Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • αλά,
    πρόθ. [<γαλλ. à la <ιταλ. alla], κατά τον τρόπο, με τον τρόπο που δηλώνει η λ. που ακολουθεί· χρησιμοποιείται και σαν επιρρημ. μόρ. (Ακολουθούν 27 φρ.)·
    - αγκινάρες αλά πολίτα, βλ. λ. αγκινάρα·
    - αλ’ αμερικέν, κατά τον τρόπο των Αμερικανών, ιδίως σύμφωνα με τον τρόπο που συνηθίζουν να κουρεύονται οι Αμερικανοί στρατιώτες. Το κούρεμα αυτό θέλει τα μαλλιά στο πίσω μέρος του κεφαλιού να έχουν παρθεί με την ψιλή, ενώ τα μαλλιά στο επάνω μέρος του κεφαλιού είναι πολύ κοντά·
    - αλά γερμανικά, βλ. λ. γερμανικός·
    - αλά γκαρσόν, [<γαλλ. à la garçon], α. παρέα μόνο από άντρες, αντρική παρέα χωρίς τη συνοδεία γυναικών: «χτες βράδυ τα παιδιά της παρέας βγήκαμε αλά γκαρσόν». β. κόψιμο των γυναικείων μαλλιών κατά το αντρικό πρότυπο: «είχε η ανόητη κάτι μαλλιά που έφταναν μέχρι τη μέση της και πήγε και τα ’κοψε αλά γκαρσόν». (Εβραίικο τραγούδι: τώρα φυσάει Βαρδάρης που μας σηκώνει τη φούστα. Τα κορίτσια βγαίνουν ξεκάλτσωτα και κουρεμένα αλά γκαρσόν)·
    - αλά κάπα, [<ιταλ. alla cappa] (για πανωφόρια, παλτό) (στη γλώσσα της αργκό) λέγεται όταν το φέρει κανείς ριχτό στην πλάτη του: «προχωρούσε αργά, έχοντας το παλτό του αλά κάπα». (Λαϊκό τραγούδι: ύπνο στο πειθαρχείο κι όλο αναφορά, τη χλαίνη αλά κάπα, το δίκοχο στραβά)· βλ. και φρ. στέκω αλά κάπα και το παίρνω αλά κάπα και τον φέρνω αλά κάπα·
    - αλά καρτ, [<γαλλ. à la carte] για παραγγελία σε εστιατόριο, όπου ο πελάτης παραγγέλνει το φαγητό της αρεσκείας του από τον κατάλογο: «οι τιμές είναι αλά καρτ»·
    - αλά κοκ, [<γαλλ. à la coke] (για αβγά) μελάτο: «κάθε πρωί τρώει ένα αβγό αλά κοκ»·
    - αλά μπρατσέτα, [<ιταλ. alla braccetto] αλληλοπιασμένοι από τους βραχίονές τους καθώς περπατούν, αγκαζέ: «περπατούσαν αλά μπρατσέτα»·
    - αλά ούνα, αλά ντούε, αλά τρε, έκφραση με την οποία κατακυρώνεται σε κάποιον το αντικείμενο πλειστηριασμού. (Λαϊκό τραγούδι: κι αλά ούνα, αλά ντούε, αλά τρε, μου το πήρανε το σπίτι, αδελφέ). Με το αλά ούνα, αλά ντούε, προετοιμάζουμε το κοινό για το τελικό αλά τρε· βλ. και φρ. με το ένα, με το δύο, με το τρία, λ. ένα·
    - αλά πολίτα, [<ιταλ. alla pulita], σύμφωνα με τον τρόπο που γίνεται, που συνηθίζεται στην Κωνσταντινούπολη, στην Πόλη. Ιδίως εύχρ. στη φρ. αγκινάρες αλά πολίτα, βλ. λ. αγκινάρα·
    - αλά τούρκα (φράγκα, ιταλικά, γαλλικά κ.λπ.), με τον τρόπο, με τη συνήθεια των Τούρκων (των Φράγκων, των Ιταλών, των Γάλλων κ.λπ.). (Λαϊκό τραγούδι: τον καφέ μου μες στο δίσκο αλά τούρκα να τον βρίσκω)·
    - έφυγε αλά γαλλικά, βλ. λ. γαλλικά·
    - κάθεται αλά τούρκα, κάθεται σύμφωνα με τον τρόπο με τον οποίο συνηθίζουν να κάθονται οι Τούρκοι, δηλ. στο πάτωμα ή στο μεντέρι και με τα πόδια τους σταυρωμένα μπροστά τους, οκλαδόν·
    - ντύνεται αλά φράγκα, ντύνεται σύμφωνα με τον τρόπο των δυτικοευρωπαίων, ντύνεται μοντέρνα·
    - ξηγιέται αλά τούρκα, είναι σοδομιστής: «όλα τα παιδιά της γειτονιάς τον αποφεύγουν, γιατί ξηγιέται αλά τούρκα»· βλ. και φρ. το κάνει αλά τούρκα·
    - όρτσα αλά μπάντα, βλ. λ. όρτσα·
    - όρτσα αλά πρίμα, βλ. λ. όρτσα·
    - πληρώνουμε αλά γερμανικά, βλ. λ. γερμανικός·
    - στέκω αλά γάμπια, βλ. λ. γάμπια·
    - στέκω αλά κάπα, (στη γλώσσα της αργκό) κάνω ανακωχή: «απ’ την πλευρά μου θα σταθώ αλά κάπα, αλλά κοίταξε να μην το εκμεταλλευτείς» Από τη ναυτική ορολογία που σημαίνει και στέκω με την πλώρη μου στραμμένη προς την έξοδο του λιμανιού·
    - την κοπάνησε αλά γαλλικά, βλ. λ. γαλλικά·
    - το κάνει αλά τούρκα, α. είναι σοδομιστής: «όταν τον βλέπουν τα παιδιά της γειτονιάς, μαζεύονται στα σπίτια τους, γιατί ξέρουν ότι το κάνει αλλά τούρκα». β. δέχεται να υποστεί τη σεξουαλική πράξη από πίσω, από τον κώλο: «όλοι το έχουν μάθει πως το κάνει αλλά τούρκα, γι’ αυτό και δεν τον θέλουν στην παρέα τους»·
    - το παίρνω αλά κάπα, (στη γλώσσα της αργκό) παρεξηγιέμαι, παρεξηγώ: «δεν έπρεπε κι εσύ με το παραμικρό να το πάρεις αλά κάπα». Από τη ναυτική ορολογία που σημαίνει και στέκω με την πλώρη μου αντίθετα προς την κατεύθυνση του ανέμου ·
    - το ’σκασε αλά γαλλικά, βλ. λ. γαλλικά·
    - το ’στριψε αλά γαλλικά, βλ. λ. γαλλικά·
    - τον παίρνει αλά τούρκα, δέχεται να υποστεί τη σεξουαλική πράξη από πίσω, από τον κώλο: «όλοι το έχουν μάθει πως τον παίρνει αλά τούρκα»·
    - τον φέρνω αλά κάπα, (στη γλώσσα της αργκό) τον ξεγελώ, τον εξαπατώ: «είναι τόσο ευκολόπιστος, που ο καθένας μπορεί να τον φέρει αλά κάπα». Από τη ναυτική ορολογία.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης