Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • τηλέφωνο, το,
    ουσ. [<γαλλ. téléphone <αρχ. ελλ. επίρρ. τῆλε (= μακριά) + φωνή], το τηλέφωνο. Πολλές φορές, όταν θέλουμε να ειδοποιήσουμε κάποιον που τον ζητάνε στο τηλέφωνο και για κάποιο λόγο δε θέλουμε να του το πούμε φωναχτά, τότε, κάνοντας διάφορα νοήματα μέχρι να μας αντιληφθεί, φέρνουμε τον αντίχειρα στο αφτί μας και το μικρό δάχτυλο του ίδιου χεριού στο στόμα μας, υπονοώντας με τον τρόπο αυτό το ακουστικό του τηλεφώνου. (Ακολουθούν 46 φρ.)·
    - άναψαν τα τηλέφωνα, παρατηρήθηκε έντονη τηλεφωνική επικοινωνία, ιδίως ανάμεσα σε μια φιλική ομάδα, φιλική συντροφιά: «μόλις μαθεύτηκε πως συνέλαβαν τον τάδε, άναψαν τα τηλέφωνα κι όλοι ρωτούσαν να μάθουν το λόγο». (Τραγούδι: το τράκο ήταν το δεύτερο, Οκτώβρης ήταν πάλι, που ανάψαν τα τηλέφωνα, που ’χες ξανατρακάρει)·
    - άναψε το τηλέφωνο, η τηλεφωνική επικοινωνία είναι ή ήταν πολύωρη: «κλείσ’ το, ρε παιδάκι μου, κάποια στιγμή, άναψε το τηλέφωνο! || πήρε τη φιλενάδα της να τη ρωτήσει κάτι κι άναψε το τηλέφωνο»·
    - δε δουλεύει το τηλέφωνο, δε λειτουργεί, γιατί είναι αποσυνδεμένο ή γιατί είναι μπλοκαρισμένη λόγω βλάβης η τηλεφωνική γραμμή: «φαίνεται πως θα υπάρχει κάποια βλάβη στην περιοχή, γι’ αυτό δε δουλεύει το τηλέφωνο»·
    - δε χτυπάει το τηλέφωνο, βλ. φρ. δε δουλεύει το τηλέφωνο·
    - δίνω το τηλέφωνό μου (σε κάποιον), του δίνω τον αριθμό του τηλεφώνου μου: «θα σου δώσω το τηλέφωνό μου, ώστε, αν προκύψει κάτι, να μου τηλεφωνήσεις»·
    - δούλεψαν τα τηλέφωνα, βλ. φρ. έπεσαν τα τηλέφωνα·
    - δώσε μου το τηλέφωνό σου, πες μου τον αριθμό του τηλεφώνου σου, για να τον σημειώσω: «καλού κακού, δώσε μου το τηλέφωνό σου, μήπως και χρειαστεί να σε τηλεφωνήσω»·
    - είμαι στο τηλέφωνο, βλ. φρ. μιλώ στο τηλέφωνο·
    - έπεσαν τα τηλέφωνα, οι ενδιαφερόμενοι ειδοποιήθηκαν τηλεφωνικά: «μόλις έμαθα πως θα ’ρχόταν ο φίλος μας απ’ το εξωτερικό, έπεσαν τα τηλέφωνα στην παρέα, για να τον υποδεχτούμε στο αεροδρόμιο»·
    - έσπασα τα τηλέφωνα, τηλεφωνούσα συνεχώς σε διάφορους για κάποιο λόγο: «έσπασα τα τηλέφωνα, μέχρι να σε βρω»·
    - έσπασα το τηλέφωνο, καλούσα κάποιον πολλή ώρα, χωρίς αυτός να σηκώνει το ακουστικό του: «μη μου πεις ότι ήσουν στο σπίτι, γιατί έσπασα το τηλέφωνο όλο τ’ απόγευμα!»·
    - έσπασαν τα τηλέφωνα, παρατηρήθηκε έντονη τηλεφωνική επικοινωνία ανάμεσα σε μια ομάδα ανθρώπων: «έσπασαν τα τηλέφωνα, μέχρι να βρούμε τον τάδε που ήταν εξαφανισμένος»·
    - έχω κατεβασμένο το τηλέφωνο, το έχω αποσυνδεδεμένο ή δεν έχω το ακουστικό στην κατάλληλη θέση οπότε ακούγεται συνεχώς ο χαρακτηριστικός ήχος που δείχνει πως κάποιος τηλεφωνεί: «κάθε Κυριακή έχω κατεβασμένο το τηλέφωνο, γιατί δε θέλω να με ενοχλήσει κανένας»·
    - καλώ στο τηλέφωνο (κάποιον), τηλεφωνώ σε κάποιον: «κάλεσε στο τηλέφωνο τον τάδε και πες του να ’ρθει αμέσως στο γραφείο μου»·
    - κάνω τηλέφωνο, βλ. φρ. παίρνω τηλέφωνο·
    - κατεβάζω το τηλέφωνο, βλ. φρ. έχω κατεβασμένο το τηλέφωνο·
    - κλείνω το τηλέφωνο, διακόπτω ή τερματίζω την τηλεφωνική συνομιλία που είχα με κάποιον: «δεν είναι ευγενικό να κλείνεις το τηλέφωνο στο συνομιλητή σου || μόλις του είπα τα καθέκαστα, έκλεισα το τηλέφωνο, αφού προηγουμένως συνεννοηθήκαμε να συναντηθούμε για να τα πούμε από κοντά»·
    - κόβω το τηλέφωνο, διακόπτω τη σύνδεσή του, το αποσυνδέω: «ξέχασα να πληρώσω το λογαριασμό κι ο Ο.Τ.Ε. μου ’κοψε το τηλέφωνο»·
    - κόκκινο τηλέφωνο, α. άμεση τηλεφωνική σύνδεση μεταξύ των ηγετών δυο κρατών, ιδίως για πολύ επείγουσες υποθέσεις: «αμέσως μετά την έναρξη των επεισοδίων που ξέσπασαν στη μεθοριακή γραμμή των δυο κρατών, ο τάδε υπουργός πήρε τον ομόλογό του στο κόκκινο τηλέφωνο για να αποτρέψουν μια γενική σύρραξη». β. τηλέφωνο που ο ηγέτης κράτους το χρησιμοποιεί για να δώσει άκρως σοβαρή διαταγή και, σε περίπτωση πυρηνικής δύναμης, την έναρξη πυρηνικής επίθεσης εναντίον του εχθρού: «κατά την περίοδο του ψυχρού πολέμου ο κίνδυνος να χρησιμοποιηθεί το κόκκινο τηλέφωνο από τους ηγέτες των δυο υπερδυνάμεων υπήρξε μεγάλος»·
    - κόπηκε το τηλέφωνο, έπαψε να λειτουργεί λόγω βλάβης: «εκεί που μιλούσαμε, κόπηκε το τηλέφωνο»· βλ. και φρ. έπεσε η γραμμή, λ. γραμμή·
    - μιλάει το τηλέφωνο, είναι κατειλημμένη η τηλεφωνική γραμμή, γιατί το άτομο με το οποίο επιδιώκω να συνομιλήσω συνομιλεί με άλλο: «προσπαθώ μια ώρα να επικοινωνήσω μαζί του, αλλά συνεχώς μιλάει το τηλέφωνο»·
    - μιλώ στο τηλέφωνο, συνομιλώ με κάποιον τηλεφωνικά: «δεν μπορώ να ’ρθω αυτή τη στιγμή, γιατί μιλώ με τον τάδε στο τηλέφωνο»·
    - μου κάνουν τηλέφωνο, βλ. φρ. μου παίρνουν τηλέφωνο·
    - μου ’κοψαν το τηλέφωνο, το αποσύνδεσαν από τον Ο.Τ.Ε., γιατί δεν πλήρωσα το λογαριασμό: «ξέχασα να πληρώσω το λογαριασμό και μου ’κοψαν το τηλέφωνο»·
    - μου παίρνουν τηλέφωνο, δέχομαι τηλεφωνική κλήση: «μου πήρε τηλέφωνο ένας φίλος για να πάμε να πιούμε κανένα ποτηράκι»·
    - παγιδεύω το τηλέφωνο (κάποιου), βλ. λ. παγιδεύω·
    - παίρνω (στο) τηλέφωνο (ακολουθεί όνομα ή υπηρεσία), τηλεφωνώ (στον τάδε ή σε υπηρεσία): «παίρνω στο τηλέφωνο τον τάδε για να τον ρωτήσω κάτι || παίρνω τηλέφωνο στην Ολυμπιακή για να μου πουν τι ώρα έχει πτήση για τη Θεσσαλονίκη»·
    - παίρνω τηλέφωνο, τηλεφωνώ: «πάρε τηλέφωνο στο σπίτι σου, γιατί κάτι σε θέλει η μητέρα σου». (Λαϊκό τραγούδι: πάρε τηλέφωνο τον κερατά, καλύτερα τώρα παρά μετά).Πολλές φορές, μετά το ρ. της φρ. ακολουθεί το ένα·
    - παίρνω τηλέφωνο (από κάποιον), δέχομαι τηλεφώνημα από κάποιον, μου τηλεφωνεί κάποιος: «κάθε βδομάδα παίρνω τηλέφωνο απ’ τον τάδε και μου λέει όλα τα νέα της παρέας»·
    - πάρε με στο τηλέφωνο, τηλεφώνησέ μου: «αν μάθεις κάτι νέο για την υπόθεση, πάρε με στο τηλέφωνο». (Λαϊκό τραγούδι: πάρε με στο τηλέφωνο λιγάκι να τα πούμε και κλείσε μου ένα ραντεβού για να συναντηθούμε)·
    - πήραν τα τηλέφωνα φωτιά ή πήραν φωτιά τα τηλέφωνα, βλ. φρ. άναψαν τα τηλέφωνα·
    - πιάνω στο τηλέφωνο (κάποιον), α. συνδέομαι τηλεφωνικά με κάποιον: «μόλις έπιασα στο τηλέφωνο το διευθυντή μου, τον παρακάλεσα να μην πάω σήμερα στη δουλειά, γιατί ήμουν αδιάθετος». β. συνδέομαι τηλεφωνικά με κάποιον και του μιλώ για πολλή ώρα: «αν σε πιάσει στο τηλέφωνο ο τάδε, αλίμονό σου, γιατί δε θα σ’ αφήσει ούτε μετά από δυο ώρες»·
    - πληρώνω το τηλέφωνο, πληρώνω στον Ο.Τ.Ε. το λογαριασμό του τηλεφώνου μου: «τρέχω να πληρώσω το τηλέφωνο, γιατί θα μου το κόψουν»·
    - ρίχνω ένα τηλέφωνο, τηλεφωνώ: «μισό λεπτό να ρίξω ένα τηλέφωνο στο σπίτι μου κι έρχομαι»·
    - ροζ τηλέφωνα, βλ. λ. ροζ·
    - σηκώνω το τηλέφωνο, ανταποκρίνομαι στην τηλεφωνική κλήση: «την Κυριακή δεν σηκώνω το τηλέφωνο σε κανέναν, γιατί ξεκουράζομαι»·
    - σημειώνω το τηλέφωνο (κάποιου), γράφω τον αριθμό του τηλεφώνου κάποιου στο σημειωματάριό μου ή το εντυπώνω στη μνήμη μου: «σημείωσα το τηλέφωνό του πρόχειρα σ’ ένα χαρτάκι»· 
    - σπασμένο τηλέφωνο, ο τρόπος με τον οποίο φτάνει καθυστερημένα επιτέλους μια είδηση ή πληροφορία στον ενδιαφερόμενο. Στην περίπτωση αυτή η είδηση ή η πληροφορία περνάει από άτομο σε άτομο μέχρι να καταλήξει εκεί που πρέπει: «δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν ήρθες αμέσως να με πληροφορήσεις και, μέχρι να το μάθω, έγινε σπασμένο τηλέφωνο!». Αναφορά σε ομώνυμο παιδικό παιχνίδι, όπου, αυτό που λέει ο πρώτος παίχτης ψιθυριστά στο αφτί του διπλανού του, φτάνει στον τελευταίο παίχτη εντελώς παραποιημένο·
    - τηλέφωνο σκιά, ειδικό σταθερό ή κινητό τηλέφωνο για υποκλοπές και που η ανίχνευσή του είναι πολύ δύσκολη: «οι ειδικοί προσπαθούν να βρουν τον τρόπο, για να αποκαλύψουν το τηλέφωνο σκιά». Η φρ. σε χρήση από τις αρχές Φεβρουαρίου του 2006 μετά το σκάνδαλο των τηλεφωνικών παρακολουθήσεων του πρωθυπουργού Κ. Καραμανλή, καθώς και άλλων υψηλών προσώπων ή δημοσιογράφων·
    - τι τηλέφωνο έχεις; ποιος είναι ο αριθμός του τηλεφώνου σου(;): «πες μου τι τηλέφωνο έχεις, για να σου τηλεφωνήσω μόλις έχω περισσότερα νέα»·
    - το τηλέφωνο είναι νεκρό, δε δίνει κανένα σήμα, είτε γιατί είναι αποσυνδεδεμένο είτε λόγω βλάβης είτε γιατί είναι κομμένο από τον Ο.Τ.Ε.: «κάτι θα πρέπει να συμβαίνει, γιατί το τηλέφωνο είναι νεκρό»·
    - το τηλέφωνο έχει δυο άκρες, λέγεται στην περίπτωση που κάποιος μας παραπονιέται πως δεν επικοινωνούμε τηλεφωνικά μαζί του κι έχει την έννοια πως, αφού δεν του τηλεφωνούμε εμείς, ας μας τηλεφωνήσει αυτός: «δε φτάνει που δε σε βλέπουμε, δε μας παίρνεις και κανένα τηλέφωνο να μάθουμε τι κάνεις. -Το τηλέφωνο έχει δυο άκρες, αν ενδιαφέρεσαι πραγματικά να μάθεις τι κάνω»·
    - χαλασμένο τηλέφωνο, βλ. συνηθέστ. σπασμένο τηλέφωνο·
    - χτύπα κάνα τηλέφωνο, (αόριστα) τηλεφώνησε, τηλεφώνησέ μου: «όταν δεν έχεις να κάνεις κάτι, χτύπα κάνα τηλέφωνο». Συνών. χτύπα κάνα σύρμα·
    - χτυπάει το τηλέφωνο, καλεί: «χτυπάει το τηλέφωνο μια ώρα και κανένας δεν το σηκώνει».
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης