Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • τρεις, τρεις, τρία,
    αριθμητ. επίθ. απόλ. [<αρχ. τρεῖς, τρία]· τρεις· βλ. και λ. τρία. (Ακολουθούν 33 φρ.)·
    - δυο λαλούν και τρεις χορεύουν, βλ. λ. χορεύω·
    - δυο τρεις, βλ. λ. δυο·
    - ένας είναι ένας, δυο είναι έντεκα, τρεις είναι εκατόν έντεκα, βλ. λ.ένας·
    - κάθε τρεις και δέκα, βλ. λ. κάθε·
    - κάθε τρεις και πέντε, βλ. λ. κάθε·
    - κάθε τρεις και λίγο, βλ. λ. λίγος·
    - κάνα δυο (καναδυό) τρεις, βλ. λ. δυο·
    - μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα ή μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και την κακή του μέρα, βλ. λ. κλέφτης·
    - μια του φίλου, δυο του φίλου, τρεις και η κακή του μέρα ή μια του φίλου, δυο του φίλου, τρεις και την κακή του μέρα, βλ. λ. φίλος·
    - μου πάει τρεις και δέκα, βλ. συνηθέστ. μου πάει τρεις τριανταμία·
    - μου πάει τρεις και μία, βλ. φρ. μου πάει τρεις τριανταμία·
    - μου πάει τρεις τριανταμία, φοβάμαι πάρα πολύ, τρομοκρατούμαι: «όταν περνώ βράδυ έξω από νεκροταφείο, μου πάει τρεις τριανταμία». Συνών. μου πάει έξι κι ένα ή μου πάει έξι και μία / μου πάει ζουμί (β) / μου πάει νερό (β) / μου πάει πέντε πέντε / μου πάει ριπιτίδι / μου πάει τσίρλα (β)·
    - ο αδερφός κι εγώ ενάντια στον ξάδερφο, κι οι τρεις μαζί ενάντια στον ξένο, βλ. λ. ξένος·
    - οι τρεις Μάγοι με τα δώρα ή σαν τους τρεις Μάγους με τα δώρα, βλ. λ. δώρο·
    - οι τρεις Χάριτες, βλ. λ. χάρη·
    - όπου δυο κι αυτός τρεις, βλ. λ. αυτός·
    - παίρνει τρεις κι εξήντα, (ειρωνικά ή περιφρονητικά) παίρνει πενιχρότατο μισθό για την εργασία που προσφέρει: «σκοτώνεται όλη τη μέρα στη δουλειά στο εργοστάσιο και παίρνει τρεις κι εξήντα το μήνα». Αναφορά στους προπολεμικούς μισθούς των εργατών και των υπαλλήλων·
    - τα τρία μηδενικά, βλ. λ. μηδενικό·
    - τα τρία οχτάρια, βλ. λ. οχτάρι·
    - το θαύμα κρατάει τρεις μέρες, βλ. λ. θαύμα·
    - το κάνει κάθε δυο και τρεις, βλ. λ. κάθε·
    - το κάνει κάθε τρεις και δέκα, βλ. λ. κάθε·
    - το κάνει κάθε τρεις και λίγο, βλ. λ. κάθε·
    - το κάνει κάθε τρεις και πέντε, βλ. λ. κάθε·
    - τρεις κι (η) αγιά Τριάδα, βλ. λ. άγιος·
    - τρεις κι εξήντα, α. πενιχρότατος μισθός ή χαρτζιλίκι: «πού πας με τρεις κι εξήντα το μήνα να κάνεις την μεγάλη ζωή!». (Τραγούδι: έξοδος, τρεις κι εξήντα λεμονάδα για μένα, serano για σένα αρχές του ’60).β. σε τιμή εξευτελιστική: «δεν έχω απαιτήσεις απ’ αυτό τ’ αυτοκίνητο γιατί τ’ αγόρασα τρεις κι εξήντα»·
    - τρεις κι ο κούκος, βλ. λ. κούκος·
    - τρεις κι ο Κύρκος, ειρωνική αναφορά στο πολιτικό κόμμα της ΕΑΡ με αρχηγό τον Λεων. Κύρκο, επειδή είχε ολιγάριθμους οπαδούς: «πώς να κάνει κυβέρνηση η ΕΑΡ, αφού είναι τρεις κι ο Κύρκος». Παραφθορά της λ. κούκος σε Κύρκος·
    - τρεις κι ο Χατζηπετρής, (για τάβλι) συνοδευτική έκφραση του τέταρτου παιξίματος του πουλιού του από τον παίχτη που έφερε διπλή ζαριά, ιδίως κάπως μεγάλη·
    - τρεις το αβγό κι ο κρόκος χώρια, βλ. λ. κρόκος·
    - τρεις το λάδι, δυο το ξίδι, πέντε το λαδόξιδο ή τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο, βλ. λ. λάδι·
    - τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, βλ. λ. λάδι·
    - τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, τρεις και το λαδόξιδο, βλ. λ. λάδι.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης