Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • κύμα, το,
    ουσ. [<αρχ. κῦμα], το κύμα. 1. μεγάλης έντασης  εκδήλωση φυσικού ή μηχανικού φαινομένου, κοινωνικής ή οικονομικής κατάστασης, ψυχικής ή συναισθηματικής αντίδρασης, μεγάλο πλήθος: «έρχεται νέο κύμα κακοκαιρίας || από το ηχητικό κύμα έσπασαν τα τζάμια των γύρω οικοδομών || νέο απεργιακό κύμα σαρώνει τη χώρα || αναμένεται νέο κύμα ανατιμήσεων σε όλα τα είδη διατροφής || ένιωσε ένα κύμα δακρύων στα μάτια του || ένα κύμα θυμού φούσκωσε τα στήθια του». (Τραγούδι: πολιτσμάνοι κι αστυνόμοι, κύμα ανθρώποι που περνούσαν, με κοιτάζανε στα μάτια κι άλλοι μου χαμογελούσαν). 2. συγχρονισμένη ομαδική εκδήλωση που παρατηρείται, ιδίως στα ποδοσφαιρικά γήπεδα, κατά την οποία οι θεατές στις εξέδρες σηκώνονται από τις θέσεις τους, χωρίς κάποια ενδιάμεση διακοπή, δίνοντας με τον τρόπο αυτό την εντύπωση κυματισμού: «όταν βλέπεις στα γήπεδα το κύμα στις εξέδρες, νιώθεις μια ευφορία»·
    - (δεν) είμαστε στο ίδιο μήκος κύματος ή (δεν) έχουμε το ίδιο μήκος κύματος, βλ. λ. μήκος·
    - είναι χύμα στο κύμα, είναι εντελώς αποδιοργανωμένος ή βρίσκεται σε τέλεια ευδαιμονική κατάσταση: «δεν μπορεί να κάνει αυτή τη στιγμή σοβαρή κουβέντα, γιατί είναι χύμα στο κύμα || διαβάζει το γράμμα που του ’στειλε η γκόμενά του κι είναι χύμα στο κύμα». Από την εικόνα του ατόμου που βρίσκεται ξαπλωμένος στην άκρη της αμμουδιάς και δέχεται το ελαφρό χάδι των κυμάτων·
    - κατά κύματα ή κύματα κύματα, αλλεπάλληλα και κατά ομάδες: «οι επιθέσεις γινόταν κατά κύματα || ο εχθρός ερχόταν κύματα κύματα»·
    - νέο κύμα, καλλιτεχνική τάση στο χώρο του ελληνικού τραγουδιού, που παρατηρήθηκε στη δεκαετία του 1960, και που επιχείρησε την ποιοτική αναβάθμισή του: «η Καίτη Χωματά, η Πόπη Αστεριάδου, ο Γιώργος Ζωγράφος και η Αρλέτα είναι από τους τραγουδιστές που εκπροσώπησαν επάξια το νέο κύμα»·    
    - παλεύω με τα κύματα, αντιμετωπίζω σοβαρές δυσκολίες: «από μικρό παιδί παλεύω με τα κύματα, όμως παρ’ όλ’ αυτά τα παιδιά μου κατάφερα και τα σπούδασα»·
    - πέρασα απ’ τα σαράντα κύματα, καταταλαιπωρήθηκα, καταβασανίστηκα, συνάντησα πολλά εμπόδια: «πέρασα απ’ τα σαράντα κύματα μέχρι να μορφώσω τα παιδιά του». (Λαϊκό τραγούδι: σε σένανε με πάνε όλα τα βήματα κι ας είναι να περάσω σαράντα κύματα).
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης