Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 4 εγγραφές  [0-4]

  Βιβλ.αναφορά : Krumb., Sprichw.

  • αναλαμπή  
    η, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Α΄ 118, 259, 322, 878, 962, 1694, 1710, Β΄ 1857, 2296, Γ΄ 459, Δ΄ 850, Θυσ. (Μέγ.)2 784.
    Από το αναλάμπω (βλ. Χατζιδ., Ακαδημ. αναγν. Γ΄ 253). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
    Α´ (Κυριολ.) φωτιά, φλόγα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): σπίθα μικρή κι αψήφιστη δε λάμπει, μηδέ βράζει| και πώς να κάμει αναλαμπή κιανείς δεν το λογιάζει Ερωτόκρ. A΄ 322: ... τα κάρβουνα γλήγορα να τα σβήσω| μην κάμουσιν αναλαμπή, οπού τη λάψη δίδει Ερωτόκρ. A΄ 259· ωφ’ η καρδιά μ’ ερράγη| και το κορμί μ’ επλάκωσεν αναλαμπή κι εκάγη Θυσ.2 784· μα δεν εγνώθασι ποτέ το λογισμόν απὄχει,| γιατί ’χωνε με φρόνεψη τσ’ αναλαμπής τη λόχη Ερωτόκρ. A΄ 878. B’ (Μεταφ.) θερμό ενδιαφέρον, πάθος: με το ξιφάρι μού μιλεί (ενν. ο Έρωτας), με τη σαΐτα λέγει,| το δίκιο ντου μ’ αναλαμπή και φλόγα το γυρεύγει Ερωτόκρ. A΄ 1710· Δεν ήτον τούτ’ αναλαμπή του πόθου, θυγατέρα Ερωτόκρ. Γ΄ 459. — Σε βυζ. παροιμ. = ξαναδυνάμωμα (βλ. Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ. 2, 1898, 103· εσφαλμ. ΙΛ στη λ. 1γ): αναλαμπή χειμώνος, δάκρυα ποιμένος Krumb., Sprichw. 121.
       
  • γλυκόπικρος,  
    επίθ., Καλλίμ. 21, Krumb., Sprichw. 99 (κριτ. υπ.).
    Από τα επίθ. γλυκός και πικρός. Πβ. το αρχ. γλυκύπικρος (L‑S). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    (Μεταφ.) που είναι ευχάριστος και δυσάρεστος μαζί (Πβ. L‑S, λ. γλυκύπικρος. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 2): Όμως, αν ίδεις την γραφήν και τα του στίχου μάθεις,| έργοις γνωρίσεις έρωτος γλυκόπικρας οδύνας Καλλίμ. 21.
       
  • διαθρύπτω, 
    Krumb., Sprichw. 96.
    Το αρχ. διαθρύπτω.
    (Προκ. για ψωμί) κομματιάζω, κόβω (Η σημασ. μτγν., Bauer, Wört. Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 2): λύε πάντα σύνδεσμον αδικίας και διάθρυπτε πεινώντων τον άρτον σου Krumb., Sprichw. 96.
       
  • εκβάλλω, 
    Σταφ., Ιατροσ. 6151, Σπαν. A 41, Krumb., Sprichw. 83, Προδρ. I 39, IV 140, Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34532, Hist. imp. 48, 72, Ασσίζ. 1873, Διάτ. Κυπρ. 5042, Διγ. (Trapp) Gr. 124, Διγ. Z 418, 2504, 3614, Πόλ. Τρωάδ. 326, Ωροσκ. 4025, Χρον. Μορ. H 558, 676, Αρμεν., Εξάβ. Γ́́ 557 σχόλ., Διήγ. Βελ. (Neap.) 332, Φλώρ. 1828, Ιστ. Ηπείρ. XL4, Απολλών. (Wagn.) 210, Λίβ. P 2397, Λίβ. Sc. 926, 3076, Λίβ. Esc. 1139, Αχιλλ. O 107, Rechenb. (Vog.) 5618, 593, 5, 603, 1073, Σφρ., Χρον. μ. 1224, 421, Ριμ. Βελ. 271, Έκθ. χρον. 279, 15, 6830, Κορων., Μπούας 9, 32, 78, 80, 106, 145, Δεφ., Σωσ. 276, Ιστ. πολιτ. 3819, Βίος Δημ. Μοσχ. 583, Διγ. Άνδρ. 38318, Βακτ. αρχιερ. 212· ξεβάλλω, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 296· αόρ. εξήβαλα, Πόλ. Τρωάδ. 697, Χρον. Μορ. H 4248, 4510, 4772, 5539, 5540, 6217, 7444, Χρον. Μορ. P 1649, Αχιλλ. O 284, 296, Συναξ. γυν. 410· ’ξέβαλα, Απολλών. 498, Γεωργηλ., Βελ. 252, Ριμ. Βελ. 777· υποτ. εξεβάλω, Πόλ. Τρωάδ. 566· υποτ. εξηβάλω, Ακ. Σπαν. (Eideneier) B 156, Χρον. Τόκκων 941· προστ. εξέβαλε, Πόλ. Τρωάδ. 294.
    Το αρχ. εκβάλλω.
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Βγάζω κ. (από κάπου), αφαιρώ: ευθύς εκβαλών τας του κάστρου κλεις δέδωκε ταύτας Σφρ., Χρον. μ. 421· (μεταφ.) καλήν βουλήν σε έδωκα και κράτει την, αν θέλεις·| και αν εσύ, παιδίον μου, τα βάλεις εις τον νουν σου,| ου μη εκβάλει από σεν ου θλίψις, ουδέ χρόνος Σπαν. A 41· β) (προκ. για ρούχα, οπλισμό, κλπ.) βγάζω αποπάνω μου: εις την τέντα μου ελθών εξέβαλον τα όπλα Διγ. Z 3614· το στέφανον εξέβαλεν από της κεφαλής του Αχιλλ. O 107· έκβαλε τα παπαδικά και γένου προσχεράρης Προδρ. IV 140. 2) α) (Με αντικ. τη λ. ψυχή) παίρνω τη ζωή κάπ., θανατώνω κάπ.: ουδέν ηθέλησαν εκβαλείν την ψυχήν της,| αλλ’ έκοψαν τα κάλλη της Διγ. Z 418· β) φρ. εκβάλλω κάπ. εκ του μέσου, ξεβάλλω κάπ. εκ μέσου = βγάζω κάπ. απ’ τη μέση, σκοτώνω: Ιδού λοιπόν εχάθημεν, πλέον ουκ ωφελούμε,| αν ουκ εκβάλομεν αυτόν σύντομα εκ του μέσου Διήγ. Βελ. (Neap.) 332. πάντες φωνούσι και λαλούν (ενν. οι άρχοντες), όλοι δι’ αυτόν λαλούσιν| τον μέγαν Βελισάριον εκ μέσου να ξεβάλουν Διήγ. Βελ. N2 341. 3) (Προκ. για σπαθί) ανασύρω, τραβώ: τα σπαθία εξήβαλαν και τους Ρωμαίους εσφάζαν Χρον. Μορ. H 4772. 4) (Με αντικ. τη λ. πέταλα) ξεπεταλώνω: να ξεβάλουσιν ευθύς πάντα τα πέταλά τους| και να τα καλικώσουσιν τα πέταλα αντιστρόφως Ριμ. Βελ. 777. 5) (Προκ. για νεκρούς) ξεθάβω: επίασαν και εξηβάλαν τον οι δύο τους τον θαμμένον Συναξ. γυν. 410. 6) Εξορύσσω: τους οφθαλμούς τους εξέβαλεν, στην φυλακήν τους βάνει Χρον. Μορ. H 676. 7) α) (Με αντικ. τη λ. πτερά) μαδώ: Τα πτερά του δε έκβαλε και κατεμάδισέ το Κορων., Μπούας 32· β) (με αντικ. τη λ. δόντια) ξεριζώνω: τα δόντια του όλα εξέβαλε και εις την γην τα σπείρε Πόλ. Τρωάδ. 294. 8) Ξεπροβοδώ: τον Φλώριον εξέβαλεν (ενν. ο αμιράς) εις συνοδείαν της στράτας Φλώρ. 1828. 9) Ελευθερώνω (Η σημασ. μτγν., Bauer, Wört., στη λ. 2): όταν την εξήβαλες (ενν. από την φυλακήν) κι ήλθεν εδώ εις τον τόπον Χρον. Μορ. H 7444. 10) (Προκ. για συναίσθημα) διώχνω: Ταύτα εγώ ακηκοώς και εκβαλών τον φόβον| και χαράς όλως εμπλησθείς επέζευσα ευθέως Διγ. Z 2504. 11) Αφαιρώ: τα έμασεν εις ένα και έγραψέ τα και έκαμε τα έξι βιβλία λόγους εξήντα και εξέβαλε και αφήκε τα εναντία και άχρηστα εις τας κρίσεις Βακτ. αρχιερ. 212· (μαθημ.) εκβληθέντων ουν των νζ́́ εκ των ξ́́ μένουσι και μονάδες γ́́ Rechenb. (Vog.) 595. 12) Ξεχωρίζω, διαλέγω μέσα από ένα σύνολο: Άρχοντες έξι εξήβαλαν και άλλους έξι Φράγκους| όπως να ιμοιράσουσιν τον τόπον και προνοίες Χρον. Μορ. P 1649. 13) (Μεταφ.) απομακρύνω κάπ. από κ.: πολλά μοχθήσας εκβαλείν αυτήν εκ της πίστεως του Χριστού, ουκ ηδυνήθη ελκύσαι αυτήν Έκθ. χρον. 279. 14) Φρ. εκβάλλω όνομα, φήμη, ακουή = αποκτώ καλή ή κακή φήμη: πετάς με εις Άδην σύμψυχον και συ όνομα εκβάλλεις Λίβ. Sc. 926· Οπού ποθεί ευυπόληπτα φημήν πολλήν εκβάλλειν Λίβ. Esc. 1139· κανείς ουδέν ευρέθη να σταθεί ομπρός του, αμμή εξέβαλεν ακουήν και όλοι εβλέπασί του και ετρόμασαν Hist. imp. C72. 15) Φρ. εκβάλλω ορισμόν = διακηρύσσω, βγάζω διαταγή (Πβ. τη μτγν. σημασ., L‑S στη λ. Ι9): εξέβαλεν ορισμόν έγγραφον και διελάλησε δημοσίᾳ Παράφρ. Μανασσ. (Tièche) 34532. 16) α) Φρ. εκβάλλω στιχοπλοκίας = συνθέτω στίχους: εκβάλωσιν νέας στιχοπλοκίας, ίνα φέρωσιν και οι άνθρωποι την ακοήν αυτών προς αυτούς Ωροσκ. 4025· β) εκδίδω: τα γράμματα τα αποστολικά εις άτινα εδόθη αυτοίς λύσις εκλογής υπό αφωρισμένων υπήρχον εκβεβλημένα διά τινας υποθέσεις εκ του μέρους του αυτού αρχιεπισκόπου Λευκουσίας Διάτ. Κυπρ. 5042. 17) Φρ. εκβάλλω πάθος = εμφανίζω σύμπτωμα κάπ. αρρώστιας, λ.χ. σπυρί: εν μέσῳ γαρ των δύο ώμων εκβαλών τι πάθος θανάσιμον, ό κοινώς λέγεται μαυροτήγανον Έκθ. χρον. 6830. 18) Φρ. εκβάλλω έξω = φέρω εις πέρας· καταφέρνω: ο διάβολος … λέγει προς τον εναρέτως βιούντα: «Καλά, πορεύου ως πορεύεσαι, εάν το εκβάλεις έξω· εάν δε εύρω καιρόν, … ουκ εκλυτώνεις τας βουλάς των πολυτρόπων μου ενθυμήσεων …» Krumb., Sprichw. 83. 19) Ελευθερώνω: εξέβαλον αυτόν εις δέκα χιλιάδας φλωρίων Ιστ. Ηπείρ. XL4. 20) Εγκαθιστώ κάπ. άρχοντα: Αμιράν τον Μουσταφάν φέρων από του Μορέως αυθέντην εξέβαλεν εις τη Δύσιν Σφρ., Χρον. μ. 1224. Β´ (Αμτβ.) βγαίνω: τον Θεόν εδόξαζε το πώς ελευθερώθη,| εκ του θανάτου την πικριάν έκβαλε και λυτρώθη Δεφ., Σωσ. 276. II. (Μέσ.) (νομ.) αποκλείω τον ενάγοντα, καταργώ τη δίκη (Βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 397]): παραγραφῄ εκβάλλομαι προσκαίρῳ, αλλ’ ουχί διηνεκεί, ήτοι προς καιρόν εκβάλλομαι μη κινείν Αρμεν., Εξάβ. Γ́́ 557 σχόλ.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης