Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • μέτρο, το,
    ουσ. [<αρχ. μέτρον], το μέτρο. 1. η περίσκεψη, η σύνεση: «δεν έχει μέτρο αυτός ο άνθρωπος». 2. στον πλ. τα μέτρα, το σύνολο των ενεργειών, ιδίως μιας αρχής ή εξουσίας, για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού: «τα μέτρα της τροχαίας δεν απέδωσαν και, το Σαββατοκύριακο που πέρασε, θρηνήσαμε πάλι ένα σωρό θύματα». (Ακολουθούν 29 φρ.)·
    - αναγκαστικά μέτρα, το σύνολο των ενεργειών, ιδίως μιας αρχής ή εξουσίας, για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού σε περίοδο έκρυθμης κατάστασης: «η κυβέρνηση πήρε μια σειρά αναγκαστικών μέτρων για να πατάξει τις διαδηλώσεις»·
    - άντρας δυο μέτρα ή δυο μέτρα άντρας, βλ. λ. άντρας·
    - (δεν) είναι στα μέτρα μου, (για είδη ένδυσης ή υπόδησης) (δεν) μου ταιριάζει απόλυτα ως προς το μέγεθος: «αυτό το πουκάμισο είναι στα μέτρα μου || αυτά τα παπούτσια δεν είναι στα μέτρα μου»· βλ. και φρ. δεν είναι στο νούμερό μου, λ. νούμερο·
    - (δεν) έχει την αίσθηση του μέτρου, (δεν) ξεπερνάει με μεγάλη ευκολία τα παραδεκτά όρια: «μπορεί να κάνει και τα πιο παράλογα πράγματα, γιατί δεν έχει την αίσθηση του μέτρου || ευτυχώς έχει την αίσθηση του μέτρου και ξέρει πότε πρέπει να σοβαρευτεί»·
    - είναι ένα μέτρο με τα χέρια στην ανάταση, πρόκειται για πάρα πολύ κοντό άνθρωπο: «παραπονιέται που δεν τον συμπεριέλαβαν στο τμήμα του σχολείου που παρέλασε και δε βλέπει που είναι ένα μέτρο με τα χέρια στην ανάταση!»· 
    - είναι κομμένο στα μέτρα μου ή είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα μου, (για είδη ένδυσης ή υπόδησης) βλ. φρ. (δεν) είναι στα μέτρα μου· βλ. και λ. κομμένος·
    - είναι στα μέτρα μου, α. είναι της ίδιας αξίας, ιδίως είναι της ίδιας σωματικής δύναμης με μένα: «μ’ αυτόν δέχομαι να παλέψω, γιατί είναι στα μέτρα μου». β. (για δουλειές ή υποθέσεις) είναι σύμφωνα με τις δυνατότητές μου: «αυτή τη δουλειά θα την αναλάβω, γιατί είναι στα μέτρα μου·
    - εφαρμόζει δυο μέτρα και δυο σταθμά, δεν είναι αμερόληπτος, δεν κρίνει αντικειμενικά: «τι κρίση να κάνει αυτός ο άνθρωπος, απ’ τη στιγμή που εφαρμόζει δυο μέτρα και δυο σταθμά;»·
    - έχει δυο μέτρα και δυο σταθμά, βλ. φρ. εφαρμόζει δυο μέτρα και δυο σταθμά·
    - θα σε στήσω στα έξι μέτρα, θα σε τιμωρήσω σκληρά, παραδειγματικά: «αν ξαναπείς κακιά κουβέντα για μένα, θα σε στήσω στα έξι μέτρα»·
    - θα σου πάρω τα μέτρα! θα σε τιμωρήσω πάρα πολύ σκληρά, θα σε τιμωρήσω παραδειγματικά: «αν ξαναβάλεις χέρι στο ταμείο, θα σου πάρω τα μέτρα!». Από την εικόνα του υπαλλήλου του γραφείου τελετών, που παίρνει τα μέτρα του νεκρού, προκειμένου να βρει ή να κατασκευάσει την κατάλληλη νεκρόκασα σύμφωνα με το ύψος του·
    - κεφάλι δίχως μέτρα θέλει χτύπημα στην πέτρα, βλ. λ. κεφάλι·
    - κρίνει με δυο μέτρα και δυο σταθμά, βλ. φρ. εφαρμόζει  δυο μέτρα και δυο σταθμά·
    - λαμβάνω μέτρα, βλ. φρ. παίρνω μέτρα·
    - λαμβάνω τα μέτρα μου, βλ. φρ. παίρνω τα μέτρα μου·
    - μ’ έστησε στα έξι μέτρα, με τιμώρησε πολύ σκληρά, παραδειγματικά: «επειδή μ’ έπιασε να κάνω κοπάνα, μ’ έστησε στα έξι μέτρα»·
    - με μέτρο, χωρίς υπερβολή, συντηρητικά: «πρέπει κανείς να ξοδεύει με μέτρο, αν θέλει να ’χει κι αύριο»·
    - με το μέτρο, (ως μονάδα μέτρησης ή πώλησης, ιδίως για υφάσματα) όχι παρακάτω από το μέτρο: «μπορείς να μου κόψεις εβδομήντα εκατοστά από αυτό το ύφασμα; -Δε γίνεται, κυρία μου, γιατί αυτό το ύφασμα πουλιέται με το μέτρο»·
    - μέτρα χωρίς αντίκρισμα, το σύνολο των ενεργειών, ιδίως αρχής ή εξουσίας, για την επίτευξη συγκεκριμένου σκοπού, που όμως δεν απέδωσαν: «όσα μέτρα κι αν πήρε η τροχαία, ήταν μέτρα χωρίς αντίκρισμα, γιατί οι δρόμοι γέμισαν πάλι με νεκρούς»·
    - όλοι παίρνουν δυο μέτρα γη, βλ. λ. γη·
    - παίρνω μέτρα, κάνω συγκεκριμένες ενέργειες, ιδίως ως αρχή ή εξουσία, για να αντιμετωπίσω κάποιο σοβαρό πρόβλημα ή κάποια δύσκολη κατάσταση: «η κυβέρνηση πήρε μέτρα για να αντιμετωπίσει την εξάπλωση των ναρκωτικών || η κυβέρνηση πήρε μέτρα για την πάταξη της φοροδιαφυγής»·
    - παίρνω τα μέτρα, α. μετρώ τις διαστάσεις: «ο πολιτικός μηχανικός πήρε τα μέτρα του οικοπέδου». β. (για ράφτες ή μοδίστρες) μετρώ τις διαστάσεις του κορμιού κάποιου, για να του ράψω ένα ρούχο: «θέλω να ράψω καινούριο κουστούμι και πηγαίνω στο ράφτη μου για να μου πάρει τα μέτρα || θέλει να ράψει δικό της νυφικό για το γάμο της, γι’ αυτό ήρθε η μοδίστρα για να της πάρει τα μέτρα»·
    - παίρνω τα μέτρα μου, κάνω συγκεκριμένες ενέργειες για να προστατεύσω τον εαυτό μου από ενδεχόμενη ατυχία ή από ενδεχόμενο κακό: «επειδή το σπίτι μου είναι στην ερημιά, πήρα τα μέτρα μου κι έβαλα παντού συστήματα συναγερμού»·
    - στο μέτρο του δυνατού, βλ. λ. δυνατό·
    - στο μέτρο των δυνάμεων (κάποιου), βλ. λ. δύναμη·
    - στο μέτρο των δυνατοτήτων (κάποιου), βλ. λ. δυνατότητα·
    - του παίρνω τα μέτρα, (για ράφτες) μετρώ τις διαστάσεις ή το ύψος του, προκειμένου να του ράψω κάποιο ένδυμα: «του παίρνω τα μέτρα, για να του ράψω ένα κοστούμι»·
    - φέρνω στα μέτρα μου, α. προσαρμόζω κάποιο ρούχο στις ακριβείς διαστάσεις του κορμιού μου: «επειδή το παντελόνι που αγόρασα ήταν φαρδύ, το πήγα στο ράφτη για να το φέρει στα μέτρα μου». β. προσαρμόζω κάτι στις ικανότητες ή τις δυνατότητές μου ή σύμφωνα με τις επιθυμίες ή τα συμφέροντά μου: «έφερα στα μέτρα μου την κατάσταση και τώρα απολαμβάνω || απ’ τη στιγμή που έφερα στα μέτρα μου τη δουλειά, θα την παραδώσω στις προθεσμίες που του υποσχέθηκα»·
    - χωρίς μέτρο, ασύδοτα: «σκορπά τα λεφτά του χωρίς μέτρο».
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης