Νέα ελληνική
Ανθολόγιο Μεταφράσεων Νεότερης Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας
Ανθολόγιο Μεταφράσεων Νεότερης Ευρωπαϊκής Λογοτεχνίας
- Ανθολόγιο Ποιημάτων
- 1. Ντάντε Αλιγκιέρι, Θεία Κωμωδία, Κόλαση, Άσμα τρίτο
- 2. Φραντσέσκο Πετράρκα, Λάουρα
- 3. Φρανσουά Βιγιόν, Μπαλάντα των κυριών του παλιού καιρού
- 4. Τορκουάτο Τάσσο, Ελευθερωμένη Ιερουσαλήμ
- 5. Ουΐλλιαμ Σαίξπηρ, Σονέτο
- 6. Τζων Μίλτον, Στον Σαίξπηρ
- 7. Πιέτρο Μεταστάζιο, Καλοκαίρι
- 8. Όσσιαν, Νύχτα
- 9. Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε, Το εξωτικό
- 10. Φρήντριχ Σίλλερ, Το δαχτυλίδι του Πολυκράτη
- 11. Ούγκο Φόσκολο, Υμνος στη Ζάκυνθο
- 12. Πιερ-Ζαν ντε Μπερανζέ, Ο καλός Θεός
- 13. Λούντβιχ Ούλαντ, Ο τυφλός βασιλιάς
- 14. Τζωρτζ Γκόρντον Μπάυρον, Τα νησιά της Ελλάδας
- 15. Αλφόνς ντε Λαμαρτίν, Η Λίμνη
- 16. Πέρσυ Μπυς Σέλλεϋ, Η Σελήνη
- 17. Διονύσιος Σολωμός, Στο θάνατο του Φόσκολου
- 18. Τζιάκομο Λεοπάρντι, Το άπειρο
- 19. Νίκολαους Λενάου, Οι τρεις
- 20. Σαρλ Μπωντλαίρ, Άλμπατρος
- 21. Ζοζέ-Μαρία ντ' Ερεντιά, Ανδρομέδα
- 22. Τριστάν Κορμπιέρ, Μικρός που πέθανε στ' αστεία
- 23. Όσκαρ Ουάιλντ, Ελλάς
- 24. Ζαν Μορεάς, Στροφές, 1, XII
- 25. Αλμπέρ Σαμαίν, Ελένη
- 26. Ζυλ Λαφόργκ, Η Θρηνωδία στη σελήνη της επαρχίας
- 27. Ράντυαρντ Κίπλινγκ, Αν μπορείς
- 28. Φρανσίς Ζαμ, Προσευχή για να πάω στον παράδεισο μαζί με τους γαιδάρους
- 29. Ράινερ Μαρία Ρίλκε, Σβήσε τα μάτια μου...
- 30. Άννα ντε Νοάιγ, Οι σκιές
- 31. Φίλιππο Τομμάζο Μαρινέττι, Στον Πήγασό μου
- 32. Γκυγιώμ Απολλιναίρ, Το λαβωμένο περιστέρι και το συντριβάνι
- 33. Πιερ-Ζαν Ζουβ, Ελένη
- 34. Τ.Σ. Έλιοτ, Δυσκολίες πολιτευόμενου
- 35. Βαλερύ Λαρμπ, Ωδή
- 36. Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Ξελασπώστε το μέλλον
- 37. Πωλ Ελυάρ, Να κοιμάσαι
- 38. Εουτζένιο Μοντάλε, Μεσόγειος
- 39. Τριστάν Τζαρά, Ο κύριος ΑΑ, Αντι-φιλόσοφος
- 40. Αντρέ Μπρετόν, Τα γραπτά φεύγουν
- 41. Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας
- 42. Μπέρτολτ Μπρεχτ, Μπαλάντα για την έγκριση του κόσμου, (απόσπασμα)
- 43. Φρανσίς Πονζ, Πρώτο σχεδίασμα του χεριού
- 44. Ζακ Πρεβέρ, Κοσμολογία
- 45. Ραιυμόν Κενώ, Για μια ποιητική τέχνη
- 46. Τσέζαρε Παβέζε, Ο Θάνατος θα' ρθει
- 47. Βισλάβα Συμπόρσκα, Τέσσερις το πρωί
- 48. Μίροσλαβ Χόλουμπ, Η πόρτα
- 49. Ζμπίγκνιεβ Χέρμπερτ, Ομιλεί ο Δαμαστής( ή Προκρούστης)
- Ανθολόγιο Πεζογραφίας
- 1. Χάινριχ φον Κλάιστ, Η ζητιάνα του Λοκάρνο
- 2. Ζεράρ ντε Νερβάλ, Ιστορία μιας φώκιας
- 3. Λέων Τολστόι, Ο Αλιόσα το Τσουκάλι
- 4. Μπγιέρνστερ Μπγιέρνσον, Ο πατέρας
- 5. Γκυ ντε Μωπασσάν, Η Διαθήκη
- 6. Άντον Τσέχωφ, Το έργο τέχνης
- 7. Λουΐτζι Πιραντέλλο, Το Πιθάρι
- 8. Γιόρνταν Γιόφκωφ, Το άσπρο χελιδόνι
- 9. Μιχαήλ Σαντοβεάνου, Ο Νυχτοφύλακας
- 10. Βιρτζίνια Γουλφ, Λαπίν και Λαπίνοβα
- 11. Τζέημς Τζόυς, Η Εβελιν
- 12. Φραντς Κάφκα, Η σιωπή των σειρήνων
- 13. Γιάροσλαβ Χάσεκ, Μια τίμια γυναίκα
- 14. Κάθρην Μάνσφηλντ, Το μάθημα μουσικής
- 15. Φερνάντο Πεσσόα, Από ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΑΝΗΣΥΧΙΑΣ
- 16. Κάρελ Τσάπεκ, Ο ΚΛΕΜΜΕΝΟΣ ΦΑΚΕΛΟΣ 139/Υ ΙΙ ΤΟΥ ΙΙ ΓΡΑΦΕΙΟΥ
- 17. Ισαάκ Μπάμπελ, Στο υπόγειο
- 18. Μπέρτολτ Μπρεχτ, Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι
- 19. Μισέλ Λεϊρίς, Κομμένος λαιμός
- 20. Ραιυμόν Κενώ, Από τις ασκήσεις ύφους
- 21. Ντίνο Μπουτζάτι, Το Καλόμβι
- 22. Αζίζ Νεσίν, Το σημειωματάριο
- 23. Χάινριχ Μπελ, Κάτι θα γίνει, Μια ιστορία με πλούσια δράση
- 24. Λούντβικ Ασκενάζι, Το αυγό
- 25. Βόλφγκανγκ Μπόρχερτ, Κι όμως τη νύχτα κοιμούνται οι ποντικοί
- 26. Ίταλο Καλβίνο, Φεγγάρι και GNAC
- 27. Κάρμεν Μάρτιν Γκάιτε, Πληκτικό απόγευμα
- 28. Σλάβομιρ Μρόζεκ, Ο Κύκνος
- 29. Ντράγκο Γιάντσαρ, Επεισόδιο στο λιβάδι
μτφρ. Ιούλιος Τυπάλδος (1814-1883)

|
Τορκουάτο Τάσσο ΕΛΕΥΘΕΡΩΜΕΝΗ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ Άσμα τρίτο Με τες δροσιές επρόβαινε η αυγή χαριτωμένη με μύρια της παράδεισος λουλούδια στολισμένη, όταν μέσ' στο στρατόπεδο, π' άγρυπνο ετοιμαζότουν βοή και αρμάτων ταραχή γύρω παντού απλωνότουν. Και μόλις όλο της αυγής εφάνηκε τ' αστέρι , οι σάλπιγγες χαρούμενες αντήχησαν στ' αέρι. Ο πολέμαρχος με γλυκούς τρόπους τους οδηγάει, πότε τους βάνει χαλινό, πότε τους ακλουθάει. Έργο πλιο δύσκολο, παρά κανείς να σταματήσει το κύμα που σηκώνεται το βράχο να χτυπήσει, ή στον βοριά ν' αντισταθεί που τα βουνά κλονίζει, και τα καράβια σύσσωμα στη θάλασσα βυθίζει. Δεν θέλει την ολόθερμην ορμή τους να βαστάξει, αλλ' ενωμένοι να προβούν και με πολέμια τάξη. Έχει καθένας τους φτερά στα πόδια, στην καρδία. Τον κόπο δεν αισθάνονται κι εμπρός πετούν με βία˙ κι όταν με αχτίνες φλογερές ο ήλιος ανεβαίνει και τους αγρούς ανάβοντας χόρτα και ανθούς ξεραίνει, ιδού την Ιερουσαλήμ ξανοίγουν εμπροστά τους, ιδού στην Ιερουσαλήμ στρέφουν τα βλέμματά τους. Την χαιρετούν ολόχαροι, με πόθο την κοιτάζουν και μύρια στόματα μεμιάς «Ιερουσαλήμ» φωνάζουν. Έτσι κι οι ναύτες, που στεριές αγνώριστες γυρεύουν και μέσα σε άγρια σκοτεινά πέλαγα ταξιδεύουν παλεύοντας με το βοριά και τη θαλασσοζάλη, αν ξάφνω ο τόπος που ζητούν αγνάντια τους προβάλει, τον χαιρετούν, όλοι σ' αυτόν με την καρδιά πετιώνται, και πλιο τες έρημες νυχτιές τους κόπους δε θυμώνται. Αλλ' η χαρά που έλαμψε στων Χριστιανών τα στήθη αγάλια αγάλια εσβήστηκε κι άλλο αίσθημα εγεννήθη, αγάπης, φόβου, σεβασμού, που τες καρδιές νικάει, και πλέον κανείς τα βλέμματα να υψώσει δεν τολμάει όπου για μας ένας Θεός έγινε μέγα θύμα κι εθάφτη και ολοζώντανος εβγήκε από το μνήμα. Στεναγμοί, λόγια θλιβερά και παραπονεμένα, σημεία χαράς και δέησες, και δάκρυα πικραμένα γύρω παντού σηκώνονται και δυνατά βουίζουν, σαν όταν μέσα στα κλαδιά οι άνεμοι σφυρίζουν, ή όταν βράχους κι έρημες ακρογιαλιές χτυπάει η θάλασσα κι αφρίζοντας βραχνόφωνα βογγάει. Γυμνοί τα πόδια προχωρούν όλοι μικροί μεγάλοι, τα ολόχρυσα στολίσματα βγάνουν απ' το κεφάλι, και απ' τες καρδιές τ' ακάθαρτα πάθη που τες μολύνουν, τες αμαρτίες ομολογούν και πικρά δάκρυα χύνουν. «Το χώμα που το αίμα σου έβρεξε να φιλήσω, Χριστέ μου, και με κλάματα θερμά να το ποτίσω˙ τι στέκεις, παγωμένη μου καρδιά, κι εσείς τι αργείτε, μάτια μου κακορίζικα, δυο βρύσες να γενείτε; Συντρίψου, αχάριστη καρδιά, στο κρίμα βυθισμένη, η κλάψα απαρηγόρητη κι αιώνια σε προσμένει». Αλλ' ο σκοπός, οπού ψηλά βρισκόμενος εθώρει κι εξάνοιγε τες λαγκαδιές τριγύρου και τα όρη, βλέπει μακριάθε φοβερή μαυρίλα να σιμώνει σα σύγνεφο που μέσα του φωτιές και λάμψες χώνει· έπειτα τ' άρματα, θωρεί οπού το φως φλογίζει, και τέλος άμετρους πεζούς κι άλογα ξεχωρίζει. Κι ευθύς φωνάζει: «Ασκώνεται πολλή μαυρίλα πέρα, ω, πώς απλώνεται γοργά και λάμπει στον αέρα! Να, μας επλάκωσαν εχθροί, φθάνουν. Ετοιμασθείτε, αδράξετ' όλοι τ' άρματα, στους τοίχους ανεβείτε». Σέρνει βαρύτερη φωνή και λέει: «Καιρός δε μένει, συμμαζωχθείτε γλήγορα, τρέξετε αρματωμένοι. Να, έφθασαν˙ ο κορνιαχτός απλώνει, πλησιάζει και σαν κατάχνια τρομερή τον ουρανό σκεπάζει». Γέροι, γυναίκες, και παιδιά που δύναμη δεν έχουν, για να σωθούν ολότρεμοι μέσ' στα τζαμιά τους τρέχουν˙ οι άνδρες όλοι τ' άρματα φουχτώνουν, και πηγαίνουν, πολλοί στες πύλες, και πολλοί στους τοίχους ανεβαίνουν˙ ο βασιλέας ακούραστος τρέχει παντού, θαρρύνει, πολεμιστάδες και αρχηγούς, τες προσταγές του δίνει. Και αφού τα πάντα επρόβλεψε σε ψηλό πύργο ανέβη, που σε δυο πύλες μεταξύ τη χώρα προστατεύει, όθεν στη μέση του στρατού βρισκόμενος εθώρει από μακριά τες λαγκαδιές, τα πλάγια και τα όρη. |
μτφρ. Ιούλιος Τυπάλδος
(1814-1883)