Skip to main content

Νέα ελληνική

Ανθολόγιο Μεταφράσεων Νεότερης Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας

Ανθολόγιο Μεταφράσεων Νεότερης Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας



19. Νίκολαους Λενάου, Οι τρεις

μτφρ. Γεώργιος Δροσίνης (1859-1952)
μτφρ. Κ.Γ. Καρυωτάκης (1896-1928)

Νίκολαους Λενάου

ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Φεύγουν τρεις καβαλάρηδες από χαμένη μάχη.

Πώς παν αργοπερπάτητοι; Πού παν οι τρεις μονάχοι;

Το αίμα από τρίσβαθες πληγές αστείρευτο αναβρύζει

κι είναι η ροή του ολόθερμη και τ' άλογα ερεθίζει.

Κι από τις σέλες στάζοντας κι από τα χαλινάρια

σμιχτά μ' αφρούς και κορνιαχτό το αίμα χαράζει αχνάρια.

Τ' άλογα αργά, αλαφρά πατούν το χώμα... ειδάλλως το αίμα

θα σφύριζε σα σίφουνας και θα 'τρεχε σα ρέμα.

Παν οι τρεις καβαλάρηδες κοντά κοντά καβάλα

και τα λιγόζωα τα κορμιά στυλώνουν το ένα τ' άλλα.

Μάτια στα μάτια, σκύφτοντας κοιτάζονται θλιμμένοι

και λέει καθένας με φωνή στα χείλη αποσβησμένη:

- Με καρτερεί η πιο όμορφη νια στο μακρινό χωριό της,

γι' αυτό πονώ, που χάνομαι μέσ' στον ανθό της νιότης.

- Εγώ έχω σπίτι, κι έχω αυλή και κήπο καρπισμένο,

μα πριν της ώρας μου έρημος σε ξένη γη πεθαίνω.

- Μόνος μου πόθος και στερνός ο πόθος του άλλου κόσμου·

και τίποτε άλλο, - όμως πικρός και πάλι ο θάνατός μου.

Κι απάνω από την πένθιμην εκείνη συνοδεία

πετούν παραμονεύοντας όρνια μεγάλα τρία,

κι ένα με τ' άλλο κρώζοντας μοιράζουν το φαΐ των:

- Αυτόν εσύ, κι αυτόν εσύ, κι εγώ θα φάω τον τρίτον.

μτφρ. Γεώργιος Δροσίνης
(1859-1952)


ΟΙ ΤΡΕΙΣ

Αφού κι η τελευταία εχάθη μάχη,

τρεις ιππείς επιστρέφουνε μονάχοι.

Από βαθιές πληγές το αίμα ρέει

ζεστό, τ' άλογο σκύβει να το εισπνέει.

Από τη σέλα το αίμα τ' αναβάτου,

κι από τους χαλινούς, έφτασε κάτου.

Αγάλι αγάλι τ' άλογο πηγαίνει,

αλλά το αίμα τρέχει και πληθαίνει.

Οι τρεις ιππείς πηγαίνουν πλάι πλάι,

ο ένας στον άλλο γέρνει κι ακουμπάει.

Στο πρόσωπο βλέπουν ο ένας τον άλλο,

και λένε μ' αναστεναγμό μεγάλο:

- Από μια κόρη τρυφερά αγαπούμαι,

γι' αυτό τώρα πεθαίνοντας λυπούμαι.

- Έχω χτήματα πολλά, σπίτια, δάση,

κι η νύχτα έτσι νωρίς θα με σκεπάσει.

- Δεν έχω πάρεξ το Θεό του κόσμου,

μα πόσο με φοβίζει ο θάνατός μου!

Και καθώς με τ' άλογα προχωρούνε,

τρία κοράκια γύρω τους πετούνε.

Τους μοιράζονται, κρώζοντας καθένα:

- Δικοί σας οι δυο, κι ο τρίτος εμένα.

μτφρ. Κ.Γ. Καρυωτάκης
(1896-1928)