Νέα ελληνική
Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας
Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Εισαγωγή
Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.
Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.
Περιεχόμενα
Αναζήτηση
- και
- συχνά κι πριν από φωνήεντο,σύνδ. [<αρχ. καί], και· 1. συμπλεκτικός που ενώνει δυο έννοιες: «μιλάω αγγλικά και γαλλικά». 2. προσθετικός, επιτατικός ή εμφαντικός: «μα και συ, βρε παιδί μου, δεν πρόσεχες λιγάκι;». 3. εναντιωματικός: «εγώ δεν ξέρω ακόμη τίποτα, και αυτός μου ζητάει λεπτομέρειες». 4. διαζευκτικός: «και να πας και να μην πας, το ίδιο πράγμα είναι». 5. αιτιολογ.: «σταμάτα και την έχεις λερωμένη τη φωλιά σου». 6. συγχρονιστικός: «σκέφτεται κάτι και αμέσως γίνεται». 7. σύνδ. που εισάγει δευτερεύουσες ειδικές και τελικές προτάσεις: «αρχίζω και σε πιάνω || πες και ήρθε, νομίζεις και άλλαξε τίποτα;». 8. μεταβατικός, ιδίως στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου: «και που λες, έτσι έχουν τα πράγματα». 9. ευχετικός σύνδ.: «και στα δικά σας». 10. αποτελεσματικός: «δεν ήρθες χτες στη δουλειά κι έχασες». 11. σε τριπλή επανάληψη και, και, και, με τονισμένο το κάθε και,για να υπονοήσουμε ενέργειες παρόμοιες με αυτές που προαναφέραμε: «και δουλειά του βρήκα και στον κύκλο μου τον έβαλα και γυναίκα του γνώρισα και, και, και, κι αυτός ούτ’ ένα ευχαριστώ! || και στο διευθυντή με κατηγόρησε και στους φίλους με διέβαλλε και στη γυναίκα μου μαρτύρησε τον κρυφό δεσμό που έχω και, και, και, κι απορεί γιατί δεν τον μιλάω!». (Ακολουθούν 219 φρ.)·
- … και κακό, βλ. λ. κακός·
- … και καταλαβαίνεις, βλ. λ. καταλαβαίνω·
- … και κλάψε, βλ. λ. κλαίω·
- … και μ’ ένα μάτι, βλ. λ. μάτι·
- … και ξανά προς τη δόξα τραβά, βλ. λ. δόξα·
- … και πάρ’ τον κάτω, βλ. λ. κάτω·
- … και ταπί, βλ. λ. ταπί·
- … και χαρά σ’ αυτόν που… ή και χαρά στον που… ή … και χαρά σ’ όποιον…, βλ. λ. χαρά·
- … κι άγιος ο Θεός, βλ. λ. Θεός·
- … κι ακόμη τρέχω, βλ. λ. ακόμα·
- … κι ας μη δω στον ήλιο μοίρα, βλ. λ. μοίρα·
- … κι ας μου ’ρθει συγκοπή, βλ. λ. συγκοπή·
- … κι ας πεθάνω, βλ. λ. πεθαίνω·
- … κι ας ψοφήσουν χίλι’ αρνιά, βλ. λ. αρνί·
- αχ, και να…, εισάγει ευχή, που συνήθως δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί ή δε συμπίπτει με την πραγματικότητα: «αχ, και να ξαναγεννιόμουν! || αχ και να ’μουν πλούσιος!»· βλ. και φρ. ε, και να(…)·
- δεν παρέλειψε ούτε ένα και, τα είπε, τα ανέφερε όλα με κάθε λεπτομέρεια: «έστησε αφτί, όταν κουβέντιαζαν οι άλλοι κι όταν ήρθε να μου πει τι έλεγαν, δεν παρέλειψε ούτε και»·
- δεν πρόσθεσε ούτε ένα και, τα είπε, τα ανέφερε όλα χωρίς να προσθέσει ούτε το παραμικρό: «μου τα ’πε ακριβώς όπως ειπώθηκαν και δεν πρόσθεσε ούτε ένα και»·
- (ε) και; έκφραση αδιαφορίας: «το βράδυ θα είναι κι ο τάδε στο πάρτι. -Έ και; || ήρθε και σε ζητούσε ο τάδε. -Ε και;». Πολλές φορές, η αδιαφορία εκδηλώνεται με την επανάληψη του ρ.: «το βράδυ θα είναι κι ο τάδε στο πάρτι. -Ε και (κι) αν είναι; || ήρθε και σε ζητούσε ο τάδε. -Ε και (κι) αν με ζητούσε;». Συνών. και σαν(;)·
- ε, και να… ή ε, ρε και να… ή εχ, και να…, εισάγει έντονη επιθυμία: «ε, και να μου ’πεφτε το λαχείο, να δεις πώς θα ζούσα! || ε, ρε και να παντρευόμουν την κόρη του τάδε, να δεις εσύ τότε χαρά κι ευτυχία!»·
- καθώς και, βλ. λ. καθώς·
- και άντε και γαμήσου! βλ. λ. γαμώ·
- και βάλε, βλ. λ. βάζω·
- και βγαίνοντας κλείσε και την πόρτα ή και βγαίνοντας κλείσε την πόρτα, βλ. λ. πόρτα·
- και βγάλε με για ψεύτη ή και βγάλε με και ψεύτη ή και βγάλε με ψεύτη, βλ. λ. ψεύτης·
- και βρεγμένος και δαρμένος! βλ. λ. βρεγμένος·
- και γαμπρός! βλ. λ. γαμπρός·
- και γαμώ! βλ. λ. γαμώ·
- και γαμώ τη δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
- και γιατί να το κρύψουμε άλλωστε; ή και γιατί να το κρύψω άλλωστε; βλ. λ. κρύβω·
- και δε μου το ’λεγες! βλ. λ. λέω·
- και δε φεύγεις! βλ. λ. φεύγω·
- και δεν έρχεσαι! βλ. λ. έρχομαι·
- και δεν κάθεσαι! βλ. λ. κάθομαι·
- και δεν το…! (τη(ν…!), τα…!) ακολουθεί ρ., έκφραση αδιαφορίας γι’ αυτό που δηλώνει το ρ.: «αν το αφήσεις έξω απ’ το συρτάρι θα το πάρω. -Και δεν το παίρνεις! || αν εσύ θέλεις να μείνεις περισσότερο, θα μείνω κι εγώ. -Και δε μένεις! || αν μου αντιμιλήσει θα τη δείρω. -Και δεν τη δέρνεις! || θα τα σπάσω αν έρθω στο κέφι. -Και δεν τα σπάζεις!»·
- και δώσ’ του, βλ. λ. δίνω·
- και εις άλλα με υγεία! βλ. λ. υγεία·
- και εις ανώτερα! βλ. λ. ανώτερος·
- και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα, βλ. λ. ζω·
- και η κουτσή Μαρία, βλ. λ. κουτσή·
- και η οκά τρακόσα! βλ. λ. οκά·
- και η πίτα αφάγωτη και ο σκύλος χορτάτος ή και η πίτα ολόκληρη και ο σκύλος χορτάτος ή και η πίτα σωστή και ο σκύλος χορτάτος, βλ. λ. πίτα·
- και κάθεσαι! βλ. λ. κάθομαι·
- και κάθεσαι ακόμα; βλ. λ. ακόμα·
- και κάθεσαι και βλέπεις! βλ. λ. κάθομαι·
- και καλά, βλ. λ. καλός·
- και καλά μουνιά στους πούτσους μας! ή και καλό μουνί στον πούτσο μας! βλ. λ. μουνί·
- και κάτι, βλ. λ. κάτι·
- και κάτσε καλά! βλ. λ. καλός·
- και κλάμα η κυρία, βλ. λ. κλάμα·
- και κραγιόν να βάλεις σε γουρούνι, πάλι γουρούνι είναι, βλ. λ. γουρούνι·
- και λέγε λέγε, βλ. λ. λέω·
- και λίγη αξιοπρέπεια! βλ. λ. αξιοπρέπεια·
- και λίγη τσίπα! βλ. λ. τσίπα·
- και λίγο φιλότιμο! βλ. λ. φιλότιμο·
- και λοιπά, βλ. λ. λοιπός·
- και λοιπόν; βλ. λ. λοιπόν·
- και μ’ αυτά, βλ. λ. αυτός·
- και μάλιστα, βλ. λ. μάλιστα·
- και με βούλα, βλ. λ. βούλα·
- και με σφραγίδα, βλ. λ. σφραγίδα·
- και με τα δυο τα χέρια ή και με τα δυο χέρια, βλ. λ. χέρι·
- και με την άδεια της αστυνομίας, βλ. λ. άδεια·
- και με το νόμο, βλ. λ. νόμος·
- και με το παραπάνω, βλ. λ. παραπάνω·
- και με τόκο, βλ. λ. τόκος·
- και με χαρτόσημο, βλ. λ. χαρτόσημο·
- και μη προς κακοφανισμού σου, βλ. λ. κακοφανισμός·
- και μη χαθούμε ή και (να) μη χανόμαστε, βλ. λ. χάνομαι·
- και μη χειρότερα! βλ. λ. χειρότερος·
- και μισό(ς), βλ. λ. μισός·
- και μόνο με τη σκέψη πως… ή και μόνο με τη σκέψη ότι…, βλ. λ. σκέψη·
- και μόνο που…, βλ. λ. μόνος·
- και μόνο που τ’ ακούω…, βλ. λ. ακούω·
- και μόνο στη σκέψη πως… ή και μόνο στη σκέψη ότι…, βλ. λ. σκέψη·
- και να μας γράφεις, βλ. λ. γράφω·
- και να μου το χάριζαν, δε θα το ’παιρνα, βλ. λ. χαρίζω·
- και ναι και όχι, βλ. λ. ναι·
- και νεκρούς ανασταίνει! βλ. λ. νεκρός·
- και ντε σήμερα, ντε αύριο, βλ. λ. ντε·
- και νύφη! βλ. λ. νύφη·
- και ξερό ψωμί, βλ. λ. ψωμί·
- και ο μεν και ο δε, και ο ένας και ο άλλος, και οι δυο, αμφότεροι: «και ο μεν και ο δε είναι κουμάσια»·
- και οι κρίνοντες κρίνονται, βλ. λ. κρίνω·
- και οι μεν και οι δε, όλοι: «και οι μεν και οι δε υποστηρίζουν το ίδιο πράγμα»·
- και οι τοίχοι έχουν αφτιά, βλ. λ. αφτί·
- και όμως ή κι όμως, α. δηλώνει αντίρρηση σε αυτά που ειπώθηκαν προηγουμένως: «και όμως, δεν έγιναν τα πράγματα έτσι όπως μου τα λες». β. παρ’ όλα αυτά: «τον βοήθησα χιλιάδες φορές κι όμως δεν άκουσα ούτ’ ένα ευχαριστώ»·
- και ό,τι βρέξει ας κατεβάσει, βλ. λ. ό,τι·
- και ούτε, βλ. λ. ούτε·
- και ούτω καθεξής, βλ. λ. καθεξής·
- και πάει λέγοντας, βλ. λ. πάει·
- και πάλι, βλ. λ. πάλι·
- και πάλι μάγκας είσαι ή και πάλι μάγκας θα ’σαι, βλ. λ. μάγκας·
- και πάλι ορίστε! βλ. λ. ορίζω·
- και παντρεμένος μασκαράς κι ανύπαντρος ρεζίλι, βλ. λ. ρεζίλι·
- και πάνω, βλ. λ. πάνω·
- και πάρε και δρόμο! βλ. λ. δρόμος·
- και πες πες, βλ. λ. είπα·
- και ποιο το αποτέλεσμα; βλ. λ. αποτέλεσμα·
- και ποιος θα…, η Μαρία; βλ. λ. Μαρία·
- και πολύ γαμώ! βλ. λ. γαμώ·
- και πολύ σου είναι, βλ. λ. είναι·
- και πολύ σου πάει, βλ. λ. πάει·
- και πολύ σου πέφτει, βλ. λ. πέφτω·
- και πού ’σαι ακόμα! βλ. λ. ακόμα·
- και πού να πιάσουν (κι) οι ζέστες! βλ. λ. ζέστα·
- και πού να σφίξουν (κι) οι ζέστες! βλ. λ. ζέστα·
- και πράσιν’ άλογα, βλ. λ. άλογο·
- και ρωτάς; ή και το ρωτάς; βλ. λ. ρωτώ·
- και σ’ άλλα με υγεία! βλ. λ. υγεία·
- και σ’ ανώτερα! βλ. λ. ανώτερος·
- και σε μπουκάλι μέσα να τον βάλεις, αυτός θα το κάνει, βλ. λ. μπουκάλι·
- και στ’ αλώνια και στα σαλόνια, βλ. λ. αλώνι·
- και στα αποδέλοιπα! βλ. λ. αποδέλοιπος·
- και στα επίλοιπα! βλ. λ. επίλοιπος·
- και στα δικά μας! βλ. λ. δικός·
- και στα δικά σας! βλ. λ. δικός·
- και στα δικά σου! βλ. λ. δικός·
- και στα κεφαλάκια σας! ή και στο κεφαλάκι σας! βλ. λ. κεφαλάκι·
- και στα κουφέτα σου! βλ. λ. κουφέτο·
- και στις χαρές σας! βλ. λ. χαρά·
- και στις χαρές σου! βλ. λ. χαρά·
- και στο γάμο σας! βλ. λ. γάμος·
- και στο γάμο σου! βλ. λ. γάμος·
- και στο δρόμο να τα βρεις, μέτρα τα ή και στο δρόμο να τα βρεις, μέτρησέ τα (ενν. τα λεφτά), βλ. λ. δρόμος·
- και στο κεφαλάκι σου! βλ. λ. κεφαλάκι·
- και συζητάς! ή και το συζητάς! βλ. λ. συζητώ·
- και τα βουνά ξεπέφτουνε κι οι κάμποι δυστυχούνε, βλ. λ. κάμπος·
- και τα καλά δεχούμενα και τα κακά δεχούμενα, βλ. λ. δεχούμενα·
- και τα λοιπά, βλ. λ. λοιπός·
- και τα μυαλά στα κάγκελα, βλ. λ. μυαλό·
- και τα παρόμοια, βλ. λ. παρόμοιος·
- και τα πρόβατα σαν ξεπορτίσουν, πάν’ αλλού για να βοσκήσουν, βλ. λ. πρόβατο·
- και τα πρόβατα σωστά και ο λύκος χορτάτος, βλ. λ. πρόβατο·
- και τα ρέστα, βλ. λ. ρέστα·
- και τα ρέστα δικά σου, βλ. λ. ρέστα·
- και τα ρέστα παγωτά, βλ. λ. ρέστα·
- και τα τοιαύτα, βλ. λ. τοιαύτα·
- και τελειώνει η ιστορία, βλ. λ. ιστορία·
- και τι δε θα ’δινα (για) να…, βλ. λ. δίνω·
- και τι δεν έχει! βλ. λ. έχω·
- και τι δεν κάνω, βλ. λ. κάνω·
- και τι έγινε! βλ. λ. γίνομαι·
- και τι μ’ αυτό; βλ. λ. αυτός·
- και τι σχέση έχει; βλ. λ. σχέση·
- και το κουκούτσι μύγδαλο, βλ. λ. κουκούτσι·
- και το μερμήγκι με το δικό του το καντάρι σαράντα κιλά ζυγίζει, βλ. λ. μυρμήγκι·
- και το μυρμήγκι έχει το βάρος του, βλ. λ. μυρμήγκι·
- και το κουνούπι μπαίνει στη μύτη, βλ. λ. κουνούπι·
- και τόσο, βλ. λ. τόσος·
- και του κουμπάρου ο σκύλος, σύντεκνος είναι κι εκείνος, βλ. λ. σύντεκνος·
- και του πουλιού το γάλα, βλ. λ. πουλί·
- και του χρόνου! βλ. λ. χρόνος·
- και του χρόνου διπλός! (διπλή!), βλ. λ. διπλός·
- και του χρόνου με υγεία! βλ. λ. υγεία·
- και του χρόνου σπίτια μας! ή και του χρόνου στα σπίτια μας! βλ. λ. σπίτι·
- και τούμπαλιν, βλ. λ. τούμπαλιν·
- και φοράς (και) παντελόνια! βλ. λ. παντελόνι·
- κι αέρα στα πανιά σου, βλ. λ. αέρας·
- κι ακόμα εδώ είσαι; βλ. λ. ακόμα·
- κι ακόμα κάθεσαι; βλ. λ. ακόμα·
- κι άλλα τόσα, βλ. λ. άλλος·
- κι άλλο τόσο, βλ. λ. άλλος·
- κι αν ακόμη…, βλ. λ. ακόμη·
- κι αν είσαι κι αν δεν είσαι, βλ. λ. είμαι·
- κι αν κελαηδεί η οχιά, δε γίνεται γαρδέλι, βλ. λ. οχιά·
- κι αν τα ’χει κι αν δεν τα ’χει (ενν. τα χρήματα), βλ. λ. έχω·
- κι απ’ το λέγε λέγε, βλ. λ. λέω·
- κι απ’ το πεζοδρόμιο, βλ. λ. πεζοδρόμιο·
- κι απ’ το πες πες, βλ. λ. είπα·
- κι από κοντά, βλ. λ. κοντά·
- κι από πάνω, βλ. λ. πάνω·
- κι από στέρφα γίδα βγάζει γάλα, βλ. λ. γίδα·
- κι αύριο μέρα είναι, βλ. λ. μέρα·
- κι αυτά κι αυτά, βλ. λ. αυτός·
- κι αυτός με τα δικά του ή κι αυτός τα δικά του, βλ. λ. δικός·
- κι αυτός το βιολί του, βλ. λ. βιολί·
- κι αυτός το χαβά του, βλ. λ. χαβάς·
- κι είχα ένα ντέρτι! ή κι έχω ένα ντέρτι! ή κι είχαμε ένα ντέρτι! κι έχουμε ένα ντέρτι! βλ. λ. ντέρτι·
- κι είχα ένα σεβντά! ή κι έχω ένα σεβντά! ή κι είχαμε ένα σεβντά! ή κι έχουμε ένα σεβντά! βλ. λ. σεβντάς·
- κι είχα έναν γκαϊλέ! ή κι έχω έναν γκαϊλέ! ή κι είχαμε έναν γκαϊλέ! ή κι έχουμε έναν γκαϊλέ! βλ. λ. γκαϊλές·
- κι είχα έναν καημό ή κι έχω έναν καημό ή κι είχαμε έναν καημό! ή κι έχουμε έναν καημό! βλ. λ. καημός·
- κι είχα έναν νταλκά! ή κι έχω έναν νταλκά! ή κι είχαμε έναν νταλκά! ή κι έχουμε έναν νταλκά! βλ. λ. νταλκάς·
- κι είχα μια έγνοια! ή κι έχω μια έγνοια! ή κι είχαμε μια έγνοια! ή κι έχουμε μια έγνοια! βλ. λ. έγνοια·
- κι είχα μια καΐλα! ή κι έχω μια καΐλα! ή κι είχαμε μια καΐλα! ή κι έχουμε μια καΐλα! βλ. λ. καΐλα·
- κι είχα μια όρεξη! ή κι έχω μια όρεξη! ή κι είχαμε μια όρεξη! ή κι έχουμε μια όρεξη! βλ. λ. όρεξη·
- κι είχα μια σκασίλα! ή κι έχω μια σκασίλα! ή κι είχαμε μια σκασίλα! ή κι έχουμε μια σκασίλα! βλ. λ. σκασίλα·
- κι είχα μια σκορδοκαΐλα! ή κι έχω μια σκορδοκαΐλα! ή κι είχαμε μια σκορδοκαΐλα! ή κι έχουμε μια σκορδοκαΐλα! βλ. λ. σκορδοκαΐλα·
- κι είχα μια σκοτούρα! ή κι έχω μια σκοτούρα! ή κι είχαμε μια σκοτούρα! ή κι έχουμε μια σκοτούρα! βλ. λ. σκοτούρα·
- κι είχα μια στεναχώρια! ή κι έχω μια στεναχώρια! ή κι είχαμε μια στεναχώρια! ή κι έχουμε μια στεναχώρια! βλ. λ. στεναχώρια·
- κι είχα μια φαγούρα! ή κι έχω μια φαγούρα! ή κι είχαμε μια φαγούρα! ή κι έχουμε μια φαγούρα! βλ. λ. φαγούρα·
- κι εμείς τι βιολί βαράμε! βλ. λ. βιολί·
- κι εμείς τι καπνό φουμάρουμε! βλ. λ. καπνό2·
- κι εμείς τι ρόλο παίζουμε! βλ. λ. ρόλος·
- κι εμείς τι ώρες κάνουμε! βλ. λ. ώρα·
- κι επειδή; βλ. λ. επειδή·
- κι έπειτα; βλ. λ. έπειτα·
- κι έπεται συνέχεια, βλ. λ. συνέχεια·
- κι εσύ, τέκνον Βρούτε; βλ. λ. τέκνο·
- κι έτσι, αλλιώς κι αλλιώτικα, βλ. λ. έτσι·
- κι ο κουτσός με τόνα πόδι, κούτσα κούτσα πάει στην πόλη, βλ. λ. κουτσός·
- κι ο μπακλαβάς γωνία, βλ. λ. μπακλαβάς·
- κι ο χορός καλά κρατεί, βλ. λ. χορός·
- κι οι τοίχοι έχουν αφτιά κι οι κάμποι έχουνε μάτια, βλ. λ. μάτι·
- κι όποιον πάρει η μπάλα, βλ. λ. μπάλα·
- κι όποιον πάρει η μπόρα, βλ. λ. μπόρα·
- κι όποιον πάρει ο χάρος, βλ. λ. χάρος·
- κι όποιον πάρει το ποτάμι, βλ. λ. ποτάμι·
- κι όπου βγει, βλ. λ. όπου·
- κι όπου με βγάλει, βλ. λ. όπου·
- κι όπου με βγάλει η άκρη, βλ. λ. άκρη·
- κι όπου με βγάλουν τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- κι όπου φύγει φύγει, βλ. λ. όπου·
- κι όπως σου είπα ή κι όπως είπαμε, βλ. λ. είπα·
- κι ύστερα; βλ. λ. ύστερα·
- κι ύστερα (εσύ) μου λες γιατί δε σε γράφω! βλ. λ. ύστερα·
- κι ύστερα; κι ύστερα; βλ. λ. ύστερα·
- κι ύστερα λένε… ή κι ύστερα σου λένε…, βλ. λ. ύστερα·
- κι ύστερα λένε πως φταίει ο φονιάς, βλ. λ. φονιάς·
- κι ύστερα λες γιατί φωνάζω! ή κι ύστερα λες φωνάζω! βλ. λ. φωνάζω·
- κι ύστερα σου λένε σκυλίσια ζωή, βλ. λ. ζωή·
- κι ύστερα τι έγινε; βλ. λ. ύστερα·
- μια και…, βλ. λ. μια·
- το και το, βλ. λ. το και το.

- συχνά κι πριν από φωνήεντο,σύνδ. [<αρχ. καί], και· 1. συμπλεκτικός που ενώνει δυο έννοιες: «μιλάω αγγλικά και γαλλικά». 2. προσθετικός, επιτατικός ή εμφαντικός: «μα και συ, βρε παιδί μου, δεν πρόσεχες λιγάκι;». 3. εναντιωματικός: «εγώ δεν ξέρω ακόμη τίποτα, και αυτός μου ζητάει λεπτομέρειες». 4. διαζευκτικός: «και να πας και να μην πας, το ίδιο πράγμα είναι». 5. αιτιολογ.: «σταμάτα και την έχεις λερωμένη τη φωλιά σου». 6. συγχρονιστικός: «σκέφτεται κάτι και αμέσως γίνεται». 7. σύνδ. που εισάγει δευτερεύουσες ειδικές και τελικές προτάσεις: «αρχίζω και σε πιάνω || πες και ήρθε, νομίζεις και άλλαξε τίποτα;». 8. μεταβατικός, ιδίως στην αρχή περιόδου ή ημιπεριόδου: «και που λες, έτσι έχουν τα πράγματα». 9. ευχετικός σύνδ.: «και στα δικά σας». 10. αποτελεσματικός: «δεν ήρθες χτες στη δουλειά κι έχασες». 11. σε τριπλή επανάληψη και, και, και, με τονισμένο το κάθε και,για να υπονοήσουμε ενέργειες παρόμοιες με αυτές που προαναφέραμε: «και δουλειά του βρήκα και στον κύκλο μου τον έβαλα και γυναίκα του γνώρισα και, και, και, κι αυτός ούτ’ ένα ευχαριστώ! || και στο διευθυντή με κατηγόρησε και στους φίλους με διέβαλλε και στη γυναίκα μου μαρτύρησε τον κρυφό δεσμό που έχω και, και, και, κι απορεί γιατί δεν τον μιλάω!». (Ακολουθούν 219 φρ.)·
Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...
- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- κρατ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από «κρατ») : κράτος, κρατισμός, κρατώ κλπ.
- *κρατ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το «κρατ»): αισθησιοκράτης, αισθησιοκρατία, αιτιοκρατία κλπ.
- *ισμός (όλες οι λέξεις που λήγουν σε «ισμός»): ανιμισμός, κρατισμός, υλισμός κλπ.
- κ*ισμός (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από «κ» και λήγουν σε «ισμός»): κλασικισμός, κομμουνισμός, κρατισμός κλπ
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. κρατ κρατ* - Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε έναν όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του λήμματος.
Υπόδειξη
Μη χρησιμοποιείτε ολόκληρες λέξεις, προτιμήστε το θέμα τους· π.χ. δώστε "πολεμ", αντί για "πόλεμος", "πολεμικός" κλπ.Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που είναι εννοιολογικά συγγενείς.
- Παράδειγμα Χρήσης
Εδώ πληκτρολογείτε μια λέξη, η οποία περιμένετε να εμφανιστεί σε πρόταση που είναι παράδειγμα χρήσης του λήμματος.
Υπόδειξη
Μη χρησιμοποιείτε ολόκληρες λέξεις, προτιμήστε το θέμα τους· π.χ. δώστε "πολεμ", αντί για "πόλεμος", "πολεμικός" κλπ.- Γραμματική - Σύνταξη
Επιλέγετε τον επιθυμητό τρόπο σύνταξης της λέξης. Αυτό θα περιορίσει την αναζήτηση σε λέξεις που μία τουλάχιστον σημασία τους συντάσσεται με τον συγκεκριμένο τρόπο.
Για παράδειγμα, με την επιλογή «ως επίθετο» θα εμφανιστούν λήμματα που, ενώ ανήκουν σε άλλη γραμματική κατηγορία, χρησιμοποιούνται με τη σημασία επιθέτου και συντάσσονται αναλόγως.
- Επίπεδο Ύφους
Το μενού προεπιλογών που εμφανίζεται περιλαμβάνει διαφορετικά επίπεδα ύφους, τα οποία αφορούν είτε όλο το λήμμα είτε κάποια από τις σημασίες του, ώστε να επιλέξετε αυτό που σας ενδιαφέρει.
Για παράδειγμα, με την επιλογή «ειρωνικό», θα εμφανιστούν
- λήμματα που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε ειρωνικό επίπεδο ύφους
- λήμματα που μία τους σημασία χρησιμοποιείται σε ειρωνικό επίπεδο ύφους
- Σημασιολογικό πεδίο
Επιλέγετε το σημασιολογικό πεδίο στο οποίο ανήκει η σημασία ή κάποια από τις σημασίες του λήμματος. Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να ζητήσετε ομάδες λέξεων που σχετίζονται με κάποια θεματική περιοχή.
- Ετυμολογία
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες ετυμολογικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε αυτή που σας ενδιαφέρει.
- Τύπος Λήμματος
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Χρήση
Επιλέγετε την επιθυμητή χρήση της λέξης. Αυτό θα περιορίσει την αναζήτηση σε λέξεις που μία τουλάχιστον σημασία τους έχει τη συγκεκριμένη χρήση.
Συντομογραφίες
Α
αγγλ. αγγλικός, -ή, -ό άγν. ετυμολ. άγνωστης ετυμολογίας αιτιατ. αιτιατική αιτιολογ. αιτιολογικός, -ή, -ό άκλ. άκλιτο αλβαν. αλβανικός, -ή, - ό αμερικ. αμερικανικός, -ή, -ό αμτβ. αμετάβατο αναφορ. αναφορικός, -ή, -ό αντίθ. αντίθετο αντων. αντωνυμία απαρέμφ. απαρέμφατο απρόσ. απρόσωπο αραβ. αραβικός, -ή, -ό αραβοτουρκ. αραβοτουρκικός, -ή, -ό αριθμ. αριθμός αρσ. αρσενικό αρχ. αρχαίος, -ία, -ιο αρχαϊστ. αρχαϊστικός, -ή, -ό Β
βενετ. βενετικός, -ή, -ό βλ. βλέπε βλ. και φρ. βλέπε και φράση βλ. συνηθέστ. βλέπε συνηθέστερο βλ. φρ. βλέπε φράση βλάχ. βλάχικος, -η, -ο βουλγαρ. βουλγαρικός, -ή, -ό βραζιλ. βραζιλιάνικος, -η, -ο Γ
γ΄ εν. πρόσ. τρίτο ενικό πρόσωπο γαλλ. γαλλικός, -ή, -ό γεν. γενική γενουατ. γενουατικός, -ή, -ό γερμαν. γερμανικός, -ή, -ό Δ
δεικ. δεικτικό δηλ. δηλαδή διεθν. διεθνής, διεθνώς δοτ. δοτική Ε
εβρ. εβραϊκός, -ή, -ό ειρων. ειρωνικά ελνστ. ελληνιστικός, -ή, -ό ενεστ. ενεστώτας ενν. εννοείται επέκτ. επέκταση επίθ. επίθετο επίρρ. επίρρημα επιφών. επιφώνημα επιφωνημ. επιφωνηματικός, -ή, -ό επών. επώνυμο εύχρ. εύχρηστος, -η, -ο εφημερ. εφημερίδα Θ
θηλ. θηλυκό Ι
ιαπων. ιαπωνικός, -ή, -ό ιδ. ιδίως ιδ. εύχρ. ιδίως εύχρηστο ινδ. ινδικός, -ή, -ό ιραν. ιρανικός, -ή, -ό ισπαν. ισπανικός, -ή, -ό ιταλ. ιταλικός, -ή, -ό Κ
κ. και κ.ά. και άλλα κ.λπ. και λοιπά κελτ. κελτικός, -ή, -ό κουτσοβλάχ. κουτσοβλάχικος, -η, -ο κυρ. κυρίως κυρ. εύχρ. κυρίως εύχρηστο κύρ. ό. κύριο όνομα Λ
λ. λέξη, λήμμα λατιν. λατινικός, -ή, -ό Μ
μαλαισ. μαλαισιανός, -ή, -ό μεγεθ. μεγεθυντικό μέλλ. μέλλοντας μέσ. μέσος, -η, -ο μόρ. μόριο μσν. μεσαιωνικός, -ή, -ό μτβ. μεταβατικό μτγν. μεταγενέστερος, -η, -ο μτφ. μεταφορικός, μεταφορικά μτχ. μετοχή Ν
νεότ. νεότερος, -η, -ο Ο
όν. όνομα ουγγρ. ουγγρικός, -ή, -ό ουδ. ουδέτερο ουσ. ουσιαστικό Π
π.χ. παραδείγματος χάριν παρακ. και παρακείμ. παρακείμενος παρατατ. παρατατικός περσ. περσικός, -ή, -ό πιθ. πιθανόν πληθ. και πλ. πληθυντικός πορτογαλ. πορτογαλικός, -ή, -ό πρβλ. παράβαλε πρόθ. πρόθεση πρόσ. πρόσωπο προστακτ. προστακτικός, -ή, -ό Ρ
ρ. ρήμα ρουμαν. ρουμανικός, -ή, -ό ρωσ. ρωσικός, -ή, -ό Σ
σερβ. σερβικός, -ή, -ό σκωπτ. σκωπτικά σλαβ. σλαβικός, -ή, -ό στερητ. στερητικό σύνδ. σύνδεσμος συνήθ. συνήθως συνηθέστ. συνηθέστερος, -η, -ο συνών. συνώνυμος, συνώνυμα Τ
τακτ. τακτικός, -ή, -ό τοπ. τοπικός, -ή, -ό τουρ. τουρκικός, -ή, -ό τουρκοπερσ. τουρκοπερσικός, -ή, -ό τσεχ. τσεχικός, -ή, -ό τσιγγ. τσιγγάνικος, -η, -ο Υ
υβριστ. υβριστικά υπερθετ. υπερθετικός υποκορ. υποκοριστικός, -ή, -ό υποτιμητ. υποτιμητικά υποχωρητ. υποχωρητικός, -ή, -ό Φ
φρ. φράση Χ
χρον. χρονικός
Ομάδα εργασίας
- Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
- Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
- Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
- Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
- Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
- Ε. Μητρούση
- Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
- Ε. Μητρούση
- Ηλεκτρονική υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης