Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • κλοτσιά
    κ. κλοτσά, η ουσ. [<μσν. κλοτσέα <κλότσος + κατάλ. -ιά], χτύπημα με το πόδι: «έφαγε μια κλοτσιά στο καλάμι, που στέναξε απ’ τον πόνο». (Ακολουθούν 29 φρ.)·
    - δίνω κλοτσιά ή δίνω κλοτσιές, κλοτσώ (βλ. λ.): «όταν είναι νευριασμένος, δίνει κλοτσιές σαν αγριεμένο άλογο»·
    - δώσ’ του κλοτσιά! ή δώσ’ του μια κλοτσιά! έκφραση με την οποία προτρέπουμε κάποιον να διώξει βίαια κάποιον που έχει γίνει ενοχλητικός: «αφού σου δημιουργεί κάθε τόσο προβλήματα, δώσ’ του μια κλοτσιά να ησυχάσει το κεφάλι σου!»·  
    - είναι για κλοτσιές, πρέπει να τιμωρηθεί με ξυλοδαρμό ή συμπεριφέρεται με τέτοιο τρόπο, σαν να επιδιώκει να φάει ξύλο: «αφού παρ’ όλο το πρόβλημα των πνευμόνων του εξακολουθεί να καπνίζει, ε, είναι για κλοτσιές». Για συνών. βλ. φρ. είναι για χαστούκια, λ. χαστούκι·
    - έφαγα κλοτσιά στ’ αρχίδια, βλ. λ. αρχίδι·
    - έφαγε κλοτσιά, βλ. φρ. έφαγε κλότσο, λ. κλότσος·
    - έφαγε κλοτσιές ή έφαγε τις κλοτσιές του, ξυλοκοπήθηκε από κάποιον: «πήγε να κουνηθεί στον τάδε κι έφαγε τις κλοτσιές του»·
    - έφυγε με τις κλοτσιές, εκδιώχτηκε από κάπου βίαια και βάναυσα: «αφού δεν έπαιρνε από λόγια, έφυγε με τις κλοτσιές»·
    - θα φας κλοτσιά στ’ αρχίδια, βλ. λ. αρχίδι·
    - θέλει κλοτσιές ή θέλει τις κλοτσιές του, βλ. φρ. είναι για κλοτσιές·
    - μου ’ριξε κλοτσιά στ’ αρχίδια, βλ. λ. αρχίδι·
    - όποιος παίζει με το γάιδαρο, κλοτσιές θα φάει, βλ. λ. γάιδαρος·
    - παίξαμε κλοτσιές, μαλώσαμε ανταλλάσσοντας χτυπήματα με τα πόδια: «πες ο ένας πες ο άλλος, στο τέλος παρεξηγηθήκαμε και παίξαμε κλοτσιές»·
    - πέφτουν κλοτσιές, γίνεται άγριος καβγάς: «μόλις μάθαμε πως πέφτουν κλοτσιές στο καφενείο, τρέξαμε όλοι να πάμε να δούμε»·
    - πήρε κλοτσιά, βλ. φρ. πήρε κλότσο, λ. κλότσος·
    - πλακώνομαι στις κλοτσιές, μαλώνω άγρια με κάποιον ανταλλάσσοντας χτυπήματα με τα πόδια: «μόλις συναντήθηκαν, πλακώθηκαν στις κλοτσιές»·
    - τον έδιωξε με τις κλοτσιές, βλ. φρ. έφυγε με τις κλοτσιές·
    - τον πέταξε έξω με τις κλοτσιές, τον εκδίωξε από κάποιο κλειστό χώρο με βίαιο, με βάναυσο τρόπο: «επειδή δημιουργούσε συνέχεια προβλήματα στους συνέδρους, σηκώθηκε ο τάδε και τον πέταξε έξω με τις κλοτσιές»·
    - τον πέθανα στις κλοτσιές, βλ. φρ. τον τρέλανα στις κλοτσιές·
    - τον πλάκωσα στις κλοτσιές, τον ξυλοκόπησα χτυπώντας τον επανειλημμένα με τα πόδια: «δεν άντεχα άλλο τις βλακείες που έλεγε και τον πλάκωσα στις κλοτσιές»·
    - τον τάραξα στις κλοτσιές, τον έδειρα άγρια, τον ξυλοκόπησα χτυπώντας τον με τα πόδια μου: «μόλις έβρισε τη μάνα μου, σηκώθηκα και τον τάραξα στις κλοτσιές»·
    - τον τρέλανα στις κλοτσιές, τον έδειρα άγρια, τον ξυλοκόπησα χτυπώντας τον επανειλημμένα με τα πόδια: «τον είχα από καιρό άχτι και μόλις τον συνάντησα τον τρέλανα στις κλοτσιές». (Λαϊκό τραγούδι: την πρώτη σου τη χάρισα, τη δεύτερη, κυρά μου, θα σε τρελάνω στις κλοτσιές και θα ’βρω τον μπελά μου)·
    - του ’δωσα μια κλοτσιά, βλ. φρ. του ’ριξα μια κλοτσιά·
    - του κάθισα μια κλοτσιά, βλ. φρ. του ’ριξα μια κλοτσιά·
    - του ’κοψα μια κλοτσιά, βλ. φρ. του ’ριξα μια κλοτσιά·
    - του ’ριξα μια κλοτσιά, τον χτύπησα με το πόδι μου, τον κλότσησα: «λίγο πριν μας χωρίσουν πρόλαβα και του ’ριξα μια κλοτσιά»·
    - του ’ριξα κλοτσιές ή του ’ριξα τις κλοτσιές του, τον χτύπησα πολλές φορές με το πόδι μου, τον κλότσησα πολλές φορές και, κατ’ επέκτ., τον νίκησα: «μόλις πήγα να μου κάνει το μάγκα του ’ριξα τις κλοτσιές του κι έκατσε στ’ αβγά του»·
    - του ’σκασα μια κλοτσιά, βλ. φρ. του ’ριξα μια κλοτσιά·
    - του τράβηξα μια κλοτσιά, βλ. φρ. του ’ριξα μια κλοτσιά·
    - τρώω κλοτσιές ή τρώω τις κλοτσιές μου, δέχομαι κλοτσιές, με δέρνει άγρια κάποιος και, κατ’ επέκτ., με νικά: «κάθε φορά που μαλώνω με τον τάδε, τρώω τις κλοτσιές μου».
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης