Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • γύρα, η,
    ουσ. [<μσν. γύρα, από το ρ. γυρίζω, υποχωρητ.]. 1. ο γύρος, η περιφορά, η βόλτα: «είχε την εντύπωση πως με την πρώτη γύρα στην αγορά θα μπορούσε να βρει αυτό που ζητούσε». 2. τα γνωστά μέρη, τα γνωστά στέκια, όπου περιφέρεται συνήθως κάποιος, η αγορά, η πιάτσα: «απ’ το πρωί είναι στη γύρα και δεν ξέρω πότε θα επιστρέψει». (Ακολουθούν 17 φρ.)· 
    -βγαίνω στη γύρα, α. επισκέπτομαι διαδοχικά το ένα στέκι μετά το άλλο, ή για να βρω κάποιον συγκεκριμένο άνθρωπο ή απλώς μήπως και συναντήσω κάποιο φίλο: «έπρεπε οπωσδήποτε να του πω κάτι, γι’ αυτό βγήκα στη γύρα να τον βρω». β. επισκέπτομαι διαδοχικά όλα τα γνωστά στέκια της πιάτσας, αναζητώντας επειγόντως χρήματα από γνωστούς και φίλους: «θα του κάνουν κατάσχεση το σπίτι, γι’ αυτό βγήκε στη γύρα να μαζέψει λεφτά». γ. επισκέπτομαι διαδοχικά διάφορα μέρη, όπου συχνάζουν κυρίως γυναίκες μόνες, με σκοπό τη σύναψη εφήμερου ερωτικού δεσμού: «κάθε φορά που βγαίνει ο τάδε στη γύρα, πάντα έρχεται στην παρέα με κάποιο ξέκωλο». δ. περιφέρομαι μέσα στην πόλη πουλώντας διάφορα εμπορεύματα, ιδίως είδη οικιακής χρήσης ή είδη προικός, είμαι γυρολόγος, πραματευτής: «βγαίνει στη γύρα απ’ το πρωί κι επιστρέφει στο σπίτι του αργά τ’ απόγευμα πτώμα στην κούραση». ε. επισκέπτομαι επαγγελματικά την πιάτσα στην οποία ανήκω: «κάθε φορά που βγαίνει στη γύρα, όλο και τσιμπάει καμιά δουλίτσα»·
    - δίνω μια γύρα, βλ. φρ. ρίχνω μια γύρα·
    - δίνω τις γύρες μου, βλ. φρ. ρίχνω τις γύρες μου·
    - είμαι στη γύρα, βλ. φρ. βγαίνω στη γύρα·
    - κάνω μια γύρα, βλ. φρ. ρίχνω μια γύρα·
    - κάνω τις γύρες μου, βλ. φρ. ρίχνω τις γύρες μου·
    - παίρνω γύρα, επισκέπτομαι διαδοχικά διάφορα μέρη ή διάφορους ανθρώπους: «κάθε φορά που έχει ανάγκη από χρήματα, παίρνει γύρα τους συγγενείς του»·
    - παίρνω μια γύρα, βλ. φρ. ρίχνω μια γύρα·
    - παίρνω τις γύρες μου, βλ. φρ. ρίχνω τις γύρες μου·
    - ρίχνω μια γύρα ή ρίχνω τη γύρα μου, κάνω μια χορευτική στροφή, ιδίως σε ζεϊμπέκικο χορό: «μόλις ήρθε στο κέφι, σηκώθηκε κι έριξε μια γύρα μπροστά στο τραπέζι»·
    - ρίχνω τις γύρες μου, χορεύω, ιδίως ζεϊμπέκικο χορό: «κάθε φορά που μερακλώνεται, σηκώνεται στην πίστα και ρίχνει τις γύρες του»·
    - τη φέρνω γύρα, την ξεγελώ και την πείθω να συνάψει ερωτικό δεσμό μαζί μου: «με διάφορα κόλπα και υποσχέσεις την έφερε γύρα και την οδήγησε στην γκαρσονιέρα του για τα περαιτέρω»·
    - τον φέρνω γύρα, τον πείθω, α. τον ξεγελώ, τον εξαπατώ: «από δω τον είχε, από κει τον είχε, στο τέλος τον έφερε γύρα και τον έβαλε στο χέρι». β. τον νικώ: «αυτόν που μου δείχνεις, τον φέρνω γύρα και μ’ ένα χέρι»·
    - φέρνω γύρα (κάτι) ή φέρνω μια γύρα (κάτι), κάνω κάτι να φέρει μια περιστροφή, μια κυκλική κίνηση: «έβαλα δύναμη κι έφερα μια γύρα τη βίδα»·
    - φέρνω γύρα, βλ. φρ. παίρνω γύρα·
    - φέρνω μια γύρα ή φέρνω τη γύρα μου, βλ. φρ. ρίχνω μια γύρα·
    - φέρνω τις γύρες μου, βλ. φρ. ρίχνω τις γύρες μου.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης