Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • μισός, -ή, -ό,
    επίθ. [<μσν. μισός <μσν. ἡμισός <αρχ. ἥμισυς· ο τόνος κατά το απλός, διπλός], μισός. 1. που δεν είναι αρτιμελής, ο ανάπηρος, ο σακάτης: «πώς να μαλώσω μαζί του, δε βλέπεις που ο άνθρωπος είναι μισός;». 2. το θηλ. ως ουσ. η μισή (βλ. λ.). 3. το ουδ. ως ουσ. το μισό (βλ. λ.). (Ακολουθούν 35 φρ.)·
    - από μισά ή από μισό, βλ. φρ. μισά μισά·
    - απόμεινε με μισό τσαρούχι, βλ. λ. τσαρούχι·
    - γίνε προφήτης και κράτα τα μισά ή γίνε προφήτης και πάρε τα μισά, βλ. λ. προφήτης·
    - είμαι ένα πτώμα και μισό, βλ. λ. πτώμα·
    - είναι έν’ αρχίδι και μισό, βλ. λ. αρχίδι·
    - είναι ένα ζώο και μισό, βλ. λ. ζώο·
    - είναι ένας βλάκας και μισός, βλ. λ. βλάκας·
    - είναι ένας μαλάκας και μισός, βλ. λ. μαλάκας·
    - είναι το άλλο μου μισό, (και για τα δυο φύλα) αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της ζωής μου: «απ’ τη μέρα που γνώρισα αυτή τη γυναίκα είναι το άλλο μου μισό»·
    - η καθαριότητα είναι μισή αρχοντιά, βλ. λ. καθαριότητα·
    - η μισή ντροπή δική μου κι η μισή δική του, βλ. λ. ντροπή·
    - η ντροπή μισή μισή, βλ. λ. ντροπή·
    - και μισό(ς), (ιδίως για μετρήσεις) και κάτι παραπάνω, και λίγο παραπάνω: «είμαι περίπου ένα εβδομήντα πέντε και μισό || ο διάδρομος θα ήταν περίπου πέντε μέτρα και μισό»· βλ. και φρ. ένας βλάκας και μισός·
    - κάνει μισές δουλειές, βλ. λ. δουλειά·
    - λέω τη μισή αλήθεια, βλ. λ. αλήθεια·
    - με μισή καρδιά, βλ. λ. καρδιά·
    - με μισό στόμα, βλ. λ. στόμα·
    - μένω με μισό παπούτσι, βλ. λ. παπούτσι·
    - μένω μισός ή μένω ο μισός ή έχω μείνει μισός ή έχω μείνει ο μισός, α. αδυνατίζω υπερβολικά: «όταν βγήκε απ’ το νοσοκομείο, είχε μείνει ο μισός || έκανα τρεις μήνες δίαιτα κι έμεινα μισός». (Λαϊκό τραγούδι: μαυρομάτα μου για σένα εκατάντησα τρελός, θα πεθάνω, δεν αντέχω, έχω μείνει ο μισός). β. χάνω ένα από τα άκρα μου σε ατύχημα ή σε τροχαίο δυστύχημα: «γλίτωσε απ’ του χάρου τα δόντια μετά από τέτοια τράκα, αλλά έμεινε μισός, γιατί έχασε το ένα του το πόδι»·
    - μισά μισά ή μισό μισό, (για έξοδα, για λογαριασμούς ή για μοιρασιές) από κοινού σε δυο ίσα μέρη: «ό,τι έξοδα κάνουμε, μισά μισά || το λογαριασμό θα τον πληρώσουμε μισό μισό || ό,τι κέρδη προκύψουν, μισά μισά»·
    - μισή μερίδα, βλ. λ. μερίδα·
    - μισή μπουκιά, βλ. λ. μπουκιά·
    - μισή μερίδα άνθρωπος ή μισής μερίδας άνθρωπος, βλ. λ. μερίδα
    - μισή μπουκιά άνθρωπος ή μισής μπουκιάς άνθρωπος, βλ. λ. μπουκιά·
    - μισή πιθαμή, βλ. λ. πιθαμή·
    - μισή πιθαμή άνθρωπος ή μισής πιθαμής άνθρωπος, βλ. λ. πιθαμή·
    - μισό λεπτό, βλ. λ. λεπτό·
    - μισός άνθρωπος, βλ. λ. άνθρωπος·
    - μοιρασμένη λύπη, μισή λύπη, βλ. λ. λύπη·
    - όποιος φυλάει τα ρούχα του, έχει τα μισά, βλ. λ. ρούχο·
    - στα μισά του δρόμου ή στου δρόμου τα μισά, βλ. λ. δρόμος·
    - τα μισά της χιλιάδας, πεντακόσα, βλ. λ. πεντακόσοι·
    - τον βλέπω με μισό μάτι, βλ. λ. μάτι·
    - τον κοιτάζω με μισό μάτι, βλ. λ. μάτι·
    - φύλαγε τα ρούχα σου (για) να ’χεις τα μισά, βλ. λ. ρούχο.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης