Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • γκέμι, το,
    ουσ. [<τουρκ. gem (= χαλινός)], το γκέμι·
    - βάζω γκέμι ή βάζω γκέμια, παντρεύομαι: «δεν πήρε ακόμα την απόφαση να βάλει γκέμια». Παρομοίωση των δεσμών του γάμου με το χαλινό·
    - βαστώ το γκέμι ή βαστώ τα γκέμια, βλ. φρ. κρατώ το γκέμι·
    - είμαι στο γκέμι ή είμαι στα γκέμια, είμαι παντρεμένος: «εμένα που με βλέπεις, είμαι δέκα χρόνια στο γκέμι»· βλ. και φρ. κρατώ το γκέμι·
    - κρατώ το γκέμι ή κρατώ τα γκέμια, α. οδηγώ, καθοδηγώ, κυβερνώ μια ομάδα ανθρώπων ή μια οργάνωση: «αν δεν κρατούσε τα γκέμια της κυβέρνησης ο τάδε, σήμερα θα είχε διαλυθεί». Από την εικόνα του καβαλάρη που με τα γκέμια στο χέρι καθοδηγεί το άλογό του σε σωστή και σίγουρη πορεία. β. διευθύνω, ρυθμίζω και ελέγχω την ομαλή λειτουργία μιας επιχείρησης: «απ’ την μέρα που κράτησε τα γκέμια της επιχείρησης ο τάδε, αυτή παρουσίασε κέρδη»·
    - μπαίνω στο γκέμι, υποχρεώνομαι να αφήσω την ασύδοτη ζωή που έκανα και να μπω σε μια σειρά και τάξη: «αν δεν έμπαινε στο γκέμι, δεν υπήρχε περίπτωση να προκόψει»· βλ. και φρ. βάζω γκέμι·
    - τον βάζω στο γκέμι, τον υποχρεώνω, τον εξαναγκάζω να αφήσει την ασύδοτη ζωή που έκανε και να μπει σε μια σειρά και τάξη: «είσαι ο μόνος που μπορείς να τον βάλεις στο γκέμι». Από την εικόνα του αλόγου που, μόλις του βάλει κάποιος τα γκέμια, παύει να κινείται ελεύθερα·
    - του βάζω το γκέμι ή του βάζω τα γκέμια, τον συγκρατώ, τον δαμάζω, τον υποτάσσω: «επιτέλους, πρέπει να βρεθεί κάποιος να του βάλει τα γκέμια». Από την εικόνα του καβαλάρη που, μόλις βάλει τα γκέμια στο άλογό του, το ελέγχει απόλυτα·
    - του κρατώ τα γκέμια, τον συγκρατώ, τον χαλιναγωγώ: «αν δεν του κρατούσε τα γκέμια ο φίλος του, θα έκανε μεγάλη φασαρία». Από την εικόνα του καβαλάρη που με τα γκέμια στο χέρι ελέγχει απόλυτα το άλογό του·
    - του σφίγγω τα γκέμια, του περιορίζω την ελευθερία του, την ελευθερία κινήσεών του: «ο γιος σου κάνει παρέα με κάτι αλήτες, γι’ αυτό πρέπει να του σφίξεις τα γκέμια»·
    - του τραβώ το γκέμι ή του τραβώ τα γκέμια, του αφαιρώ το θάρρος, την οικειότητα, τον βάζω στη θέση του: «μόλις του τράβηξε τα γκέμια, έκατσε σαν φραγκοπαναγιά». Από την εικόνα του καβαλάρη που, μόλις τραβήξει τα γκέμια του αλόγου του, το επαναφέρει στον κανονικό βηματισμό του.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης