Νέα ελληνική
Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας
Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Εισαγωγή
Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.
Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.
Περιεχόμενα
Αναζήτηση
- χάνω,
- ρ. [<μσν. χάνω, από το ἔχασα <ἐχάωσα, αόρ. του μτγν. χαῶ (= ρίχνω στο χάος)], χάνω. 1. νικιέμαι: «εγώ δε χάνω από κανέναν». 2. στερούμαι κάποιον που εξαφανίστηκε, ιδίως που πέθανε: «έχασα τον πατέρα μου πριν από έξι χρόνια». (Λαϊκό τραγούδι: αφήστε με να πιω απόψε να μεθύσω· αύριο με χάνετε, δε θα ξαναγυρίσω).3. το γ΄ εν. ενεστ. χάνει, δεν είναι σωστός στο μυαλό του, πάσχει διανοητικά: «γιατί τον συνερίζεσαι τον άνθρωπο, δε βλέπεις που χάνει!». 4α. στον αόρ. στον εν. και πλ. έχασα και χάσαμε, πέθανε κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο: «έχασα τον πατέρα μου || χάσαμε το φίλο μας». (Λαϊκό τραγούδι: καημό μεγάλο απόχτησα βαθιά μες στην καρδιά μου, έχασα τη μανούλα μου που ήταν παρηγοριά μου // άρχισε ο Χάρος να καλεί τώρα την κλάση μου, χτες βράδυ χάσαμε το φίλο μας τον Τάσο. Ήρθ’ ο καιρός να επιστρέψω για τη βάση μου κι απ’ τον αγώνα της ζωής να ξαποστάσω). β. στην προστακτ. αορ. χάσου! βλ. φρ. άντε χάσου! (Ακολουθούν 179 φρ.)·
- άι χάσου! βλ. φρ. άντε χάσου(!)·
- αν έχασες το δρόμο σου, ή ρώτα ή γύρνα πίσω, βλ. λ. δρόμος·
- αν κυνηγάς δύο λαγούς, θα χάσεις και τους δύο, βλ. λ. λαγός·
- άντε χάσου! απειλητική έκφραση με την έννοια φύγε από δω, ξεκουμπίσου, δίνε του: «άντε χάσου, γιατί και η υπομονή έχει τα όριά της!». Πολλές φορές, η φρ. κλείνει με το ρε παιδί μου ή το ρε παιδάκι μου·
- βλέπει το δέντρο και χάνει το δάσος ή για το δέντρο χάνει το δάσος, βλ. λ. δέντρο·
- για το καρφί χάνει το πέταλο, βλ. λ. καρφί·
- δε θα χάσεις, θα κερδίσεις, θα έχεις ανταπόδοση, αν προσφέρεις τη ζητούμενη εκδούλευση: «δε θα χάσεις, αν με βοηθήσεις στη μετακόμιση που έχω να κάνω»·
- δε θα χάσεις το τρένο! βλ. λ. τρένο·
- δε θα χάσω! δηλώνει ειρωνική άρνηση: «θα ’ρθεις μαζί μας το βράδυ στα μπουζούκια; -Δε θα χάσω!». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το ναι·
- δε χάνει κανέναν ο Θεός ή κανέναν δε χάνει ο Θεός ή ο Θεός δε χάνει κανέναν, βλ. λ. Θεός·
- δε χάνω καιρό, βλ. λ. καιρός·
- δε χάνω ούτε κόμμα, βλ. λ. κόμμα·
- δε χάνω στιγμή, βλ. λ. στιγμή·
- δε χάνω τον καιρό, βλ. λ. καιρός·
- δε χάνω τον καιρό μου, βλ. λ. καιρός·
- δεν έχασε καιρό και…, βλ. λ. καιρός·
- δεν έχω να χάσω τίποτα ή δεν έχω τίποτα να χάσω, βλ. φρ. τι έχω να χάσω(!)·
- εδώ χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, βλ. λ. μάνα·
- εδώ χάνει ο σκύλος τον αφέντη του, βλ. φρ. σκύλος·
- είναι να χάνεις το μυαλό σου! βλ. λ. μυαλό·
- εκείνος που κλαίει για ξένες πίκρες, χάνει τα μάτια του, βλ. λ. πίκρα·
- έπαιξα, έχασα, λέγεται για προσπάθειά μας της οποίας η έκβαση εξαρτήθηκε από την τύχη: «το ήξερα πως ήταν δύσκολη η δουλειά. Έπαιξα, έχασα, αυτό είναι όλο». (Λαϊκό τραγούδι: αφού στη μαύρη σου καρδιά ποντάρισα, αφού μι’ αχάριστη πήγα να σώσω, αφού το είναι όλο στο χάρισα έπαιξε, έχασα και θα πληρώσω)·
- έχασ’ η Βενετιά βελόνι ή έχασ’ η Πόλη μάλαμα κι η Βενετιά βελόνι, βλ. λ. βελόνι·
- έχασα την μπάλα ή έχω χάσει την μπάλα, βλ. λ. μπάλα·
- έχασα την παρθενιά μου, βλ. λ. παρθενιά·
- έχασα τις μέρες, βλ. λ. μέρα·
- έχασα τον κόσμο απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. κόσμος·
- έχασαν την μπάλα ή έχουν χάσει την μπάλα, βλ. λ. μπάλα·
- έχασε τα γνωστικά του, βλ. λ. γνωστικός·
- έχασε τα λόγια του, βλ. λ. λόγος·
- έχασε τα λογικά του ή έχασε το λογικό του, βλ. λ. λογικός·
- έχασε τα μυαλά του ή έχασε το μυαλό του, βλ. λ. μυαλό·
- έχασε τάξη, βλ. λ. τάξη·
- έχασε τζάμπα (και βερεσέ), βλ. λ. τζάμπα·
- έχασε τη γυναίκα του, (για άντρες) βλ. λ. γυναίκα·
- έχασε τη ζωή του, βλ. λ. ζωή·
- έχασε τη θωριά του, βλ. λ. θωριά·
- έχασε τη λαλιά του, βλ. λ. λαλιά·
- έχασε τη μιλιά του, βλ. λ. μιλιά·
- έχασε τη φόρμα του, (για αθλητές), βλ. λ. φόρμα·
- έχασε τη φωνή του, βλ. λ. φωνή·
- έχασε τη χρονιά, βλ. λ. χρονιά·
- έχασε την επαφή του με την πραγματικότητα, βλ. λ. επαφή·
- έχασε την παρθενιά της, (για γυναίκες) βλ. λ. παρθενιά·
- έχασε την πόρτα, βλ. λ. πόρτα·
- έχασε την τάξη, βλ. λ. τάξη·
- έχασε την τιμή της, βλ. λ. τιμή·
- έχασε το χρώμα του, βλ. λ. χρώμα·
- έχασε τον άντρα της, (για γυναίκες) βλ. λ. άντρας·
- έχασε χρονιά, βλ. λ. χρονιά·
- έχασε χρόνο, βλ. λ. χρόνος·
- έχασες επεισόδια, βλ. λ. επεισόδιο·
- έχασες σελίδες, βλ. λ. σελίδα·
- έχασες τεύχη, βλ. λ. τεύχος·
- θα χάσεις, α. θα ζημιωθείς: «αν δεν αυξήσεις την τιμή του εμπορεύματός σου, θα χάσεις». β. θα στερηθείς κάποια απόλαυση ή ευχαρίστηση: «αν δεν έρθεις μαζί μας, θα χάσεις». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το εσύ·
- θα χάσεις το μυαλό σου, βλ. λ. μυαλό·
- θα χάσεις το νου σου, βλ. λ. νους·
- θα χάσω το μυαλό μου, βλ. λ. μυαλό·
- θα χάσω το νου μου, βλ. λ. νους·
- κάλλιο να χάσεις το μαλλί, παρά τ’ αρνί, βλ. λ. αρνί·
- κανέναν δε χάνει ο Θεός ή ο Θεός δε χάνει κανέναν, βλ. λ. Θεός·
- κρατάει τα δράμια και χάνει τα καντάρια, βλ. λ. καντάρι·
- με το φίλο φίλο κάνεις και μ’ ένα φίλο τονε χάνεις, βλ. λ. φίλος·
- μη χάνεις καιρό, βλ. λ. καιρός·
- μη χάνεις τον καιρό σου, βλ. λ. καιρός·
- μη χάσεις! έκφραση με την οποία ειρωνευόμαστε ή δηλώνουμε το παράπονό μας σε κάποιον που βιάστηκε να προβεί σε κάποια ενέργεια: «αφού μου είπε πως μπορώ να πάρω όσα ροδάκινα θέλω, χωρίς να πληρώσω ούτε ευρώ, τιγκάρισα τ’ αυτοκίνητό μου κι έφυγα. -Μη χάσεις! || μόλις ο διευθυντής μας είπε πως μπορούμε να φύγουμε ό,τι ώρα θέλουμε, τα παράτησα όλα κι έφυγα. -Μη χάσεις! Κι εγώ σε περίμενα σαν βλάκας για να φύγουμε μαζί». Πολλές φορές της φρ. προτάσσεται το κι εσύ·
- να μη σε χάσουμε από πελάτη! ή να μη σε χάσω από πελάτη! βλ. λ. πελάτης·
- να χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα, βλ. λ. μάνα·
- να χάνει ο σκύλος τον αφέντη του, βλ. λ. σκύλος·
- ο παίζων χάνει και ο πίνων μεθάει, βλ. λ. παίζω·
- όποιος γυρεύει τα πολλά, χάνει και τα λίγα ή όποιος ζητάει τα πολλά, χάνει και τα λίγα ή όποιος θέλει τα πολλά, χάνει και τα λίγα, βλ. λ.όποιος·
- όποιος κερδίζει στα χαρτιά, χάνει στην αγάπη, βλ. λ. χαρτί·
- όποιος χάνει στα χαρτιά, κερδίζει στην αγάπη, βλ. λ. χαρτί·
- ποιος έχασε την τιμή του, (για) να τη βρεις εσύ; βλ. λ. τιμή·
- ποιος έχασε το μυαλό του, (για) να το βρεις εσύ; βλ. λ. μυαλό·
- ποιος έχασε το φιλότιμό του, (για) να το βρεις εσύ; βλ. λ. φιλότιμο·
- ποιος το ’χασε για να το βρεις εσύ; (ενν. το μυαλό, το φιλότιμο), βλ. λ. ποιος·
- πού τον χάνεις πού τον βρίσκεις, βλ. λ. βρίσκω·
- σαπουνίζοντας γουρούνι, χάνεις κόπο και σαπούνι, βλ. λ. γουρούνι·
- τα ’χασε ή τα ’χει χάσει (ενν. τα λογικά του, τα μυαλά του), α. βρίσκεται σε αμηχανία και δεν ξέρει τι να κάνει, πώς να ενεργήσει: «τα ’χασε, μόλις του πρότεινε ο άλλος να θέσει υποψηφιότητα για τη θέση του προέδρου». (Λαϊκό τραγούδι: μπήκ’ ο χειμώνας κι ο κοσμάκης τα ’χει χάσει και παλτουδιά καινούρια πρέπει ν’ αγοράσει). β. παραφρόνησε: «απ’ τη μέρα που χρεοκόπησε, τα ’χει χάσει ο καημένος»· βλ. και φρ. τα χάνω·
- τα χάνω, α. βρίσκομαι σε αμηχανία και δεν ξέρω πώς να ενεργήσω: «κάθε φορά που βρίσκομαι μπροστά στο διευθυντή μου, τα χάνω και δεν ξέρω τι να πω». (Λαϊκό τραγούδι: πώς να στο πω μικρούλα μου τον πόνο, δεν αντέχω, μπροστά στα μαύρα μάτια σου τα χάνω σαν σε βλέπω). β. νιώθω μεγάλη ταραχή, σαστίζω από κάτι που ακούω ή βλέπω: «κάθε φορά που βλέπω αυτή τη γυναικάρα, τα χάνω». (Λαϊκό τραγούδι: αχ, χασαπάκι μου, μικρό μορτάκι μου, όταν σε δω στην αγορά, τα χάνω δεν αντέχω πια)·
- τα χάνω (ενν. τα λεφτά μου), ιδίως σε επιχείρηση ή σε τυχερά παιχνίδια: «κάποτε είχε πολλά λεφτά, αλλά, απ’ τη μέρα που μπλέχτηκε με τα χαρτιά, τα ’χασε». (Λαϊκό τραγούδι: σαν κορόιδο πιάστηκες, να τα χάσεις βιάστηκες)·
- τι είχα, τι έχασα; ή τι είχαμε, τι χάσαμε; έκφραση αδιαφορίας, με την έννοια δε μου συνέβη κάτι κακό, δεν υπολογίζω αυτό που συνέβη, γιατί δεν το θεωρώ σοβαρό: «τη γνώρισα τυχαία σ’ ένα πάρτι, περάσαμε ευχάριστα πέντε μήνες κι ύστερα έφυγε στο εξωτερικό. Τι είχαμε, τι χάσαμε;». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μήπως ή το σάματις. Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του·
- τι θα χάσω αν… ή τι θα χάσω να..., βλ. φρ. τι έχω να χάσω(;)·
- τι έχω να χάσω; λέγεται στην περίπτωση που κάνει κάποιος μια προσπάθεια, χωρίς να είναι βέβαιος ότι θα πετύχει, αλλά και χωρίς να ανησυχεί σε περίπτωση αποτυχίας της, γιατί δε διακινδυνεύει τίποτα: «εγώ θα του προτείνω, αν θέλει, να συνεταιριστούμε, τι έχω να χάσω;». Πολλές φορές, της φρ. προτάσσεται το μήπως ή το σάματις·
- το ’χασα κάτω απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- το ’χασα μέσ’ απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- το ’χασα μπροστά απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- το ’χασε ή το ’χει χάσει (ενν. το λογικό του, το μυαλό του), παραφρόνησε: «του ’πεσαν τόσες αναποδιές μαζεμένες, που το ’χασε ο καημένος»·
- τον αράπη κι αν λευκαίνεις, το σαπούνι σου το χάνεις, βλ. λ. αράπης·
- τον έχασα, για διάφορους λόγους έχασα την οπτική επαφή που είχα μαζί του: «έτσι όπως τον κυνηγούσα, ανακατεύτηκε μέσα στο πλήθος και τον έχασα»·
- τον (την) έχασα (ενν. τον πούτσο, τον ψώλο, την πούτσα, την ψωλή), έχασε το κανονικό του (της) μέγεθος, το κανονικό του (της) μήκος λόγω έντονου ψύχους: «στο χιονοδρομικό κέντρο έκανε τόσο κρύο, που τον έχασα». Δεν ακούγεται ποτέ στο ουδέτερο το ’χασα (ενν. το πέος, το καυλί)·
- τον έχασα απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- τον έχασα κάτω απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- τον έχασα μέσ’ απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- τον έχασα μπροστά απ’ τα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
- τον χάνει το σπίτι του, βλ. λ. σπίτι·
- χάνει αέρα, βλ. λ. αέρας·
- χάνει λάδια, βλ. λ. λάδι·
- χάνει στροφές, βλ. λ. στροφή·
- χάνουμε τα λόγια μας, βλ. λ. λόγος·
- χάνουμε τις κουβέντες μας, βλ. λ. κουβέντα·
- χάνω άδικα το χρόνο μου, βλ. λ. χρόνος·
- χάνω αίμα, βλ. λ. αίμα·
- χάνω βάρος, βλ. λ. βάρος·
- χάνω έδαφος, βλ. λ. έδαφος·
- χάνω ευκαιρίες με το τσουβάλι, βλ. λ. ευκαιρία·
- χάνω καιρό, βλ. λ. καιρός·
- χάνω κιλά, βλ. λ. κιλό·
- χάνω μέσ’ απ’ τα χέρια μου (κάτι), βλ. λ. χέρι·
- χάνω μέσ’ απ’ τα χέρια μου τη δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
- χάνω πάνω στο νήμα (από κάποιον ή κάποιους), βλ. λ. νήμα·
- χάνω πάσα ιδέα (για κάποιον ή για κάτι), βλ. λ. ιδέα·
- χάνω τ’ αβγά και τα καλάθια ή χάνω τ’ αβγά και τα πασχάλια, βλ. λ. αβγό·
- χάνω τα ίχνη (κάποιου), βλ. λ. ίχνος·
- χάνω τα κέφια μου ή χάνω το κέφι μου, βλ. λ. κέφι·
- χάνω τα λόγια μου, βλ. λ. λόγος·
- χάνω τα μαλλιά μου, βλ. λ. μαλλί·
- χάνω τα μαλλιά της κεφαλής μου, βλ. λ. μαλλί·
- χάνω τα μαλλιοκέφαλά μου, βλ. λ. μαλλιοκέφαλα·
- χάνω τα μυαλά μου ή χάνω το μυαλό μου, βλ. λ. μυαλό·
- χάνω τα νερά μου, βλ. λ. νερό·
- χάνω τα πασχάλια μου, βλ. λ. πασχάλια·
- χάνω τζάμπα το χρόνο μου, βλ. λ. χρόνος·
- χάνω τη δουλειά μου, βλ. λ. δουλειά·
- χάνω τη δύναμή μου, βλ. λ. δύναμη·
- χάνω τη ζωή μου, βλ. λ. ζωή·
- χάνω τη θέση μου, βλ. λ. θέση·
- χάνω τη μάχη, βλ. λ. μάχη·
- χάνω τη μάχη για τη ζωή, βλ. λ. μάχη·
- χάνω τη μάχη με το θάνατο, βλ. λ. μάχη·
- χάνω τη μέρα μου, βλ. λ. μέρα·
- χάνω τη σειρά μου, βλ. λ. σειρά·
- χάνω την εξουσία, βλ. λ. εξουσία·
- χάνω επαφή ή χάνω επαφές (με κάποιον) ή χάνω την επαφή μου ή χάνω τις επαφές μου (με κάποιον), βλ. λ. επαφή·
- χάνω την ευκαιρία, βλ. λ. ευκαιρία·
- χάνω την όρεξη ή χάνω την όρεξή μου, βλ. λ. όρεξη·
- χάνω την υπομονή μου, βλ. λ. υπομονή·
- χάνω την ψυχή μου, βλ. λ. ψυχή·
- χάνω την ώρα μου, βλ. λ. ώρα·
- χάνω τις αισθήσεις μου, βλ. λ. αίσθηση·
- χάνω τις δυνάμεις μου, βλ. λ. δύναμη·
- χάνω τις κουβέντες μου, βλ. λ. κουβέντα·
- χάνω το βήμα μου, βλ. λ. βήμα·
- χάνω το βηματισμό μου, βλ. βηματισμός·
- χάνω το γούστο μου, βλ. λ. γούστο·
- χάνω το διαβατήριο, βλ. λ. διαβατήριο·
- χάνω το δικαστήριο, βλ. λ. δικαστήριο·
- χάνω το δρόμο μου, βλ. λ. δρόμος·
- χάνω το έδαφος κάτω απ’ τα πόδια μου, βλ. λ. έδαφος·
- χάνω το θρόνο μου, βλ. λ. θρόνος·
- χάνω το κεφάλι μου, βλ. λ. κεφάλι·
- χάνω το κοντρόλ, βλ. λ. κοντρόλ·
- χάνω το λογαριασμό, βλ. λ. λογαριασμός·
- χάνω το νου μου, βλ. λ. νους·
- χάνω το παιδί, (για έγκυες γυναίκες), βλ. λ. παιδί·
- χάνω το παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
- χάνω το τρένο, βλ. λ. τρένο·
- χάνω το φως μου, βλ. λ. φως·
- χάνω το χρόνο μου, βλ. λ. χρόνος·
- χάνω τον εαυτό μου, βλ. λ. εαυτός·
- χάνω τον ειρμό μου ή χάνω τον ειρμό των σκέψεών μου, βλ. λ. ειρμός·
- χάνω τον έλεγχο, βλ. λ. έλεγχος·
- χάνω τον έλεγχο του εαυτού μου, βλ. λ. εαυτός·
- χάνω τον καιρό (μου), βλ. λ. καιρός·
- χάνω τον κόσμο, βλ. λ. κόσμος·
- χάνω τον μπούσουλα, βλ. λ. μπούσουλας·
- χάνω τον ντορό μου, βλ. λ. ντορός·
- χάνω τον πόλεμο, βλ. λ. πόλεμος·
- χάνω τον τόνο, βλ. λ. τόνος·
- χάνω τον ύπνο μου, βλ. λ. ύπνος·
- χάνω ύψος, βλ. λ. ύψος·
- χάνω χρόνο, βλ. λ. χρόνος·
- χάσου απ’ τα μάτια μου! βλ. λ. μάτι·
- χάσου από δω! βλ. λ. εδώ·
- χάσου από μπροστά μου! βλ. λ. μπροστά·
- χωρίς να χάνει καιρό ή χωρίς να χάσει καιρό, βλ. λ. καιρός·
- χωρίς να χάνει λεπτό ή χωρίς να χάσει λεπτό, βλ. λ. λεπτό·
- χωρίς να χάνει στιγμή ή χωρίς να χάσει στιγμή, βλ. λ. στιγμή·
- χωρίς να χάνει χρόνο ή χωρίς να χάσει χρόνο, βλ. λ. χρόνος·
- χωρίς να χάνει ώρα ή χωρίς να χάσει ώρα, βλ. λ. ώρα.

- ρ. [<μσν. χάνω, από το ἔχασα <ἐχάωσα, αόρ. του μτγν. χαῶ (= ρίχνω στο χάος)], χάνω. 1. νικιέμαι: «εγώ δε χάνω από κανέναν». 2. στερούμαι κάποιον που εξαφανίστηκε, ιδίως που πέθανε: «έχασα τον πατέρα μου πριν από έξι χρόνια». (Λαϊκό τραγούδι: αφήστε με να πιω απόψε να μεθύσω· αύριο με χάνετε, δε θα ξαναγυρίσω).3. το γ΄ εν. ενεστ. χάνει, δεν είναι σωστός στο μυαλό του, πάσχει διανοητικά: «γιατί τον συνερίζεσαι τον άνθρωπο, δε βλέπεις που χάνει!». 4α. στον αόρ. στον εν. και πλ. έχασα και χάσαμε, πέθανε κάποιο αγαπημένο μας πρόσωπο: «έχασα τον πατέρα μου || χάσαμε το φίλο μας». (Λαϊκό τραγούδι: καημό μεγάλο απόχτησα βαθιά μες στην καρδιά μου, έχασα τη μανούλα μου που ήταν παρηγοριά μου // άρχισε ο Χάρος να καλεί τώρα την κλάση μου, χτες βράδυ χάσαμε το φίλο μας τον Τάσο. Ήρθ’ ο καιρός να επιστρέψω για τη βάση μου κι απ’ τον αγώνα της ζωής να ξαποστάσω). β. στην προστακτ. αορ. χάσου! βλ. φρ. άντε χάσου! (Ακολουθούν 179 φρ.)·
Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...
- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- κρατ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από «κρατ») : κράτος, κρατισμός, κρατώ κλπ.
- *κρατ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το «κρατ»): αισθησιοκράτης, αισθησιοκρατία, αιτιοκρατία κλπ.
- *ισμός (όλες οι λέξεις που λήγουν σε «ισμός»): ανιμισμός, κρατισμός, υλισμός κλπ.
- κ*ισμός (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από «κ» και λήγουν σε «ισμός»): κλασικισμός, κομμουνισμός, κρατισμός κλπ
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. κρατ κρατ* - Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε έναν όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του λήμματος.
Υπόδειξη
Μη χρησιμοποιείτε ολόκληρες λέξεις, προτιμήστε το θέμα τους· π.χ. δώστε "πολεμ", αντί για "πόλεμος", "πολεμικός" κλπ.Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που είναι εννοιολογικά συγγενείς.
- Παράδειγμα Χρήσης
Εδώ πληκτρολογείτε μια λέξη, η οποία περιμένετε να εμφανιστεί σε πρόταση που είναι παράδειγμα χρήσης του λήμματος.
Υπόδειξη
Μη χρησιμοποιείτε ολόκληρες λέξεις, προτιμήστε το θέμα τους· π.χ. δώστε "πολεμ", αντί για "πόλεμος", "πολεμικός" κλπ.- Γραμματική - Σύνταξη
Επιλέγετε τον επιθυμητό τρόπο σύνταξης της λέξης. Αυτό θα περιορίσει την αναζήτηση σε λέξεις που μία τουλάχιστον σημασία τους συντάσσεται με τον συγκεκριμένο τρόπο.
Για παράδειγμα, με την επιλογή «ως επίθετο» θα εμφανιστούν λήμματα που, ενώ ανήκουν σε άλλη γραμματική κατηγορία, χρησιμοποιούνται με τη σημασία επιθέτου και συντάσσονται αναλόγως.
- Επίπεδο Ύφους
Το μενού προεπιλογών που εμφανίζεται περιλαμβάνει διαφορετικά επίπεδα ύφους, τα οποία αφορούν είτε όλο το λήμμα είτε κάποια από τις σημασίες του, ώστε να επιλέξετε αυτό που σας ενδιαφέρει.
Για παράδειγμα, με την επιλογή «ειρωνικό», θα εμφανιστούν
- λήμματα που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε ειρωνικό επίπεδο ύφους
- λήμματα που μία τους σημασία χρησιμοποιείται σε ειρωνικό επίπεδο ύφους
- Σημασιολογικό πεδίο
Επιλέγετε το σημασιολογικό πεδίο στο οποίο ανήκει η σημασία ή κάποια από τις σημασίες του λήμματος. Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να ζητήσετε ομάδες λέξεων που σχετίζονται με κάποια θεματική περιοχή.
- Ετυμολογία
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες ετυμολογικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε αυτή που σας ενδιαφέρει.
- Τύπος Λήμματος
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Χρήση
Επιλέγετε την επιθυμητή χρήση της λέξης. Αυτό θα περιορίσει την αναζήτηση σε λέξεις που μία τουλάχιστον σημασία τους έχει τη συγκεκριμένη χρήση.
Συντομογραφίες
Α
αγγλ. αγγλικός, -ή, -ό άγν. ετυμολ. άγνωστης ετυμολογίας αιτιατ. αιτιατική αιτιολογ. αιτιολογικός, -ή, -ό άκλ. άκλιτο αλβαν. αλβανικός, -ή, - ό αμερικ. αμερικανικός, -ή, -ό αμτβ. αμετάβατο αναφορ. αναφορικός, -ή, -ό αντίθ. αντίθετο αντων. αντωνυμία απαρέμφ. απαρέμφατο απρόσ. απρόσωπο αραβ. αραβικός, -ή, -ό αραβοτουρκ. αραβοτουρκικός, -ή, -ό αριθμ. αριθμός αρσ. αρσενικό αρχ. αρχαίος, -ία, -ιο αρχαϊστ. αρχαϊστικός, -ή, -ό Β
βενετ. βενετικός, -ή, -ό βλ. βλέπε βλ. και φρ. βλέπε και φράση βλ. συνηθέστ. βλέπε συνηθέστερο βλ. φρ. βλέπε φράση βλάχ. βλάχικος, -η, -ο βουλγαρ. βουλγαρικός, -ή, -ό βραζιλ. βραζιλιάνικος, -η, -ο Γ
γ΄ εν. πρόσ. τρίτο ενικό πρόσωπο γαλλ. γαλλικός, -ή, -ό γεν. γενική γενουατ. γενουατικός, -ή, -ό γερμαν. γερμανικός, -ή, -ό Δ
δεικ. δεικτικό δηλ. δηλαδή διεθν. διεθνής, διεθνώς δοτ. δοτική Ε
εβρ. εβραϊκός, -ή, -ό ειρων. ειρωνικά ελνστ. ελληνιστικός, -ή, -ό ενεστ. ενεστώτας ενν. εννοείται επέκτ. επέκταση επίθ. επίθετο επίρρ. επίρρημα επιφών. επιφώνημα επιφωνημ. επιφωνηματικός, -ή, -ό επών. επώνυμο εύχρ. εύχρηστος, -η, -ο εφημερ. εφημερίδα Θ
θηλ. θηλυκό Ι
ιαπων. ιαπωνικός, -ή, -ό ιδ. ιδίως ιδ. εύχρ. ιδίως εύχρηστο ινδ. ινδικός, -ή, -ό ιραν. ιρανικός, -ή, -ό ισπαν. ισπανικός, -ή, -ό ιταλ. ιταλικός, -ή, -ό Κ
κ. και κ.ά. και άλλα κ.λπ. και λοιπά κελτ. κελτικός, -ή, -ό κουτσοβλάχ. κουτσοβλάχικος, -η, -ο κυρ. κυρίως κυρ. εύχρ. κυρίως εύχρηστο κύρ. ό. κύριο όνομα Λ
λ. λέξη, λήμμα λατιν. λατινικός, -ή, -ό Μ
μαλαισ. μαλαισιανός, -ή, -ό μεγεθ. μεγεθυντικό μέλλ. μέλλοντας μέσ. μέσος, -η, -ο μόρ. μόριο μσν. μεσαιωνικός, -ή, -ό μτβ. μεταβατικό μτγν. μεταγενέστερος, -η, -ο μτφ. μεταφορικός, μεταφορικά μτχ. μετοχή Ν
νεότ. νεότερος, -η, -ο Ο
όν. όνομα ουγγρ. ουγγρικός, -ή, -ό ουδ. ουδέτερο ουσ. ουσιαστικό Π
π.χ. παραδείγματος χάριν παρακ. και παρακείμ. παρακείμενος παρατατ. παρατατικός περσ. περσικός, -ή, -ό πιθ. πιθανόν πληθ. και πλ. πληθυντικός πορτογαλ. πορτογαλικός, -ή, -ό πρβλ. παράβαλε πρόθ. πρόθεση πρόσ. πρόσωπο προστακτ. προστακτικός, -ή, -ό Ρ
ρ. ρήμα ρουμαν. ρουμανικός, -ή, -ό ρωσ. ρωσικός, -ή, -ό Σ
σερβ. σερβικός, -ή, -ό σκωπτ. σκωπτικά σλαβ. σλαβικός, -ή, -ό στερητ. στερητικό σύνδ. σύνδεσμος συνήθ. συνήθως συνηθέστ. συνηθέστερος, -η, -ο συνών. συνώνυμος, συνώνυμα Τ
τακτ. τακτικός, -ή, -ό τοπ. τοπικός, -ή, -ό τουρ. τουρκικός, -ή, -ό τουρκοπερσ. τουρκοπερσικός, -ή, -ό τσεχ. τσεχικός, -ή, -ό τσιγγ. τσιγγάνικος, -η, -ο Υ
υβριστ. υβριστικά υπερθετ. υπερθετικός υποκορ. υποκοριστικός, -ή, -ό υποτιμητ. υποτιμητικά υποχωρητ. υποχωρητικός, -ή, -ό Φ
φρ. φράση Χ
χρον. χρονικός
Ομάδα εργασίας
- Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
- Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
- Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
- Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
- Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
- Ε. Μητρούση
- Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
- Ε. Μητρούση
- Ηλεκτρονική υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης