Νέα ελληνική
Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας
Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Εισαγωγή
Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.
Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.
Περιεχόμενα
Αναζήτηση
- μήνας, ο,
- γεν. μήνα κ. μηνός κ. μηνού, του, ουσ. [<μσν. μῆνας <αρχ. μην, αιτιατ. μῆνα], ο μήνας. (Ακολουθούν 29 φρ.)·
- ανάποδος μήνας, που στη διάρκειά του συμβαίνουν ή συνέβησαν δυσάρεστα γεγονότα, δυσάρεστες καταστάσεις: «ήταν τόσο ανάποδος μήνας αυτός που πέρασε, που δεν έβγαλα ούτε τα έξοδά μου»·
- Αύγουστε καλέ μου μήνα να ’σουν δυο φορές το χρόνο, βλ. λ. Αύγουστος·
- βρίσκω το μήνα που θρέφει τους έντεκα, α. αποκτώ ανέλπιστα πηγή ωφελημάτων και πετυχαίνω ευμάρεια στη ζωή μου, απαλλάσσομαι από τον καθημερινό μόχθο για την εξασφάλιση των βιοτικών μου αναγκών: «απ’ τη μέρα που μου ’πεσε το λαχείο, βρήκα το μήνα που θρέφει τους έντεκα || έκανε πλούσιο πεθερό, και βρήκε το μήνα που θρέφει τους έντεκα». β. λέγεται ειρωνικά και για τους τεμπέληδες: «έχει ένα φίλο που κάθε τόσο τον χαρτζιλικώνει, και βρήκε το μήνα που θρέφει τους έντεκα»·
- δεν τον βγάζει το μήνα, πρόκειται σε λίγο να πεθάνει: «οι γιατροί αποφάνθηκαν πως δεν τον βγάζει το μήνα»·
- εδώ και μήνες ή εδώ και τόσους μήνες, (αόριστα) πριν από αρκετούς μήνες: «εδώ και μήνες του πιπιλίζω το μυαλό να κάνουμε μαζί μια δουλειά»·
- είναι μήνες που… ή είναι μήνες τώρα που…, δηλώνει κάτι που άρχισε στο παρελθόν και συνεχίζεται και αυτή τη στιγμή: «είναι μήνες τώρα που τον ψάχνω και δεν μπορώ να τον συναντήσω πουθενά»·
- είναι στο μήνα της, (για γυναίκες) βρίσκεται στον ένατο μήνα της εγκυμοσύνης της, βρίσκεται στο μήνα που πρόκειται να γεννήσει: «όπου να ’ναι θα πρέπει να γεννήσει, γιατί είναι στο μήνα της»·
- εννιά μήνες έκανες μέσ’ στην κοιλιά της μάνας σου ή εννιά μήνες σ’ είχε η μάνα σου μέσ’ στην κοιλιά της ή εννιά μήνες σε κουβάλαγε η μάνα σου στην κοιλιά της, βλ. λ. κοιλιά·
- κάθε μήνα, όλους τους μήνες: «κάθε μήνα έχει ένα σίγουρο εισόδημα»·
- καλό μήνα! ευχή που δίνεται σε κάποιον στην αρχή κάθε μηνός·
- κάνει μήνα να φταρνιστεί κι εξάμηνο να κλάσει, βλ. λ. κλάνω·
- μέσα στο μήνα, κατά τη διάρκεια του μηνός που διανύουμε: «δε μ’ ενδιαφέρει η ακριβής ημερομηνία, αλλά θέλω μέσα στο μήνα να τελειώσει η δουλειά»·
- μήνα με το μήνα, κάθε μήνα: «μήνα με το μήνα εισπράττει τα νοίκια από τρία διαμερίσματα»·
- μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, α. λέγεται για αυτόν, ιδίως για δημόσιο υπάλληλο, που έχει εξασφαλίσει μόνιμο μηνιαίο εισόδημα (που δηλ. βρέξει χιονίσει θα πάρει το μισθό του, ένας από τους λόγους που πολλοί νέοι επιδιώκουν πάση θυσία να βρουν μια θέση στο δημόσιο) ή λέγεται για αυτόν που είναι υποχρεωμένος να καταβάλει κάπου, για κάποιο λόγο, κάποιο μηνιαίο ποσό: «δε νοιάζεται για την αναδουλειά που υπάρχει στην αγορά, γιατί μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, αυτός παίρνει το μισθό του || κάνει οικονομία, γιατί μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, πρέπει να πληρώνει τις δόσεις του μέχρι να ξεχρεώσει το σπίτι». β. με την πάροδο του χρόνου, σιγά σιγά: «μήνας μπαίνει, μήνας βγαίνει, θα ξεχάσει κι αυτός τον πόνο του». Πρβλ.: μήνας περνά και φέρνει άλλον μήνα (Κ. Καβάφης)·
- μήνας του μέλιτος, το ταξίδι που συνηθίζεται να κάνουν οι νεόνυμφοι αμέσως μετά το γάμο τους και που θεωρητικά έχει διάρκεια ενός μηνός: «μετά το γάμο τους έφυγαν για το μήνα του μέλιτος στην Ιταλία»·
- ο μήνας έχει εννιά, έκφραση απόλυτης αδιαφορίας για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω μας ή απόλυτης ανεμελιάς: «εμείς σκοτωνόμαστε στη δουλειά κι αυτός ο μήνας έχει εννιά». (Λαϊκό τραγούδι: μες στον ψεύτικο ντουνιά ρίξε μια διπλοπενιά και ο μήνας έχει εννιά)·
- ο μήνας που τρέχει, αυτός ο μήνας που διανύουμε: «η δουλειά πρέπει να τελειώσει στο μήνα που τρέχει»·
- οι δύσκολες μέρες του μήνα, (για γυναίκες) βλ. λ. μέρα·
- όσοι μήνες δεν έχουν ρω, ψάρι δε βγαίνει στο γιαλό, τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο δεν υπάρχει μεγάλη ποικιλία ψαριών: «θ’ αρκεστείτε σε κανένα σκουμπρί ή σε κανέναν λούτσο, γιατί όσοι μήνες δεν έχουν ρω, ψάρι δε βγαίνει στο γιαλό»·
- όσοι μήνες έχουν ρω, το κρασί χωρίς νερό, τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο, Ιανουάριο, Φεβρουάριο, Μάρτιο και Απρίλιο, επειδή ο καιρός είναι κρύος, αυτός που πίνει κρασί πρέπει να το πίνει χωρίς να το νερώνει, για να είναι δυνατό και να ζεσταίνει γρήγορα τον οργανισμό του, ενώ, αντίθετα, τους μήνες Μάιο, Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο, που κάνει ζέστη, πρέπει να πίνει το κρασί του νερωμένο για να μετριάζει τη δύναμη του αλκοόλ·
- πόσο πάει ο μήνας; πόσες μέρες έχει ο μήνας που διανύουμε(;)·
- πόσο τραβάει ο μήνας; βλ. φρ. πόσο πάει ο μήνας(;)·
- στις τριάντα δύο του μηνός, ποτέ.(Λαϊκό τραγούδι: άντε και αντίο θα σε δω στο πλοίο στις τριανταδύο του άλλου του μηνός). Από το ότι κανένας μήνας δεν έχει τριάντα δύο μέρες· βλ. και φρ. το μήνα που δεν έχει Σάββατο·
- στον καταραμένο τόπο το Μάη μήνα βρέχει, βλ. λ. Μάης·
- στραβός μήνας, βλ. φρ. ανάποδος μήνας·
- το μήνα που δεν έχει Σάββατο, λέγεται ειρωνικά για οφειλή που ποτέ δε θα επιστραφεί ή για υπόσχεση που ποτέ δε θα πραγματοποιηθεί ή γενικά δίνεται ειρωνικά ως απάντηση σε κάποιον που μας ρωτάει πότε θα πραγματοποιηθεί κάποια παράκληση ή απαίτησή του: «αφού δάνεισες λεφτά σ’ αυτόν τον μπαταχτσή, θα τα πάρεις πάλι πίσω το μήνα που δεν έχει Σάββατο || έχω την εντύπωση πως θα με πάρεις στη δουλειά σου το μήνα που δεν έχει Σάββατο || πότε θα πάρω αύξηση; -Το μήνα που δεν έχει Σάββατο || πότε θα μου δώσεις τα λεφτά; -Το μήνα που δεν έχει Σάββατο || πότε θα ’ρθει; -Το μήνα που δεν έχει Σάββατο». Συνών. στις τριάντα δύο του μηνός / τη μέρα που δεν έχει αύριο / του αγίου Μάμα / του αγίου Ποτέ / του αγίου Πούτσου / του αγίου Πούτσου ανήμερα / του χρόνου που δεν έχει Σάββατο·
- το μήνα που ’ναι παχιές οι μύγες, βλ. συνηθέστ. τον Αύγουστο που ’ναι παχιές οι μύγες, λ. μύγα·
- τόσους μήνες ή τόσους μήνες τώρα, βλ. φρ. εδώ και μήνες·
- τους πέντε μήνες θλίβεται και τους επτά λυπάται, λέγεται για εκείνον που είναι, που νιώθει συνεχώς δυστυχισμένος: «δεν έχω δει στη ζωή μου άλλον πιο κακομοίρη άνθρωπο γιατί αυτός, μωρ’ αδερφάκι μου, τους πέντε μήνες θλίβεται και τους επτά λυπάται».

- γεν. μήνα κ. μηνός κ. μηνού, του, ουσ. [<μσν. μῆνας <αρχ. μην, αιτιατ. μῆνα], ο μήνας. (Ακολουθούν 29 φρ.)·
Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...
- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- κρατ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από «κρατ») : κράτος, κρατισμός, κρατώ κλπ.
- *κρατ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το «κρατ»): αισθησιοκράτης, αισθησιοκρατία, αιτιοκρατία κλπ.
- *ισμός (όλες οι λέξεις που λήγουν σε «ισμός»): ανιμισμός, κρατισμός, υλισμός κλπ.
- κ*ισμός (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από «κ» και λήγουν σε «ισμός»): κλασικισμός, κομμουνισμός, κρατισμός κλπ
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. κρατ κρατ* - Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε έναν όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του λήμματος.
Υπόδειξη
Μη χρησιμοποιείτε ολόκληρες λέξεις, προτιμήστε το θέμα τους· π.χ. δώστε "πολεμ", αντί για "πόλεμος", "πολεμικός" κλπ.Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που είναι εννοιολογικά συγγενείς.
- Παράδειγμα Χρήσης
Εδώ πληκτρολογείτε μια λέξη, η οποία περιμένετε να εμφανιστεί σε πρόταση που είναι παράδειγμα χρήσης του λήμματος.
Υπόδειξη
Μη χρησιμοποιείτε ολόκληρες λέξεις, προτιμήστε το θέμα τους· π.χ. δώστε "πολεμ", αντί για "πόλεμος", "πολεμικός" κλπ.- Γραμματική - Σύνταξη
Επιλέγετε τον επιθυμητό τρόπο σύνταξης της λέξης. Αυτό θα περιορίσει την αναζήτηση σε λέξεις που μία τουλάχιστον σημασία τους συντάσσεται με τον συγκεκριμένο τρόπο.
Για παράδειγμα, με την επιλογή «ως επίθετο» θα εμφανιστούν λήμματα που, ενώ ανήκουν σε άλλη γραμματική κατηγορία, χρησιμοποιούνται με τη σημασία επιθέτου και συντάσσονται αναλόγως.
- Επίπεδο Ύφους
Το μενού προεπιλογών που εμφανίζεται περιλαμβάνει διαφορετικά επίπεδα ύφους, τα οποία αφορούν είτε όλο το λήμμα είτε κάποια από τις σημασίες του, ώστε να επιλέξετε αυτό που σας ενδιαφέρει.
Για παράδειγμα, με την επιλογή «ειρωνικό», θα εμφανιστούν
- λήμματα που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε ειρωνικό επίπεδο ύφους
- λήμματα που μία τους σημασία χρησιμοποιείται σε ειρωνικό επίπεδο ύφους
- Σημασιολογικό πεδίο
Επιλέγετε το σημασιολογικό πεδίο στο οποίο ανήκει η σημασία ή κάποια από τις σημασίες του λήμματος. Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να ζητήσετε ομάδες λέξεων που σχετίζονται με κάποια θεματική περιοχή.
- Ετυμολογία
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες ετυμολογικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε αυτή που σας ενδιαφέρει.
- Τύπος Λήμματος
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Χρήση
Επιλέγετε την επιθυμητή χρήση της λέξης. Αυτό θα περιορίσει την αναζήτηση σε λέξεις που μία τουλάχιστον σημασία τους έχει τη συγκεκριμένη χρήση.
Συντομογραφίες
Α
αγγλ. αγγλικός, -ή, -ό άγν. ετυμολ. άγνωστης ετυμολογίας αιτιατ. αιτιατική αιτιολογ. αιτιολογικός, -ή, -ό άκλ. άκλιτο αλβαν. αλβανικός, -ή, - ό αμερικ. αμερικανικός, -ή, -ό αμτβ. αμετάβατο αναφορ. αναφορικός, -ή, -ό αντίθ. αντίθετο αντων. αντωνυμία απαρέμφ. απαρέμφατο απρόσ. απρόσωπο αραβ. αραβικός, -ή, -ό αραβοτουρκ. αραβοτουρκικός, -ή, -ό αριθμ. αριθμός αρσ. αρσενικό αρχ. αρχαίος, -ία, -ιο αρχαϊστ. αρχαϊστικός, -ή, -ό Β
βενετ. βενετικός, -ή, -ό βλ. βλέπε βλ. και φρ. βλέπε και φράση βλ. συνηθέστ. βλέπε συνηθέστερο βλ. φρ. βλέπε φράση βλάχ. βλάχικος, -η, -ο βουλγαρ. βουλγαρικός, -ή, -ό βραζιλ. βραζιλιάνικος, -η, -ο Γ
γ΄ εν. πρόσ. τρίτο ενικό πρόσωπο γαλλ. γαλλικός, -ή, -ό γεν. γενική γενουατ. γενουατικός, -ή, -ό γερμαν. γερμανικός, -ή, -ό Δ
δεικ. δεικτικό δηλ. δηλαδή διεθν. διεθνής, διεθνώς δοτ. δοτική Ε
εβρ. εβραϊκός, -ή, -ό ειρων. ειρωνικά ελνστ. ελληνιστικός, -ή, -ό ενεστ. ενεστώτας ενν. εννοείται επέκτ. επέκταση επίθ. επίθετο επίρρ. επίρρημα επιφών. επιφώνημα επιφωνημ. επιφωνηματικός, -ή, -ό επών. επώνυμο εύχρ. εύχρηστος, -η, -ο εφημερ. εφημερίδα Θ
θηλ. θηλυκό Ι
ιαπων. ιαπωνικός, -ή, -ό ιδ. ιδίως ιδ. εύχρ. ιδίως εύχρηστο ινδ. ινδικός, -ή, -ό ιραν. ιρανικός, -ή, -ό ισπαν. ισπανικός, -ή, -ό ιταλ. ιταλικός, -ή, -ό Κ
κ. και κ.ά. και άλλα κ.λπ. και λοιπά κελτ. κελτικός, -ή, -ό κουτσοβλάχ. κουτσοβλάχικος, -η, -ο κυρ. κυρίως κυρ. εύχρ. κυρίως εύχρηστο κύρ. ό. κύριο όνομα Λ
λ. λέξη, λήμμα λατιν. λατινικός, -ή, -ό Μ
μαλαισ. μαλαισιανός, -ή, -ό μεγεθ. μεγεθυντικό μέλλ. μέλλοντας μέσ. μέσος, -η, -ο μόρ. μόριο μσν. μεσαιωνικός, -ή, -ό μτβ. μεταβατικό μτγν. μεταγενέστερος, -η, -ο μτφ. μεταφορικός, μεταφορικά μτχ. μετοχή Ν
νεότ. νεότερος, -η, -ο Ο
όν. όνομα ουγγρ. ουγγρικός, -ή, -ό ουδ. ουδέτερο ουσ. ουσιαστικό Π
π.χ. παραδείγματος χάριν παρακ. και παρακείμ. παρακείμενος παρατατ. παρατατικός περσ. περσικός, -ή, -ό πιθ. πιθανόν πληθ. και πλ. πληθυντικός πορτογαλ. πορτογαλικός, -ή, -ό πρβλ. παράβαλε πρόθ. πρόθεση πρόσ. πρόσωπο προστακτ. προστακτικός, -ή, -ό Ρ
ρ. ρήμα ρουμαν. ρουμανικός, -ή, -ό ρωσ. ρωσικός, -ή, -ό Σ
σερβ. σερβικός, -ή, -ό σκωπτ. σκωπτικά σλαβ. σλαβικός, -ή, -ό στερητ. στερητικό σύνδ. σύνδεσμος συνήθ. συνήθως συνηθέστ. συνηθέστερος, -η, -ο συνών. συνώνυμος, συνώνυμα Τ
τακτ. τακτικός, -ή, -ό τοπ. τοπικός, -ή, -ό τουρ. τουρκικός, -ή, -ό τουρκοπερσ. τουρκοπερσικός, -ή, -ό τσεχ. τσεχικός, -ή, -ό τσιγγ. τσιγγάνικος, -η, -ο Υ
υβριστ. υβριστικά υπερθετ. υπερθετικός υποκορ. υποκοριστικός, -ή, -ό υποτιμητ. υποτιμητικά υποχωρητ. υποχωρητικός, -ή, -ό Φ
φρ. φράση Χ
χρον. χρονικός
Ομάδα εργασίας
- Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
- Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
- Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
- Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
- Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
- Ε. Μητρούση
- Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
- Ε. Μητρούση
- Ηλεκτρονική υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης