Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • λαρύγγι, το,
    ουσ. [<μτγν. λαρύγγιον, υποκορ. του αρχ. ουσ. λάρυγξ], ο λάρυγγας. (Ακολουθούν 17 φρ.)·
    - βαθύ λαρύγγι, α. (ειρωνικά ή θαυμαστικά) γυναίκα που επιδίδεται μετά μανίας στο στοματικό έρωτα: «δεν ξέρω τι κάνει εκείνη, αλλά η τάδε είναι βαθύ λαρύγγι». Η φρ. άρχισε να χρησιμοποιείται από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, εποχή που κυκλοφόρησε και στην Ελλάδα το ομώνυμο βιβλίο της Ξαβιέ Χολάντερ. β. ο άγνωστος πληροφοριοδότης: «όλοι μέσα στο κόμμα του ΠΑ.ΣΟ.Κ. ψάχνουν να βρουν το βαθύ λαρύγγι που διέρρευσε την πληροφορία στην κυβέρνηση ότι ο αρχηγός της αντιπολίτευσης είχε την πρόθεση να υποβάλει πρόταση μομφής κατά του υπουργού οικονομικών (Ιούνιος 2005)». Έτσι είχε χαρακτηριστεί ο Μαρκ Φελτ ο οποίος το 1976 είχε αποκαλύψει μέσω δυο δημοσιογράφων το σκάνδαλο Γουότεργκεητ, που ανάγκασε σε παραίτηση τον Ρίτσαρντ Νίξον·
    - βρέχω το λαρύγγι μου, πίνω, ξεδιψώ: «αν δεν έβρεχα το λαρύγγι μου, θα ’σκαζα απ’ τη δίψα». Πολλές φορές, το ξεδίψασμα γίνεται με οινοπνευματώδες ποτό: «μόλις έβρεξα το λαρύγγι μου με λίγο ουζάκι, ήρθα και στανιάρισα»·
    - δροσίζω το λαρύγγι μου, βλ. συνηθέστ. βρέχω το λαρύγγι μου·
    - έβγαλα το λαρύγγι μου, βλ. φρ. μου βγήκε το λαρύγγι·
    - έχει ωραίο λαρύγγι, (στη γλώσσα της αργκό) λέγεται για τραγουδιστή ή τραγουδίστρια που είναι καλλίφωνος, καλλίφωνη: «στο τάδε μαγαζί τραγουδάει ένας νέος τραγουδιστής που έχει ωραίο λαρύγγι»·  
    - θα σου κόψω το λαρύγγι, θα σε αποκεφαλίσω και, κατ’ επέκτ., θα σε τιμωρήσω πολύ σκληρά, παραδειγματικά: «αν ξαναπειράξεις την αδερφή μου, θα σου κόψω το λαρύγγι»·
    - θα σου στρίψω το λαρύγγι, θα σε πνίξω και, κατ’ επέκτ., θα σε τιμωρήσω πολύ σκληρά, παραδειγματικά: «αν ξαναβάλεις στο στόμα σου τ’ όνομα της οικογένειάς μου, θα σου στρίψω το λαρύγγι»·
    - θα σου φάω το λαρύγγι, βλ. συνηθέστ. θα σου φάω το καρύδι, λ. καρύδι·
    - μου βγήκε το λαρύγγι, φώναζα πάρα πολύ δυνατά, ξελαρυγγίστηκα: «μου βγήκε το λαρύγγι να τον φωνάζω κι αυτός δε μ’ άκουγε»· 
    - ξεράθηκε το λαρύγγι μου, βλ. φρ. στέγνωσε το λαρύγγι μου·
    - πρώτο λαρύγγι, (ειρωνικά ή θαυμαστικά) γυναίκα που κάνει πάρα πολύ καλό στοματικό έρωτα: «γνώρισα πολλές τσιμπουκλούδες στη ζωή μου, αλλά η τάδε είναι πρώτο λαρύγγι»· βλ. και φρ. χρυσό λαρύγγι·
    - στέγνωσε το λαρύγγι μου, α. δίψασα πολύ: «δώσε μου να πιω ένα ποτήρι κρύο νερό, γιατί στέγνωσε το λαρύγγι μου». β. έχω μεγάλη επιθυμία να πιω οινοπνευματώδες ποτό: «πάμε να πιούμε κάνα ουζάκι, γιατί στέγνωσε το λαρύγγι μου»·
    - τον πιάνω απ’ το λαρύγγι, α. τον πιέζω φορτικά: «επειδή έμαθε πως είναι καλόψυχος, τον έπιασε απ’ το λαρύγγι για να τον βοηθήσει». β. απαιτώ φορτικά από κάποιον κάτι που μου ανήκει: «αν δεν τον έπιανα απ’ το λαρύγγι, δε θα ’παιρνα πίσω τα δανεικά που του ’χα δώσει»·
    - του ’κοψα το λαρύγγι, τον έσφαξα, τον αποκεφάλισα: «πάνω στα νεύρα μου, τράβηξα την κάμα απ’ τη μέση μου και του ’κοψα το λαρύγγι»·
    - του ’στριψα το λαρύγγι, τον στραγγάλισα: «πάνω στα νεύρα μου τον έπιασα απ’ το λαιμό και του ’στριψα το λαρύγγι»·
    - του ’φαγα το λαρύγγι, βλ. συνηθέστ. του ’φαγα το καρύδι, λ. καρύδι·
    - χρυσό λαρύγγι, τραγουδιστής ή τραγουδίστρια με πάρα πολύ καλή φωνή: «το νεοελληνικό τραγούδι έχει να επιδείξει πολλά χρυσά λαρύγγια». Συνών. χρυσή φωνή.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης