Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • κλαίω
    κ. κλαίγω, ρ. [<αρχ. κλαίω], κλαίω. (Λαϊκό τραγούδι: δυο χρόνια σε περίμενα, μα τώρα πια στο λέγω, δεν άξιζε να κάθομαι για σένανε να κλαίγω)· θρηνώ, μοιρολογώ: «ακόμα κλαίει το χαμό του πατέρα του». (Ακολουθούν 50 φρ.)·
    - άλλοτε γελάει (κι) άλλοτε κλαίει, βλ. λ. γελώ·
    - αν δεν κλάψει το παιδί, δεν του δίνουνε βυζί, βλ. λ. παιδί·
    - αν δεν κλάψει το μωρό, η μάνα του δεν του δίνει να φάει, βλ. λ. μωρό·
    - αύριο κλαίνε, βλ. λ. αύριο·
    - βαράτε με κι ας κλαίω, βλ. λ. βαρώ·
    - γράφτ’ τα και κλάφ’ τα ή γράψ’ τα και κλάψ’ τα, βλ. λ. γράφω·
    - γράφτ’ το και κλάφ’ το ή γράψ’ το και κλάψ’ το, βλ. λ. γράφω·
    - δεν κλαίω πάνω στο χυμένο γάλα, βλ. λ. γάλα·
    - δεν κλαίω τα λεφτά μου, βλ. λ. λεφτά·
    - δεν τα κλαίω (ενν. τα λεφτά μου), τα ξοδεύω με ευχαρίστηση, χωρίς να το μετανιώνω: «όσα λεφτά βγάζω, τα ξοδεύω σε διασκεδάσεις και δεν τα κλαίω». (Λαϊκό τραγούδι: όπα είπα, όπα λέω, τα λεφτά μου δεν τα κλαίω)·
    - είναι (για) να τον κλαίν’ κι οι κότες ή είναι (για) να τον κλαίνε οι κότες, βλ. λ. κότα·
    - είναι (για) να τον κλαίν’ κι οι ρέγκες ή είναι (για) να τον κλαίνε οι ρέγκες, βλ. λ. ρέγκα·
    - είναι (για) να τον κλαις, βρίσκεται σε πολύ άθλια οικονομική ή ψυχολογική κατάσταση: «όπως κατάντησε, είναι για να τον κλαις». (Λαϊκό τραγούδι: είσαι κορόιδο Μουσολίνι κι όχι μαγκιόρος όπως λες, λύκοι και κένταυροι που στέλνεις έχουνε γίνει να τους κλαις)·
    - εκείνος που κλαίει για ξένες πίκρες, χάνει τα μάτια του, βλ. λ. πίκρα·
    - έκλαιγαν κι οι πέτρες ή έκλαψαν κι οι πέτρες, βλ. λ. πέτρα·
    - έκλαψα απ’ τα γέλια ή έκλαψα απ’ το γέλιο, βλ. λ. γέλιο·
    - έκλαψα απ’ τη χαρά μου, βλ. λ. χαρά·
    - έκλαψα πικρά, βλ. λ. πικρός·
    - θα βάλω τη γάτα μου να κλαίει! βλ. λ. γάτα·
    - θα βάλω τη σκούπα μου να κλαίει! βλ. λ. σκούπα·
    - θα κλάψεις πικρά, βλ. λ. πικρός·
    - θα κλάψουν μάνες, βλ. λ. μάνα·
    - θα κλάψουν μανούλες, βλ. λ. μανούλα·
    - … και κλάψε, έκφραση με την οποία δηλώνουμε, ίσως και με κάποια δόση ειρωνείας, πως αυτό που προτείνουμε να κάνει κάποιος δεν είναι καθόλου ευχάριστο γι’ αυτόν, πως θα λυπηθεί, θα στενοχωρηθεί πολύ: «διάβασε το χαρτί της εφορίας και κλάψε || δες τον έλεγχο του γιου σου και κλάψε»·
    - κλαίει η αγορά, βλ. λ. αγορά·
    - κλαίει η καρδιά μου, βλ. λ. καρδιά·
    - κλαίει η ψυχή μου, βλ. λ. ψυχή·
    - κλαίει σαν παιδί, βλ. λ. παιδί·
    - κλαίει τη μοίρα του, βλ. λ. μοίρα·
    - κλαίει την τύχη του, βλ. λ. τύχη·
    - κλαίω με μαύρο δάκρυ ή κλαίω με μαύρα δάκρυα, βλ. λ. δάκρυ·
    - κλαίω με μαύρο κλάμα, βλ. λ. κλάμα·
    - κλαίω πικρά, βλ. λ. πικρός·
    - κλαίω τα λεφτά μου, βλ. λ. λεφτά·
    - κλαίω τα νιάτα μου, βλ. λ. νιάτα·
    - κλάφ’ τα! ή κλάψ’ τα! (ενν. τα λεφτά σου), πρέπει να τα θεωρείς σίγουρα χαμένα: «αφού δάνεισες σ’ αυτόν τον άνθρωπο, κλάφ’ τα!»·
    - κλάφ’ τα! ή κλάψ’ τα! βλ. φρ. κλάφ’ τα Χαράλαμπε(!)·
    - κλάφ’ τα Χαράλαμπε! ή κλάψ’ τα Χαράλαμπε! α. η δουλειά, η υπόθεση ή η κατάσταση είναι τόσο αρνητική, που πρέπει να θεωρείται χαμένη ή που πρέπει να περιμένουμε οδυνηρές συνέπειες: «όπως έγινε τώρα η δουλειά, κλάφ’ τα Χαράλαμπε! || ο διευθυντής αντιλήφθηκε την πρωινή σου καθυστέρηση. -Κλάψ’ τα Χαράλαμπε!». β. δίνεται και ως απάντηση στην ερώτηση ενδιαφέροντος κάποιου πώς πας ή πώς τα πας ή πώς πάνε τα πράγματα και έχει την έννοια πως, γενικά, αντιμετωπίζουμε προβλήματα·
    - κλάψε με μάνα (μ’) κλάψε με! βλ. λ. μάνα·
    - μην τον κλαις, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς για το άτομο για το οποίο γίνεται λόγος, γιατί είναι απόλυτα εξασφαλισμένο: «αυτόν μη τον κλαις, γιατί έχει έτοιμη δουλειά απ’ τον πατέρα του»·
    - μια γελάει, μια κλαίει, βλ. λ. γελώ·
    - να κλαίει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, βλ. λ. μάνα·
    - ούτε γελάει ούτε κλαίει, βλ. λ. ούτε·
    - ποιος το κλαίει; άραγε ποιος το έχασε ή από ποιον έκλεψες το αντικείμενο για το οποίο γίνεται λόγος: «για δέστε έναν χρυσό αναπτήρα! -Ποιος τον κλαίει;»·
    - πότε γελάει (και) πότε κλαίει, βλ. λ. γελώ·
    - τα κλαίω (ενν. τα λεφτά μου), είμαι πολύ στενοχωρημένος, πολύ μετανιωμένος για την αγορά κάποιου αντικειμένου, που βγήκε εντελώς άχρηστο ή ακατάλληλο, ή για τα λεφτά που ξόδεψα σε νυχτερινή έξοδο, χωρίς να έχει το ανάλογο αντίκρισμα: «έδωσα ένα σωρό λεφτά για ν’ αγοράσω αυτό το πλυντήριο και τα κλαίω, γιατί βγήκε σκάρτο || πλήρωσα ένα σωρό λεφτά στο μπουζουκτσίδικο και τα κλαίω, γιατί το πρόγραμμα ήταν μάπα»·
    - της κουφής το παιδί ποτέ δεν κλαίει, βλ. λ. κουφός·
    - το κλαίω, (για πράγματα, αντικείμενα) είμαι πολύ στενοχωρημένος που το έχασα ή που μου το έκλεψαν·
    - τον κλαίω, α. θρηνώ για το θάνατό του: «τον έκλαψαν οι συγγενείς κι οι φίλοι». β.  βρίσκεται σε πολύ δύσκολη κατάσταση και πιθανόν να έχει και δυσάρεστες συνέπειες, τον λυπάμαι: «αν μάθουν πως έβαλε χέρι στο ταμείο, τον κλαίω»· βλ. και φρ. είναι για να τον κλαις·
    - τράβα με κι ας κλαίωή τραβάτε με κι ας κλαίω, βλ. λ. τραβώ.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης