Skip to main content

Νέα ελληνική

Μεταφράσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε άλλες γλώσσες: βιβλιογραφία και μελέτες - Περιεχόμενα

Μεταφράσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας σε άλλες γλώσσες: βιβλιογραφία και μελέτες



Οι μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη γαλλική γλώσσα

Το κείμενο αυτό είναι γραμμένο το 2002 και αναφέρεται στα μέχρι εκείνο το έτος δεδομένα για τις μεταφράσεις έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη βουλγαρική γλώσσα (σημ. επιμ.).

Η βουλγαρική πνευματική κοινότητα και προπαντός εκείνοι οι εκπρόσωποί της οι οποίοι είχαν πρόσβαση στην ελληνική γλώσσα, αντιλήφθηκαν από πολύ νωρίς τον ακμαίο πλούτο της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Μπορούμε με βεβαιότητα να ισχυριστούμε πως η νεοελληνική λογοτεχνία είναι πολύ πιο γνωστή στη Βουλγαρία, παρά η βουλγαρική στην Ελλάδα. Οι Βούλγαροι, λόγω των ιστορικών συνθηκών, συνδέονται με την ελληνική γλώσσα και τον ελληνικό πολιτισμό, ενώ κατά την οθωμανική κυριαρχία είχαν και κάποια συνεισφορά σε αυτόν, σχηματίζοντας ένα ιδιαίτερα σημαντικό σώμα ελληνόγλωσσου δημιουργικού έργου δεμένου με την ορθοδοξία. Λόγω των σχέσεων αυτών και της παράδοσης που υπήρχε, οι αισθήσεις τους παρέμειναν ευαίσθητες και ανοικτές στα επιτεύγματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας και ύστερα από την ίδρυση του βουλγαρικού κράτους το 1878.

Δέχομαι το 1878, το έτος της ανασύστασης του βουλγαρικού κράτους, ως το κατώτερο χρονολογικό όριο της εξεταζόμενης περιόδου. Και αυτό, όχι επειδή νωρίτερα δεν υπάρχουν μεταφράσεις νεοελληνικών έργων (π.χ. ο Αθανάσιος Χριστόπουλος είναι αρκετά γνωστός), αλλά επειδή μόλις μετά την απελευθέρωση της Βουλγαρίας και τη συγκρότησή της σε ανεξάρτητο κράτος μπορούν να επισημανθούν ορισμένες τάσεις και κατευθύνσεις της πολιτιστικής ανάπτυξης εν γένει, συγκρίσιμες με την κατεύθυνση της πολιτιστικής ανάπτυξης των υπόλοιπων κρατών της Βαλκανικής και της Ευρώπης.

Υπάρχει και κάτι άλλο: πριν από το 1878 ο ρόλος της ελληνικής γλώσσας και του ελληνικού πολιτισμού μπορεί να χαρακτηρισθεί ως εξαιρετικά δραστικός και άμεσος, ιδίως μέχρι τη δεκαετία του 1840, οπότε λειτουργεί ως μεσολαβητής, ως φορέας για κάθε τι καινούργιο προερχόμενο από την πολιτισμένη Ευρώπη. Το ελληνικό δράμα, λ.χ., αποτελεί μια πηγή μίμησης και έμπνευσης για τους βούλγαρους λογοτέχνες της περιόδου της εθνικής ωρίμανσης, ενώ οι σπουδές στις μοντέρνες για την εποχή τους ελληνικές σχολές και ακαδημίες είναι μια εξαίρετη ευκαιρία προβολής μιας ολόκληρης σειράς βούλγαρων καλλιτεχνών και εκκλησιαστικών λειτουργών, όπως και λογίων, διανοουμένων και παραγόντων του βουλγαρικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος.[1] Ύστερα όμως από τις εκκλησιαστικές έριδες, όπως και τη γνωστή αντιπαράθεση των ελληνικών και βουλγαρικών εθνικών συμφερόντων κατά τη δεκαετία του 1850 και έπειτα, η κυρίαρχη σημασία του ελληνικού πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένου και του ενδιαφέροντος προς τη λογοτεχνία, υποβαθμίζεται και ο βουλγαρικός πολιτισμός στρέφεται προς άλλες κατευθύνσεις. Η βουλγαρική κοινωνία, η οποία είχε πλέον ασπασθεί τις ιδέες του διαφωτισμού πρωτίστως μέσω της ελληνικής εκδοχής του κινήματος, αναζητούσε πιο άμεσους διαύλους επικοινωνίας με το «μοντέρνο». Ακριβώς για αυτή την επιδίωξη μπορούμε να μιλούμε μετά την απελευθέρωση, όταν στο πριγκιπάτο της Βουλγαρίας και στην Ανατολική Ρωμυλία τίθεται η αρχή μιας σύγχρονης εθνικής μορφωτικής πολιτικής. Σε τελευταία ανάλυση στο φόντο αυτό θα αποπειραθούμε να διακρίνουμε τις υφιστάμενες τάσεις στη μετάφραση της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Κατά τη διεξοδική επισκόπηση των έργων της νεοελληνικής λογοτεχνίας που έχουν μεταφρασθεί στη βουλγαρική γλώσσα μετά το 1878, γίνεται αντιληπτή κάποια ανισομέρεια. Μέχρι τη μεταπολίτευση του 1944 οι μεταφράσεις είναι λιγοστές. Μυθιστορήματα και γενικά ογκώδη έργα σπάνια μεταφράζονται και οι αυτοτελείς εκδόσεις αποτελούν εξαίρεση. Εντυπωσιάζουν όμως η γνώση των λογοτεχνικών φαινομένων, το καλό γούστο και η ιδιαίτερη ευαισθησία που διαφαίνονται κατά την επιλογή των έργων προς μετάφραση. Οι μεταφράσεις είναι συνήθως αντιπροσωπευτικές του αντίστοιχου λογοτεχνικού ρεύματος ή του συνολικού έργου του μεταφραζόμενου συγγραφέα. Συχνά, ο σχετικά σύντομος χρόνος που μεσολαβεί ανάμεσα στη συγγραφή και τη βουλγαρική μετάφρασή της σημαίνει πως οι μεταφραστές παρακολουθούν την εξέλιξη της λογοτεχνίας στη γειτονική χώρα και, συνεπώς, οι παλιότερες στενές επαφές των βούλγαρων παραγόντων της Αναγέννησης με τα πολιτιστικά δεδομένα της Ελλάδας βρίσκουν μια ιδιότυπη συνέχεια. Ένα σχετικό παράδειγμα αποτελεί η μετάφραση του δράματος Γαλάτεια του Σπυρίδωνα Βασιλειάδη, ενός από τους εκπροσώπους του ελληνικού ρομαντισμού. Μεταφραστής είναι ο H. Genadiev, ο οποίος παρουσιάζει το δράμα (σε πέντε πράξεις) το 1895, σε τέσσερα διαδοχικά τεύχη του περιοδικού Balgarska sbirka (τχ. 6, 549-562. 7, 659-674. 8, 763-770. 9, 851-861).

Ο Δημήτριος Βικέλας και ο Γεώργιος Βιζυηνός επίσης παρουσιάζονται ενώπιον του βουλγαρικού αναγνωστικού κοινού: ο πρώτος, εν ζωή ακόμα, ενώ ο Βιζυηνός λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του. Η γλωσσική αίσθηση του μεταφραστή Ivan Dorev διαφαίνεται στη μετάφραση του διηγήματος του Βικέλα Ο παπα-Νάρκισσος (Misal, τχ. 4, 278-289), αλλά τα χαρίσματά του φαίνονται ιδιαίτερα στη μετάφραση του εμβληματικού για το έργο του Βιζυηνού Το αμάρτημα της μητρός μου (Pregreshenieto na mayka mi), που φιλοξενείται επίσης στο περιοδικό Misal το 1902 (τχ. 5, 352-358. 6, 411-420). Ο Dorev είναι ένας από τους καλύτερους μεταφραστές μέχρι τον Βʹ Παγκόσμιο πόλεμο. Χαρακτηριστική είναι η ικανότητά του να προσεγγίζει σε μέγιστο βαθμό το κείμενο του πρωτοτύπου και παράλληλα με αυτό να βρίσκει εντυπωσιακά ακριβείς, ανάλογους όρους στα βουλγαρικά, οι οποίοι αντιστοιχούν στο ύφος του πρωτοτύπου.

Ενδεικτικό είναι το γεγονός ότι το διήγημα του Βιζυηνού δημοσιεύεται στο περιοδικό Misal. Την εποχή εκείνη αυτό το περιοδικό αποτελεί το βήμα έκφρασης των καλύτερων βούλγαρων λογοτεχνών και κριτικών με κοινό χαρακτηριστικό τους τον μοντέρνο τρόπο έκφρασης. Η εμφάνιση τούτης της μετάφρασης τόσο νωρίς είναι χαρακτηριστική. Πρόκειται για μια σαφή ένδειξη ότι οι βούλγαροι διανοούμενοι έχουν νιώσει τον κόσμο του «ανατολίτη που έρχεται από τη Δύση», σύμφωνα με τον ορισμό διακεκριμένου έλληνα μελετητή (Μουλλάς 1996, ξθʹ). Το διήγημα του Βιζυηνού συνοδεύεται και από ένα φιλολογικό σημείωμα για τον συγγραφέα, γραμμένο επίσης από τον Dorev. Μπορούμε να θεωρήσουμε πως πρόκειται για την πρώτη βιβλιογραφικά αποδεδειγμένη εμφάνιση μεταφρασμένου έργου του Βιζυηνού στη Βουλγαρία.

Το ίδιο διήγημα, τούτη τη φορά με ελαφρώς αλλαγμένο τον μεταφρασμένο τίτλο (Grehat na mayka mi), σε μετάφραση του Milko Tzonev, κάνει την εμφάνισή του κάμποσες δεκαετίες αργότερα στην ανθολογία Gratzki razkazi [Ελληνικά διηγήματα. Zhechev & Genov 1982, 16-38], μαζί με έργα των Ροΐδη, Παπαδιαμάντη, Καρκαβίτσα, Μωραϊτίδη, Παλαμά, Δροσίνη, Νιρβάνα. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η ιδιάζουσα γλώσσα του συγγραφέα δύσκολα μπορεί να αποδοθεί αντίστοιχα στη βουλγαρική, η ψυχολογική υποβολή διατηρείται σε μέγιστο βαθμό. Η επιλογή και ο πρόλογος της ανθολογίας είναι του καθηγητή Marin Zhechev. Στη σύντομη εργογραφία που προηγείται του διηγήματος, ο Βιζυηνός χαρακτηρίζεται ως μία «από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες στην ελληνική λογοτεχνία». Η παρουσίαση του συγγραφέα στην εν λόγω ανθολογία συμπληρώνεται και με μια σημαντική λεπτομέρεια, διότι, σε αντίθεση με τον πρόλογο στην προγενέστερη Antologia na novata gratzka poezia [Ανθολογία της νεοελληνικής ποίησης. Bozhilov et al. 1960, τόμ. 1, 9-28], εξαίρεται αυτή τη φορά η υψηλή καλλιτεχνική αξία των διηγημάτων του.

Προφανώς οι βούλγαροι διανοούμενοι που είχαν πρόσβαση στη νεοελληνική λογοτεχνία δεν έμειναν αδιάφοροι μπροστά στη δραματικότητα του έργου του Βιζυηνού ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα. Σε αυτή την κρίση με οδηγεί το γεγονός ότι μεταφράσεις του έργου του Παπαδιαμάντη δημοσιεύονται για πρώτη φορά μόλις το 1936. Επίσης το ενδιαφέρον των μεταφραστών για το έργο του Καρκαβίτσα είναι πολύ μεταγενέστερο.[2] Φαίνεται πως οι βούλγαροι μεταφραστές του έργου του Βιζυηνού δεν επηρεάστηκαν από τη σχέση του με την ηθογραφία, από την υποβάθμισή του σε «περιφερειακό» συγγραφέα, αλλά ούτε και από την καθυστερημένη αποδοχή του από τη νεοελληνική κριτική. Με κανέναν τρόπο οι στερεότυπες περιφρονητικές εκτιμήσεις δεν έχουν αγγίξει εκείνους που, καθώς είχαν πρόσβαση στη νεοελληνική λογοτεχνία σε δύο ριζικά διαφορετικές περιόδους της νεότερης ιστορίας της Βουλγαρίας (στις αρχές του 20ού αιώνα και στην εικοσαετία 1960-1982), έδωσαν τη δυνατότητα στον βούλγαρο αναγνώστη να πλησιάσει την ιδιάζουσα, διαφορετική, «ελληνική» ακτινοβολία του ευρωπαίου Βιζυηνού, ο οποίος επανέρχεται συνεχώς στην πατρική του Θράκη.

Για να επιβεβαιώσω το σκεπτικό μου σε ό,τι αφορά την εξαιρετική αίσθηση των βούλγαρων μεταφραστών της νεοελληνικής λογοτεχνίας μετά την απελευθέρωση, θα μπορούσα να αναφέρω το γεγονός ότι έργα του Δροσίνη εμφανίζονται για πρώτη φορά στη βουλγαρική γλώσσα ήδη το 1900. Πρόκειται για τα ποιήματα «Τα δύο ρόδα» [«Dvete rozi»] και «Αστεράκι» [«Zvezditza»] σε μετάφραση του S. Srebrov, που δημοσιεύονται στο περιοδικό Balgarski pregled (τχ. 5, 2-3. 6, 7), ενώ το ποίημα του Γεώργιου Ζαλοκώστα «Το φίλημα» [«Tzelouvka»], σε μετάφραση του Konstantin Velichkov, δημοσιεύεται τον Ιούλιο του 1902 στο περιοδικό Letopisi (τχ. 9, 197).

Ωστόσο, μεθοδικότερη και συστηματικότερη προσπάθεια για μια πιο ολοκληρωμένη παρουσίαση των επιτευγμάτων της νεοελληνικής λογοτεχνίας γίνεται, για πρώτη φορά, με την προετοιμασία και έκδοση των ανθολογιών: Antologia na novata gratzka poezia [Ανθολογία της νεοελληνικής ποίησης. Bozhilov et al. 1960], Za skapata svoboda [Για την πανάκριβη τη λευτεριά. Gechev et al. 1963], Gratzki morski noveli [Ελληνικές νουβέλες της θάλασσας. Zhechev & Alipiev 1975], Mlada gratzka poezia [Νέα ελληνική ποίηση. Lazu & Hinkova 1976], Gratzka poezia XX v. [Ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα. Gechev 1978], Gratzka poezia XIX v. [Ελληνική ποίηση του 19ου αιώνα. Gechev, Bozhilov & Zhechev 1979] και Gratzki razkazi [Ελληνικά διηγήματα. Zechev & Genov 1982].

Για τη μετάφραση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη βουλγαρική ενδιαφέρον παρουσιάζει η μεταφραστική παρουσία του Διονύσιου Σολωμού. Η πρώτη μετάφραση στίχων του Σολωμού, βιβλιογραφικά καταγεγραμμένη, είναι του 1948. Ανήκει στον μεγάλο βούλγαρο φιλόσοφο Alexander Nichev και είναι η μετάφραση των πρώτων στροφών του Ύμνου εις την Ελευθερίαν, δημοσιευμένη στην εβδομαδιαία εφημερίδα Literaturen front (1948, τχ. 5, 3).

Μεταφράσεις άλλων έργων του Σολωμού δημοσιεύονται αργότερα, για πρώτη φορά στον πρώτο τόμο της Antologia na novata gratzka poezia. Γενικότερα για αυτή την ανθολογία, η επιλογή των έργων είναι πετυχημένη, εφόσον έχει γίνει με σκοπό να παρουσιαστούν πραγματικά εκείνοι οι ποιητές και εκείνα τα έργα που συνδιαμορφώνουν την υπόσταση της νεοελληνικής ποίησης. Ο πρώτος ποιητής που παρουσιάζεται είναι ο Ρήγας· ακολουθούν ο Βηλαράς, ο Χριστόπουλος και ο Κάλβος. Το βιβλίο περιέχει σύντομη εισαγωγή του Bozhidar Bozhilov και εκτενή εισαγωγική επισκόπηση της εξέλιξης και των βασικών τάσεων της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τον 15ο αιώνα και έπειτα. Την επισκόπηση υπογράφει ο γνωστός ερευνητής και μεταφραστής της νεοελληνικής λογοτεχνίας Stefan Gechev. Οι συντάκτες της ανθολογίας ανέθεσαν τις μεταφράσεις σε διακεκριμένους ποιητές, όπως, μεταξύ άλλων, ο Athanas Dalchev, ο Veselin Hanchev, η Elisaveta Bagrjana, ο Ivan Radoev, η Blaga Dimitrova.

Το τμήμα της ανθολογίας που είναι αφιερωμένο στον Σολωμό ξεκινά με εργογραφικό σημείωμα για τον ποιητή. Είναι μεταφρασμένα τα ποιήματα Ξανθούλα, Η αγνώριστη, Ύμνος εις την Ελευθερίαν (απόσπασμα), Η καταστροφή των Ψαρών, Εις Φραγκίσκαν Φραίζερ, Λάμπρος (απόσπασμα), Ψυχούλα, Εις το θάνατον του Λορδ Μπάιρον (απόσπασμα), Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (απόσπασμα), Ο Κρητικός (απόσπασμα), Ωδή εις την Σελήνη. Η μαεστρία των μεταφραστών είναι αναμφισβήτητη: ο Mihail Marinov (Ξανθούλα, Η αγνώριστη), ο Bozhilov (Ύμνος εις την Ελευθερίαν, Ο Κρητικός), ο Krastjo Stanishev (Η καταστροφή των Ψαρών, Εις Φραγκίσκαν Φραίζερ, Λάμπρος, Ωδή εις την Σελήνη), ο Nikolay Marangozov (Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι), η Theodora Staykova (Ψυχούλα) κατορθώνουν να αποδώσουν το ύφος και τις περισσότερες φορές τον ρυθμό του σολωμικού στίχου. Σε μέγιστο βαθμό διατηρείται η υποβολή του ποιητή και η μουσικότητα των στίχων.

Ένας από τους επιμελητές της ανθολογίας αυτής, ο Bozhilov, δικαιολογημένα επισημαίνει στην εισαγωγή πως η συγκεκριμένη έκδοση «θα συνεισφέρει στο να ρίξουμε μία σύντομη, αλλά φιλική ματιά στην ποίηση της γειτονικής Ελλάδας, να κάνουμε ένα σπουδαίο βήμα για να γνωρίσουμε και να αγαπήσουμε αυτή τη μεγάλη ποίηση» (Bozhilov et al. 1960, τόμ. 1, 6-7).[3] Σε αυτή την εισαγωγή, όπως και στην επισκόπηση, η νεοελληνική ποίηση παρουσιάζεται ως κληρονόμος των λαμπρών επιτευγμάτων της κλασικής Ελλάδας και της βυζαντινής παράδοσης.

Παρόμοια μεταγενέστερη έκδοση είναι η ανθολογία Gratzka poezia XIX v. [Ελληνική ποίηση του 19ου αιώνα. Gechev, Bozhilov & Zhechev 1979] που κυκλοφόρησε το 1979 από τον εκδοτικό οίκο Narodna kultura, με την επιμέλεια των Gechev, Bozhilov και Zhechev. Στον πρόλογό της αναλύονται τα κύρια χαρακτηριστικά της νεοελληνικής ποίησης αυτής της περιόδου και αναφέρονται ιδιάζοντα φαινόμενα της ελληνικής πνευματικής ζωής κατά τον 19ο αιώνα. Εκτός από τον Σολωμό παρουσιάζονται οι ποιητές: Κάλβος, Βαλαωρίτης, Σουρής, Παλαμάς, Μαβίλης, Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Μαλακάσης, Γρυπάρης, Παπαντωνίου, Πορφύρας, Σκίπης. Ύστερα από σύντομα σημειώματα για τη ζωή και το έργο του Σολωμού, ακολουθούν οι μεταφράσεις των ποιημάτων Ύμνος εις την Ελευθερίαν (απόσπασμα), Ο Κρητικός (απόσπασμα), Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (απόσπασμα), Η Καταστροφή των Ψαρών, Εις Φραγκίσκα Φραίζερ, Λάμπρος (απόσπασμα), Ωδή εις την Σελήνη, Εις το θάνατον του Λορδ Mπάιρον (απόσπασμα). Οι μεταφράσεις είναι του Bozhilov και του Stanishev.

Η εισαγωγή, γραμμένη από τον μακαρίτη δάσκαλό μου Zhechev, εξετάζει την εξέλιξη της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Υπογραμμίζεται ο εξαιρετικός ρόλος του Σολωμού στη δημιουργία της νέας λογοτεχνικής παράδοσης και παρουσιάζεται ο ποιητής ως «ανυπέρβλητος δημιουργός», ο οποίος «πρώτος ανοίγει τους μεγάλους ορίζοντες της ποίησης» (σ. 9-11).

Στις δύο παραπάνω ανθολογίες εκτός από τη διαφορά στην επιλογή των σολωμικών ποιημάτων, ουσιαστικά διαφέρει και η παρουσίαση του ποιήματος Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, τα αποσπάσματα του οποίου στην Gratzka poezia XIXv. συνοδεύονται από σημειώσεις του ποιητή στα τρία Σχεδιάσματα, κάτι το οποίο βοηθά τον βούλγαρο αναγνώστη να πλησιάσει περισσότερο το κείμενο και να αισθανθεί την υποβολή του ποιητή. Στην ίδια ανθολογία υπάρχουν επίσης μικρές διορθώσεις στη μετάφραση των ποιημάτων Η Καταστροφή των Ψαρών και Ύμνος εις το θάνατον του Λορδ Μπάιρον. Επιπλέον, στην ανθολογία του 1979 παρουσιάζονται λεπτομερώς και το έργο και η ζωή του Σολωμού (σ. 36-38) και υπογραμμίζονται οι αντιλήψεις του για την τέχνη γενικά, όπως τις εκθέτει ο ίδιος στον Διάλογό του. Ιδιαίτερα τονίζεται το γεγονός ότι ο Σολωμός δημιουργεί δική του παράδοση η οποία «θεμελιώνει ολόκληρη τη νεοελληνική λογοτεχνία, αποτελεί μια πλούσια αρχή και ανοίγει τον δρόμο προς τις κορυφές της παγκόσμιας ποίησης» (σ. 38).

Το 1973 στο λογοτεχνικό περιοδικό Rodna rech (τχ. 3, 58-59) δημοσιεύεται ακόμη ένα έργο του Σολωμού, το ποίημα Γαλήνη, μαζί με μεταφράσεις των ποιημάτων: Ύμνος εις την Ελευθερίαν (αποσπάσματα), Η Καταστροφή των Ψαρών και Οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι (αποσπάσματα). Οι μεταφράσεις είναι των Zhehcev και Grigor Lenkov.

Ιδιαίτερος λόγος για τον Σολωμό γίνεται και σε δύο άλλες εκδόσεις αφιερωμένες στη νεοελληνική λογοτεχνία: η πρώτη βλέπει το φως της δημοσιότητας το 1975 και έχει τον τίτλο Pogled kam savremennata gratzka literatura [Ματιά στη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία. Zhechev 1975]. Το πρώτο άρθρο σε αυτό το βιβλίο με τίτλο «Njakoi tendentzii v razvitieto na savremennata gratzka literatura» [Μερικές τάσεις στην εξέλιξη της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, σ. 5-10] εξετάζει το σολωμικό έργο μέσα στα συμφραζόμενα της εξέλιξης της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τον 19ο αιώνα και έπειτα. Στο ίδιο βιβλίο περιλαμβάνεται και το δοκίμιο «Dionisios Solomos – bard na svobodata» [Διονύσιος Σολωμός – βάρδος της ελευθερίας, σ. 127-132].

Στο δεύτερο βιβλίο με τίτλο Gratzki literaturni paraleli [Ελληνικοί λογοτεχνικοί βίοι παράλληλοι] ο Zhechev αναφέρεται πολλές φορές στον εξαιρετικό ρόλο του έργου του μεγάλου έλληνα ποιητή στην εξέλιξη της νεοελληνικής ποίησης (Zhechev 1979). Βέβαια τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη έκδοση περιλαμβάνουν μελέτες που πραγματεύονται τα χαρακτηριστικά της νεοελληνικής λογοτεχνίας του 20ού αιώνα.

Άλλη μία προσπάθεια παρουσίασης του έργου του Σολωμού στο βουλγαρικό κοινό είναι η μελέτη του καθηγητή Γιάννη Μότσιου, δημοσιευμένη στη ρωσική γλώσσα, με τίτλο «Трагический элементь в поэзии Соломоса и Ботева» [Tragicheskii element v poezii Solomosa i Boteva - Το τραγικό στοιχείο στην ποίηση του Σολωμού και του Botev. Mochos 1978]. Ένα προγενέστερο δημοσίευμα είναι και το άρθρο του Marko Douvalevski, αφιερωμένο στην επέτειο των 100 χρόνων από τον θάνατο του Σολωμού (Douvalevski 1957).

Η δίτομη, δίγλωσση (βουλγαρικά-ελληνικά) έκδοση Savremenna gratzka poezia [Σύγχρονη ελληνική ποίηση. Gechev 1997, 1998], σε μετάφραση και επιμέλεια του Gechev, αποτελεί συνέχεια της προσπάθειάς του να γίνει η νεοελληνική ποίηση προσιτή στον βούλγαρο αναγνώστη, αλλά αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, και συνέχεια των προγενέστερων ανθολογιών της εικοσαετίας 1960-1980, στις οποίες αναφερθήκαμε προηγουμένως. Οι δύο τόμοι παρουσιάζουν το επιβλητικό έργο του γνωστού νεοελληνιστή, συγκεντρώνοντας μεταφράσεις του που έχουν δημοσιευθεί στον περιοδικό τύπο και στις προηγούμενες ανθολογίες, καθώς και αδημοσίευτες μέχρι τότε μεταφράσεις του. Ο πρώτος τόμος (1997) περιλαμβάνει μεταφράσεις έργων των Καβάφη, Σεφέρη και Δικταίου. Στον δεύτερο, που εκδίδεται το επόμενο έτος, παρουσιάζονται με μεταφράσεις έργων τους η Καρέλλη, ο Θέμελης, ο Παπατσώνης, ο Εμπειρίκος, ο Σαραντάρης, ο Καραντώνης, ο Εγγονόπουλος, ο Βαρβιτσιώτης και η Βακαλό.

Το χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο ζουν και δημιουργούν αυτοί οι ποιητές είναι αρκετά μεγάλο. Το γεγονός αυτό απαιτεί από τον μεταφραστή πολύ μεγαλύτερη προσπάθεια, προκειμένου να ενταχθεί κάθε φορά στο συγκεκριμένο έργο και την εποχή του. Παρ’ όλα αυτά, η ίδια η επιλογή των συγγραφέων και των έργων υποδεικνύει κατά κάποιο τρόπο τους δεσμούς του μεταφραστή με τη νεοελληνική ποίηση, όπως και την ακριβή αίσθησή του για τα φαινόμενα που εξελίσσονται σε αυτή. Οπωσδήποτε τα μεταφραζόμενα έργα δεν είναι ισοδύναμα, όμως το γεγονός της ίδιας της παρουσίασης των ποιητών είναι από μόνο του εξαιρετικά πολύτιμο.

Ο Gechev έχει μεταφράσει επίσης μέρος των έργων του μεγάλου έλληνα ποιητή Γιάννη Ρίτσου. Άλλωστε, οι περισσότερες μεταφράσεις ποιημάτων του Ρίτσου που έχουν γίνει από γνωστούς βούλγαρους ποιητές στις αναφερόμενες ανθολογίες, βασίζονται στις κατά λέξη μεταφράσεις του Gechev. Η πρώτη δημοσίευση μετάφρασης του Ρίτσου φέρνει την υπογραφή της διακεκριμένης ποιήτριας Elisaveta Bagrjana: πρόκειται για το ποίημα «Ειρήνη» (το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Literaturen front [26 Ιουνίου 1958, 3]). Έργα του Ρίτσου έχουν μεταφράσει και οι εξής: Veselin Hanchev, Angel Todorov, Pavel Matev, Tzvetan Stojanov, Savas Ahilea, Argyris Mitropulos, Mihail Berberov, Vladimir Bashev, Ivan Davidkov, Petar Volgin, Christo Chernaev, Petar Evtimov. Στις σελίδες του περιοδικού τύπου εμφανίζονται και πολλές συνεντεύξεις του ποιητή. Το εξαιρετικό ενδιαφέρον για τον Ρίτσο στη Βουλγαρία θα μπορούσε να αποδοθεί στις αριστερές αντιλήψεις του και στη σύνδεσή του με τη σοσιαλιστική Βουλγαρία λόγω της ιδεολογικής του τοποθέτησης στο Κ.Κ.Ε. Αυτή όμως είναι μόνο η μία πλευρά της αλήθειας, διότι η δύναμη του ποιητικού του ταλέντου είναι ανεπανάληπτη, όπως φαίνεται και από τις συλλογές έργων του που εκδίδονται στα βουλγαρικά κατά το 1970 και 1977. Η πρώτη συλλογή ποιημάτων, σε επιλογή και μετάφραση του Savas Ahilea και επιμέλεια του Krastjo Stanishev, φέρει τον τίτλο Ratzete na drugarite [Τα χέρια των συντρόφων. Ritzos 1970]. Αξιολογότερα έργα του Ρίτσου κάνουν την εμφάνισή τους επτά χρόνια αργότερα με τη συλλογή Korenite na sveta [Οι ρίζες του κόσμου. Ritzos 1977]. Η συγκεκριμένη έκδοση (επιλογή, περιεχόμενο και έκταση) παρουσιάζει επαρκώς το έργο του έλληνα ποιητή. Η επιλογή είναι και πάλι του Ahilea και η επιμέλεια του Petar Karaangov. Ο Ρίτσος είναι από τους καλύτερα προβεβλημένους στη Βουλγαρία έλληνες λογοτέχνες και μπορούμε να ισχυριστούμε πως η προσοχή που αποδίδεται στο έργο του, πέρα από τις ιδεολογικές συγγένειες, είναι απολύτως δικαιολογημένη.

Στη μεταφρασμένη στα βουλγαρικά νεοελληνική λογοτεχνία είναι σχετικά έντονη η παρουσία συγγραφέων που έχουν δημιουργήσει τη λεγόμενη λογοτεχνία «της χαμένης πατρίδας» κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και τις πρώτες δεκαετίες μετά τον Βʹ Παγκόσμιο πόλεμο. Ο Ηλίας Βενέζης, η Έλλη Αλεξίου και η Διδώ Σωτηρίου βρίσκουν τον κοινό παρονομαστή τους στη σταθερή προσήλωσή τους στο αυτοβιογραφικό στοιχείο και τον σημαντικό ρόλο της ανάμνησης στα μυθιστορήματα και στα διηγήματά τους και ταυτοχρόνως στην αναδυόμενη από αυτά νοσταλγία της αφήγησης. Μεταφρασμένα στη βουλγαρική είναι η Αιολική γη, ένα από τα πιο γνωστά μυθιστορήματα του Βενέζη, το 1983 σε μετάφραση του Ivan Dimitrov, τα Ματωμένα χώματα της Σωτηρίου, το 1963 σε μετάφραση του Georgi Hristov, και το μυθιστόρημα της Αλεξίου Παραπόταμοι, το 1956 σε μετάφραση του St. Stojanov. Οι μεταφράσεις των μυθιστορημάτων, όπως και διηγημάτων των ίδιων συγγραφέων, που δημοσιεύονται σε διάφορες περιοδικές εκδόσεις, είναι καλές και έχουν γίνει με αίσθηση των ιδιαίτερων στοιχείων της αφήγησης. Τελικά κατορθώνουν να παρουσιάσουν στον βούλγαρο αναγνώστη εμβληματικά έργα μιας λογοτεχνικής τάσης χαρακτηριστικής για την ελληνική πεζογραφία, κυρίως κατά τις δεκαετίες του 1930 και 1940.

Πρέπει να επισημάνω πως το λογοτεχνικό περιβάλλον στη Βουλγαρία μετά το 1949, όταν κοπάζει ο εμφύλιος πόλεμος στην Ελλάδα, μα και κατά τις μετέπειτα δεκαετίες, είναι ιδιόμορφο. Στη χώρα εγκαθίσταται ένας σημαντικός αριθμός ελλήνων διανοουμένων (μια μερίδα των οποίων είναι συγγραφείς), δημοσιογράφων και γενικά ανθρώπων των γραμμάτων. Αυτοί και οι απόγονοί τους όχι μόνο μεταφράζουν από τα ελληνικά, αλλά συνεργάζονται και με διάφορoυς εκδοτικούς οίκους και περιοδικές εκδόσεις. Το γεγονός αυτό συμβάλλει επιπρόσθετα στη σύνδεση με τη νεοελληνική λογοτεχνία, έστω και αν αρχικά το ενδιαφέρον στρέφεται στα νεοελληνικά λογοτεχνικά έργα με σαφή πολιτικό προσανατολισμό. Σε αυτό το πλαίσιο και σε σχέση με τις πολιτικές συνθήκες και το πνευματικό περιβάλλον, ιδίως κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ο έλληνας δημιουργός με το περισσότερο δημοσιευμένο έργο στη Βουλγαρία είναι ο ποιητής Αργύρης Μητρόπουλος, έλληνας πολιτικός πρόσφυγας, μόνιμα διαμένων στη Βουλγαρία.

Πάντα για τους ίδιους λόγους, στη χώρα μας είναι εξαιρετικά πολλά τα έργα ενός συγγραφέα που στην ουσία δεν αφήνει κάποια σημαντικά ίχνη στη νεοελληνική λογοτεχνία, ακόμα και στην πολιτικά στρατευμένη αριστερή λογοτεχνία: του Μενέλαου Λουντέμη. Στον περιοδικό τύπο εμφανίζονται δικά του ποιήματα, άρθρα, ταξιδιωτικές σημειώσεις, συνεντεύξεις, και μεταφράζονται πέντε μυθιστορήματά του[4]: Συννεφιάζει (1958), Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα (1959), Οι κερασιές θ’ ανθίσουν και φέτος (1959), Το ρολόι του κόσμου χτυπά μεσάνυχτα (1962) και Η φυλακή του κάτω κόσμου (1966). Προφανώς, οι συγκεκριμένες επιλογές γίνονται με ισχυρά ιδεολογικά κριτήρια. Οι προσπάθειες των μεταφραστών Anastas Kodjaev, P. Petrov, S. Shishkov, Stefan Gechev και Georgi Hristov δεν μπορούν να προσδώσουν στα κείμενα την απαραίτητη πειστικότητα και αμεσότητα, αν και στο γενικό λογοτεχνικό περιβάλλον, γεμάτο με άμεσες ιδεολογικές υποβολές, τα μυθιστορήματα του Λουντέμη με την αφέλειά τους βρίσκουν την εύλογη και αποδεκτή θέση τους.

Χαρακτηριστική του ενδιαφέροντος για τη νεοελληνική λογοτεχνία (το οποίο συνεχίζεται αμείωτο κατά τη δεκαετία του 1990) είναι η εμφάνιση σειράς μεταφράσεων στο πρώτο τεύχος του περιοδικού Ah, Maria το 1996. Τα μεταφρασμένα κείμενα εισάγονται με τον πρόλογο του Zhechev «Za kakvo sa poetite» [Γιατί χρειάζονται οι ποιητές. τχ. 1, 110-114]. Τα κείμενα που επιλέγονται είναι ποικίλα αλλά σε σημαντικό βαθμό αντιπροσωπευτικά των διαφορετικών τάσεων στη νεοελληνική λογοτεχνία του περασμένου αιώνα: Καβάφης, Βάρναλης, Καζαντζάκης, Καρυωτάκης, Σεφέρης, Ρίτσος, Εγγονόπουλος, Ελύτης, Σαχτούρης, Νάνος Βαλαωρίτης, Μαστοράκη. Δίπλα στα διακεκριμένα ονόματα μεταφραστών, όπως οι Georgi Kufov, Stefan Gechev και Marin Zhechev, στέκονται επάξια η Zdravka Mihailova και η Kalina Garelova, με αναγνωρισμένη ήδη τη θέση τους στη μετάφραση της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα βουλγαρικά. Η Mihailova δραστηριοποιείται με επιτυχία σε αυτόν τον τομέα ήδη από τη δεκαετία του 1980. Το 1999 η νεαρή νεοελληνίστρια Dragomira Valcheva εξέδωσε τη μετάφραση του εμβληματικού μυθιστορήματος του Κώστα Ταχτσή Το τρίτο στεφάνι, μια πολύ σοβαρή και ευτυχώς πετυχημένη πρωτοβουλία, που εμπλούτισε πραγματικά το πανόραμα της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη Βουλγαρία.

Οι περιοδικές εκδόσεις και ιδιαίτερα οι λογοτεχνικές περιοδικές εκδόσεις εξακολουθούν να περιλαμβάνουν μεταφράσεις ελλήνων συγγραφέων. Αυτό οφείλεται σε μια ήδη διαμορφωμένη μεταφραστική παράδοση. Η τάση να παρουσιάζονται μεταφράσεις έργων νέων και γενικότερα σύγχρονων ελλήνων ποιητών (την οποία ουσιαστικά πρώτος ξεκίνησε ο Gechev στις αρχές της δεκαετίας του 1960) παρατηρείται σαφέστατα και στο τέλος της δεκαετίας του 1990. Xαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η παρουσίαση ποιημάτων του Γιάννη Κοντού το 1999 στο περιοδικό Leteratoura (τχ. 21, 74-75). Η μεταφράστρια Jana Bukova κατορθώνει να αποδώσει το χαρακτηριστικό ύφος του ποιητή, μιας από τις εντονότερες φωνές της Γενιάς του 1970. Η προσέγγιση και μόνο αυτής της ποίησης αποτελεί ένα σημάδι εξοικείωσης με αυτή, με τον πολιτισμό μέσα από τον οποίο γεννήθηκε. Για τον λόγο αυτόν το θεωρώ εξαιρετικά θετικό μεταφραστικό γεγονός.

Εν κατακλείδι, ανακεφαλαιώνοντας τα συμπεράσματα από την έρευνα για την υποδοχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας στη Βουλγαρία, θα σημείωνα πως το είδος που μεταφράζεται κυρίως είναι η ποίηση. Από το σύνολο 157 αυτοτελών βιβλίων (συμπεριλαμβανομένων και των συλλογικών τόμων και των διάφορων ανθολογιών) τα 43 βιβλία είναι μεταφράσεις ποιητικών έργων. Η αναλογία αυτή δεν πρέπει να μας ξεγελά, διότι ανάμεσα στα πεζά έργα είναι και αρκετά με προπαγανδιστικό χαρακτήρα, συλλογές και έργα συγγραφέων που είναι ιδεολογικά υπερφορτωμένα και επομένως όλα αυτά βρίσκονται μακριά από τα αντιπροσωπευτικά για τη νεοελληνική πεζογραφία κείμενα.

Το ενδιαφέρον των βούλγαρων μεταφραστών είναι στραμμένο αποκλειστικά στον 19ο και τον 20ό αιώνα, με ιδιαίτερη έμφαση στην περίοδο του Μεσοπολέμου και την περίοδο μέχρι και τη δεκαετία του 1970. Λείπουν (με ελάχιστες εξαιρέσεις) μεταφράσεις έργων της δημώδους ελληνικής γραμματείας του 11ου και 12ου αιώνα καθώς και της περιόδου 1204-1453, αλλά και της λογοτεχνικής παραγωγής μετά την Άλωση (16ος-17ος αιώνας). Η νεοελληνική υπερρεαλιστική γραφή παρουσιάζεται φευγαλέα και αποσπασματικά. Επίσης, ο βούλγαρος αναγνώστης δεν γνωρίζει τη λογοτεχνία της λεγόμενης «Σχολής της Θεσσαλονίκης».

Στη Βουλγαρία επίσης δεν είναι γνωστές οι τάσεις της σύγχρονης ελληνικής πεζογραφίας, παρ’ όλες τις προσπάθειες του ελληνικού κράτους, τον τελευταίο καιρό, να φέρει έλληνες λογοτέχνες σε επαφή με το βουλγαρικό κοινό μέσω της πρεσβείας στη Σόφια.

Η εκδοτική δραστηριότητα στη Βουλγαρία τα τελευταία 12 χρόνια είναι προσανατολισμένη αποκλειστικά στην άμεση εμπορική επιτυχία. Στο πλαίσιο αυτό οι (αυτοτελείς) εκδόσεις μεταφράσεων έργων ελλήνων λογοτεχνών σπανίζουν και στον βαθμό που υπάρχουν, έχουν πάρα πολύ μικρή κυκλοφορία. Οι εξαιρέσεις είναι ελάχιστες, όπως, λ.χ., η δίτομη έκδοση Savremenna gratzka poezia [Σύγχρονη ελληνική ποίηση. Gechev 1997, 1998], η οποία έγινε με τη χρηματοδότηση της ελληνικής πρεσβείας στη Σόφια. Δεν υπάρχει πλέον η οργάνωση και το σύστημα της πολιτικής-προπαγανδιστικής σκοπιμότητας των μεγάλων σοσιαλιστικών εκδοτικών οίκων ούτε όμως και βρέθηκε στη θέση τους κάποιος φορέας, ο οποίος θα κληρονομούσε τη θετική παράδοση που είχε δημιουργηθεί, στηριγμένος έστω στις προσπάθειες ορισμένων ταλαντούχων νεοελληνιστών.

Από τους ποιητές οι περισσότερο μεταφρασμένοι είναι οι Καβάφης, Ρίτσος, Σεφέρης και Ελύτης, και ακολουθούν οι Σικελιανός και Δικταίος. Στον χώρο της πεζογραφίας αναμφισβήτητα από τους πιο μεταφρασμένους συγγραφείς είναι ο Καζαντζάκης και ο Βάρναλης, έχοντας βέβαια υπόψη όλα όσα ανέφερα παραπάνω για την εκδοτική πολιτική και τη μεταφραστική πρακτική που επικρατούσαν από το 1945 έως και το 1990-1991 (βλ. Παράρτημα).

Από τους μεταφραστές που συνδέθηκαν με τη νεοελληνική λογοτεχνία, βρίσκεται σε πρώτη θέση ο Gechev, ο οποίος σφράγισε με το έργο του ιδιαίτερα τον χώρο της ποίησης την περίοδο από τη δεκαετία του 1960 έως και το τέλος του 20ού αιώνα. Οι Zhechev, Berberov, Dalchev, Georgi Mitzkov, Alexandar Muratov και Stanishev έμειναν στην ιστορία της μετάφρασης ως οι πιο διακεκριμένοι γνώστες, μεταφραστές και επιμελητές των εκδόσεων νεοελληνικής ποίησης στη Βουλγαρία. Ο Kufov (ο οποίος μετέφρασε τον Καζαντζάκη και στη συνείδηση του βουλγαρικού κοινού ταυτίστηκε, σε μεγάλο βαθμό, με τον συγγραφέα) μαζί με τον Tzonev και τον Evtimov είναι οι μεταφραστές που έκαναν τις πιο πολλές μεταφράσεις πεζών έργων (βλ. Παράρτημα).

Στις αρχές του 21ου αιώνα στον χώρο της μετάφρασης της νεοελληνικής λογοτεχνίας στα βουλγαρικά διαφαίνονται καινούριοι ορίζοντες. Προφανώς και λόγω των οικονομικών συνθηκών οι εκδοτικοί οίκοι συγκεντρώνουν τις προσπάθειες ειδικών και μεταφραστών με σκοπό την έκδοση αφιερωμάτων στο πλαίσιο κυκλοφορίας εξειδικευμένων περιοδικών. Πέρα από τις οικονομικές συγκυρίες, η τάση αυτή φαίνεται να ακολουθεί και τον διεθνή προσανατολισμό, ο οποίος προσδίδει στον συγκεκριμένο τύπο οργάνωσης κειμένων ιδιαίτερη σημασία. Στη Βουλγαρία, όπως ήδη ανέφερα, το φαινόμενο προϋπήρχε, αλλά διαμορφώθηκε οριστικά μετά το 1999.

O λόγος για τον εκδοτικό οίκο του Foundation for Bulgarian Literature, ο οποίος, με τη χορηγία του Υπουργείου Πολιτισμού της Ελλάδας, εξέδωσε το 2002 ένα τεύχος του περιοδικού Ah, Maria (τχ. 12), αφιερωμένο στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Εμπειρίκου. Η επιλογή των κειμένων είναι της γνωστής νεοελληνίστριας Zdravka Mihailova και μεταφραστές είναι η ίδια και οι Gechev, Bukova, Dostena Angelova-Lavern. Επιβεβαίωση και συνέχεια αυτής της πρωτοβουλίας είναι η κυκλοφορία του επόμενου τεύχους του ίδιου περιοδικού, αφιερωμένου αυτή τη φορά στα 100 χρόνια από τη γέννηση του Σεφέρη. Η επιλογή των κειμένων είναι και πάλι της Mihailova και τα κείμενα είναι μεταφρασμένα από τους Stefan Gechev, Boris Zhogov, Dostena Angelova-Lavern, Zdravka Mihailova, Ira Daniel, Jordan Poromanski, Rumen Barosov, Tzvetanka Elenkova, Jana Bukova. Και στις δύο περιπτώσεις η παρουσίαση των συγγραφέων είναι ισορροπημένη. επίσης, είναι ευδιάκριτη η πετυχημένη απόδοση από τους έμπειρους μεταφραστές, καθώς και τα ίχνη της προηγούμενης παράδοσης στον χώρο της μετάφρασης από τα ελληνικά, αλλά και η συνεισφορά ως νέα αντίληψη και ύφος, των νεότερων συνεργατών των εκδόσεων αυτών.

Άλλη ένδειξη του σταθερού ενδιαφέροντος του βουλγαρικού κοινού προς τη νεοελληνική λογοτεχνία είναι οι εκδόσεις του οίκου Balkani, η πολιτική του οποίου είναι να τοποθετεί τις μεταφράσεις ελλήνων συγγραφέων στο πλαίσιο της λογοτεχνίας των Βαλκανίων. Ο σκοπός του εκδοτικού οίκου είναι να παρουσιάσει γνωστά και άγνωστα κείμενα των πιο διακεκριμένων και βραβευμένων λογοτεχνών από τη βαλκανική χερσόνησο. Η ιδέα αυτή υλοποιείται στην περίπτωση της ελληνικής γλώσσας με την έκδοση επιλεγμένων ποιητικών και πεζών έργων των δύο βραβευμένων με το Νόμπελ ελλήνων ποιητών, Σεφέρη και Ελύτη (βλ. αντίστοιχα Seferis 2002 και Elitis 2003). Η επιλογή των κειμένων και η ευθύνη της σύνταξης των δύο εκδόσεων είναι του γνωστού βούλγαρου φιλολόγου και κριτικού λογοτεχνίας καθηγητή Svetlozar Igov, ενώ μεταφραστές του Σεφέρη είναι ο Gechev και η Mihailova, και του Ελύτη οι Gechev, Mihailova και Berberov. Όπως φαίνεται, ένα μεγάλο μέρος από τις μεταφράσεις που περιλαμβάνονται αποτελούν ουσιαστικά αναδημοσίευση παλαιότερων μεταφράσεων –με την εξαίρεση μεταφράσεων της Mihailova.

Παρ’ όλα αυτά, οφείλουμε να αποτιμήσουμε θετικά τις συγκεκριμένες εκδόσεις και ως προς τις επιμέρους ενότητες μεταφρασμένων κειμένων που περιέχουν και ως προς την ποιότητα της μετάφρασης: ορισμένες από τις μεταφράσεις έχουν υποστεί επεξεργασία και παρουσιάζουν βελτιώσεις σε σύγκριση με τις προηγούμενες εκδόσεις τους. Μαζί με όλες τις δημοσιεύσεις (αυτοτελών και μη) νεοελληνικών λογοτεχνικών έργων, εξασφαλίζουν τη συνέχεια παλιότερων και νεότερων μεταφραστών, δημιουργώντας το κατάλληλο λογοτεχνικό και γενικά πνευματικό περιβάλλον για την επαγγελματική εξέλιξη των νεοελληνιστών που θα επέλεγαν τη μετάφραση ως μελλοντική σταδιοδρομία. Οι εκδόσεις αυτές θεμελιώνουν τη γέφυρα προς το μέλλον για όλους αυτούς που ασχολούνται με τον νεοελληνικό πολιτισμό και τη νεοελληνική λογοτεχνία ως έναν ιδιαίτερο χώρο σπουδών, έρευνας ή γενικότερα ως χώρο πνευματικών επαφών, είτε σε πλαίσιο διεπιστημονικό, είτε καθαρά στον χώρο της μεταφρασμένης λογοτεχνίας.

SANJA VELKOVA

Βιβλιογραφικές αναφορές

  1. ALEXIEVA, AFRODITA. 1979. Gratzkata prosveta i formiraneto nabalgarskata vazrozhdenska inteligentzija [Η ελληνική παιδεία και η διαμόρφωση της διανόησης της βουλγαρικής Αναγέννησης].Studia Balkanica 14:209-232.
  2. ____. 1987.Prevodnata proza otgratzki prez Vazrazhdaneto [Η μεταφρασμένη από τα ελληνικά πεζογραφίακατά την Αναγέννηση]. Σόφια: Izdatelstvo na BAN.
  3. BOZHILOV, BOZHIDAR ET AL., επιμ. 1960. Antologiana novata gratzka poezia [Ανθολογίατης νεοελληνικής ποίησης]. 2 τόμ. Σόφια: Balgarskipisatel.
  4. DANOVA, NADYA. 1994. Konstantin Georgiev Fotinov v kulturnoto iidejno-politicheskoto razvitie na Balkanite prez 19 v.[Ο K. G. Fotinov στην πολιτιστική και ιδεολογικoπολιτική εξέλιξη των Βαλκανίων κατά τον 19o αιώνα]. Σόφια: Izdatelstvo na BAN.
  5. DOUVALEVSKI, MARKO. 1957. Pevetzna svobodata i natzionalnata nezavisimost na gratzkija narod. Po sluchai100-godishninata ot smartta na Dionisios Solomos[Βάρδος της ελευθερίας και της εθνικής ανεξαρτησίας του ελληνικού λαού. Σχετικάμε τα εκατόχρονα από τον θάνατο του Διονύσιου Σολωμού]. Otechestvem front, 20 Μαρτίου,3.
  6. ELITIS,ODISEAS. 2003. Tjalotona ljatoto [Το σώμα του καλοκαιριού]. Επιλ. και επιμ. Svetlozar Igov. Balkanska biblioteka. Σόφια: Balkani.
  7. GECHEV, STEFAN, επιμ. 1978. Gratzka poezia XX v. [Ελληνική ποίηση του 20ού αιώνα]. Σόφια: Narodna kultura.
  8. ____, επιμ. & μτφρ. 1997. Savremenna gratzka poezia [Σύγχρονηελληνική ποίηση]. Τόμ. 1. Σόφια: Epsilon.
  9. ____. 1998. Savremenna gratzka poezia [Σύγχρονηελληνική ποίηση]. Τόμ. 2. Σόφια: Epsilon.
  10. GECHEV, STEFAN ET AL., επιμ. 1963. Za skapata svoboda [Για την πανάκριβη τη λευτεριά]. Σόφια: Narodna kultura.
  11. GECHEV, STEFAN, BOZHIDAR BOZHILOV & MARIN ZHECHEV. 1979. Gratzka poezia XIX v. [Ελληνικήποίηση του 19ου αιώνα]. Σόφια: Narodna kultura.
  12. KARKAVITZAS, ANDREAS. 1957. Dvata skeleta [Τα δύο σκέλεθρα]. Μτφρ. Dimitar Kitzevski. Za kooperativnoto zemedelie 101 (28 Απριλίου):4.
  13. ____. 1986. Chernijat koral [Το μαύροκοράλλι - Λόγια τηςπλώρης]. Μτφρ. Valentina Boneva. Επιμ. Ivan Genov. Σόφια: Narodna kultura.
  14. ΜΟΥΛΛΑΣ, ΠΑΝΟΣ. 1996. Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ. Μ. Βιζυηνός. Εισαγωγή στο Γεώργιος Bιζυηνός, Nεοελληνικά Διηγήματα, επιμ. Πάνος Mουλλάς, ιζʹ-ρλςʹ. Aθήνα:Eρμής.
  15. MOCHOS, JANIS. 1978. Трагический элементь в поэзии Соломоса и Ботева [Tragicheskii element v poeziiSolomosa i Boteva - Το τραγικό στοιχείο στην ποίηση του Σολωμού και του Botev]. Études Balkaniques4:39-45.
  16. LAZU, MARIA & VASILIKA HINKOVA, επιμ. 1976.Mlada gratzka poezia [Νέα ελληνικήποίηση]. Σόφια: Narodna kultura.
  17. RITZOS, YANIS. 1970. Ratzete na drugarite [Τα χέρια των συντρόφων]. Επιλ. και μτφρ. Savas Ahilea. Επιμ. Κrastjo Stanishev. Σόφια:Narodna kultura.
  18. ____. 1977. Korenite na sveta [Οι ρίζεςτου κόσμου]. Επιλ. και μτφρ. Savas Ahilea. Επιμ. Petar Karaangov. Σόφια: Narodna kultura.
  19. SEFERIS, JORGOS. 2002. Ezikat i chudovishteto [Η γλώσσακαι το τέρας]. Επιλ. και επιμ. Svetlozar Igov. Balkanska biblioteka. Σόφια: Balkani.
  20. VELKOVA, SANIA. 2007. Οι ελληνικές σπουδές στην Αλβανία,τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία. Στο Οιελληνικές σπουδές στην Ευρώπη. Ιστορική ανασκόπηση από την Αναγέννηση ώς το τέλοςτου 20ού αιώνα, επιμ. Ι.Ν. Καζάζης & S. Velkova, 225-253. Θεσσαλονίκη:Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.
  21. ZHECHEV, MARIN. 1975. Pogled kam savremennata gratzka literatura [Ματιάστη σύγχρονη ελληνική λογοτεχνία]. Επιμ. Elena Krasteva. Σόφια: Nauka i izkustvo.
  22. ____. 1979. Gratzki literaturni paraleli [Ελληνικοίλογοτεχνικοί βίοι παράλληλοι]. Επιμ. Svetla Gjurova. Σόφια: Nauka i izkustvo.
  23. ZHECHEV, MARIN. & PETAR ALIPIEV, επιμ. 1975.Gratzki morski noveli [Ελληνικές νουβέλεςτης θάλασσας]. Βάρνα: G. Bakalov.
  24. ZHECHEV, MARIN & IVANGENOV, επιμ. 1982. Gratzki razkazi [Ελληνικά διηγήματα], Σόφια: Narodna kultura.

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΜΕΤΑΦΡΑΣΜΕΝΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΥΓΓΡΑΦΕΙΣ ΣΤΗ ΒΟΥΛΓΑΡΙΑ [5]

Καζαντζάκης, Νίκος       15

Λουντέμης, Μενέλαος        7

Καβάφης, Κ. Π.                    4

Ρίτσος, Γιάννης                      4

Ελύτης, Οδυσσέας                3

Σεφέρης, Γιώργος                  3

 

ΟΙ ΒΟΥΛΓΑΡΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ[6]

  • Kufov, Georgi                     20
  • Gechev, Stefan                    18
  • Tzonev, Milko                      9
  • Zhechev, Marin                    7
  • Evtimov, Petar                     6
  • Berberov, Mihail                  5
  • Dalchev, Athanas                 4
  • Mitzkov, Georgi                    4



[1].  Βλ. τη σχετικά εκτενή έκθεση σε σχέσημε το θέμα αυτό στο άρθρο μου «Οι ελληνικές σπουδές στην Αλβανία, τη Βουλγαρία καιτη Ρουμανία» (Velkova 2007). Για το θέμα της σχέσης της βουλγαρικής αναγέννησης,στις διαφορετικές της όψεις, με τα πολιτιστικά επιτεύγματα του ελληνισμού, με ιδιαίτεραεξεζητημένο επιστημονικό χειρισμό, βλ. Danova 1994, Alexieva 1979, 1987.

[2].  Από το έργο του Καρκαβίτσα μεταφράζονταιτα διηγήματα: «Τα δύο σκέλεθρα» («Dvata skeleta». βλ. Karkavitzas 1957), «Οι σφουγγαράδες» («Lovtzi na sjungeri», μτφρ. Afrodita Alexieva. βλ. Zhechev & Alipiev 1975, 35-46), «Η θάλασσα» («Moreto», μτφρ. MilkoTzonev, βλ. Zhechev & Genov 1982, 97-111), και η συλλογήδιηγημάτων του Λόγιατης πλώρης (Cherniat Koral [Το μαύροκοράλλι]. βλ. Karkavitzas 1986).

[3].  Σε σχέση με την έκδοση αυτή έχει δημοσιευθείη ανυπόγραφη βιβλιοκρισία «Novata gratzka poezia» ([Η νεοελληνική ποίηση]. Otechestven front, 8 Αυγούστου1960, 4). Το κεντρικό πρόσωπο που συνδέεται με την ανθολογία, ο μακαρίτηςGechev, σε μια προσωπική μας συνομιλία, μου είχε αναφέρει ότι στα 1958 ο ΣτράτηςΜυριβήλης ήταν σε μία πολιτιστική εκδήλωση στη Σόφια (στο πλαίσιο της «Συνάντησηςτων βαλκάνιων λογοτεχνών» του 1958) και είχε εκφράσει, μπροστά στον Gechev, τηνιδέα για μια τέτοια ανθολόγηση ελλήνων ποιητών στη Βουλγαρία.

[4].  Στις παρενθέσεις σημειώνονται τα έτη έκδοσηςτων βουλγαρικών μεταφράσεων (σημ. επιμ.).

[5].  Για κάθε συγγραφέα σημειώνεται ο αριθμόςτων αυτοτελών εκδόσεων με μεταφράσεις του έργου του στη βουλγαρική (σημ. επιμ.).

[6].  Αναφέρονται οι βούλγαροι μεταφραστές μετις περισσότερες αυτοτελείς εκδόσεις μεταφράσεων της νεοελληνικής λογοτεχνίας καθώςκαι ο αριθμός των εκδόσεων αυτών (σημ. επιμ.).