Skip to main content

Νέα ελληνική

Ανθολογία μεταφρασμένης νεότερης λογοτεχνίας: ποιήματα και διηγήματα - Κείμενα

Ανθολογία μεταφρασμένης νεότερης λογοτεχνίας: ποιήματα και διηγήματα



19. Franz Kafka, Μπρος απ' το νόμο

περ. Επιθεώρηση Τέχνης, τομ. Στ', αριθ. 35-6 (Νοέμ.-Δεκ. 1957) 380. [μετάφραση: Γ.Τ.]

Franz Kafka

ΜΠΡΟΣ ΑΠ' ΤΟ ΝΟΜΟ

Μπρος απ' το Νόμο στέκει ένας θυρωρός. Σ' αυτόν το θυρωρό έρχεται ένας χωριάτης και τον παρακαλάει να του επιτρέψει την είσοδο στο Νόμο. Αλλ' ο θυρωρός λέει πως δεν μπορεί να τον αφήσει να μπει τώρα. Ο χωριάτης σκέφτεται λίγο και μετά ρωτάει αν θα μπορούσε να μπει αργότερα. «ΙΙιθανόν» λέει ο θυρωρός, «αλλά τώρα όχι». Κι αφού η Πύλη που οδηγεί στο Νόμο είναι ανοικτή κι ο θυρωρός στέκει στο πλάι, σκύβει ο χωριάτης για να δει μέσα απ'την Πύλη προς το εσωτερικό. Σαν παρατήρησε αυτήν την προσπάθεια του άντρα, ο θυρωρός είπε: «Αφού σε τραβάει τόσο πολύ, προσπάθησε λοιπόν να μπεις μέσα, παρ' όλο που σου τ' απαγόρεψα. Αλλά πρόσεξε : Εγώ είμαι ισχυρός. Κι όμως να ξέρεις πως απλούστατα είμαι ο τελευταίος από τους τελευταίους θυρωρός. Μέσα ΄κει, μπροστά σε κάθε αίθουσα, στέκονται άλλοι θυρωροί, ο ένας πιο ισχυρός απ' τον άλλο. Κ' εγώ ο ίδιος δεν μπορώ ν' αντέξω ούτε στο βλέμμα του τρίτου απ' αυτούς». Τέτοιες δυσκολίες δεν τις περίμενε ο χωριάτης. Ο Νόμος πρέπει να 'ναι προσιτός πάντα στον καθένα, σκέφτεται αλλά σαν βλέπει τώρα προσεκτικότερα το θυρωρό μέσα στο γούνινο παλτό του, σαν βλέπει τη μεγάλη σουβλερή μύτη του, τα μακρυά, λεπτά, τατάρικα γένια του, αποφασίζει να κάτσει, καλύτερα, και να περιμένει ως που να του δοθεί η άδεια να μπει. Ο θυρωρός του δίνει ένα σκαμνί -και του λέει να κάτσει πλάι στην πόρτα. Εκεί κάθεται ο άντρας μέρες, χρόνια. Κάνει πολλές προσπάθειες να τα καταφέρει να μπει και με τα παρακάλια του, κουράζει το θυρωρό. Ο θυρωρός τού κάνει μικροερωτήσειςπώς είναι στο χωριό του κι άλλα πολλάΩ - αυτές είναι όμως αδιάφορες, κρύες ερωτήσεις, σαν κείνες που κάνουν οι μεγάλοι κύριοι. Kαι στο τέλος του λέει πάντα πως δεν μπορεί να τον αφήσει ακόμη να μπει μέσα. Ο χωριάτης, που για το ταξίδι είχε εφοδιαστεί με πολλά πράγματα, τα μεταχειρίζεται όλα - ακόμα και τα πιο πολύτιμα- για να δωροδοκήσει τον θυρωρό. Αυτός όλα τα δέχεται, αλλά λέει κιόλας: «Αυτά τα παίρνω μόνο και μόνο για να μη νομίζεις πως παράλειψες έστω και το παραμικρό». Σ' όλα αυτά τα χρόνια, ο άντρας παρατηρεί σχεδόν αδιάκοπα τον θυρωρό. Ξεχνάει όλους τους άλλους θυρωρούς κι αυτός εδώ, ο πρώτος, του φαίνεται πως είναι το μοναδικό εμπόδιο για την είσοδο στο Νόμο. Καταριέται την ατυχία του - στα πρώτα χρόνια φωναχτά, χωρίς να νοιάζεται για τίποτα κι αργότερα, σαν γερνάει, μουρμουρίζει μονάχα. Ξεμωραίνεται κ' επειδή στη διάρκεια της μακρόχρονης παρατήρησης γνώρισε ακόμα και τους ψύλλους του γούνινου γιακά ταυ θυρωρού, παρακαλάει τώρα τους ψύλλους να μεσιτέψουν για ν' αλλάξει ο θυρωρός γνώμη. Τέλος το φως του γίνεται αδύναμο, μα δεν καταλαβαίνει αν στ' αλήθεια σκοτείνιασε το φως του ή αν τον ξεγελάν τα μάτια του. Αλλά τώρα μεσ' τη σκοτεινιά ξεχωρίζει μια λάμψη που ξεπετιέται, άσβηστη πάντα, μέσα απ' τη ΙΙύλη του Νόμου. Δεν θα ζήσει πια πολύ. Πριν απ' το θάνατό του, μαζεύονται στο νου του όλα όσα είδε και σκέφτηκε σ' όλο τούτο τον καιρό και σχηματίζουνε μια ερώτηση, που ως τώρα δεν είχε κάνει στον θυρωρό. Του γνέφει λοιπόν - μια και δεν μπορεί πια να κουνήσει το κοκκαλιασμένο σώμα του. Ο θυρωρός πρέπει να σκύψει πάνω του πολύ, γιατί η διαφορά του ύψους τους έχει πολύ αλλάξει - σε βάρος του άντρα». «Τι θέλεις, λοιπόν, να μάθεις ακόμα;» ρωτάει ο θυρωρός. «Είσαι αχόρταγος». «Όλοι, καθώς είναι γνωστό, πασκίζουνε να μπουν στο Νόμο», λέει ο χωριάτης, «πώς γίνεται λοιπόν και σ' όλ' αυτά τα χρόνια δεν ζήτησε να μπει κανένας άλλος, έξω από μένα;». Ο θυρωρός καταλαβαίνει πως ο άντρας βρίσκεται κιόλας στο τέλος τουΩ και, για να μπορέσουν τα λόγια του να ακουστούν απ' τα εξασθενισμένα αυτιά του χωριάτη, φωνάζει πολύ δυνατά: «Εδώ δεν μπορούσε να μπει κανένας άλλος, γιατί αυτή η είσοδος ήταν προορισμένη μόνο για σένα. Τώρα, πάω να την κλείσω».

μτφρ. Γ.Τ.