ελλάδα όσο και μεταξύ των νεοελληνιστών του εξωτερικού, την έντονη αντίθεσή τους στη δημιουργία ενός ελληνικού φορέα, ο οποίος θα αναλάβει την ευθύνη του προγραμματισμού και των επαφών με μεγάλους γερμανικούς οίκους, προκειμένου να ενημερώνονται αυτοί συστηματικά για την κυκλοφορία ορισμένων λογοτεχνικών έργων που θα είχαν πιθανότητες να επιλεγούν και να μεταφραστούν στα γερμανικά. Δεν θα ήθελα να προτείνω εδώ τη δημιουργία ενός τέτοιου φορέα, διότι το θέμα χρειάζεται προηγουμένως μια συστηματική ανάλυση από ειδικούς, επί τη βάσει της πρακτικής που εφαρμόζεται στην περίπτωση της μετάφρασης και της διακίνησης του λογοτεχνικού βιβλίου στη διεθνή αγορά. Κρίνω, ωστόσο, ότι οι μεγάλοι γερμανικοί εκδοτικοί οίκοι πρέπει να αναλάβουν στο εξής την έκδοση και διακίνηση της ελληνικής λογοτεχνίας στον γερμανόφωνο κόσμο, διότι: α) αυτοί ακολουθούν τους κανόνες της αγοράς βιβλίου, β) έχουν τη δυνατότητα τόσο της διαφήμισης όσο και της διακίνησης του βιβλίου, γ) επενδύουν, επομένως, στην αγορά βιβλίου, δ) οι μεγάλοι εκδοτικοί οίκοι έχουν ένα δικό τους, διαφορετικό ο καθένας, αναγνωστικό κοινό, πράγμα που βοηθάει στη διάδοση μιας ξένης λογοτεχνίας.

Το θέμα αφορά πρωτίστως τους μεγάλους εκδοτικούς οίκους στην Ελλάδα.
Διερωτώμαι αν το ελληνικό Υπουργείο Πολιτισμού, το οποίο εδώ και αρκετά χρόνια ενισχύει οικονομικά, με ορισμένα προγράμματά του, την προβολή της λογοτεχνικής μετάφρασης στο εξωτερικό, έχει ταξινομήσει και αξιολογήσει τις στρατηγικές που ακολουθούν οι ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι για την προώθηση της ελληνικής λογοτεχνικής παραγωγής στη διεθνή αγορά βιβλίου. Το σημείο αυτό είναι νευραλγικό, αν λάβουμε υπόψη τις οικονομικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν τελευταία ακόμη και οι γνωστότεροι εκδοτικοί οίκοι στη Γερμανία.

Η ανάληψη, τέλος, συντονισμένων πρωτοβουλιών εκ μέρους των ελληνικών εκδοτικών οίκων, με σκοπό τη βελτίωση των όρων προβολής και μετάφρασης της ελληνικής λογοτεχνίας στη Γερμανία, θα κρίνει μελλοντικά τη ζήτηση ελληνικών λογοτεχνικών έργων σε γερμανική μετάφραση. Εν κατακλείδι, οφείλει κανείς να τονίσει ότι το ζητούμενο δεν είναι η ποσοτική μεταφορά ελληνικών λογοτεχνικών έργων στη γερμανική γλώσσα, αλλά η ποιοτική παρουσίαση της ελληνικής λογοτεχνίας στον γερμανόφωνο κόσμο, τόσο από την άποψη της λογοτεχνικής αξίας των πρωτότυπων ελληνικών λογοτεχνικών κειμένων όσο και από την άποψη της αυθεντικής λογοτεχνικής μετάφρασης των έργων στη γερμανική γλώσσα.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ Α. ΔΗΜΑΔΗΣ

Βιβλιογραφικές αναφορές

ΜΟΣΚΟΒΟΥ, ΣΠΥΡΟΣ. 2004. Από την εποχή του χαλκού στην καβαφική Αλεξάνδρεια. Η γερμανική τύχη της ποίησης του Κ. Π. Καβάφη. Μια μεταφραστική ανασκόπηση. Το Βήμα της Κυριακής, 21 Μαρτίου, «Βιβλία», 45/7.

KAVAFIS, KONSTANTIN. 2003. Das Hauptwerk [Το κύριο έργο]. Μτφρ. και σχολ. Jorg Schäfer. Χαϊδελβέργη: Winter.

KAZANTZAKIS, NIKOS. 1996. Alexis Zorbas. Πλήρης επεξεργασία της μετάφρασης του Alexander Steinmetz  και εν μέρει νέα μετάφραση στα γερμανικά από την Isidora Rosenthal-Kamarinea. Επίλ. Diether Roderich Reinsch. Στουτγάρδη, Ζυρίχη, Βιέννη: Verlag Das Beste.

MAVROGORDATO, JOHN, επιμ., μτφρ., εισαγ. 1956. Digenes Akrites. Οξφόρδη: Clarendon Press.

SEFERIS, GEORGIOS. 2000. Gedichte [Ποιήματα]. Μτφρ. και ερμην. Hans-Cristian Günther. Poetica 48. Αμβούργο: Kovak.

SOLOMOS, DIONYSIOS. 2000. Werke [Έργα]. Μτφρ. και σχολ. Hans-Cristian Günther. Στουτγάρδη: Franz Steiner.


[1]Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο το 2002 και αναθεωρημένο το 2004 και αναφέρεται στα μέχρι το 2002 δεδομένα για τις μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη γερμανική γλώσσα (σημ. επιμ.).

Θα ήθελα να ευχαριστήσω, και από τη θέση αυτή, τη συνεργάτιδά μου στο γερμανικό σκέλος του προγράμματος «Έλεγχος, καταγραφή, ταξινόμηση και αξιολόγηση της μεταφρασμένης νεοελληνικής λογοτεχνίας στις ευρωπαϊκές γλώσσες» του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας, κυρία Christine Rathenow, για την αφοσίωση με την οποία συνέλεξε και επεξεργάστηκε το υλικό της έρευνας.

[2].  Τα στοιχεία που περιέχονται στον πίνακα προκύπτουν από στατιστικές μετρήσεις της κυρίας Christine Rathenow (σημ. επιμ.).

[3].  Τα στοιχεία που περιέχονται στον πίνακα προκύπτουν από στατιστικές μετρήσεις της κυρίας Christine Rathenow (σημ. επιμ.).

[4].  Δεν χρειάζεται να υπενθυμίσουμε εδώ ότι για πρώτη φορά Έδρα Νεοελληνικών Σπουδών εις το Αθήνησι Πανεπιστήμιον ιδρύεται μεσούντος του Βʹ Παγκοσμίου πολέμου, εν έτει σωτηρίω 1943, δηλαδή 110 περίπου χρόνια μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους.

[5].  Οπωσδήποτε θα ήταν παράλειψη να μην αναφέρουμε τη θετική συμβολή του Ιδρύματος Αλεξάνδρου Σ. Ωνάση στο ζήτημα αυτό.

[6].  Το ερώτημα κατά πόσο τα τμήματα μεταφρασεολογίας που λειτουργούν σήμερα στην Ελλάδα, και ιδιαιτέρως στην Αθήνα, ανταποκρίνονται στις σύγχρονες απαιτήσεις, δεν μπορεί να αποτελέσει εδώ σημείο συζήτησης. Παρακολούθησα, ωστόσο, με ζωηρό ενδιαφέρον τις παρατηρήσεις του Νίκου Γουλανδρή στα περιοδικά Νέα Εστία και Αντί για το ζήτημα αυτό.

[7].  Αν κατορθώσουν να επιζήσουν στο πλαίσιο των εκτεταμένων περικοπών που εφαρμόζουν τα γερμανικά πανεπιστήμια σήμερα, σε συνάρτηση με την οικονομική πίεση που ασκείται άνωθεν, εκ μέρους των τοπικών ομοσπονδιακών κυβερνήσεων.

[8].  Παρόμοια λάθη, που προέρχονται από άγνοια και προχειρότητα, διαπιστώνουμε σε πρόσφατες μεταφράσεις όχι μόνο στα γερμανικά, αλλά και στα αγγλικά, γαλλικά κλπ.

[9].  Περισσότεροι από 13.000 τόμοι βιβλίων αγοράστηκαν και καταλογογραφήθηκαν την περίοδο 1996-2002. Με την απόκτηση της βιβλιοθήκης της Isidora Rosenthal-Kamarinea ο Τομέας των Νεο-ελληνικών Σπουδών του Πανεπιστημίου μας διαθέτει τώρα πάνω από 20.000 τόμους βιβλίων. Ήδη από το 2002 η καταλογογράφηση γίνεται, για τις νέες παραλαβές βιβλίων, ηλεκτρονικά. Εξάλλου, το τμήμα των νεοελληνικών περιοδικών στο Βερολίνο είναι το πλουσιότερο τη στιγμή αυτή στη Γερμανία.

[10]. Η ελληνική πολιτεία στάθηκε, βεβαίως, αρωγός στην προσπάθεια του καθηγητή Rismag Gordesiani χάρη στην αποφασιστική επέμβαση και μεσολάβηση του τότε έλληνα πρέσβη Αναστάσιου Κριε-κούκη. Από την άποψη αυτή και μετά το έργο που έχει επιτελεστεί κατά τα τελευταία έτη χάρη στις περαιτέρω εμπνευσμένες προσπάθειες του Gordesiani, η επίσημη ελληνική πολιτεία θα έπρεπε να δείξει εμπράκτως τα αισθήματα ευγνωμοσύνης που του χρωστάει και να τον τιμήσει ως όφειλε, κάτι που η διεθνής κοινότητα των νεοελληνιστών ελπίζει και αναμένει.

[11]. Επομένως, σε μια χώρα όπως η Γερμανία, με έναν πληθυσμό 85 εκατομμυρίων περίπου, η οποία φιλοδοξεί μετά το 1990 να διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ευρωπαϊκή και διεθνή σκηνή, η ύπαρξη και η διατήρηση αυτοτελών νεοελληνικών σπουδών σε επίπεδο καθηγητικής θέσης, δηλαδή σπουδών που αφορούν ένα κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να θεωρηθεί μόνο οικονομικό πρόβλημα για το γερμανικό κράτος. Τουναντίον, το πρόβλημα εν προκειμένω είναι εξίσου πολιτικό και ταυτόχρονα πρόβλημα πολιτισμού.

[12]. Συγκεκριμένα, ήδη το 1915, υπό την καθοδήγηση του καθηγητή D.C. Hesseling, ομάδα φοιτητριών του στο Πανεπιστήμιο του Leiden μεταφράζει και δημοσιεύει στα ολλανδικά συγγραφείς της Γενιάς του 1880. Ακολουθεί, στη δεκαετία του 1930, ο νεοελληνιστής καθηγητής του Πανεπιστημίου του Amsterdam G.H. Blanken με μεταφράσεις του Κ. Π. Καβάφη, του Κωνσταντίνου Θεοτόκη και άλλων. Τη σκυτάλη παίρνουν εν συνεχεία ο επόμενος καθηγητής των νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Amsterdam W.F. Bakker και ο A.F. van Gemert, μαθητής του G.H. Blanken και αργότερα επίσης καθηγητής των νεοελληνικών σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Amsterdam. Η μεταφραστική δραστηριότητα των δύο τελευταίων διασταυρώνεται χρονικά με τη μεταφραστική εργασία του κατεξοχήν μεταφραστή της ελληνικής λογοτεχνίας στα ολλανδικά κατά την περίοδο του τελευταίου τέταρτου του 20ού αιώνα (και έως σήμερα), του επίσης πανεπιστημιακού νεοελληνιστή Hero Hokwerda. Για τις μεταφράσεις στην ολλανδική γλώσσα βλ. εδώ σ. 201-208.

[13]. Στις μέρες μας αναδεικνύεται σε αξιόλογο μεταφραστή της ελληνικής λογοτεχνίας στα ιταλικά ο πανεπιστημιακός κλασικός φιλόλογος Filippomaria Pontani. Κυκλοφόρησαν οι ακόλουθες μεταφράσεις του: Immanuìl Roidis, La papessa Giovanna, Μιλάνο, Crocetti, 2003· Kostas G. Kariotakis, L’ ombra delle ore, Μιλάνο, Crocetti, 2004· N. Vaghenas, Ballate oscure [Σκοτεινές μπαλλάντες και άλλα ποιήματα], Μιλάνο, Crocetti 2006.

[14]. Ο ενδιαφερόμενος μπορεί να βρει πλούσιες σχετικά πληροφορίες στις επισκοπήσεις των μεταφράσεων της ελληνικής λογοτεχνίας που δημοσίευσε παλαιότερα το περιοδικό Μαντατοφόρος.

[15]. Το 2000 κυκλοφόρησαν οι μεταφράσεις του Διονύσιου Σολωμού και του Γιώργου Σεφέρη από τον κλασικό φιλόλογο Prof. Dr. Hans-Christian Günther, μέλος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Freiburg (βλ. Solomos 2000 και Seferis 2000). Η έκδοση της μετάφρασης του Διονύσιου Σολωμού πραγματοποιήθηκε με επιχορήγηση του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας. Και οι δύο μεταφράσεις παρουσιάζουν ορισμένα προβλήματα. Στα τέλη του 2003 κυκλοφόρησε από τον πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο της Χαϊδελβέργης Winter μια νέα μετάφραση των 154 ποιημάτων του Κ. Π. Καβάφη, που εκπόνησε ο ομότιμος καθηγητής της κλασικής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου της Χαϊδελβέργης Jörg Schäfer (βλ. Kavafis 2003). Βλ. και την επισκόπηση των μεταφράσεων του Κ. Π. Καβάφη στα γερμανικά, που δημοσίευσε ο Σπύρος Μοσκόβου (2004) με αφορμή την έκδοση της μετάφρασης του Schäfer.