Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • δικαίωμα, το,
    ουσ. [<αρχ. δικαίωμα <δικαιόω-ῶ], το δικαίωμα. 1. το νόμιμο μερτικό: «έχω κι εγώ δικαίωμα στην περιουσία του πατέρα μου». 2. η άδεια που δίνεται σε κάποιον να κάνει κάτι: «ποιος σου ’δωσε το δικαίωμα να μπεις μέσα;». 3. (στη γλώσσα του χαρτοπαιγνίου) η άδεια που ζητάει ο παίχτης από το καρέ να σκεφτεί για λίγο πώς θα παίξει, κάτι που κατά κανόνα παίρνει, και, κατ’ επέκτ., η άδεια που ζητάει κάποιος από κάποιον ή κάποιους να σκεφτεί για λίγο πριν προβεί σε κάποια ενέργειά του·
    - ανθρώπινα δικαιώματα, βλ. λ. ανθρώπινος·
    - γυρεύω το δικαίωμα ή γυρεύω δικαιώματα, απαιτώ ό,τι δικαιούμαι, έχω απαιτήσεις: «γυρεύει το δικαίωμα, να πάρει κι αυτός άδεια για διακοπές || γυρεύει δικαιώματα, σαν όλους τους δημοκρατικούς ανθρώπους». (Λαϊκό τραγούδι: μαζί σου για να μπερδευτώ γλεντζές πρέπει να είσαι· για να με γυρίζεις ως τα ξημερώματα και πολλά να μη γυρεύεις δικαιώματα)·
    - δικαίωμά μου, λέγεται από κάποιον που ενεργεί ή συμπεριφέρεται όπως αυτός νομίζει ή κρίνει σωστό: «γιατί κάνεις παρέα μ’ αυτόν τον άνθρωπο; - Δικαίωμά μου»·
    - δικαίωμα στη διαφορά, βλ. λ. διαφορά·
    - δικαιώματα του ανθρώπου, βλ. λ. άνθρωπος·
    - δίνω δικαίωμα ή δίνω δικαιώματα (ενν. για σχόλια), δημιουργώ προϋποθέσεις ή αφορμές για σχόλια σε βάρος μου, από άστοχη ενέργεια ή ανάρμοστη συμπεριφορά μου: «με τις κακές παρέες που κάνεις, δίνεις δικαίωμα στον κόσμο να σε σχολιάζει || όταν σε βλέπουν στη γειτονιά να γυρίζεις κάθε βράδυ μεθυσμένος στο σπίτι, δίνεις δικαιώματα στον κόσμο να σε κακολογεί». (Λαϊκό τραγούδι: δικαιώματα δε δίνω,ίχνη πίσω δεν αφήνω κι αν τις νύχτες ξενυχτάω, πάντα σπίτι μου γυρνάω)·
    - δίνω το δικαίωμα (σε κάποιον), επιτρέπω σε κάποιον να κάνει κάτι: «ποιος σου ’δωσε το δικαίωμα να μπεις μέσα;»·
    - είναι δικαίωμά μου, α. είναι προσωπική μου υπόθεση, προσωπική μου επιλογή: «είναι δικαίωμά μου με ποιον θα κάνω παρέα και με ποιον όχι». β. ανήκει στη δικαιοδοσία μου: «εδώ δεν περνάει ο λόγος σου, γιατί είναι δικαίωμά μου να προστάζω τους εργάτες». (Λαϊκό τραγούδι: τι να σου κάνω φύλακα που ’ναι δικαίωμά σου, τα σίδερα της φυλακής και τα κλειδιά δικά σου!)· 
    - έχω δικαίωμα ή έχω το δικαίωμα, δικαιούμαι: «όλοι έχουν το δικαίωμα της μηνιαίας καλοκαιρινής άδειας». (Λαϊκό τραγούδι: έχω δικαίωμα κι εγώ μες στη ζωή· θέλω χαρούμενα σαν άνθρωπος να ζήσω· δε σε παντρεύτηκα να μ’ έχεις φυλακή και σε μια κάμαρη τα νιάτα μου να κλείσω)·   
    - κεκτημένο δικαίωμα, το οποιοδήποτε δικαίωμα, ιδίως εργαζομένου, που έχει κατακτηθεί με αγώνες και θεωρείται αναφαίρετο και μη διαπραγματεύσιμο: «αν επιχειρήσει η κυβέρνηση να θίξει τα κεκτημένα δικαιώματα των εργαζομένων, θα βρει αντιμέτωπη όλη την εργατιά».
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης