Skip to main content

Νέα ελληνική

Ανθολογία μεταφρασμένης νεότερης λογοτεχνίας: ποιήματα και διηγήματα - Κείμενα

Ανθολογία μεταφρασμένης νεότερης λογοτεχνίας: ποιήματα και διηγήματα



2. Ivo Andrić, Η γέφυρα της Ζέπα

περ. Νέα Εστία, τόμος 56ος (1.9.1954) 1260-1265 [μετάφραση Γιώργος Πράτσικας]

Ivo Andrić

Η ΓΕΦΥΡΑ ΤΗΣ ΖΕΠΑ

Τον τέταρτο χρόνο της βεζυρείας του, ο Μέγας Βεζύρης Γιουσούφ κλονίστηκε στο θρόνο του και, θύμα ολέθριας μηχανορραφίας, έπεσε ξαφνικά σε δυσμένεια. Ο αγώνας είχε βαστάξει όλο το χειμώνα κι όλη την άνοιξη. Ήταν μια άνοιξη μοχθηρή και κρύα που εμπόδιζε το καλοκαίρι, να φουν­τώσει. Αλλά το Μάη, ο Γιουσούφ βγήκε απ΄ τη φυλακή νικητής. Και η ζωή ξανάρχισε λαμπρή, ειρηνική, ομοιόμορφη. Αλλ' απ' αυτούς τους χειμωνιάτικους μήνες, όταν ανάμεσα απ' τη ζωή και το θάνατο, τη δόξα και την καταστροφή, η απόσταση ήταν λιγότερη απ' την κόψη ενός μαχαιριού, ο νικητής βεζύρης διατήρησε μέσα του κάτι το γαλήνιο και το σκεφτικό. Αυτό το ανείπωτο κάτι που οι έμπειροι άνθρωποι, οι δεινά δοκιμασμένοι, διατηρούν στο βάθος του εαυτού τους σαν κρυφό θησαυρό και που, κάποτε, αποκαλύπτεται ασυνείδητα μέσ' απ' το βλέμμα, τη χειρονομία, το λόγο.

Όσο ήταν φυλακισμένος, μέσ' στη μοναξιά και τη δυσμένεια, ο Βεζύρης θυμήθηκε πιο έντονα την καταγωγή του και την πατρίδα του. Γιατί η απογοήτευση και η οδύνη παρασέρνουν τις σκέψεις στο παρελθόν. Θυμήθηκε τον πατέρα του και τη μάνα του, που πέθαναν την εποχή που ήταν ένας ασήμαντος βοηθός του σταυλάρχη του αυτοκράτορα· είχε βάλει γύρω απ΄ τους τάφους μια μπορντούρα από πέτρα και είχε στήσει λευκές επιτάφιες στήλες. Είχε θυμηθεί τη Βοσνία και το χωριό της Ζέπα, απ' όπου είχε φύγει εννιά χρονώ.

Του ήταν γλυκό, μέσ' στην ατυχία, να σκέφτεται τη μακρυνή πατρίδα και το χωριό της Ζέπα, που οι κάτοικοί του είχαν σκορπίσει, όπου σε κάθε σπίτι διηγόντανε τη δόξα του και τις επιτυχίες του στη Σταμπούλ κι όπου κανένας δε γνώριζε και δεν υποπτευόταν καν ποιο είναι το τίμημα της δόξας και τα λύτρα της επιτυχίας.

Το ίδιο καλοκαίρι είχε την ευκαιρία να μιλήσει με κάποιους που ήρθαν απ' τη Βοσνία. Αυτός ρωτούσε κ' εκείνοι διηγόντανε. Έπειτ' απ' τις επαναστάσεις και τους πολέμους, ήταν οι ταραχές, η έλλειψη του σταριού, η πείνα, και κάθε είδος συμφοράς. Βοήθησε πάρα πολύ τους δικούς του, όσους βρίσκονταν ακόμα στη Ζέπα, και διάταξε συνάμα να του πούνε ποιες ήταν οι ανάγκες τους σε κτίρια. Τον πληροφόρησαν πως υπήρχαν ακόμα τέσσερις οικογένειες απ' το Τσέτκιτς και πως ήταν απ' τις πιο εύπορες του χωριού, αλλά το ίδιο το χωριό κι όλη η χώρα τριγύρω είχαν φτωχύνει, το τζαμί τους είχε ερειπωθεί και καταστραφεί από πυρκαϊά, η βρύση είχε στερέψει και το χειρότερο δεν υπήρχε γέφυρα στη Ζέπα. Το χωριό βρίσκεται στο λόφο, κοντά στην εκβολή της Ζέπα που χύνεται στη Ντρίνα, κι ο μόνος δρόμος για το Βίσεγκραντ περνάει απ' τη Ζέπα, πενήντα βήματα ψηλά προς την εκβολή. Όπως και να κάνουν, το νερό παρασέρνει κάθε ξύλινη γέφυρα. Γιατί, ή, η Ζέπα φουσκώνει ξαφνικά κι απότομα όπως όλοι οι χείμαρροι του βουνού, σαπίζοντας τα μαδέρια και παρασύροντάς τα, ή είναι η Ντρίνα που πλημμυρίζει και βουλώνει την εκβολή, σταματώντας τη Ζέπα και τότε αυτή αφήνει τα νερά της ν' ανεβούν, τινάζοντας τη γέφυρα στον αέρα, σα να μην υπήρχε ποτέ. Και το χειμώνα, τα δοκάρια σκεπάζονται απ' την παγωνιά και για τους άντρες και τα ζώα είναι φόβος να τσακιστούν. Αυτός που θα 'χτιζε μια γέφυρα σ' αυτό το μέρος, αυτός θα ήταν ο μεγαλύτερος ευεργέτης τους.

Ο Βεζύρης χάρισε έξη χαλιά στο τζαμί κ' ένα χρηματικό ποσό αρκετό για να φτιαχτεί μια βρύση με τρεις κάνουλες μπρος στο τζαμί. Κι αποφάσισε συνάμα, να τους χτίσει και μια γέφυρα.

Εκείνη την εποχή ζούσε στη Σταμπούλ ένας Ιταλός αρχιτέκτονας που 'χε χτίσει πολλές γέφυρες στα περίχωρα της Σταμπούλ και είχε έτσι αποχτήσει πολλή φήμη. Αυτόν τον κάλεσε ο θησαυροφύλακας του Βεζύρη και τον έστειλε στη Βοσνία με δυο ανθρώπους της Αυλής.

Έφτασαν στο Βίσεγκραντ την εποχή που το χιόνι δεν είχε ακόμα λυώσει. Πολλές μέρες συνέχεια οι κάτοικοι του Βίσεγκραντ, έκπληκτοι, παρακολουθούσαν τον καμπουριασμένο και ψαρομάλλη αρχιτέκτονα, που είχε ωστόσο ροδαλό και νεανικό πρόσωπο. Έτρεχε πάνω στην πέτρινη γέφυρα, κάρφωνε, έτριβε ανάμεσα στα δάχτυλά του και δοκίμαζε με τη γλώσσα του την άμμο και υπολόγιζε τα τόξα της γέφυρας με τα βήματά του.

Έπειτα, πήγε κ' έμενε πολλές μέρες στη Μπάνζα όπου βρισκόταν το λατομείο απ' όπου είχαν κουβαλήσει την πέτρα για τη γέφυρα του Βίσεγκραντ. Είχε πάει εκεί τους εργάτες και είχε καθαρίσει το λατομείο απ' τα χώματα, τα χόρτα και τα μικρά πεύκα. Έσκαψαν τόσο ώσπου ανακάλυψαν μια πλατειά και βαθειά φλέβα πέτρας, που ήταν πιο σκληρή και πιο άσπρη απ' την πέτρα της γέφυρας του Βίσεγκραντ. Από κει ο αρχιτέκτονας κατέβηκε τη Ντρίνα ως τη Ζέπα και τους έδειξε τη θέση όπου έπρεπε να βρίσκονται οι βάρκες για τη μεταφορά της πέτρας. Τότε ένας απ' τους δυο ανθρώπους του Βεζύρη ξαναγύρισε στη Σταμπούλ με τον προϋπολογισμό των εξόδων και τα σχέδια.

Ο αρχιτέκτονας περίμενε εκεί το γυρισμό του, αλλά δεν ήθελε να μείνει στο Βίσεγκραντ, ούτε σε κανένα απ' τα σπίτια των χριστιανών στις πλαγιές της Ζέπα. Σ' ένα ύψωμα, μέσα σε μιαγωνία που σχηματιζόταν απ' τη Ντρίνα και τη Ζέπα, έχτισε μιακαλύβα από ξύλα -ο άνθρωπος του Βεζύρη κι ο γραμματικός του Βίσεγκραντ του έκαναν το διερμηνέα - κ' εγκαταστάθηκε εκεί. Μαγείρευε ο ίδιος. Αγόραζε απ' τους χωριάτες αυγά, γάλα, κρεμμύδια και ξηρούς καρπούς. Όσο για το κρέας, έλεγαν πως δεν αγόραζε ποτέ. Περνούσε τον καιρό του στο να τετραγωνίζει, να σχεδιάζει,να εξετάζει τα είδητης πέτρας ή να παρακολουθεί ποια κατεύθυνση είχε η Ζέπα.

Ωστόσο, ο απεσταλμένος ξαναγύρισε απ' τη Σταμπούλ με την άδεια του Βεζύρη και το ένα τρίτο απ' το αναγκαίο χρηματικό ποσό.

Η δουλειά άρχισε. Οι άνθρωποι δεν έκρυβαν την απορία τους μπρος στο παράξενο αυτό έργο. Αυτό που έφτιαχναν εκεί δεν έμοιαζε καθόλου με γέφυρα. Στύλωσαν στην αρχή λοξά τα χοντρά ξύλα, μέσ' απ' τη Ζέπα, κι ανάμεσά τους δυο σειρές από παλούκια μέσ' στο νερό που τα 'δεσαν μεταξύ τους με ξερόχορτα, γεμίζοντάς τα με λάσπη, σαν προμαχώνες. Μ' αυτόν τον τρόπο άλλαξαν την κατεύθυνση των νερών του ποταμού, και η μισή κοίτη του ξεράθηκε. Μόλις είχαν τελειώσει αυτή τη δουλειά που, κάπου εκεί στο βουνό, ξέσπασε μια καταιγίδα, και με μιας, η Ζέπα αναταράχτηκε και φούσκωσε. Την ίδια αυτή νύχτα έσπασε στη μέση το τελειωμένο φράγμα. Την άλλη μέρα, τα νερά είχαν υποχωρήσει, αλλά το φράγμα είχε τρυπήσει σε πολλά σημεία, τα παλούκια είχαν φύγει, καθώς και τα δοκάρια Τότε οι εργάτες κι ο κόσμος άρχισαν να λένε πως η Ζέπα δεν ήθελε να της φτιάξουν τη γέφυρα. Απ' την τρίτη όμως κιόλας μέρα, ο αρχιτέκτονας διάταξε να χώσουν νέα παλούκια ακόμα πιο βαθειά, ν' ανασηκώσουν και να τοποθετήσουν σε ίσια γραμμή τα χοντρά ξύλα που είχαν απομείνει. Και ξανά, απ' το βάθος της πέτρινης κοίτης του ποταμού, ακούστηκαν οι φωνές των εργατών και τα σφυριά που χτυπούσαν ρυθμικά.

Όταν όλες οι προετοιμασίες τέλειωσαν, όταν έφτασε η πέτρα απ' τη Μπάντα, ήρθαν οι χτίστες και οι λατόμοι απ' την Ερζεγοβίνη και τη Δαλματία. Τους έφτιαχναν μπαράκες κ' εκεί μπροστά, άσπροι απ' τη σκόνη, σα μυλωνάδες, έκοβαν την πέτρα. Κι ο αρχιτέκτονας δεν έπαυε να τους παρακολουθεί, σκύβοντας κάθε στιγμή από πάνω τους, μετρώντας τη δουλειά τους μ' ένα αλφάδι από κίτρινο μέταλλο κ' ένα μπρούτζινο βαρίδι, κρεμασμένο από μια πράσινη κλωστή. Είχαν κιόλας τρυπήσει και τις δυο πέτρινες όχθες, όταν έλειψαν τα λεφτά. Οι εργάτες δυσαρεστήθηκαν και οι κάτοικοι άρχισαν πάλι να ψιθυρίζουν μεταξύ τους πως η γέφυρα δεν θα χτιζόταν. Οι άνθρωποι που έρχονταν απ' τη Σταμπούλ διηγόντανε πως ο Βεζύρης είχε αλλάξει. Κανένας δεν ήξερε τι σαράκι τον έτρωγε, αν ήταν η αρρώστεια ή οι έγνοιες -όπως και νάταν γινόταν όλο και πιο ακατάδεκτος, παραμιλούσε και παρατούσε μάλιστα και τα έργα που είχαν αρχίσει στη Σταμπούλ. Ωστόσο, μερικές μέρες αργότερα, ο απεσταλμένος του Βεζύρη έφτασε με τα καθυστερημένα λεφτά και συνέχισαν το χτίσιμο.

Δέκα πέντε μέρες πριν απ' του Αη-Δημήτρη, οι άνθρωποι που περνούσαν τη Ζέπα πάνω απ' τα μαδέρια, λίγο πιο ψηλά από κει που ήταν μαζεμένα τα υλικά, πρόσεξαν για πρώτη φορά πως απ' τις όχθες του ποταμού, φαινόταν, πάνω απ' το γκριζόμαυρο σχιστολιθικό βράχο, κι απ' τις δυο πλευρές, ένας λευκός, λείος τοίχος, από λαξεμένη πέτρα, σκεπασμένος με σανίδες σαν ιστός αράχνης. Απ' την ημέρα κείνη δεν έπαψε να μεγαλώνει. Τότε όμως άρχισαν τα πρώτα κρύα και σταμάτησε η δουλειά. Οι χτίστες ξαναγύρισαν στα σπίτια τους ώσπου να περάσει η κακοκαιρία. Όσο για τον αρχιτέκτονα, πέρασε το χειμώνα στην καλύβα του απ' όπου σχεδόν δεν έβγαινε ποτέ, γιατί ήταν ολοένα σκυμμένος πάνω στα σχέδια του και τους υπολογισμούς του. Μόνο, πήγαινε συχνά, κ' έρριχνε μια ματιά στα έργα. Όταν την άνοιξη ο πάγος άρχισε να λυώνει, κάθε στιγμή, ανήσυχος, γύριζε, κοιτάζοντας τις σκαλωσιές και τα φράγματα. Κάποτε μάλιστα πήγαινε και τη νύχτα, κρατώντας μια δάδα.

Οι χτίστες ξαναγύρισαν πριν απ' τη γιορτή του Αη-Γιώργη και ξανάπιασαν δουλειά. Τα έργα τέλειωσαν ακριβώς το μεσοκαλόκαιρο. Οι εργάτες, χαρούμενοι, έβγαλαν τις σκαλωσιές και μέσ' απ' τα σανιδώματα και τα δοκάρια ξεπήδησε η γέφυρα, σβέλτη και κατάλευκη, μ' ένα τόξο απ' τη μιαν όχθη ως την άλλη.

Όλα θα μπορούσε να τα φανταστεί κανένας εκτός απ' αυτό το λαμπρό οικοδόμημα μέσα σ' αυτό το κοματιασμένο κι άγριο τοπίο. Θάλεγες πως οι δυο όχθες είχαν ρίξει τ' αφρισμένα νερά τους, η μια πάνω στην άλλη, πως τα νερά αυτά είχαν συναντηθεί, ενωμένα σ' ένα τόξο και είχαν απομείνει εκεί μια στιγμή, πάνω απ' το βάραθρο. Κάτω απ' το τόξο έβλεπες, στο βάθος του ορίζοντα, μιαγωνιά της γαλανής Ντρίνα, ενώ κάτω, μέσ' στα βάθη, μούγκριζε η αφρισμένη και δαμασμένη Ζέπα. Για πολύν καιρό το βλέμμα δεν μπορούσε να συνηθίσει σ' αυτό το τόξο με τις λεπτές γραμμές, τις σοφά υπολογισμένες, που φαινόταν στο πέταγμά του πως είχε γαντζωθεί μονάχα απ' αυτή την υγρή και σκούρα πέτρα, σκεπασμένη από ανεμώνες και κληματσίδες και που, με την πρώτη ευκαιρία, θάκανε φτερά και θα χανόταν.

Οι άνθρωποι απ' τα γειτονικά χωριά έρχονταν μαζεμένοι να δουν τη γέφυρα. Απ' το Βίσεγκραντ και τη Ρογκατίτσα έφταναν πολλοί να την θαυμάσουν και λυπόντανε γιατί είχε χτιστεί σ' αυτόν τον άγριο και βραχώδη τόπο κι όχι στην πόλη τους.

-Ας γεννούσατε και σεις ένα Βεζυρη! τους απαντούσαν οι άνθρωποι της Ζέπα και χτυπούσαν με την ανάστροφη του χεριού τους το πέτρινο παραπέτο που υψωνόταν ολόϊσο, με τις οξείες γωνίες, σα νάχε λαξευτεί μέσα σε τυρί κι όχι σε πέτρα.

Ενώ οι πρώτοι πεζοί διασχίζανε τη γέφυρα, σταματώντας πολλές φορές θαμπωμένοι, ο αρχιτέκτονας είχε πληρώσει τους εργάτες, είχε μαζέψει τα εργαλεία του και τα χαρτιά του και πήρε, με τους απεσταλμένους του Βεζύρη, το δρόμο γιατη Σταμπούλ.

Τότε άρχισαν να μιλούν γι'αυτόν στα χωριά. Ο Σελίμ ο Τσιγγάνος που με τ'άλογο του κουβαλούσε τα πράγματά του απ' το Βίσεγκραντ και που μονάχα αυτός έμπαινε στην καλύβα του, σύχναζε στα μαγαζιά και διηγόταν, ένας Θεός ξέρει πόσες φορές, κάθε τι που ήξερε για τον ξένο.

Σίγουρα, δεν ήταν άνθρωπος σαν τους άλλους. Το χειμώνα, όταν δεν είχαμε δουλειά, έκανα να πάω δέκα-δέκα πέντε μέρες σπίτι του. Κι όταν πήγαινα, όλα βρίσκονταν, άνω κάτω, έτσι, όπως τα είχα αφήσει. Καθόταν μέσ' στην κρύα καλύβα, μ' ένα σκούφο από δέρμα αρκούδας στο κεφάλι, κουκουλωμένος ίσαμε τις μασχάλες του· μονάχα τα χέρια του ξεχώριζαν, μελανιασμένα απ' το κρύο, κι αυτός όλο και σκάλιζε τις πέτρες, έπειτα έγραφε, έπειτα σκάλιζε, έπειτα πάλι έγραφε, δίχως να σταματάει. Ξεφορτώνω το φορτίο μου, με κοιτάζει με τα πράσινα μάτια του, με τα δασά φρύδια του, λες και ήταν έτοιμος, να με καταβροχθίσει. Αλλά δεν έβγαζε λέξη απ' το στόμα του. Ποτέ μου δεν είδα τέτοιο πράγμα. A ! φίλοι μου, πόσο κουράστηκε εδώ κ' ενάμιση χρόνο, κι όταν τέλειωσε και τον περάσαμε απ' το ποτάμι με τη βάρκα, έφυγε με τ' άλογό του κ' έρριξε μαύρη πέτρα πίσω του, αδιαφορώντας και για μας και για τη γέφυρα!

Και οι μαγαζάτορες δεν έπαυαν να τον ρωτούν για τον αρχιτέκτονα και τον τρόπο της ζωής του, κι όλο απορούσαν και δεν μπορούσαν να συχωρέσουν τον εαυτό τους που δεν τον είχαν προσέξει πιο πολύ όταν περνούσε απ' τους δρόμους του Βίσεγκραντ.

Στο διάστημα αυτό, ο αρχιτέκτονας τραβούσε το δρόμο του, αλλά δυο μέρες πριν φτάσει στη Σταμπουλ, αρρώστησε από πανούκλα. Αν και μόλις μπορούσε να κρατηθεί πάνω στη σέλα, εξ αιτίας του πυρετού έφτασε στην πόλη. Τράβηξε αμέσως για το νοσοκομείο των Ιταλών Φραγκισκανών, και την άλλη μέρα, την ίδιαώρα, ξεψύχησε στην αγκαλιά ενός καλόγερου.

Απ' την άλλη μέρα κιόλας, ειδοποίησαν το Βεζύρη για το θάνατο του αρχιτέκτονα και του παράδωσαν τους λογαριασμούς και τα σχέδια της γέφυρας που είχε αφήσει. Ο αρχιτέκτονας είχε εισπράξει το τέταρτο απ' τα κέρδη του. Δεν είχε ούτε χρέη, ούτε λεφτά, ούτε διαθήκη, ούτε κληρονόμους. Αφού σκέφτηκε πάρα πολύ, ο Βεζύρης αποφάσισε πως απ' τα τρία τέταρτα που απόμεναν, το ένα έπρεπε να το δώσουν στο νοσοκομείο και τ' άλλα, δυο στους φτωχούς για το ψωμί τους και τη σούπα τους.

Τη στιγμή που έδινε αυτές τις διαταγές - ήταν ένα ήσυχο πρωινό, στο τέλος του καλοκαιριού - του παρουσίασαν την αίτηση ενός νεαρού δασκάλου, πάρα πολύ σοφού, που καταγόταν απ' τη Βοσνία, που έγραφε στίχους μ' ευκολία και που ο Βεζύρης, από καιρό σε καιρό, του 'δινεχρηματικά δώρα και τον βοηθούσε. Είχε μάθει, έλεγε, πως χάρη στο Βεζύρη είχαν χτίσει μια γέφυρα στη Βοσνία, κ' έλπιζε πως σ' αυτό το χτίριο, όπως σ' όλα τα δημόσια χτίρια, θα σκάλιζαν μιαν επιγραφή για να ξέρουν πότε είχε χτιστεί και ποιος το είχε χτίσει. Όπως πάντα πρόσφερνε τις υπηρεσίες του στο Βεζύρη και τον παρακαλούσε να του κάνει την τιμή να δεχτεί την επιγραφή που του 'στελνε και που ο ίδιος την είχε συντάξει με πολλή φροντίδα Σ' ένα χαρτί λίγο πιο χοντρό απ' την αίτηση, ήταν γραμμένη με πολύ λεπτά γράμματα η επιγραφή, με τ' αρχικά σκαλισμένα με κόκκινο και χρυσό μελάνι.

«Όταν μια Κυβέρνηση όλο φρόνηση

και η ευγενική τέχνη έδωσαν τα χέρια,

Η ωραία αυτή γέφυρα υψώθηκε

Για τη χαρά των υπηκόων και για τη

δόξα του Γιουσούφ

Σ' αυτόν τον κόσμο και τον άλλο.»

Από κάτω ήταν η βούλα του Βεζύρη, μέσα σ' ένα σχήμα αυγού, χωρισμένο σεδυο άνισα μέρη· διάβαζες στο πιο μεγάλο:«Γιουσούφ Ιμπραΐμ, πιστός δούλος του Θεού»· και στο πιο μικρό το γνωμικό του Βεζύρη: «Στή σιωπή κείτεται η ασφάλεια».

Ο Βεζύρης απόμεινε πολλήν ώρα σκυμμένος πάνω απ' αυτή την αίτηση, με τα μπράτσα ανοιγμένα, με τόνα χέρι στηριγμένο στην έμμετρη επιγραφή και τ' άλλο πάνω στους λογαριασμούς και τα σχέδιατου αρχιτέκτονα, τον τελευταίο αυτό καιρόσκεφτόταν όλο και πιο πολύ όταν του τύχαιναν αιτήσεις και γραφτά.

Τούτο το καλοκαίρι, δυο χρόνια είχαν περάσει απ' την πτώση του και τη φυλάκισή του. Στην αρχή, όταν ξαναπήρε στα χέρια του την εξουσία, δεν είχε προσέξει πόσο είχε αλλάξει. Βρισκόταν στην ακμή της ηλικίας του, τότε που γνωρίζεις και γεύεσαι όλη την αξία της ζωής· είχε νικήσει όλους τουςαντιπάλους του και ήταν πιοισχυρός πάρα ποτέ· απ' το βάθος της πρόσφατης πτώσης μπορούσε να εκτιμήσει το ύψος της ισχύος του. Όσο όμως ο καιρός περνούσε - αντί να λησμονεί - ξαναγύριζε αδιάκοπα, με την ανάμνησή του, στη σκέψη της φυλακής. Av κάποτε κατάφερνε να διώχνει τις σκέψεις, ήταν ανίκανος να εμποδίζει τα όνειρα. Η φυλακή άρχισε να βασανίζει τα όνειρά του, κι απ' τα νυχτερινά όνειρα, όμοια μ' ακαθόριστο τρόμο, φάνταζε στο φως της ημέρας και δηλητηρίαζε τη ζωή του.

Έγινε πιο ευαίσθητος στα πράγματα του περιβάλλοντός του. Κάποια αντικείμενα του κάναν κακό, αντικείμενα που δεν τα είχε προσέξει πριν. Διάταξε να βγάλουν απ' το παλάτι όλο το βελούδο και να τ' αντικαταστήσουν με ύφασμα ανοιχτό, που είναι λείο, γλυκό και δεν τρίζει κάτω απ' το χέρι. Βάλθηκε να μισεί το σεντέφι, γιατί στη σκέψη του τον πλησίαζε σε μια μοναξιάκαι σε μια παγωμένη έρημο. Αγγίζοντας το σεντέφι και βλέποντάς το μονάχα, επαναστατούσε κ' ένοιωθε ανατριχίλες. Όλη την επίπλωση και τα όπλα, τα σκαλισμένα με σεντέφι, τα σήκωσαν απ' τα διαμερίσματά του.

Άρχισε να δέχεται το κάθε τι με μια δυσπιστία, κρυφή, αλλά βαθειά. Μια σκέψη είχε ριζώσει μέσα του: κάθε έργο ανθρώπινο και κάθε λόγος μ π ο ρ ο ύ ν να κάνουν κακό. Κι αυτή η δυνατότητα φαινόταν να ξεπετιέται απ' όλα τα πράγματα που άκουγε, έβλεπε, έλεγε ή σκεφτόταν. Ο νικητής Βεζύρης ένοιωσε το φόβο της ζωής. Έτσι, δίχως να το υποψιάζεται, έμπαινε στην κατάσταση εκείνη που είναι το πρώτο στάδιο του θανάτου, όταν ο άνθρωπος αρχίζει να παρακολουθεί με μεγαλύτερο ενδιαφέρον τη σκιά των πραγμάτων απ' αυτά τα πράγματα.

Η αρρώστεια αυτή τον έτρωγε, τον ξέσκιζε και δεν μπορούσε να σκεφτεί καν να την ομολογήσει ή να την εμπιστευτεί σ' οποιονδήποτε· κι όταν ακόμα η αρρώστεια αυτή θα τελειώσει το έργο της και θα φανεί στην επιφάνεια, κανένας δεν θα την αναγνωρίσει· οι άνθρωποι θα πούνε απλά: ο θάνατος. Γιατί οι άνθρωποι ούτε υποπτεύονται καν πόσοι ισχυροί και μεγάλοι πεθαίνουν έτσι από μαρασμό, μέσ' στη σιωπή, αόρατα, αλλά γρήγορα.

Κ' εκείνο το πρωΐ, ο Βεζύρης ήταν κουρασμένος έπειτ' από μια νύχτα αϋπνίας, αλλά ήρεμος και πεσμένος σε βαθειά συλλογή· τα βλέφαρά του ήταν βαρειά και το πρόσωπό του παγωμένο μέσ' στην πρωινή δροσιά. Θυμόταν τον ξένο, τον αρχιτέκτονα που είχε πεθάνει και τους φτωχούς που έτρωγαν το μισθό του. Θυμόταν τη μακρυνή, την ορεινή και σκοτεινή Βοσνία (ανέκαθεν στην ανάμνηση της Βοσνίας υπήρχε κάτι το σκοτεινό!), που κι αυτό ακόμα το φως του Ισλάμ δεν είχε φωτίσει παρά μονάχα ένα μέρος της, κι όπου τα ήθη ήταν τραχειά, δίχως λεπτότητα, και η ζωή φτωχή, μίζερη, σκληρή. Πόσες αλήθεια παρόμοιες πολιτείες υπήρχαν σ' αυτόν τον κόσμο; Πόσα άγρια ποτάμια δίχως γέφυρα, δίχως πέρασμα; Πόσα μέρη δίχως πόσιμο νερό και τζαμιά δίχως στολίδια και δίχως ομορφιά;

Μέσ' στις σκέψεις του ανοιγόταν ένας κόσμος, γεμάτος από κάθε είδους ανάγκες, από φόβο, σε διάφορες μορφές.

Ο ήλιος έλαμπε πάνω στα μικρά πράσινα κεραμίδια του περιπτέρου του κήπου. Ο Βεζύρης έρριξε το βλέμμα του στην έμμετρη επιγραφή του δασκάλου· αργά, σήκωσε το χέρι του κ' έσβυσε δυο φορές ολόκληρη την επιγραφή. Στάθηκε λίγο, έπειτα έσβυσε το πρώτο μέρος της βούλας του με τ' όνομά του. Δεν απόμενε πια παρά το γνωμικό: «Μέσ' στη σιωπή κείτεται η ασφάλεια.» Στάθηκε μια στιγμή, έπειτα σήκωσε το χέρι του ακόμα μια φορά και με μια χοντρή γραμμή τόσβυσε κι αυτό.

Έτσι η γέφυρα απόμεινε δίχως όνομα και δίχως επιγραφή. Και κει, στη Βοσνία, έλαμπε κάτω απ' τον ήλιο και κάτω απ' το φεγγάρι κι άφηνε να περνούν από πάνω της οι άνθρωποι και τα ζώα. Σιγά σιγά, ο χώρος της σκαμμένης γης και τα σκόρπια αντικείμενα που περιστοιχίζουν κάθε καινούρια οικοδομή χάθηκαν στο τέλος. Οι άνθρωποι και το νερό παράσυραν τα σπασμένα παλούκια, τις σκαλωσιές κι ό,τι απόμενε απ' τα υλικά, και οι βροχές ξέπλυναν τα ίχνη της δουλειάς των λατόμων. Αλλά το τοπίο δεν μπόρεσε να προσαρμοστεί στη γέφυρα, ούτε η γέφυρα να προσαρμοστεί στο τοπίο. Όταν το κοίταζες απ' το πλάι, το λευκό και τολμηρό τόξο της φαινόταν πάντα απομονωμένο κ' έκανε εντύπωση στον ταξιδιώτη σαν ιδέα αλλόκοτη, ρέμπελη κ' αιχμαλωτισμένη μέσ' στους βράχους αυτής της άγριας χώρας.

Αυτός που διηγείται αυτή την ιστορία ήταν ο πρώτος που είχε την ιδέα ν' αναζητήσει και να μάθει την προέλευσή της. Ήταν κάποιο βράδυ που γύριζε απ' το βουνό και, κουρασμένος, είχε καθίσει στο πέτρινο παραπέτο. Οι καλοκαιρινές μέρες ήταν καυτερές και οι νύχτες αρκετά δροσερές. Όταν ακούμπησε την πλάτη του πάνω στην πέτρα, αισθάνθηκε πως ήταν ακόμα χλιαρή απ' τη ζέστα της ημέρας. Ο άνθρωπος ήταν ιδρωμένος κ' ένας κρύος άνεμος έπνεε απ' τη Ντρίνα· η επαφή αυτή με τη χλιαρή πέτρα ήταν ευχάριστη και παράξενη. Κι ο άνθρωπος και η πέτρα κατάλαβαν ο ένας τον άλλο. Τότε αποφάσισε να γράψει την ιστορία τους.

μτφρ. Γιώργος Πράτσικας