Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • μανίκι, το,
    ουσ. [<μσν. μανίκι(ο)ν, υποκορ. του λατιν. manica· σύμφωνα όμως με τον Ηλ. Πετρόπουλο, στις περιπτώσεις της σεξουαλικής ερμηνείας, από το ιταλ. manico (= πέος, μαλακία άρρενος), βλ. η τραγιάσκα, σελ. 188], το μανίκι. 1. δύσκολο έργο, οτιδήποτε παρουσιάζει δυσκολία, γενικά η δυσκολία: «δεν μπορώ να καταλάβω τα μαθηματικά, γιατί είναι μανίκι || ανέλαβα μια υπόθεση, που είναι πολύ μανίκι». 2. η συνουσία, η σεξουαλική πράξη: «το ’θελε το μανίκι της κι ας λέει πως την ξεγέλασα». Από παρομοίωση του πέους με το μανίκι, που είναι μακρόστενο. 3. (στη γλώσσα της αργκό) η λαβή διάφορων μαχαιριών που ήταν από ξύλο ή φίλντισι. (Ακολουθούν 15 φρ.)
    - δεν είναι της γούνας μου μανίκι, βλ. λ. γούνα·
    - δεν είναι της κάπας μου μανίκι, βλ. λ. κάπα· 
    - είναι μανίκι η δουλειά ή η δουλειά είναι μανίκι, βλ. λ. δουλειά·
    - είσαι της γούνας μου μανίκι; βλ. λ. γούνα·
    - είσαι της κάπας μου μανίκι; βλ. λ. κάπα·
    - έκοψε το μανίκι, για να μπαλώσει το παντελόνι, βλ. λ. παντελόνι·
    - έχω (κρύβω) έναν (κάποιον) άσο στο μανίκι (μου), βλ. λ. άσος·
    - ξηγιέμαι ένα μανίκι, βλ. φρ. ρίχνω ένα μανίκι·
    - ρίχνω ένα μανίκι, επιβάλλω τη σεξουαλική πράξη: «κάθε πρωί, πριν φύγω για τη δουλειά, ρίχνω ένα μανίκι στη γυναίκα μου». Συνών. ρίχνω ένα φισέκι / ρίχνω ένα φιστίκι / ρίχνω ένα φοινίκι·
    - σηκώνω τα μανίκια, αποφασίζω σοβαρά να αρχίζω μια προσπάθεια, ενεργοποιούμαι για την επίτευξη κάποιου σκοπού: «επειδή πλησίαζαν οι εξετάσεις, σήκωσε τα μανίκια του και στρώθηκε στο διάβασμα || αν δε σηκώσουμε τα μανίκια μας, δε βλέπω να τελειώνουμε τη δουλειά στην ώρα της». Από την εικόνα του ατόμου που, όταν αποφασίζει να ασχοληθεί με κάτι, ιδίως με χειρονακτική εργασία, σηκώνει τα μανίκια του για να μην τον εμποδίζουν ή για να μην τα λερώσει·
    - τον έχει της γούνας του μανίκι, βλ. λ. γούνα·
    - τον έχει της κάπας του μανίκι, βλ. λ. κάπα·
    - τον τραβάει απ’ το μανίκι, τον κάνει ό,τι θέλει, τον έχει υποχείριό του: «μόλις κατάλαβε πως είναι τρελά ερωτευμένος μαζί της, άρχισε να τον τραβάει απ’ το μανίκι»·
    - τραβώ ένα μανίκι, βλ. φρ. ρίχνω ένα μανίκι·
    - τρώει τα μανίκια του, είναι πολύ εκνευρισμένος, είναι εκτός εαυτού: «μην του πεις τίποτα αυτή τη στιγμή, γιατί τρώει τα μανίκια του». Συνών. τρώει τα κρέατά του / τρώει τις σάρκες του.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης