Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • πέντε,
    άκλ. απόλ. αριθμητ. [<αρχ. πέντε], το πέντε· (για χαρτοπαίγνιο) το πεντάρι (βλ. λ.). (Ακολουθούν 38 φρ.)·
    - απόμεινα στους πέντε δρόμους, βλ. λ. δρόμος·
    - αφήνω στους πέντε δρόμους, βλ. λ. δρόμος·
    - για πέντε δέκα, για αρκετούς: «είναι τόσο δυνατός, που αξίζει για πέντε δέκα στο μάλωμα». (Λαϊκό τραγούδι: στις ακρίβειας τον καιρό επαντρεύτηκα κι εγώ και επήρα μια γυναίκα που έτρωγε για πέντε δέκα)·
    - γυρίζω στους πέντε δρόμους, βλ. λ. δρόμος·
    - δώδεκα παρά πέντε, βλ. συνηθέστ. στο παρά πέντε·
    - δώσε πέντε, βλ. συνηθέστ. κόλλα πέντε·
    - είναι άνθρωπος του και πέντε, είναι από αυτούς που συνήθως του ξεφεύγει η κατάσταση από τα χέρια: «ο μικρός μου ο γιος είναι ατσίδα, το μεγάλο φοβάμαι, που είναι άνθρωπος του και πέντε»·
    - είναι άνθρωπος του παρά πέντε, ενεργοποιείται λίγο πριν δημιουργηθεί το πρόβλημα, ενεργοποιείται λίγο πριν τη λήξη κάποιος διορίας: «δε με νοιάζει που είναι άνθρωπος του παρά πέντε, εκείνο που με νοιάζει είναι ότι δεν αφήνει να δημιουργηθεί πρόβλημα»· βλ. και φρ. είναι στο παρά πέντε·  
    - είναι στο παρά πέντε, α. βρίσκεται στα πρόθυρα της οικονομικής καταστροφής: «έκανε ένα αποτυχημένο άνοιγμα στη δουλειά του και τώρα είναι στο παρά πέντε». β. είναι ετοιμοθάνατος: «οι γιατροί γνωμάτευσαν πως ο άρρωστος είναι στο παρά πέντε». γ. είναι προχωρημένης ηλικίας: «είπαμε ότι είναι μεγάλος ο άνθρωπος, αλλά όχι κι ότι είναι στο παρά πέντε!»· βλ. και φρ. είναι άνθρωπος του παρά πέντε·
    - έμεινε στους πέντε δρόμους, βλ. λ. δρόμος·
    - έπιασε κι αυτός πέντε δεκάρες και..., βλ. λ. δεκάρα·
    - έπιασε κι αυτός πέντε δραχμές και..., βλ. λ. δραχμή·
    - έπιασε κι αυτός πέντε παράδες και..., βλ. λ. παράς·
    - έπιασε κι αυτός πέντε φράγκα και..., βλ. λ. φράγκο·
    - θα πάρεις το βραβείο της χείρας (χήρας) με τα πέντε ορφανά, βλ. λ. βραβείο·
    - κάθε τρεις και πέντε, βλ. λ. κάθε·
    - κάλλιο πέντε και στο χέρι παρά δέκα και καρτέρει, βλ. λ. χέρι·
    - κόλλα πέντε, α. προτροπή για χειραψία με την οποία θέλουμε να κλείσουμε ή να επισφραγίσουμε κάποια συμφωνία ή κάποια κοινή επιθυμία με κάποιον: «τώρα που μου ανέλυσες όλες τις λεπτομέρειες της δουλειάς, βλέπω πως μπορούμε να συνεταιριστούμε, γι’ αυτό, κόλλα πέντε να τελειώνουμε». β. προτροπή για χειραψία με την οποία προτείνουμε σε κάποιον συμφιλίωση ή θέλουμε να επισφραγίσουμε μια συμφιλίωση: «τώρα που βεβαιώθηκα πως ποτέ σου δε με κατηγόρησες, κόλλα πέντε να ξαναγίνουμε φίλοι». γ. έκφραση με την οποία επικροτούμε την ενέργεια ή τα λόγια κάποιου: «κόλλα πέντε, ρε μάγκα, γιατί καλά του ’κανες του αλήτη || κόλλα πέντε, ρε φίλε, καλά του τα ’πες του φαφλατά». Το πέντε υπονοεί την παλάμη με τα πέντε δάχτυλα του χεριού·
    - μένω στους πέντε δρόμους, βλ. λ. δρόμος·
    - μου πάει πέντε πέντε, φοβάμαι πάρα πολύ, τρομοκρατούμαι: «κάθε φορά που περνάω βραδιάτικα έξω από νεκροταφείο, μου πάει πέντε πέντε || μου πάει πέντε πέντε να τα βάλω μ’ αυτόν τον άντρακλα». (Λαϊκό τραγούδι: τα ζάρια μου τα κούνησα και ήρθαν έξι πέντε· μπάνιζε μπάτσους στη γωνιά· τους πάει πέντε πέντε). Συνών. μου πάει έξι κι ένα ή μου πάει έξι και μία / μου πάει ζουμί (β) / μου πάει νερό (β) / μου πάει ριπιτίδι / μου πάει τρεις και δέκα ή μου πάει τρεις και μία ή μου πάει τρεις τριανταμία / μου πάει τσίρλα (β)·
    - όμορφο είναι τ’ όμορφο πέντε φορές και δέκα, μ’ απ’ όλα ομορφότερο η γνωστική γυναίκα, βλ. λ. γυναίκα·
    - όποιος βαριέται να ζυμώσει, πέντε μέρες κοσκινίζει ή όποιος δε θέλει να ζυμώσει, πέντε μέρες κοσκινίζει, βλ. λ. μέρα·
    - πάρε πέντε! έκφραση αγανάκτησης που συνοδεύεται πάντοτε από μούντζωμα. Συνήθως η φρ. κλείνει με το να μη στα χρωστάω·
    - πέντε γράφει εδώ, βλ. λ. γράφω·
    - πέντε κώλοι όλοι κι όλοι μας γαμήσανε την πόλη, βλ. λ. κώλος·
    - πέντε λεπτά, βλ. λ. λεπτό·
    - πέντε πάνω πέντε κάτω, (για χρηματικά ποσά) περίπου, κατά προσέγγιση, με μικρή διαφορά: «είμαι σίγουρος πως πέντε πάνω πέντε κάτω θα τα βρούμε και θα κάνουμε τη δουλειά»·
    - πέντε στον παρά, βλ. λ. παράς·
    - πέντε φύσα μία ρούφα, βλ. λ. ρουφώ·
    - πιάσε πέντε! βλ. συνηθέστ. πάρε πέντε(!)·
    - σκόρπισε στους πέντε ανέμους, βλ. λ. άνεμος·
    - στο παρά πέντε, λίγο πριν γίνει κάτι, ιδίως κακό, οριστικά και τελεσίδικα, την τελευταία στιγμή: «τον πρόλαβα στο παρά πέντε, πριν υπογράψει το συμβόλαιο, και σώθηκε ο άνθρωπος || πρόλαβα τ’ αεροπλάνο στο παρά πέντε»·
    - το κάνει κάθε τρεις και πέντε, βλ. λ. κάθε·
    - τον έκανε πέντε παραδιών παράδες, βλ. λ. παράς·
    - του ’δωσαν το βραβείο της χείρας (χήρας) με τα πέντε ορφανά, βλ. λ. βραβείο·
    - τους πέντε μήνες θλίβεται και τους επτά λυπάται, βλ. λ. μήνας·
    - τρεις το λάδι, δυο το ξίδι, πέντε το λαδόξιδο, βλ. λ. λάδι·
    - τώρα που βρήκαμε παπά, να θάψουμε πέντ’ έξι, βλ. λ. παπάς.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης