Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • Εβραίος, ο,
    θηλ. Εβραία κ. Εβραίισσα, η, ουσ. [<μτγν. Έβραίος], ο Εβραίος· (υποτιμητικά) ο τσιγκούνης, ο φιλάργυρος, ο συμφεροντολόγος: «είναι τόσο Εβραίος, που δε δίνει δανεικά ούτε στον αδερφό του». Η λ. Εβραίος χαρακτηρίζει τον τσιγκούνη, επειδή ο Εβραίος, καθώς μέχρι το 1948 ήταν άπατρις, όταν πήγαινε σε κάποια χώρα, από την αρχή της εισόδου του προετοιμαζόταν για την εκδίωξή του, πράγμα που τον υποχρέωνε να κάνει αιματηρές οικονομίες για να εξαργυρώσει με τα λεφτά τη φυγάδευσή του· βλ. και λ. Οβριός·
    - γίνομαι Εβραίος, συμπεριφέρομαι όπως και ο Εβραίος: «εσύ ήσουν κάποτε χουβαρντάς άνθρωπος, πώς έγινες ξαφνικά τόσο Εβραίος!»·
    - Εβραίοι, γουρούνια, θα γίνεται σαπούνια, ακραίο αντισημιτικό σύνθημα. Αναφορά στα ναζιστικά στρατόπεδα, όπου συγκεντρώνονταν οι Εβραίοι για να δοθεί η «τελική λύση». Πρβλ.: στο Νταχάου τα πηγαίναν και τα κάνανε σαπούνι και τα πιάτα τους επλέναν, όταν έτρωγαν οι Ούνοι (Λαϊκό τραγούδι)·
    - είπε ο Εβραίος να πάει στο παζάρι κι έτυχε μέρα Σάββατο ή θέλησε ο Εβραίος να πάει στο παζάρι κι έτυχε μέρα Σάββατο ή κίνησε ο Εβραίος να πάει στο παζάρι κι έτυχε μέρα Σάββατο, λέγεται στην περίπτωση που αποφασίζει κάποιος ύστερα από πολλές αναβολές να κάνει κάτι, αλλά εμποδίζεται από απροσδόκητο εμπόδιο ή αποδεικνύεται εκ των πραγμάτων ότι επέλεξε λάθος χρόνο. Από το ότι η ημέρα του Σαββάτου, σύμφωνα με την εβραϊκή θρησκεία, είναι αργία και ημέρα προσευχής· 
    - ο Εβραίος όταν δεν έχει δουλειά, ανοίγει (σκαλίζει) τα παλιά του βιβλία ή ο Εβραίος όταν δεν έχει δουλειά, ανοίγει (σκαλίζει) τα παλιά του κατάστιχα ή ο Εβραίος όταν δεν έχει δουλειά, ανοίγει (σκαλίζει) τα παλιά του κιτάπια ή ο Εβραίος όταν δεν έχει δουλειά, ανοίγει (σκαλίζει) τα παλιά του τεφτέρια ή όταν ο Εβραίος δεν έχει δουλειά, ανοίγει (σκαλίζει) τα παλιά του βιβλία ή όταν ο Εβραίος δεν έχει δουλειά, ανοίγει (σκαλίζει) τα παλιά του κατάστιχα ή όταν ο Εβραίος δεν έχει δουλειά, ανοίγει (σκαλίζει) τα παλιά του κιτάπια ή όταν ο Εβραίος δεν έχει δουλειά, ανοίγει (σκαλίζει) τα παλιά του τεφτέρια, βλ. λ. δουλειά·
    - ο Εβραίος παίζει λαχείο κι όχι λαχεία, έκφραση που δηλώνει πως πρέπει να κυνηγάει κανείς την τύχη του, αλλά δεν πρέπει στο όνομα αυτού του κυνηγιού της τύχης να ξεπέφτει στον τζόγο. Από το ότι ο Εβραίος, ως τσιγκούνης που θεωρείται, σκέφτεται πάρα πολύ, προκειμένου να δώσει για κάτι τα λεφτά του·
    - ο Εβραίος σαν φτωχάνει (φτωχύνει) τα παλιά τεφτέρια πιάνει, βλ. φρ. ο Εβραίος όταν δεν έχει δουλειά, ανοίγει τα παλιά του βιβλία.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης