Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • κρασί, το,
    ουσ. [<μσν. κρασίν <αρχ. κρᾶσις (οἴνου)], το κρασί. Υποκορ. κρασάκι, το (βλ. λ.). (Ακολουθούν 23 φρ.)·
    - άνθρωπος του κρασιού, βλ. λ. άνθρωπος·
    - βάζω νερό στο κρασί μου, βλ. λ. νερό·
    - βαφτίζω το κρασί, το νερώνω: «αλλάξαμε ταβέρνα, γιατί σε κείνη που πηγαίναμε ο ταβερνιάρης βάφτιζε το κρασί». Από παρομοίωση του ατόμου που βάζει νερό στο κρασί με τον ιερέα που ρίχνει νερό πάνω στο κεφάλι του νηπίου κατά το μυστήριο της βάφτισης·
    - δεν υπάρχει αλεύρι, όσο ψιλό κι αν είναι, που να μην έχει πίτουρα, δεν υπάρχει κρασί, όσο καθαρό κι αν είναι, που να μην έχει κατακάθι, βλ. λ. υπάρχω·
    - καλά κρασιά! α. έκφραση απογοήτευσης, με την έννοια πως, σε αυτό το άσχημο σημείο που έφτασε η δουλειά, η υπόθεση ή η κατάσταση, δεν υπάρχει περίπτωση να εξελιχθεί θετικά παρά, ίσως μόνο, όταν περάσει αρκετός καιρός (δηλ. με το άνοιγμα των βαρελιών των νέων κρασιών), ή έκφραση δυσφορίας για κάτι που δε φαίνεται να πραγματοποιείται σύντομα σύμφωνα με τις επιθυμίες μας: «αν δεν πάρουμε το δάνειο που ζητήσαμε απ’ την τράπεζα, τότε καλά κρασιά, γιατί θα ξεμείνουμε εντελώς από κεφάλαιο κίνησης». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το τώρα. β. επιφωνηματική έκφραση σε άτομο που αποχωρεί από την παρέα και το υπονοούμενο είναι να έχει πετυχημένη σεξουαλική συνάντηση με το ταίρι του·
    - κουβαλάει κρασί και πίνει νερό, βλ. λ. νερό·
    - λόγια του κρασιού, βλ. λ. λόγος·
    - με πιάνει το κρασί, βλ. συνηθέστ. με πιάνει το ποτό, λ. ποτό·
    - μιλάει το κρασί, λέγεται για μεθυσμένους που φλυαρούν ακατάσχετα ή που λένε ανόητα ή επιθετικά λόγια: «ό,τι και να λέει, μην τον συνερίζεσαι, γιατί μιλάει το κρασί». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το τώρα. Συνών. μιλάει το πιοτό / μιλάει το ποτό·
    - νερώνω το κρασί μου, α. ρίχνω νερό στο κρασί μου πριν το πιω για να μην είναι πολύ δυνατό ή για να το κάνω περισσότερο οπότε χάνει και τη γεύση του: «είναι μαθημένος να νερώνει το κρασί του και να το πίνει αργά αργά || δεν πάμε στην ταβέρνα του τάδε, γιατί νερώνει το κρασί του». (Λαϊκό τραγούδι: κι αν τυχόν τον ξαναπιάσουν να νερώνει το κρασί όλοι θα μετακομίσουν στου Μηνά το μαγαζί). Επίσηςπρβλ.: το κρασί μου ανέρωτο με τα δάκρυα πίνω, αχ και τι θα γίνω, αχ και τι θα γίνω (Λαϊκό τραγούδι). β. κατ’ επέκτ., μετριάζω το θυμό μου, την οργή μου, καλμάρω τα νεύρα μου ή γίνομαι πιο διαλλακτικός, μετριάζω, περιορίζω τις αξιώσεις μου, τις απαιτήσεις μου: «αν δε νέρωνα το κρασί μου, θα είχε γίνει μεγάλος καβγάς || αν δε νέρωνα το κρασί μου, δε θα συμφωνούσαμε τη δουλειά». (Λαϊκό τραγούδι: σ’ αγαπώ μωρέ γιατί μου μοιάζεις. Είσαι σαν και μένανε και συ. Γι’ αλλονών καημούς αναστενάζεις κι ο δικός σου πόνος νερώνει το κρασί)· βλ. και φρ. βάζω νερό στο κρασί μου, λ. νερό·
    - ο ύπνος θρέφει το παιδί κι ο ήλιος το μοσχάρι και το κρασί τον γέροντα τον κάνει παλικάρι, βλ. λ. ύπνος·   
    - όσοι μήνες έχουν ρω, το κρασί χωρίς νερό, βλ. λ. μήνας·
    - παλιά ξινά κρασιά, βλ. φρ. περσινά ξινά σταφύλια, λ. σταφύλι·
    - παλιό κρασί, κρασί υψηλής ποιότητας, παλιάς σοδειάς: «στο γάμο της κόρης του πρόσφερε στους καλεσμένους του παλιό κρασί, που το φύλαγε αποκλειστικά γι’ αυτή τη στιγμή». (Λαϊκό τραγούδι: δε ντρέπεσαι, Μηνά, το σπίτι σου πεινά κι εσύ στο καπηλειό πίνεις κρασί παλιό)·
    - παλιό τ’ αμπέλι, λίγο το κρασί, βλ. λ. αμπέλι·
    - τα κάστανα θέλουν κρασί και τα καρύδια μέλι, βλ. λ. μέλι·
    - το κρασί είναι για τα ζεύκια κι η ψωλή για τα ξαδέρφια, βλ. λ. ψωλή·
    - το κρασί σηκώνει νερό, το κρασί είναι πολύ δυνατό, οπότε μπορεί να αραιωθεί με λίγο νερό, χωρίς να χάσει τη γεύση του·
    - το ’ριξε στο κρασί, βλ. συνηθέστ. το ’ριξε στο πιοτό, λ. πιοτό. (Λαϊκό τραγούδι: κι αν το ’χω ρίξει στο κρασί, αιτία, Μάρω μου, είσαι εσύ)·
    - τον βάρεσε το κρασί στο κεφάλι ή το κρασί τον βάρεσε στο κεφάλι, βλ. συνηθέστ. τον βάρεσε το ποτό στο κεφάλι, λ. ποτό·
    - τον χτύπησε το κρασί στο κεφάλι ή το κρασί τον χτύπησε στο κεφάλι, βλ. συνηθέστ. τον χτύπησε το ποτό στο κεφάλι, λ. ποτό·
    - τραβώ κρασί, αντλώ κρασί από το βαρέλι: «επειδή άδειασαν οι κανάτες, κατέβηκε στο υπόγειο να τραβήξει κρασί απ’ το βαρέλι»·
    - χωρίς ψωμί, χωρίς κρασί, παγώνει η αγάπη, βλ. λ. αγάπη.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης