Skip to main content

Νέα ελληνική

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας

Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής γλώσσας


Εισαγωγή

Μέσα στις 50.000 περίπου λέξεις και φράσεις και στις 250.000 σημασίες περιλαμβάνονται η γλώσσα της λαϊκής - της αργκό - των μηχανόβιων - των ναρκωτικών - της φυλακής - του χαρτοπαιγνίου - του ποδοσφαίρου - του αθλητισμού - του στρατού - των ναυτικών - του καφενείου - των εργατών - των νηπίων - των εφημερίδων - της τηλεόρασης - της νεοαργκό που αποτελεί τη γλώσσα της νεολαίας και ιδίως, λέξεις και φράσεις της καθημερινής μας ζωής.

Το Λεξικό του Γεωργίου Κάτου είναι έργο ενός εμπειρικού θιασώτη και τεχνίτη της γλώσσας, ιδιαίτερα εκείνης των λαϊκών ανθρώπων. Πρόκειται για την περιεκτικότερη συλλογή τεκμηρίων αυθεντικού λόγου από όλο το φάσμα των ταπεινών γλωσσικών χρήσεων, με κύρια αρετή την πιστή και αναλυτική παράθεση δειγμάτων της πολύτιμης γλωσσικής παρακαταθήκης των απλών και των βασανισμένων ανθρώπων. Αποτελεί απαραίτητο συμπλήρωμα των γνωστών λεξικών της ελληνικής.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 1 εγγραφές  [0-1]

  • όλος, -η, -ο,
    επίθ. [<αρχ. ὅλος], όλος. 1. ολόκληρος: «όλος ο κόσμος σήμερα ζει μέσα στο ψέμα και στη διαφθορά». 2. (για σύνολο ανθρώπων) που δεν απουσιάζει κανείς, που είναι παρόντες όσοι το αποτελούν: «ο δάσκαλος συγκέντρωσε όλα τα παιδιά της τάξης στην αυλή». 3α. το ουδ. ως ουσ. το όλο(ν), το σύνολο ως αφηρημένη έννοια: «πρέπει να εξετάσουμε το όλον θέμα κι όχι την κάθε μια περίπτωση που μας προκύπτει». β. ως επίρρ. συνολικά: «πέντε ευρώ τα φασολάκια, τρεις οι μπάμιες, δυο οι ντομάτες, το όλον δέκα ευρώ». γ. το ουδ. στον πλ. χωρίς άρθρο ως επίρρ. όλα, (για παιχνίδια) δηλώνει ισόπαλο αποτέλεσμα, ισόπαλα: «είμαστε δύο όλα», δηλ. δύο δύο. 4. ως επιφών. όλο! ενθαρρυντικό ή προτρεπτικό επιφών. σε λαϊκό χορευτή ή τραγουδιστή να συνεχίσει να χορεύει ή να τραγουδάει. 5. όλοοο! όλοοο! ειρωνικό ή κοροϊδευτικό επιφών. σε δημόσιο αγορητή να συνεχίσει να μιλάει, γιατί μας διασκεδάζει με τις ανοησίες που λέει. επίρρ. όλο, συνέχεια: «όπου και να πάμε, δημιουργεί όλο φασαρίες». (Ακολουθούν 379 φρ.)·
    - άδειασε όλη την άμυνα, (στη γλώσσα του ποδοσφαίρου) βλ. λ. άμυνα·
    - άκουγέ τα όλα, κι όσα θέλεις πίστευε, βλ. λ. θέλω·
    - αν ήταν η ψωλή βιολί, θα ’ταν όλοι μουσικοί, βλ. λ. ψωλή·
    - αν ήτανε η ζήλια ψώρα, θα κολλούσε όλη η χώρα, βλ. λ. ζήλια·
    - άνθρωπος για όλες τις δουλειές, βλ. λ. δουλειά·
    - άνοιξαν όλες οι πόρτες ή όλες οι πόρτες άνοιξαν, βλ. λ. πόρτα·
    - άντρας με τα όλα του, βλ. λ. άντρας·
    - απ’ αυτόν όλα να τα περιμένεις, βλ. λ. περιμένω·
    - απ’ όλα έχει ο μπαξές, βλ. λ. μπαξές·
    - απ’ όλα έχει το πανέρι, βλ. λ. πανέρι·
    - απ’ όλες τις γωνιές της γης, βλ. λ. γωνία·
    - απ’ όλες τις μεριές, βλ. λ. μεριά·
    - απόψε θα τα πούμε όλα, βλ. λ. είπα·
    - αρπάζεται μ’ όλο τον κόσμο, βλ. λ. κόσμος·
    - ας γίνουν όλα στάχτη ή να γίνουν όλα στάχτη, βλ. λ. στάχτη·
    - ας γίνουν όλα στάχτη και μπούλμπερη ή να γίνουν όλα στάχτη και μπούλμπερη, βλ. λ. στάχτη·
    - άσπρα σκυλιά, μαύρα σκυλιά, όλοι οι σκύλοι μια κοιλιά, βλ. λ. σκυλί·
    - αυτό είν’ όλο! βλ. λ. αυτός·
    - αυτό είν’ όλο, βλ. λ. αυτός·
    - αυτοκίνητο με τα όλα του, βλ. λ. αυτοκίνητο·
    - αφού όλοι απόκλαψαν, δάκρυσε και η χήρα, βλ. λ. χήρα·
    - βάζω όλα τα δυνατά μου ή βάζω όλα μου τα δυνατά, βλ. λ. δυνατά·
    - βάζω όλες τις δυνάμεις μου ή βάζω όλες μου τις δυνάμεις, βλ. λ. δύναμη·
    - βούιξε η γειτονιά όλη ή βούιξε όλη η γειτονιά, βλ. λ. γειτονιά·
    - βούιξε ο κόσμος όλος ή βούιξε όλος ο κόσμος, βλ. λ. κόσμος·
    - βούιξε ο τόπος όλος ή βούιξε όλος ο τόπος, βλ. λ. τόπος·
    - για όλες τις ώρες, βλ. λ. ώρα·
    - γίναμε όλοι ίσα κι όμοια ή γίναμε όλοι ίσοι κι όμοιοι, βλ. λ.ίσος·
    - γκρέμισαν όλα σαν τραπουλόχαρτα ή γκρέμισαν όλα σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, βλ. λ. τραπουλόχαρτο·
    - γυναίκα με τα όλα της, βλ. λ. γυναίκα·
    - δεν είναι όλες οι ώρες ίδιες, βλ. λ. ώρα·
    - δεν είπε όλα τα γράμματα (ενν. ο παπάς, ο ψάλτης), βλ. λ. γράμμα·
    - δεν μπαίνουν όλα τα πράγματα στο ίδιο σακί, βλ. λ. πράγμα·
    - δουλεύει όλη την κοινωνία, βλ. λ. κοινωνία·
    - δουλεύει όλο τον κόσμο, βλ. λ. κόσμος·
    - δώσ’ τα όλα! βλ. λ. δίνω·
    - έγιναν όλα καθωσπρέπει, βλ. λ. καθωσπρέπει·
    - έγιναν όλα καλά κι άγια, βλ. λ. άγιος·
    - έγιναν όλα καλά κι όσια, βλ. λ. όσιος·
    - έγιναν όλα κάρβουνο, βλ. λ. κάρβουνο·
    - έγιναν όλα κεραμιδαριό, βλ. λ. κεραμιδαριό·
    - έγιναν όλα μέλι γάλα, βλ. λ. μέλι·
    - έγιναν όλα στάχτη, βλ. λ. στάχτη·
    - έγιναν όλα στάχτη και μπούλμπερη, βλ. λ. στάχτη·
    - εδώ είναι όλη η δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
    - εδώ είναι όλη η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
    - εδώ είναι όλος ο καβγάς, βλ. λ. καβγάς·
    - εδώ είναι όλος ο κόμπος! βλ. λ. κόμπος·
    - εδώ είναι όλος ο κόμπος, βλ. λ. κόμπος·
    - εδώ είναι όλο το γαμώτο, βλ. λ. γαμώτο·
    - εδώ είναι όλο το ζουμί, βλ. λ. ζουμί·
    - εδώ θα τα πούμε όλα, βλ. λ. είπα·
    - εδώ κολλάει όλη η δουλειά! βλ. λ. δουλειά·
    - εδώ κολλάει όλη η δουλειά, βλ. λ. δουλειά·
    - εδώ πληρώνονται όλα, βλ. λ. εδώ·
    - είμαι όλο(ς) αφτιά, βλ. λ. αφτί·
    - είμαι όλο(ς) μάτια, βλ. λ. μάτι·
    - είμαι όλο(ς) νεύρα, βλ. λ. νεύρο·
    - είμαστ’ όλες ένα μάτσο βιόλες! βλ. λ. βιόλα2·
    - είναι ανοιχτός σε όλα, βλ. λ. ανοιχτός·
    - είναι άξιος για όλα, βλ. λ. άξιος·
    - είναι ικανός για όλα, βλ. λ. ικανός·
    - είναι μέσα σ’ όλα, γνωρίζει τα πάντα, μπορεί να εκφέρει γνώμη για οτιδήποτε συζητείται: «ο τάδε μπορεί να σου πει ό,τι θέλεις, γιατί είναι μέσα σ’ όλα || μ’ αυτόν μπορεί να κάνει κανείς ατέλειωτες συζητήσεις, γιατί είναι μέσα σ’ όλα». (Τραγούδι: με φωνάζουνε τζίνι, το τζίνι, γιατί σ’ όλα είμαι μέσα)·
    - είναι όλα μέλι γάλα, βλ. λ. μέλι·
    - είναι όλο(ς) ζωή, βλ. λ. ζωή·
    - είναι όλο(ς) ιδέα για τον εαυτό του, βλ. λ. ιδέα·
    - είναι όλο(ς) νεύρο, βλ. λ. νεύρο·
    - είναι όλο(ς) φιγούρα και ιδέα ή είναι όλο(ς) φιγούρα και κακό ή είναι όλο(ς) φιγούρα και λεζάντα, βλ. λ. φιγούρα·
    - είναι όλο(ς) φρου φρου κι αρώματα, βλ. λ. φρου φρου·
    - είναι ο τελευταίος όλων, βλ. λ. τελευταίος·
    - είναι όλο λόγια, βλ. λ. λόγος·
    - είναι όλο μπλαμπλά, βλ. λ. μπλαμπλά·
    - είναι όλο σουλάτσο, βλ. λ. σουλάτσο·
    - είναι όλο στο δώσε και στο δώσε, βλ. λ. δίνω·
    - είναι όλοι στο πόδι, βλ. λ. πόδι·
    - είναι πάν’ απ’ όλα, βλ. λ. πάνω·
    - είναι πάνω απ’ όλους, βλ. λ. πάνω·
    - είναι πάρε όλα τα λεφτά, βλ. λ. λεφτά·
    - είναι πίτσα απ’ όλα, βλ. λ. πίτσα·
    - είναι σωστός σε όλα του, βλ. λ. σωστός·
    - έκανε (κι) η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο, βλ. λ. μύγα·
    - εκεί είν’ όλ’ η γλύκα, βλ. λ. γλύκα·
    - εν όλω, συνολικά: «μου χρωστάς εν όλω εκατό ευρώ»·
    - ένας χεσμένος ταύρος, όλα του κοπαδιού τα ζωντανά θα τα χέσει, βλ. λ. ταύρος·
    - επαναλαμβάνω σ’ όλους τους τόνους, βλ. λ. τόνος·
    - έπεσαν όλα στην καμπούρα μου, βλ. λ. καμπούρα·
    - έπεσαν όλοι να τον φάνε, βλ. λ. τρώγω·
    - έσπασε όλα τα ρολόγια, βλ. λ. ρολόι·
    - εσύ μας τα κάνεις όλα ή εσύ τα κάνεις όλα, είσαι η αιτία, ο υπόλογος για κάθε κακό που συμβαίνει: «μην πας να δικαιολογηθείς, γιατί εσύ τα κάνεις όλα». (Λαϊκό τραγούδι: θάλασσα κακιά μαργιόλα εσύ μας τα κάνεις όλα)·
    - έφυγαν όλοι κάτω απ’ το τραπέζι, βλ. λ. τραπέζι·
    - έχει όλα τα καλά του, βλ. λ. καλός·
    - έχει όλα τα καλά του Θεού, βλ. λ. Θεός·
    - έχει όλα τα καλά του κόσμου, βλ. λ. κόσμος·
    - έχει το μάτι του όλο στην πόρτα, βλ. λ. μάτι·
    - έχω όλη την καλή διάθεση, βλ. λ. διάθεση·
    - έχω όλη την καλή πρόθεση, βλ. λ. πρόθεση·
    - η γη όλους τους χωνεύει, βλ. λ. χωνεύω·
    - θα μας θάψει όλους, βλ. λ. θάβω·
    - θα τα κάνω όλα Ανάσταση, βλ. λ. Ανάσταση·
    - Ιησούς Χριστός νικά κι όλα τα κακά σκορπά ή Ιησούς Χριστός νικάει κι όλα τα κακά σκορπάει, βλ. λ. Χριστός·
    - Ιησούς Χριστός περνά κι όλα τα κακά σκορπά ή Ιησούς Χριστός περνάει κι όλα τα κακά σκορπάει, βλ. λ. Χριστός·
    - κάθεται η πομπή στο δρόμο και γελά τον κόσμο όλο, βλ. λ. πομπή·
    - καλά, ποιος είσαι, ο γιος του πάρ’ τα όλα! βλ. λ. γιος·
    - κάνω όλο το παιχνίδι, βλ. λ. παιχνίδι·
    - κλείσανε όλες οι πόρτες ή όλες οι πόρτες κλείσανε, βλ. λ. πόρτα·
    - κοιτάζει όλο τη βολή του, βλ. λ. βολή1·
    - κοιτάζει όλο την ευκολία του, βλ. λ. ευκολία·
    - κοιτάζει όλο την τσέπη του, βλ. λ. τσέπη·
    - κοιτάζει όλο τον κώλο του, βλ. λ. κώλος·
    - κύριος με τα όλα του, βλ. λ. κύριος·
    - λες κι όλη τη μέρα τα ξύνω (ενν. τ’ αρχίδια μου), βλ. λ. ξύνω·
    - λες κι όλη τη μέρα το ξύνω (ενν. το μουνί μου), βλ. λ. ξύνω·
    - λέω σ’ όλους τους τόνους, βλ. λ. τόνος·
    - λίγ’ απ’ όλα και πολλά, τα βολεύουν μια χαρά, νοικοκύρης και κυρά, βλ. λ. κυρά·
    - μ’ όλα τα γκάζια, βλ. λ. γκάζι·
    - μάζεψε όλο το χρήμα, βλ. λ. χρήμα·
    - μας αγοράζει όλους, είναι πάμπλουτος: «ρωτάς αν έχει αυτός ο άνθρωπος λεφτά; Αυτός, αγόρι μου, μας αγοράζει όλους». Πρβλ.: να ’χα ένα πορτοφόλι, να το δεις να σου ’ρθει ζάλη, θα σ’ αγόραζα και σένα που μου κάνεις τη μεγάλη (Λαϊκό τραγούδι)·
    - μας πήρε όλους το ποτάμι, βλ. λ. ποτάμι·
    - με όλες μου τις δυνάμεις ή με όλες τις δυνάμεις μου, βλ. λ. δύναμη·
    - με όλη μου την άνεση ή με όλη την άνεσή μου, βλ. λ. άνεση·
    - με όλη μου την ησυχία ή με όλη την ησυχία μου, βλ. λ. ησυχία·
    - με όλη μου την καρδιά ή με όλη την καρδιά μου, βλ. λ. καρδιά·
    - με όλη μου την ψυχή ή με όλη την ψυχή μου, βλ. λ. ψυχή·
    - με όλη τη σημασία της λέξης, βλ. λ. σημασία·
    - με όλο του το δίκιο, βλ. λ. δίκιο·
    - μην τα θες κι όλα δικά σου! βλ. λ. δικός·
    - μητέρα όλων των μαχών, βλ. λ. μάχη·
    - μια ιδέα είναι όλα ή όλα είναι μια ιδέα, βλ. λ. ιδέα·
    - μιλάνε όλοι, μιλάνε κι οι κώλοι, βλ. λ. κώλος·
    - μου πάνε όλα ανάποδα ή όλα μου πάνε ανάποδα ή όλα ανάποδα μου πάνε, βλ. λ. ανάποδος·
    - μου πάνε όλα δεξιά ή όλα μου πάνε δεξιά ή όλα δεξιά μου πάνε, βλ. λ. δεξιά·
    - μου πάνε όλα κόντρα ή όλα μου πάνε κόντρα ή όλα κόντρα μου πάνε, βλ. λ. κόντρα·
    - μου πάνε όλα στραβά κι ανάποδα ή όλα μου πάνε στραβά κι ανάποδα ή όλα στραβά κι ανάποδα μου πάνε, βλ. λ. ανάποδος·
    - μου ’ρχονται όλα ανάποδα ή όλα μου ’ρχονται ανάποδα ή όλα ανάποδα μου ’ρχονται, βλ. λ. ανάποδος·
    - μου ’ρχονται όλα δεξιά ή όλα μου ’ρχονται δεξιά ή όλα δεξιά μου ’ρχονται, βλ. λ. δεξιός·
    - μου ’ρχονται όλα κόντρα ή όλα μου ’ρχονται κόντρα ή όλα κόντρα μου ’ρχονται, βλ. λ. κόντρα·
    - μου ’ρχονται όλα στραβά ή όλα μου ’ρχονται στραβά ή όλα στραβά μου ’ρχονται, βλ. λ. στραβός·
    - μου ’ρχονται όλα στραβά κι ανάποδα ή όλα μου ’ρχονται στραβά κι ανάποδα ή όλα στραβά κι ανάποδα μου ’ρχονται, βλ. λ. ανάποδος·
    - μπάζει απ’ όλες τις μεριές, βλ. λ. μεριά·
    - μπαίνει μέσ’ στα όλα, βλ. λ. μέσα·
    - μπαίνει μέσα σ’ όλα, βλ. λ. μέσα·
    - να βουίξει η γειτονιά όλη ή να βουίξει όλη η γειτονιά, βλ. λ. γειτονιά·
    - να βουίξει ο κόσμος όλος ή να βουίξει όλος ο κόσμος, βλ. λ. κόσμος·
    - να βουίξει ο τόπος όλος ή να βουίξει όλος ο τόπος, βλ. λ. τόπος·  
    - να κλάνεις όλη νύχτα, βλ. λ. νύχτα·
    - ξεσήκωσε όλα τα τερτίπια (του τάδε), βλ. λ. τερτίπι·
    - ξεσήκωσε όλα τα χούγια (του τάδε), βλ. λ. χούι·
    - ο γάιδαρος κάνει όλη τη δουλειά κι ο αγωγιάτης παίρνει τα λεφτά, βλ. λ. δουλειά·
    - ο ήλιος βγαίνει για όλο τον κόσμο, βλ. λ. ήλιος·
    - ο καθένας χωριστά και όλοι μαζί, βλ. λ. καθένας·
    - ο καλός ο μύλος όλα τ’ αλέθει, βλ. λ. μύλος·
    - ο κόσμος όλος να καεί, βλ. λ. κόσμος·
    - ο κόσμος όλος να χαλάσει, βλ. λ. κόσμος·
    - ο πατέρας όλων, βλ. λ. πατέρας·
    - όλ’ οι γύφτοι μια γενιά, βλ. λ. γύφτος·
    - όλα αλήθεια, όλα ψέματα, βλ. λ. αλήθεια·
    - όλα για όλα! ολοκληρωτικά: «θα με βοηθήσεις να βγω απ’ τη δύσκολη θέση; -Όλα για όλα»·
    - όλα γομολάστιχα, βλ. λ. γομολάστιχα·
    - όλα δουλεύουν ρολόι ή όλα πάνε ρολόι, βλ. λ. ρολόι·
    - όλα εδώ πληρώνονται ή εδώ πληρώνονται όλα, βλ. λ. εδώ·
    - όλα είναι δανεικά, βλ. λ. δανεικά·
    - όλα είναι μια ζαριά, βλ. λ. ζαριά·
    - όλα είναι τυχερά, βλ. λ. τυχερός·
    - όλα έρχονται στην ώρα τους σε κείνον που ξέρει να περιμένει, βλ. λ. ώρα·
    - όλα έχουν ένα τέλος, βλ. λ. τέλος·
    - όλα καλά ή όλα καλά κι όλα ωραία, βλ. φρ. όλα καλά, όλα ανθηρά·
    - όλα καλά, όλα ανθηρά, βλ. λ. ανθηρός·
    - όλα καλώς καμωμένα, βλ. λ. καλώς·
    - όλα κι όλα! έκφραση διαμαρτυρίας με επιθετική διάθεση με την έννοια το παρακάνεις, τα παραλές, η υπομονή μου, η αντοχή μου ή η ανοχή μου έφτασε στα όριά της: «όλα κι όλα, ξανά δε θέλω να πάρεις πρωτοβουλία χωρίς την άδειά μου! || όλα κι όλα, αρκετά ανέχτηκα μέχρι τώρα τα καμώματά σου, γι’ αυτό από δω και πέρα θέλω να ’σαι τύπος και υπογραμμός!». Συνήθως της φρ. προτάσσεται το α·
    - όλα κι όλα, (για πράγματα) συνολικά: «όλα κι όλα ήταν δέκα αυτοκίνητα»·
    - όλα παίζονται, βλ. λ. παίζομαι·
    - όλα πάνε κομπολόι, βλ. λ. κομπολόι·
    - όλα πάνε μέλι γάλα, βλ. λ. μέλι·
    - όλα πήγαν στο βρόντο ή πήγαν όλα στο βρόντο, βλ. λ. βρόντος·
    - όλα τα γουρούνια έχουν την ίδια μούρη, βλ. λ. γουρούνι·
    - όλα τα γουρούνια μια μύτη έχουνε, βλ. λ. γουρούνι·
    - όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίδια ή όλα τα δάχτυλα δεν είναι ίσα, βλ. λ. δάχτυλο·
    - όλα τα καλά, όλα τα υλικά αγαθά: «κουβαλάει στο σπίτι του όλα τα καλά». (Λαϊκό τραγούδι: ρεμπέτη κι αν αγάπησες, καθόλου μη σε νοιάζει, θα έχεις όλα τα καλά,εκείνα που σου τάζει)·
    - όλα τα καλά του κόσμου, βλ. λ. κόσμος·
    - όλα τα λεφτά! βλ. λ. λεφτά·
    - όλα τα μωρά στην πίστα! βλ. λ. μωρό·
    - όλα τα σπίτια σπίτια μου, κι όλες οι αυλές δικές μου, βλ. λ. σπίτι·
    - όλα τα στραβά καρβέλια απ’ τη νύφη καμωμένα ή όλα τα στραβά ψωμιά απ’ τη νύφη καμωμένα, βλ. λ. νύφη·
    - όλα τα στραβά καρβέλια η στραβή πινακωτή τα κάνει, βλ. λ. πινακωτή·
    - όλα τα σφάζω, όλα τα μαχαιρώνω, α. έκφραση με την οποία ο πλανόδιος μανάβης διαλαλεί τα καρπούζια του. β. λέγεται ειρωνικά σε περίπτωση που κάποιος δε σέβεται τίποτα, που τα θυσιάζει όλα προκειμένου να αποδείξει πως είναι ο καλύτερος: «το ζήτημα θέλει πολλή προσοχή, γιατί δεν είναι όλα τα σφάζω όλα τα μαχαιρώνω και πρέπει να μελετήσεις την κάθε σου κίνηση»· βλ. και λ. μαχαιρώνω·
    - όλα τα χαρτιά είναι γραμμένα απ’ το ίδιο χέρι, βλ. λ. χέρι·
    - όλα τα ’χε η Μαριωρή (η Ζαφειρίτσα), ο φερετζές της έλειπε (τη μάρανε) ή όλα τα ’χει η Μαριωρή (η Ζαφειρίτσα), ο φερετζές της έλειπε (τη μάρανε), βλ. λ. φερετζές·
    - όλα τα ’χει ο μπαξές, βλ. λ. μπαξές·
    - όλα τα ’χει το πανέρι, βλ. λ. πανέρι·
    - όλα του βρομάνε, βλ. λ. βρομώ·
    - όλα του γάμου δύσκολα κι η νύφη γκαστρωμένη, βλ. λ. γάμος·
    - όλες οι μέλισσες δεν κάνουν μέλι, βλ. λ. μέλισσα·
    - όλες οι μέρες είναι του Θεού, βλ. λ. μέρα·
    - όλες οι πόρτες ανοίγουν στην ευγένεια, βλ. λ. ευγένεια·
    - όλες οι πόρτες είναι ανοιχτές, βλ. λ. πόρτα·
    - όλες οι πόρτες είναι κλειστές, βλ. λ. πόρτα·
    - όλες οι ώρες δεν είναι ίδιες, βλ. λ. ώρα·
    - όλες τις φορές, βλ. λ. φορά·
    - όλες τις ώρες ή όλη την ώρα, βλ. λ. ώρα·
    - όλη η βδομάδα του γαμπρού κι η Κυριακή της νύφης, βλ. λ. νύφη·
    - όλη η οικογένεια επί σκηνής, βλ. λ. οικογένεια·
    - όλο δεξιά! βλ. λ. δεξιά·
    - όλο και κάποιος, βλ. λ. κάποιος·
    - όλο και κάτι, βλ. λ. κάτι·
    - όλο καλά! βλ. λ. καλός·
    - όλο κι όλο, (για πρόσωπα ή πράγματα, ιδίως για να τονιστεί ο μικρός αριθμός), συνολικά: «μαζεύτηκαν όλο κι όλο είκοσι άτομα || αυτό το μήνα κέρδισα όλο κι όλο πεντακόσια ευρώ»·
    - όλο τέτοια! βλ. λ. τέτοιος·
    - όλοι γελούν με μένανε κι εγώ μ’ όλους γελάω, βλ. λ. γελώ·
    - όλοι για την κουτάλα νοιάζονται, βλ. λ. κουτάλα·
    - όλοι διαλέγουν απ’ τον ίδιο πάγκο, βλ. λ. πάγκος·
    - όλοι είμαστε λωλοί, ποιος ολίγο, ποιος πολύ, βλ. λ. λωλός·
    - όλοι είμαστε περαστικοί απ’ αυτή τη ζωή, βλ. λ. ζωή·
    - όλοι είμαστε περαστικοί απ’ αυτόν τον κόσμο, βλ. λ. κόσμος·
    - όλοι έχουν την τιμή τους, βλ. λ. τιμή·
    - όλοι κι όλοι, (για πρόσωπα, ιδίως για να τονιστεί ο μικρός αριθμός), συνολικά: «όλοι κι όλοι στην πλατεία ήταν τριάντα άνθρωποι»·
    - όλοι κοιτάζουν τον καβγά κι η γριά το μέλι, βλ. λ. γριά·
    - όλοι με τα χρυσά βελούδα, ποιος θα βόσκει τα γαϊδούρια; βλ. λ. γαϊδούρι·
    - όλοι οι δρόμοι οδηγούν (στη Ρώμη), βλ. λ. δρόμος·
    - όλοι οι καλοί μαζί κι ο ψωριάρης χώρια, βλ. λ. καλός·
    - όλοι οι μετά Χριστόν προφήτες γάιδαροι, βλ. λ. προφήτης·
    - όλοι οι πούστηδες είναι τυχεροί, βλ. λ. πούστης·
    - όλοι παίρνουν δυο μέτρα γη, βλ. λ. γη·
    - όλοι σ’ ένα καζάνι βράζουμε ή όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε, βλ. λ. καζάνι·
    - όλοι σ’ ένα καζάνι βράζουνε ή όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουνε, βλ. λ. καζάνι·
    - όλοι τους είναι ίδια ράτσα ή όλοι τους ίδια ράτσα είναι, βλ. λ. ράτσα·
    - όλοι τους είναι ίδια φάρα ή όλοι τους ίδια φάρα είναι, βλ. λ. φάρα·
    - όλοι τους είναι τα ίδια σκατά ή όλοι τους τα ίδια σκατά είναι, βλ. λ. σκατά·
    - όλος κι όλος, δεν υπάρχει τίποτα περισσότερο από αυτό που δηλώνει κάποιος και ιδίως λέγεται για να τονιστεί ο μικρός αριθμός: «μαζί με τις υπερωρίες που κάνει, όλος κι όλος ο μισθός του είναι εφτακόσια ευρώ·
    - όλος ο θίασος επί σκηνής, βλ. λ. θίασος·
    - όλος ο καβγάς έγινε για την κουτάλα ή όλος ο καβγάς ήταν για την κουτάλα, βλ. λ. καβγάς·
    - όλος ο καβγάς έγινε για το πάπλωμα ή όλος ο καβγάς ήταν για το πάπλωμα, βλ. λ. καβγάς·
    - όλος ο καλός ο κόσμος, βλ. λ. κόσμος·
    - όλος ο κόσμος, βλ. λ. κόσμος·
    - όλος ο κόσμος δώδεκα κι η Πόλη δεκαπέντε, βλ. λ. Πόλη·
    - όλος όλος, βλ. φρ. όλος κι όλος·
    - όλων οι κώλοι κλάνουνε, κι ο δικός μου μήτε πριτ, βλ. λ. πριτ·
    - όμορφο είναι τ’ όμορφο πέντε φορές και δέκα, μ’ απ’ όλα ομορφότερο η γνωστική γυναίκα, βλ. λ. γυναίκα·
    - όπως όλοι κι εγώ ή όπως όλοι κι εμείς, δηλώνει την αναγκαστική συνήθως ευθυγράμμιση των ενεργειών μας ή του τρόπου ζωής μας με αυτή των πολλών ή του συνόλου της κοινωνίας στην οποία ζούμε: «τι θα κάνεις μ’ αυτή την ακρίβεια που επικρατεί; -Όπως όλοι κι εγώ. Θα περιορίσω τις αγορές των υλικών αγαθών». Ο πλ. και όταν το άτομο μιλάει μόνο για τον εαυτό του»·
    - ορμάει μέσα σ’ όλα, βλ. λ. μέσα·
    - όταν αποκαεί το σπίτι, όλοι φέρνουν νερό, βλ. λ. σπίτι·
    - όταν είσαι καβάλα στ’ άλογο, να λες σ’ όλους καλημέρα, βλ. λ. καβάλα·
    - όταν τρώμε ένα μήλο, το τρώμε απ’ όλες τις μεριές, βλ. λ. μήλο·
    - όταν φεύγει ο εχθρός, όλοι γίνονται γενναίοι, βλ. λ. εχθρός·
    - παιδί για όλες τις δουλειές, βλ. λ. παιδί·
    - πάει με όλα, βλ. λ. πάει·
    - παίζονται όλα, βλ. λ. παίζομαι·
    - πάνε όλα ντόμινο, βλ. λ. ντόμινο2·
    - πάνω απ’ όλα, κυρίως: «πάνω απ’ όλα θέλω να ξέρεις πως σ’ αγαπώ»·
    - πάνω σ’ όλα, επιπλέον, μαζί με: «πάνω σ’ όλα τα στραβά μας ήρθε κι αυτό το κακό»·
    - παπά ζουρλό σαν ήβραμε, όλη μέρα ψέλναμε, βλ. λ. παπάς·
    - παρ’ όλ’ αυτά, και όμως, ωστόσο: «τον έχω βοηθήσει άπειρες φορές, παρ’ όλ’ αυτά, αυτός κάθεται και με κατηγορεί»·
    - πέντε κώλοι όλοι κι όλοι μας γαμήσανε την πόλη, βλ. λ. κώλος·
    - πέφτουν όλα στην καμπούρα μου, βλ. λ. καμπούρα·
    - πήγαν όλα χαμένα, βλ. λ. χαμένος·
    - πήρε όλα τα τερτίπια (του τάδε), βλ. λ. τερτίπι·
    - πήρε όλα τα χούγια (του τάδε), βλ. λ. χούι·
    - πήρε όλο το πακέτο, βλ. λ. πακέτο·
    - πήρε όλο το χαρτί, βλ. λ. χαρτί·
    - πήρε όλο το χρήμα, βλ. λ. χρήμα·
    - πιάνεται μ’ όλο τον κόσμο, βλ. λ. κόσμος·
    - πιάνω όλα τα πόστα, βλ. λ. πόστο·
    - που ήταν όλη δική του (όλο δικό του), δηλώνει πάθημα ολοκληρωτικό: «έφαγε μια μπάτσα, που ήταν όλη δική του || έφαγε ένα χαστούκι, που ήταν όλο δικό του || έπαθε ένα χουνέρι, που ήταν όλο δικό του»·
    - προχώρα, σε θέλει όλη η χώρα! βλ. λ. χώρα·
    - πρώτ’ απ’ όλα, βλ. λ. πρώτα·
    - ρίχνω όλο το βάρος μου (σε κάτι), βλ. λ. βάρος·
    - ρίχνω όλο το βάρος μου στη δουλειά,βλ. λ. δουλειά·
    - ρίχνω όλο το κέντρο βάρους, βλ. λ. κέντρο·
    - σ’ όλα τα μήκη και πλάτη της γης, βλ. λ. μήκος·
    - σ’ όλα τα πράγματα υπάρχει κι ένα όριο, βλ. λ. πρά(γ)μα·
    - σ’ όλα υπάρχει νόμος εις τα μάτια όχι όμως, βλ. λ. νόμος·
    - σ’ όλο το μήκος, βλ. λ. μήκος·
    - σαν να μη μας έφταναν όλα τ’ άλλα ή σαν να μην έφταναν όλα τ’ άλλα, λέγεται με απόγνωση, όταν κοντά στις δυσκολίες ή στις στενοχώριες που έχουμε, προστίθενται κι άλλες: «σαν να μη μας έφταναν όλα τ’ άλλα, μας ήρθε και η περικοπή των υπερωριών || σαν να μην έφταναν όλα τ’ άλλα πλάκωσε κι η εφορία από πάνω»·
    - σβήσ’ τα όλα, ξέχασέ τα, ιδίως όλα αυτά που ήταν αιτία να είμαστε μαλωμένοι ή χωρισμένοι: «έλα να σφίξουμε ξανά τα χέρια και σβήσ’ τα όλα!»·
    - σε πείσμα όλων, βλ. λ. πείσμα·
    - σηκώνω όλους στο πόδι, βλ. λ. πόδι·
    - σήκωσαν όλο το σπίτι, βλ. λ. σπίτι·
    - σήκωσε όλο το μαγαζί, βλ. λ. μαγαζί·
    - σήκωσε όλο το χαρτί, βλ. λ. χαρτί·
    - σήκωσε όλο το χρήμα, βλ. λ. χρήμα·
    - σπάσ’ τα όλα, βλ. λ. σπάω·
    - σπίτι με τα όλα του, βλ. λ. σπίτι·
    - στου γαϊδάρου το χωριό όλοι κάνουν το γιατρό, βλ. λ. γάιδαρος·
    - στου κασίδη το κεφάλι όλοι κάνουν τον κουρέα, βλ. λ. κασίδης·
    - τ’ αλέθει όλα σαν μύλος, βλ. λ. μύλος·
    - τα βάζει μ’ όλο τον κόσμο, βλ. λ. κόσμος·
    - τα βάζω όλα σ’ ένα καζάνι, βλ. λ. καζάνι·
    - τα βάζω όλα σ’ ένα σακί, βλ. λ. σακί·
    - τα βάζω όλα σ’ ένα τσουβάλι, βλ. λ. τσουβάλι·
    - τα βάζω όλα στον άσο, βλ. λ. άσος·
    - τα βλέπω όλα ανάποδα, βλ. λ. ανάποδος·
    - τα βλέπω όλα διπλά, βλ. λ. διπλός·
    - τα βλέπω όλα μαύρα, βλ. λ. μαύρος·
    - τα βλέπω όλα ρόδινα, βλ. λ. ρόδινος·
    - τα βλέπω όλα στραβά, βλ. λ. στραβός·
    - τα βλέπω όλα στραβά κι ανάποδα, βλ. λ. ανάποδος·
    - τα βρήκε όλα έτοιμα, βλ. λ. έτοιμος·
    - τα βρήκε όλα στρωμένα, βλ. λ. στρωμένος·
    - τα βρίσκει όλα στο πιάτο ή όλα στο πιάτο τα βρίσκει, βλ. λ. πιάτο·
    - τα γαμώ όλα, καταστρέφω τα πάντα σε ένα χώρο, ιδίως κλειστό: «αν δε μου δώσεις τα λεφτά που μου χρωστάς, τα γαμώ όλα δω πέρα μέσα»·
    - τα γράφω όλα εκεί που δεν πιάνει μελάνι ή τα έχω γραμμένα όλα εκεί που δεν πιάνει μελάνι, βλ. λ. μελάνι·
    - τα γράφω όλα στ’ αρχίδια μου ή τα έχω γραμμένα όλα στ’ αρχίδια μου, βλ. λ. αρχίδι·
    - τα γράφω όλα στα παλιά μου τα παπούτσια ή τα έχω γραμμένα όλα στα παλιά μου τα παπούτσια, βλ. λ. παπούτσι·
    - τα γράφω όλα στα παλιά μου υποδήματα ή τα έχω γραμμένα όλα στα παλιά των υποδημάτων μου ή τα γράφω όλα στα παλιά των υποδημάτων μου ή τα έχω γραμμένα όλα στα παλιά των υποδημάτων μου ή τα γράφω όλα στα τελευταία των υποδημάτων μου ή τα έχω γραμμένα όλα στα τελευταία των υποδημάτων μου, βλ. λ. υπόδημα·
    - τα γράφω όλα στο μουνί μου ή τα έχω γραμμένα όλα στο μουνί μου, βλ. λ. μουνί·
    - τα γράφω όλα στο παλιό μου το τεφτέρι ή τα έχω γραμμένα όλα στο παλιό μου το τεφτέρι, βλ. λ. τεφτέρι·
    - τα γράφω όλα στον πούτσο μου (στον ψώλο μου, στη πούτσα μου, στη ψωλή μου, στο πέος μου, στο καυλί μου), βλ. λ. πούτσος·
    - τα γράφω όλα στου διαβόλου το κατάστιχο ή τα έχω γραμμένα όλα στου διαβόλου το κατάστιχο, βλ. λ. διάβολος·  
    - τα δίνει όλα, (για γυναίκες) βλ. λ. δίνω·
    - τα δίνω όλα, βλ. λ. δίνω·
    - τα είδα όλα, βλ. λ. είδα·
    - τα θέλει όλα δικά του ή όλα δικά του τα θέλει, βλ. λ. δικός·
    - τα θέλει όλα έτοιμα ή όλα έτοιμα τα θέλει, βλ. λ. έτοιμος·
    - τα θέλει όλα στην εντέλεια ή όλα στην εντέλεια τα θέλει, βλ. λ. εντέλεια·
    - τα θέλει όλα στα πόδια του ή όλα στα πόδια του τα θέλει, βλ. λ. πόδι·
    - τα θέλει όλα στα χέρια του ή τα θέλει όλα στο χέρι ή όλα στα χέρια του τα θέλει ή όλα στο χέρι του τα θέλει, βλ. λ. χέρι·
    - τα θέλει όλα στο πιάτο ή όλα στο πιάτο τα θέλει, βλ. λ. πιάτο·
    - τα θέλει όλα χαζίρι ή όλα χαζίρι τα θέλει, βλ. λ. χαζίρι·
    - τα καλά όλου του κόσμου, βλ. λ. κόσμος·
    - τα κανόνισα όλα στο εντάξει, βλ. λ. εντάξει·
    - τα κάνω όλα Ανάσταση, βλ. λ. Ανάσταση·
    - τα κάνω όλα γη(ς) Μαδιάμ, βλ. λ. γη·
    - τα κάνω όλα γιάγμα, βλ. λ. γιάγμα·
    - τα κάνω όλα κεραμιδαριό, βλ. λ. κεραμιδαριό·
    - τα κάνω όλα ρημαδιό, βλ. λ. ρημαδιό·
    - τα κάνω όλα στάχτη, βλ. λ. στάχτη·
    - τα κάνω όλα στάχτη και μπούλμπερη, βλ. λ. στάχτη·
    - τα κάνω όλα στο εντάξει, βλ. λ. εντάξει·
    - τα κάνω όλα χαλάστρα, βλ. λ. χαλάστρα·
    - τα λογαριάζει όλα με το διαβήτη, βλ. λ. διαβήτης·
    - τα ξέρασε όλα, βλ. λ. ξερνώ·
    - τα παίζω όλα για όλα ή το παίζω όλα για όλα, διακινδυνεύω τα πάντα σε μια δουλειά ή υπόθεση, διακινδυνεύω ακόμα και την ίδια μου τη ζωή: «έχω ρίξει όλα μου τα λεφτά σ’ αυτή τη δουλειά και τα παίζω όλα για όλα». (Λαϊκό τραγούδι: όλα για όλα τα ’παιξα για μια γυναίκα μόνο, και συ μπουζούκι μου ’μεινες παρηγοριά στον πόνο)·
    - τα παίρνω όλα επ’ ώμου, βλ. λ. ώμος·
    - τα πάω όλα στον άσο, βλ. λ. άσος·
    - τα περιμένω όλα (από κάποιον), βλ. λ. περιμένω·
    - τα πήρε όλα κι έφυγε, βλ. λ. παίρνω·
    - τα ρίχνω όλα έναν παρά, βλ. λ. παράς·
    - τα ρίχνω όλα έναν πούτσο, βλ. λ. πούτσος·
    - τα ρίχνω όλα στη φωτιά, βλ. λ. φωτιά·
    - τα ’φτυσε όλα, βλ. λ. φτύνω·
    - τα ’χει μ’ όλο τον κόσμο, βλ. λ. κόσμος·
    - τα ’χει μ’ όλους, βλ. λ. έχω·
    - τα ’χει όλα στα πόδια του, βλ. λ. πόδι·
    - τα χέρια του πιάνουν απ’ όλα ή τα χέρια του πιάνουν σ’ όλα, βλ. λ. χέρι·
    - τέλος καλό, όλα καλά, βλ. λ. τέλος·
    - την αμολάνε όλοι αβέρτα, βλ. λ. αβέρτα·
    - της τα δίνω όλα στα χέρια ή της τα δίνω όλα στο χέρι, βλ. λ. χέρι·
    - της τα φέρνω όλα στα χέρια ή της τα φέρνω όλα στο χέρι, βλ. λ. χέρι·
    - τιμές για όλα τα βαλάντια, βλ. λ. βαλάντιο·
    - τιμές για όλα τα πορτοφόλια, βλ. λ. πορτοφόλι·
    - τιμές για όλες τις τσέπες, βλ. λ. τσέπη·
    - το λέει όλος ο γιαλός ή όλος ο γιαλός το λέει, βλ. λ. γιαλός·
    - το μυαλό του είναι όλο στο πονηρό, βλ. λ. μυαλό·
    - το τρως όλο το φαΐ σου; βλ. λ. φαΐ·
    - το χρήμα ανοίγει όλες τις πόρτες, βλ. λ. χρήμα·
    - τον βλέπω όλο μπροστά μου, βλ. λ. μπροστά·
    - τον βρίσκω όλο μπροστά μου, βλ. λ. μπροστά·
    - τον έχω ικανό για όλα, βλ. λ. ικανός·
    - τον έχω όλο μπροστά μου, βλ. λ. μπροστά·
    - τον έχω όλο στα μάτια μου, βλ. λ. μάτι·
    - τον έχω όλο στο στόμα μου, βλ. λ. στόμα·
    - του κάνω όλα τα γούστα ή του κάνω όλα του τα γούστα , βλ. λ. γούστο.
    - του κάνω όλα τα κέφια ή του κάνω όλα του τα κέφια, βλ. λ. κέφι·
    - του τα δίνω όλα στα χέρια ή του τα δίνω όλα στο χέρι, βλ. λ. χέρι·
    - του τα φέρνω όλα στα χέρια ή του τα φέρνω όλα στο χέρι, βλ. λ. χέρι·
    - του (της) κάνει όλα τα καπρίτσια, βλ. λ. καπρίτσιο·
    - τους βάζω όλους σ’ ένα καζάνι ή τους βάζω όλους στο ίδιο καζάνι, βλ. λ. καζάνι·
    - τους βάζω όλους σ’ ένα σακί ή τους βάζω όλους στο ίδιο σακί, βλ. λ. σακί·
    - τους βάζω όλους σ’ ένα τσουβάλι ή τους βάζω όλους στο ίδιο τσουβάλι, βλ. λ. τσουβάλι·
    - τους έχει όλους με τη βέργα, βλ. λ. βέργα·
    - τους έχει όλους σαν στρατιωτάκια, βλ. λ. στρατιωτάκι·
    - τους ρίχνω όλους έναν παρά, βλ. λ. παράς·
    - τους ρίχνω όλους έναν πούτσο, βλ. λ. πούτσος·
    - τους χτενίζω όλους με την ίδια χτένα, βλ. λ. χτένα·
    - τώρα θα τα πούμε όλα, βλ. λ. είπα·
    - χάθηκε απ’ όλους, βλ. φρ. χάθηκε απ’ τον κόσμο, βλ. λ. κόσμος·
    - χτυπώ όλες τις πόρτες, βλ. λ. πόρτα·
    - χώνεται μέσα σ’ όλα, βλ. λ. μέσα·
    - χώνεται μέσ’ στα όλα, βλ. λ. μέσα.
       

Ετυμολογία

 
  • Γλώσσα






































  • Άλλες συντομογραφίες



Συντομογραφίες

  • Α

    αγγλ.αγγλικός, -ή, -ό
    άγν. ετυμολ.άγνωστης ετυμολογίας
    αιτιατ.αιτιατική
    αιτιολογ.αιτιολογικός, -ή, -ό
    άκλ.άκλιτο
    αλβαν.αλβανικός, -ή, - ό
    αμερικ.αμερικανικός, -ή, -ό
    αμτβ.αμετάβατο
    αναφορ.αναφορικός, -ή, -ό
    αντίθ.αντίθετο
    αντων.αντωνυμία
    απαρέμφ.απαρέμφατο
    απρόσ.απρόσωπο
    αραβ.αραβικός, -ή, -ό
    αραβοτουρκ.αραβοτουρκικός, -ή, -ό
    αριθμ.αριθμός
    αρσ.αρσενικό
    αρχ.αρχαίος, -ία, -ιο
    αρχαϊστ.αρχαϊστικός, -ή, -ό
  • Β

    βενετ.βενετικός, -ή, -ό
    βλ.βλέπε
    βλ. και φρ.βλέπε και φράση
    βλ. συνηθέστ.βλέπε συνηθέστερο
    βλ. φρ.βλέπε φράση
    βλάχ.βλάχικος, -η, -ο
    βουλγαρ.βουλγαρικός, -ή, -ό
    βραζιλ.βραζιλιάνικος, -η, -ο
  • Γ

    γ΄ εν. πρόσ.τρίτο ενικό πρόσωπο
    γαλλ.γαλλικός, -ή, -ό
    γεν.γενική
    γενουατ.γενουατικός, -ή, -ό
    γερμαν.γερμανικός, -ή, -ό
  • Δ

    δεικ.δεικτικό
    δηλ.δηλαδή
    διεθν.διεθνής, διεθνώς
    δοτ.δοτική
  • Ε

    εβρ.εβραϊκός, -ή, -ό
    ειρων.ειρωνικά
    ελνστ.ελληνιστικός, -ή, -ό
    ενεστ.ενεστώτας
    ενν.εννοείται
    επέκτ.επέκταση
    επίθ.επίθετο
    επίρρ.επίρρημα
    επιφών.επιφώνημα
    επιφωνημ.επιφωνηματικός, -ή, -ό
    επών.επώνυμο
    εύχρ.εύχρηστος, -η, -ο
    εφημερ.εφημερίδα
  • Θ

    θηλ.θηλυκό
  • Ι

    ιαπων.ιαπωνικός, -ή, -ό
    ιδ.ιδίως
    ιδ. εύχρ.ιδίως εύχρηστο
    ινδ.ινδικός, -ή, -ό
    ιραν.ιρανικός, -ή, -ό
    ισπαν.ισπανικός, -ή, -ό
    ιταλ.ιταλικός, -ή, -ό
  • Κ

    κ.και
    κ.ά.και άλλα
    κ.λπ.και λοιπά
    κελτ.κελτικός, -ή, -ό
    κουτσοβλάχ.κουτσοβλάχικος, -η, -ο
    κυρ.κυρίως
    κυρ. εύχρ.κυρίως εύχρηστο
    κύρ. ό.κύριο όνομα
  • Λ

    λ.λέξη, λήμμα
    λατιν.λατινικός, -ή, -ό
  • Μ

    μαλαισ.μαλαισιανός, -ή, -ό
    μεγεθ.μεγεθυντικό
    μέλλ.μέλλοντας
    μέσ.μέσος, -η, -ο
    μόρ.μόριο
    μσν.μεσαιωνικός, -ή, -ό
    μτβ.μεταβατικό
    μτγν.μεταγενέστερος, -η, -ο
    μτφ.μεταφορικός, μεταφορικά
    μτχ.μετοχή
  • Ν

    νεότ.νεότερος, -η, -ο
  • Ο

    όν.όνομα
    ουγγρ.ουγγρικός, -ή, -ό
    ουδ.ουδέτερο
    ουσ.ουσιαστικό
  • Π

    π.χ.παραδείγματος χάριν
    παρακ. και παρακείμ.παρακείμενος
    παρατατ.παρατατικός
    περσ.περσικός, -ή, -ό
    πιθ.πιθανόν
    πληθ. και πλ.πληθυντικός
    πορτογαλ.πορτογαλικός, -ή, -ό
    πρβλ.παράβαλε
    πρόθ.πρόθεση
    πρόσ.πρόσωπο
    προστακτ.προστακτικός, -ή, -ό
  • Ρ

    ρ.ρήμα
    ρουμαν.ρουμανικός, -ή, -ό
    ρωσ.ρωσικός, -ή, -ό
  • Σ

    σερβ.σερβικός, -ή, -ό
    σκωπτ.σκωπτικά
    σλαβ.σλαβικός, -ή, -ό
    στερητ.στερητικό
    σύνδ.σύνδεσμος
    συνήθ.συνήθως
    συνηθέστ.συνηθέστερος, -η, -ο
    συνών.συνώνυμος, συνώνυμα
  • Τ

    τακτ.τακτικός, -ή, -ό
    τοπ.τοπικός, -ή, -ό
    τουρ.τουρκικός, -ή, -ό
    τουρκοπερσ.τουρκοπερσικός, -ή, -ό
    τσεχ.τσεχικός, -ή, -ό
    τσιγγ.τσιγγάνικος, -η, -ο
  • Υ

    υβριστ.υβριστικά
    υπερθετ.υπερθετικός
    υποκορ.υποκοριστικός, -ή, -ό
    υποτιμητ.υποτιμητικά
    υποχωρητ.υποχωρητικός, -ή, -ό
  • Φ

    φρ.φράση
  • Χ

    χρον.χρονικός

Ομάδα εργασίας

Σχεδιασμός - Γενική Επιμέλεια
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Σχεδιασμός φόρμας σύνταξης και ψηφιοποίησης
Κ. Θεοδωρίδης, Ε. Μητρούση
Φιλολογική επεξεργασία ηλεκτρονικών λημμάτων / τελικού κειμένου
Ε. Μητρούση
Φιλολογικές εργασίες για τη διαμόρφωση του ηλεκτρονικού περιβάλλοντος
Ε. Μητρούση
Ηλεκτρονική υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης