Νέα ελληνική
Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας
Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Εισαγωγή
Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.
Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.
Περιεχόμενα
Αναζήτηση
- τύπος, ο,
- θηλ. τύπισσα, η, ουσ. [<αρχ. τύπος <τύπτω], ο τύπος. 1. η εξωτερική μορφή, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου: «για πες μου τι τύπος είναι, όμορφος ή άσχημος;». 2. η ιδιοσυγκρασία, ο χαρακτήρας του ανθρώπου: «μήπως ξέρες να μου πεις τι τύπος είναι; Είναι καλός ή κακός;». (Λαϊκό τραγούδι: μα δεν ξέρουν πως ο τύπος ο Αγαθοκλής είναι πρώτος κολπαδόρος της Πειραϊκής).3. άνθρωπος που ξεχωρίζει για το ήθος του, την προσωπικότητά του, που είναι ξεχωριστός: «είναι πολύ τύπος ο τάδε, γι’ αυτό τον βάλαμε αμέσως στην παρέα μας». 4. άνθρωπος ιδιόρρυθμος, ιδιότυπος: «μην μπλέξεις μ’ αυτόν τον τύπο, γιατί θα σου σπάσει τα νεύρα». 5. το εν λόγω άτομο, ο τάδε. (Λαϊκό τραγούδι: ποιος είν’ αυτός ο αψηλός, ποιος είν’ αυτός ο τύπος, άντρας σου είναι ή γνωστός ή το παιδί σου μήπως). 6. άγνωστο άτομο που δε μας εμπνέει εμπιστοσύνη: «ήρθε και σε ζητούσε ένας τύπος, αλλά έκανα πως δε σε ήξερα, γιατί δε μου γέμισε το μάτι». (Λαϊκό τραγούδι: πάει καιρός που κόπηκε το επίδομα ανεργίας, τζίφος και με την αίτηση στο Ευρέσεως Εργασίας κι ο τύπος πίσω απ’ το γραφείο βιάστηκε πάλι να μου πει σ’ ευχαριστούμε κύριε… θα ’μαστε σ’ επαφή). 7. υποτιμητικός χαρακτηρισμός ανθρώπου: «δεν είσαι καλά, που θα μπλεχτώ εγώ μ’ αυτόν τον τύπο!». (Λαϊκό τραγούδι: στου Αιγάλεω το Σίτυ ξημερώματα την Τρίτη εθεάθης μ’ ένα τύπο σ’ ένα ξενυχτάδικο, με την πράξη σου ετούτη μ’ έκανες φωτιά μπαρούτι κι έγινε που λέν’ το σώσε μες το Μπαρουτάδικο).8. η τυπογραφία: «έγινε πολύ καλός τυπογράφος, γιατί δουλεύει στον τύπο από μικρό παιδί». 9. η δημοσιογραφία: «ο τύπος διαμορφώνει την κοινή γνώμη». 10. (γενικά) οι εφημερίδες, τα περιοδικά: «ενημερώνομαι πάντοτε απ’ τον πρωινό τύπο || κάθε Κυριακή, παίρνω όλον τον τύπο της Κυριακής». (Ακολουθούν 21 φρ.)·
- άνθρωπος των τύπων, βλ. λ. άνθρωπος·
- βάζω (θέτω) το δάχτυλό μου εις τον τύπον των ήλων, βλ. λ. δάχτυλο·
- για τον τύπο ή για τους τύπους, για να τηρούνται τα προσχήματα: «τουλάχιστον για τον τύπο έπρεπε κι εσύ να τους χαιρετήσεις»·
- δεν είναι ο τύπος μου, (και για τα δυο φύλα)δεν είναι από αυτούς που μπορώ να συναναστραφώ, δεν είναι της αρεσκείας μου, δε μου ταιριάζει: «μπορεί να ’ναι καλό παιδί, δεν αμφιβάλλω, αλλά δεν είναι ο τύπος μου, για να τον κάνω παρέα»·
- δεν είναι ο τύπος να… ή δεν είναι ο τύπος που…, δε συνηθίζει να συμπεριφέρεται με τον τρόπο που δηλώνει το ρ.: «ο τάδε δεν είναι ο τύπος να λέει ανοησίες || ο τάδε δεν είναι ο τύπος που βοηθάει τους συνανθρώπους του»·
- δεν είναι στον τύπο μου να… ή δεν είναι του τύπου μου να…, δεν ταιριάζει στο χαρακτήρα μου, στην ιδιοσυγκρασία μου: «δεν είναι στον τύπο μου να διασκεδάζω στα μπουζούκια || δεν είναι του τύπου μου να ειρωνεύομαι τους άλλους»·
- δεν ταιριάζει στον τύπο μου να…, βλ. φρ. δεν είναι στον τύπο μου·
- δια του τύπου, με δημοσίευση στις εφημερίδες: «η είδηση έγινε γνωστή δια του τύπου»·
- είναι ακουστικός τύπος, έχει την ικανότητα να αποκτάει γνώσεις όχι με το διάβασμα, αλλά αξιοποιώντας κυρίως την ακοή του: «επειδή είναι ακουστικός τύπος, προσέχει πάρα πολύ κατά την παράδοση του μαθήματος κι έτσι γλιτώνει και το διάβασμα»·
- είναι ο τύπος μου, (και για τα δυο φύλα) είναι από αυτούς που μπορώ να το συναναστραφώ, που είναι της αρεσκείας μου, που μου ταιριάζει: «πολύ μ’ αρέσει να κάνω παρέα μ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί είναι ο τύπος μου». (Λαϊκό τραγούδι: είναι τ’ αγόρι μου, είναι ο τύπος μου, είναι ο άνθρωπος που αγαπώ)·
- είναι ο τύπος του…, αποτελεί τον τυπικό εκπρόσωπο ενός συνόλου: «ο τάδε είναι ο τύπος του Έλληνα, που έχει αναπτυγμένο το αίσθημα της φιλοξενίας || ο τάδε είναι ο τύπος του γραφειοκράτη»·
- είναι οπτικός τύπος, έχει την ικανότητα να αποκτάει γνώσεις ή να αποτυπώνει διάφορες παραστάσεις χρησιμοποιώντας κυρίως την όρασή του: «μόλις δει κάτι, δεν το ξεχνάει ποτέ, γιατί είναι οπτικός τύπος»·
- έχει τύπο, (και για τα δυο φύλα)έχει χαριτωμένη, ενδιαφέρουσα εμφάνιση, γι’ αυτό και ξεχωρίζει: «μπορεί να μην είναι όμορφο παλικάρι, αλλά έχει τύπο»·
- κίτρινος τύπος, σκανδαλοθηρικές εφημερίδες ή περιοδικά που συνήθως για λόγους κυκλοφορίας παραποιούν, παραμορφώνουν την αλήθεια: «ο κίτρινος τύπος δημοσιεύει κάθε τόσο ροζ ιστορίες διάφορων προσωπικοτήτων». Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1890 ξέσπασε μεγάλος ανταγωνιστικός πόλεμος μεταξύ δυο μεγαλοεκδοτών εφημερίδων των Η.Π.Α., του Πούλιτζερ και του Χιρστ και αιτία ήταν ποιες από τις δυο εφημερίδες θα κάλυπταν πληρέστερα τον αγώνα του κουβανικού λαού, που ξεσηκώθηκε την εποχή αυτή για να αποτινάξει την ισπανική κυριαρχία. Σε αυτόν τον ανταγωνιστικό πόλεμο και στην προσπάθεια των δυο εφημερίδων να κυριαρχήσουν στην αγορά γράφηκαν και από τις δυο τόσο κραυγαλέες αναλήθειες, που η μερίδα του υγιούς δημοσιογραφικού κόσμου αποκάλεσε τότε για πρώτη φορά το είδος αυτό της δημοσιογραφίας κίτρινο τύπο. Και ο χαρακτηρισμός αυτός, γιατί, πριν ακόμα από την κουβανική επανάσταση, οι δυο εφημερίδες του Πούλιτζερ και του Χιρτς συναγωνίζονταν ποια από τις δυο θα δώσει καλύτερα στους αναγνώστες της μια ιστορία σε σκίτσα όπου πρωταγωνιστούσε ένα κίτρινο αγόρι. Ο Τζόζεφ Πούλιτζερ αναγνωρίζοντας το ολίσθημά του και τις ακρότητες που δημοσίευσε στην εφημερίδα του The World και, θέλοντας να εξιλεωθεί στη συνείδηση του δημοσιογραφικού κόσμου αλλά και των αναγνωστών του, θέσπισε το βραβείο Πούλιτζερ της δημοσιογραφίας, που αποτελεί τη μέγιστη τιμητική διάκριση και αναγνώριση κάθε ευσυνείδητα μαχόμενου Αμερικανού δημοσιογράφου·
- κλειστός τύπος, βλ. φρ. κλειστός άνθρωπος, λ. άνθρωπος·
- κρατάει τους τύπους, δεν είναι εκδηλωτικός, συμπεριφέρεται με τρόπο ώστε να τηρούνται τα προσχήματα: «αυτός ο άνθρωπος κρατάει τους τύπους ακόμη και σε στενούς του συγγενείς»·
- μοναχικός τύπος, που έχει μάθει, που του αρέσει να ζει μόνος, που του αρέσει η μοναξιά: «δεν ξέρουμε πολλά για πάρτη του, γιατί είναι μοναχικός τύπος»·
- ο τύπος τρώει την ουσία, βλ. λ. ουσία·
- προσέχει τους τύπους, βλ. φρ. κρατάει τους τύπους·
- τύπος και υπογραμμός, άνθρωπος ξεχωριστός, άμεμπτος, πρότυπο για μίμηση: «δεν μπορείς να βρεις τίποτα κακό σ’ αυτόν τον άνθρωπο, γιατί είναι τύπος και υπογραμμός»·
- υπό τύπον…, α. με κάποια συγκεκριμένη μορφή: «του ’δωσε ένα ποσό υπό τύπον δανείου». β. για κάποιο συγκεκριμένο λόγο: «του ’πε μια ανοησία υπό τύπον αστειότητας κι αυτός παρεξηγήθηκε!».

- θηλ. τύπισσα, η, ουσ. [<αρχ. τύπος <τύπτω], ο τύπος. 1. η εξωτερική μορφή, τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ανθρώπου: «για πες μου τι τύπος είναι, όμορφος ή άσχημος;». 2. η ιδιοσυγκρασία, ο χαρακτήρας του ανθρώπου: «μήπως ξέρες να μου πεις τι τύπος είναι; Είναι καλός ή κακός;». (Λαϊκό τραγούδι: μα δεν ξέρουν πως ο τύπος ο Αγαθοκλής είναι πρώτος κολπαδόρος της Πειραϊκής).3. άνθρωπος που ξεχωρίζει για το ήθος του, την προσωπικότητά του, που είναι ξεχωριστός: «είναι πολύ τύπος ο τάδε, γι’ αυτό τον βάλαμε αμέσως στην παρέα μας». 4. άνθρωπος ιδιόρρυθμος, ιδιότυπος: «μην μπλέξεις μ’ αυτόν τον τύπο, γιατί θα σου σπάσει τα νεύρα». 5. το εν λόγω άτομο, ο τάδε. (Λαϊκό τραγούδι: ποιος είν’ αυτός ο αψηλός, ποιος είν’ αυτός ο τύπος, άντρας σου είναι ή γνωστός ή το παιδί σου μήπως). 6. άγνωστο άτομο που δε μας εμπνέει εμπιστοσύνη: «ήρθε και σε ζητούσε ένας τύπος, αλλά έκανα πως δε σε ήξερα, γιατί δε μου γέμισε το μάτι». (Λαϊκό τραγούδι: πάει καιρός που κόπηκε το επίδομα ανεργίας, τζίφος και με την αίτηση στο Ευρέσεως Εργασίας κι ο τύπος πίσω απ’ το γραφείο βιάστηκε πάλι να μου πει σ’ ευχαριστούμε κύριε… θα ’μαστε σ’ επαφή). 7. υποτιμητικός χαρακτηρισμός ανθρώπου: «δεν είσαι καλά, που θα μπλεχτώ εγώ μ’ αυτόν τον τύπο!». (Λαϊκό τραγούδι: στου Αιγάλεω το Σίτυ ξημερώματα την Τρίτη εθεάθης μ’ ένα τύπο σ’ ένα ξενυχτάδικο, με την πράξη σου ετούτη μ’ έκανες φωτιά μπαρούτι κι έγινε που λέν’ το σώσε μες το Μπαρουτάδικο).8. η τυπογραφία: «έγινε πολύ καλός τυπογράφος, γιατί δουλεύει στον τύπο από μικρό παιδί». 9. η δημοσιογραφία: «ο τύπος διαμορφώνει την κοινή γνώμη». 10. (γενικά) οι εφημερίδες, τα περιοδικά: «ενημερώνομαι πάντοτε απ’ τον πρωινό τύπο || κάθε Κυριακή, παίρνω όλον τον τύπο της Κυριακής». (Ακολουθούν 21 φρ.)·
Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...
- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- κρατ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από «κρατ») : κράτος, κρατισμός, κρατώ κλπ.
- *κρατ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το «κρατ»): αισθησιοκράτης, αισθησιοκρατία, αιτιοκρατία κλπ.
- *ισμός (όλες οι λέξεις που λήγουν σε «ισμός»): ανιμισμός, κρατισμός, υλισμός κλπ.
- κ*ισμός (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από «κ» και λήγουν σε «ισμός»): κλασικισμός, κομμουνισμός, κρατισμός κλπ
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. κρατ κρατ* - Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε έναν όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του λήμματος.
Υπόδειξη
Μη χρησιμοποιείτε ολόκληρες λέξεις, προτιμήστε το θέμα τους· π.χ. δώστε "πολεμ", αντί για "πόλεμος", "πολεμικός" κλπ.Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που είναι εννοιολογικά συγγενείς.
- Παράδειγμα Χρήσης
Εδώ πληκτρολογείτε μια λέξη, η οποία περιμένετε να εμφανιστεί σε πρόταση που είναι παράδειγμα χρήσης του λήμματος.
Υπόδειξη
Μη χρησιμοποιείτε ολόκληρες λέξεις, προτιμήστε το θέμα τους· π.χ. δώστε "πολεμ", αντί για "πόλεμος", "πολεμικός" κλπ.- Γραμματική - Σύνταξη
Επιλέγετε τον επιθυμητό τρόπο σύνταξης της λέξης. Αυτό θα περιορίσει την αναζήτηση σε λέξεις που μία τουλάχιστον σημασία τους συντάσσεται με τον συγκεκριμένο τρόπο.
Για παράδειγμα, με την επιλογή «ως επίθετο» θα εμφανιστούν λήμματα που, ενώ ανήκουν σε άλλη γραμματική κατηγορία, χρησιμοποιούνται με τη σημασία επιθέτου και συντάσσονται αναλόγως.
- Επίπεδο Ύφους
Το μενού προεπιλογών που εμφανίζεται περιλαμβάνει διαφορετικά επίπεδα ύφους, τα οποία αφορούν είτε όλο το λήμμα είτε κάποια από τις σημασίες του, ώστε να επιλέξετε αυτό που σας ενδιαφέρει.
Για παράδειγμα, με την επιλογή «ειρωνικό», θα εμφανιστούν
- λήμματα που χρησιμοποιούνται αποκλειστικά σε ειρωνικό επίπεδο ύφους
- λήμματα που μία τους σημασία χρησιμοποιείται σε ειρωνικό επίπεδο ύφους
- Σημασιολογικό πεδίο
Επιλέγετε το σημασιολογικό πεδίο στο οποίο ανήκει η σημασία ή κάποια από τις σημασίες του λήμματος. Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να ζητήσετε ομάδες λέξεων που σχετίζονται με κάποια θεματική περιοχή.
- Ετυμολογία
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες ετυμολογικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε αυτή που σας ενδιαφέρει.
- Τύπος Λήμματος
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Χρήση
Επιλέγετε την επιθυμητή χρήση της λέξης. Αυτό θα περιορίσει την αναζήτηση σε λέξεις που μία τουλάχιστον σημασία τους έχει τη συγκεκριμένη χρήση.
Συντομογραφίες
Α
αγγλ. αγγλικός, -ή, -ό άγν. ετυμολ. άγνωστης ετυμολογίας αιτιατ. αιτιατική αιτιολογ. αιτιολογικός, -ή, -ό άκλ. άκλιτο αλβαν. αλβανικός, -ή, - ό αμερικ. αμερικανικός, -ή, -ό αμτβ. αμετάβατο αναφορ. αναφορικός, -ή, -ό αντίθ. αντίθετο αντων. αντωνυμία απαρέμφ. απαρέμφατο απρόσ. απρόσωπο αραβ. αραβικός, -ή, -ό αραβοτουρκ. αραβοτουρκικός, -ή, -ό αριθμ. αριθμός αρσ. αρσενικό αρχ. αρχαίος, -ία, -ιο αρχαϊστ. αρχαϊστικός, -ή, -ό Β
βενετ. βενετικός, -ή, -ό βλ. βλέπε βλ. και φρ. βλέπε και φράση βλ. συνηθέστ. βλέπε συνηθέστερο βλ. φρ. βλέπε φράση βλάχ. βλάχικος, -η, -ο βουλγαρ. βουλγαρικός, -ή, -ό βραζιλ. βραζιλιάνικος, -η, -ο Γ
γ΄ εν. πρόσ. τρίτο ενικό πρόσωπο γαλλ. γαλλικός, -ή, -ό γεν. γενική γενουατ. γενουατικός, -ή, -ό γερμαν. γερμανικός, -ή, -ό Δ
δεικ. δεικτικό δηλ. δηλαδή διεθν. διεθνής, διεθνώς δοτ. δοτική Ε
εβρ. εβραϊκός, -ή, -ό ειρων. ειρωνικά ελνστ. ελληνιστικός, -ή, -ό ενεστ. ενεστώτας ενν. εννοείται επέκτ. επέκταση επίθ. επίθετο επίρρ. επίρρημα επιφών. επιφώνημα επιφωνημ. επιφωνηματικός, -ή, -ό επών. επώνυμο εύχρ. εύχρηστος, -η, -ο εφημερ. εφημερίδα Θ
θηλ. θηλυκό Ι
ιαπων. ιαπωνικός, -ή, -ό ιδ. ιδίως ιδ. εύχρ. ιδίως εύχρηστο ινδ. ινδικός, -ή, -ό ιραν. ιρανικός, -ή, -ό ισπαν. ισπανικός, -ή, -ό ιταλ. ιταλικός, -ή, -ό Κ
κ. και κ.ά. και άλλα κ.λπ. και λοιπά κελτ. κελτικός, -ή, -ό κουτσοβλάχ. κουτσοβλάχικος, -η, -ο κυρ. κυρίως κυρ. εύχρ. κυρίως εύχρηστο κύρ. ό. κύριο όνομα Λ
λ. λέξη, λήμμα λατιν. λατινικός, -ή, -ό Μ
μαλαισ. μαλαισιανός, -ή, -ό μεγεθ. μεγεθυντικό μέλλ. μέλλοντας μέσ. μέσος, -η, -ο μόρ. μόριο μσν. μεσαιωνικός, -ή, -ό μτβ. μεταβατικό μτγν. μεταγενέστερος, -η, -ο μτφ. μεταφορικός, μεταφορικά μτχ. μετοχή Ν
νεότ. νεότερος, -η, -ο Ο
όν. όνομα ουγγρ. ουγγρικός, -ή, -ό ουδ. ουδέτερο ουσ. ουσιαστικό Π
π.χ. παραδείγματος χάριν παρακ. και παρακείμ. παρακείμενος παρατατ. παρατατικός περσ. περσικός, -ή, -ό πιθ. πιθανόν πληθ. και πλ. πληθυντικός πορτογαλ. πορτογαλικός, -ή, -ό πρβλ. παράβαλε πρόθ. πρόθεση πρόσ. πρόσωπο προστακτ. προστακτικός, -ή, -ό Ρ
ρ. ρήμα ρουμαν. ρουμανικός, -ή, -ό ρωσ. ρωσικός, -ή, -ό Σ
σερβ. σερβικός, -ή, -ό σκωπτ. σκωπτικά σλαβ. σλαβικός, -ή, -ό στερητ. στερητικό σύνδ. σύνδεσμος συνήθ. συνήθως συνηθέστ. συνηθέστερος, -η, -ο συνών. συνώνυμος, συνώνυμα Τ
τακτ. τακτικός, -ή, -ό τοπ. τοπικός, -ή, -ό τουρ. τουρκικός, -ή, -ό τουρκοπερσ. τουρκοπερσικός, -ή, -ό τσεχ. τσεχικός, -ή, -ό τσιγγ. τσιγγάνικος, -η, -ο Υ
υβριστ. υβριστικά υπερθετ. υπερθετικός υποκορ. υποκοριστικός, -ή, -ό υποτιμητ. υποτιμητικά υποχωρητ. υποχωρητικός, -ή, -ό Φ
φρ. φράση Χ
χρον. χρονικός
Ομάδα εργασίας
- Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
- Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
- Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
- Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
- Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
- Ε. Μητρούση
- Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
- Ε. Μητρούση
- Ηλεκτρονική υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης