Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • μπουνιά, η,
    ουσ. [<βενετ. bugna <λατιν. pugna (= πυγμαχία) <pugnus (= γροθιά, πυγμή)], χτύπημα με γροθιά: «όταν άρχισαν τις μπουνιές, δεν τολμούσε κανένας να μπει ανάμεσά τους να τους χωρίσει». (Ακολουθούν 18 φρ.)·
    - είναι για μπουνιές, πρέπει να τιμωρηθεί με ξυλοδαρμό ή συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο, σαν να επιδιώκει να φάει ξύλο: «αφού σε κατηγορεί χωρίς λόγο, είναι για μπουνιές». Για συνών. βλ. φρ. είναι για χαστούκια, λ. χαστούκι·
    - έφαγε μπουνιές ή έφαγε τις μπουνιές του, γρονθοκοπήθηκε, έφαγε ξύλο από κάποιον: «έπρεπε να φάει πρώτα τις μπουνιές του για να καθίσει φρόνιμα». Συνών. έφαγε γροθιές ή έφαγε τις γροθιές του·
    - θέλει μπουνιές ή θέλει τις μπουνιές του ή τις θέλει τις μπουνιές του, βλ. φρ. είναι για μπουνιές·
    - παίξαμε μπουνιές, ανταλλάξαμε γροθιές με κάποιον: «μ’ αυτόν που βλέπεις παίξαμε μπουνιές πριν από μια βδομάδα». Συνών. παίξαμε γροθιές·
    - πέφτουν μπουνιές, γίνεται άγριος καβγάς: «μόλις έμαθαν πως πέφτουν μπουνιές στο καφενείο, έτρεξαν όλοι να πάνε να δουν». (Λαϊκό τραγούδι: όπου ανοίξει ο τσαμπουκάς και πέσουνε μπουνιές πάλι εγώ στη μέση, λεν πετούσα καρεκλιές). Συνών. πέφτουν γροθιές·
    - πλακώνομαι στις μπουνιές, μαλώνω με κάποιον ανταλλάσσοντας χτυπήματα με μπουνιές: «είχαν από παλιά διαφορές μεταξύ τους και μόλις συναντήθηκαν, πλακώθηκαν στις μπουνιές». Συνών. πλακώνομαι στις γροθιές·
    - τον πέθανα στις μπουνιές, βλ. φρ. τον τρέλανα στις μπουνιές·
    - τον πλάκωσα στις μπουνιές, τον έδειρα χτυπώντας τον αλλεπάλληλα με τις μπουνιές μου, τον γρονθοκόπησα: «επειδή δεν έπαψε στιγμή να κατηγορεί το φίλο μου, τον πλάκωσα στις μπουνιές». Συνών. τον πλάκωσα στις γροθιές·
    - τον τάραξα στις μπουνιές, τον έδειρε άγρια, τον ξυλοκόπησε: «μόλις του ’βρισε ο άλλος τη μάνα, τον άρπαξε στα χέρια και τον τάραξε στις μπουνιές». Συνών. τον τάραξα στις γροθιές·
    - τον τρέλανα στις μπουνιές, τον ξυλοκόπησα άγρια: «μόλις τον είδα να βάζει χέρι στο ταμείο, τον τρέλανα στις μπουνιές». Συνών. τον τρέλανα στις γροθιές·
    - του ’δωσα μια μπουνιά, βλ. φρ. του ’ριξα μια μπουνιά·
    - του ’δωσα μπουνιές ή του ’δωσα τις μπουνιές του, βλ. φρ. του ’ριξα μπουνιές ή του ’ριξα τις μπουνιές του·
    - του κάθισα μια μπουνιά, τον χτύπησα με την μπουνιά μου στο πρόσωπο, ιδίως με κατεύθυνση από πάνω προς τα κάτω: «μας έκανε τον άγριο για να τον φοβηθούμε, μόλις όμως του κάθισα μια μπουνιά, έφυγε σαν βρεγμένη γάτα». Συνών. του κάθισα μια γροθιά·
    - του ’κοψα μια μπουνιά, τον χτύπησα με την μπουνιά μου στο πρόσωπο: «λίγο πριν μας χωρίσουν, πρόλαβα και του ’κοψα μια μπουνιά». Συνών. του ’κοψα μια γροθιά·
    - του ’ριξα μια μπουνιά, τον χτύπησα με την μπουνιά μου στο πρόσωπο: «λίγο πριν μας χωρίσουν πρόλαβα και του ’δωσα μια μπουνιά». Συνών. του ’ριξα μια γροθιά·
    - του ’ριξα μπουνιές ή του ’ριξα τις μπουνιές του, τον γρονθοκόπησα, τον έδειρα και, κατ’ επέκτ., τον νίκησα: «αφού δεν έπαιρνε με το καλό, του ’ριξα τις μπουνιές του κι ησύχασε».Συνών. του ’ριξα γροθιές ή του ’ριξα τις γροθιές του·
    - του τράβηξα μια μπουνιά, βλ. φρ. του κάθισα μια μπουνιά·
    - τρώω μπουνιές ή τρώω τις μπουνιές μου, δέχομαι μπουνιές, με δέρνει κάποιος άγρια και, κατ’ επέκτ., με νικά: «δεν είμαι χαζός να μαλώσω μαζί του, γιατί τρώω μπουνιές κάθε φορά που μαλώνω». Συνών. τρώω γροθιές ή τρώω τις γροθιές μου.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης