Skip to main content

Νέα ελληνική

Ανθολογία μεταφρασμένης νεότερης λογοτεχνίας: ποιήματα και διηγήματα - Κείμενα

Ανθολογία μεταφρασμένης νεότερης λογοτεχνίας: ποιήματα και διηγήματα



11. Daniel Boulanger, Το φως

περ. Ευθύνη 236 (Αύγ. 1991) 435-436. [μετάφραση: Κική Μαλεβίτση]

Daniel Boulanger

ΤΟ ΦΩΣ

Το φως δεν προερχόταν από το παράθυρο, όπου διακρίνονταν τα πουλιά που πετούσαν και σταματούσαν για μια μόνο στιγμή πάνω στη θάλασσα των τρελλών δέντρων, ούτε από το πλακόστρωτο, όπου βασίλευε η γαλήνη, μια γαλήνη μνημειακή πάνω στο πεντακάθαρο ασπρόμαυρο μάρμαρο ούτε ακόμα από το μισογεμάτο ποτήρι με το γλυκό κρασί που μέσα του καθρεφτίζονταν τα έπιπλα και μία μύγα πετώντας φαίνονταν σαν να ήθελε να τα μετακινήσει... Το φως προερχόταν από το βλέμμα της νεαρής γυναίκας που έγραφε ένα γράμμα και ανασήκωνε κάθε τόσο το πρόσωπο αναζητώντας τα σωστά ερωτικά λόγια.

Η σιωπή είχε τη σταθερότητα του χρυσού νομίσματος που στριφογυρνούσε μέσα στο ελεύθερο χέρι της και που ήταν το τελευταίο δώρο του αγαπημένου της πριν από το γάμο. Η γυναίκα σηκώθηκε μ' ένα βήμα συρτό, λίγο βαρύ, αβέβαιο, όπως περπατούν οι νεαρές μητέρες, λίγο έκπληκτη από το βάρος της, προχώρησε προς το γραφείο να πάρει τα γράμματα του αγαπημένου, γράμματα χωρίς γραμματόσημα, μόνο με την σφραγίδα του στρατού.

Άρχισε να τα ξαναδιαβάζει έτσι στην τύχη. Ήταν πάντα η ίδια ιστορία και η γυναίκα ανακάλυπτε ακόμη μια φορά στις διηγήσεις του στρατιώτη, τον εαυτό της. Περιέγραφε τους περιπάτους και τα λόγια που είχαν ανταλλάξει, και ο πόλεμος δεν τους αφορούσε. Απλώς τους περιέβαλλε με ένα μάταιο θόρυβο. Η γυναίκα σταματούσε κάποτε κάποτε την ανάγνωση, γεμάτη απορία γιατί δεν είχε προσέξει ως εκείνη τη στιγμή, την περιγραφή ενός λουλουδιού που έκανε ο άντρας της, ένα ξεχασμένο πουλί που πετούσε σ' έναν ουράνιο θόλο ειρηνικό, ένα ρυάκι που κυλούσε και της μετέφερε ένα τελευταίο μήνυμα, κάνοντας έτσι να μοιάζουν τα πεδία των μαχών μ' έναν τόπο ειδυλλιακό.

Όταν σταμάτησε το διάβασμα, είχε πια βραδιάσει. Στο παράθυρο και τις μαρμάρινες πλάκες απλώνονταν σταθερό το βελουδένιο σκοτάδι. Το βλέμμα της εξακολουθούσε να παραμένει η μοναδική φωτεινή πηγή και η θάλασσα έφερνε τη νύχτα μέχρι την πόρτα της. Πάνω στο τραπέζι όπου είχε αραδιάσει τα γράμματα έμοιαζαν με λάβαρα κατακτημένα από τον εχθρό. Ξαφνικά μια θλίψη απλώθηκε πάνω τους, άρχισαν να κυματίζουν και να χάνονται κάτω από τα δάκρυά της. Σκούπισε τα μάτια της, χαμογέλασε στο χαρτί που είχε μπροστά της και συνέχισε τις τρυφερές εκμυστηρεύσεις. Τώρα θα του έγραφε, για το μπουκέτο με τα λουλούδια και τη σκιά που έπεφτε πάνω στη φωτογραφία του, όπως αυτός της περιέγραφε το λουλούδι, στα χαρακώματα. Θα του έγραφε για τη σιωπή που τη διέκοπτε μόνο ο χτύπος της καρδιάς της, για το σπίτι που καμμιά φορά έκπληκτη νόμιζε πως ένιωθε την μυρωδιά του άντρα καθώς ανέβαινε τα σκαλοπάτια, για τον διάδρομο που τον είχε βάψει ξανά μ' ένα χρώμα που το πρωινό φως τον έκανε να μοιάζει με το εσωτερικό ενός κρίνου...για την πόρτα που άνοιγε και ο αγαπημένος βρισκόταν εκεί.

Περιγράφοντάς τον, η ερωτευμένη γυναίκα τον ένιωθε πίσω της, λες και διάβαζε πάνω από τον ώμο της και μοιράζονταν τη χαρά της.

Χτυπούσαν την πόρτα στην είσοδο. Η γυναίκα, έριξε πάνω στα γράμματα ένα σκέπασμα λες και φοβήθηκε πως θα δουν τη γύμνια της και πήγε να ανοίξει ψηλαφητά. Δεν αναγνώρισε με την πρώτη ματιά τους χωροφύλακες και το διπλωμένο χαρτί που της πρότειναν:» Παρακαλούμε να μας συγχωρέσετε, κυρία μου, είναι η χειρότερη στιγμή του επαγγέλματος, αλλά πιστέψτε ότι ο άντρας σας πέθανε σαν ήρωας.»

μτφρ. Κική Μαλεβίτση