Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 284 εγγραφές  [0-20]

  Βιβλ.αναφορά : Hagia Sophia

  • όπισθεν,  
    επίρρ., Διγ. Z 2108, Ερμον. X 251, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 35, 46, Βίος Αλ. 1726, Περί ξεν. A 253, Λίβ. (Lamb.) N 712, Αχιλλ. N 1509, Αχιλλ. (Smith) O 272, Ιμπ. 115 κριτ. υπ., 516, Παρασπ., Βάρν. C 250, 305, Διήγ. Αλ. Επίμετρο 784, Έκθ. χρον. 1023, 3514, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 26v, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 408, κ.α.· όπισθε Προσκυν. Ιβ. 845 230350· όπιστεν, Hagia Sophia ξ 56725.
    Το αρχ. επίρρ. όπισθεν. Ο τ. όπισθε αρχ. Ο τ. όπιστεν σε έγγρ. του 13., 16.και 17. αι. (Caracausi, στη λ., Παναγιωτοπούλου, Θησαυρ. 12, 1975, 351, Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 372) και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 703).
    Α´ Επίρρ. 1) α) (Τοπ.) στο πίσω μέρος, πίσω: Διήγ. Βελ. N2 381, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 408· το κτηνόν ένι εδικόν του, εφειδή καβαλλικεύγει έμπροσθεν και εσού όπιστεν Ασσίζ. 7017· Διήγ. Βελ. N2 381· Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 408· β) από πίσω, από το πίσω μέρος: Εκείνος (ενν. ο Αλαμάνος) το εζήτησεν τούτο από τον ρήγαν| διά να τον δώσουν όπισθεν να ιδούσιν αν τον ρίξουν Ιμπ. 357· Ο Δούκας δε με τους πεζούς όπισθεν ηκολούθει Κορων., Μπούας 44· εκφρ. (1) εξ όπισθεν: προσέταξεν ο βασιλεύς προς γέλωτα καθεζόμενον εξ όπισθεν προσκυνείσθαι αυτόν Hagia Sophia φ1 49416‑7· (2) κατ’ όπισθεν: έρχετόν του (ενν. ο στρατός) κατ’ όπισθεν καλά κι αρματωμένος Κορων., Μπούας 105· γ) προς τα πίσω: εγένετο καπνός μέγας και κρότος πολύς, εξ ων δη όντων ασυνήθων των ίππων αυτών των Περσών, έφυγον όπισθε Ιστ. πολιτ. 7319· Εί τιναν εύρω όπισθεν τροπόμενον και φεύγει,| μά την ανδρειά μου την φριχτήν, να τον διχοτομήσω Αχιλλ. (Smith) O 168· Ουκ έστι γαρ ο πόλεμος των όπισθε φευγόντων,| αλλά των έμπροσθεν σφοδρώς πάντοτε διωκόντων Βίος Αλ. 3106· (σε μεταφ.): Στραφήτω η απόφασις όπισθεν να συντύχω,| να ειπώ το δίκιον της ωριάς Φλώρ. 576· δ) (για να δηλωθεί επιστροφή κάπ. στο μέρος απ’ όπου ξεκίνησε): σωθήναι δυνηθώσιν| έκαστος τούτων όπισθεν προς πόλιν την ιδίαν Βίος Αλ. 1726· Και όπισθεν εγύρισεν ο Αχιλλές εις την κόρην Αχιλλ. (Smith) O 678. 2) (Χρον.) πριν, προηγουμένως (συν. σε διήγηση): ως όπισθεν έφημεν Ηπειρ. 2096· ώσπερ εγράψαμεν και όπισθεν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 203v. Β´ (Σε θέση πρόθ. με γεν.) 1) (Τοπ.) πίσω από κάπ. ή κ.: Ασσίζ. 706, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 348· όπιστεν του αγίου τάφου … έναι μικρή εκκλησία Προσκυν. Λαύρ. 874 9519· τρισχίλιους απέστειλε να πάσιν όπιστέν τους Ιμπ. (Lambr.) 488. 2) (Χρον.) ύστερα από κάπ., μετά το θάνατο κάπ.: άλλον τινάν ουκ έχομεν ειμή μόνον εσένα| απαντοχήν εις χώρας μας ν’ αφήσω όπισθέν μου Ιμπ. 138 κριτ. υπ. Γ´ Έναρθρ. 1) (Τοπ.) α) (ως επίθ. ή ως ουσ.) που βρίσκεται πίσω, οπίσθιος: οι Αράπηδες τους εστενοχωρούσαν από το όπισθεν μέρος και αυτός ο Τουμούτμπεης από το έμπροσθεν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 408· αφέντες πάντα έφυγον, μη θεωρούντες τον όπισθεν Έκθ. χρον. 3420· έκφρ. εκ των όπισθεν = από το πίσω μέρος: έδωκαν εκ των όπισθεν και ούτως ενίκησαν Έκθ. χρον. 6315· β) (ως ουσ.) οπισθοχώρηση: ει γαρ και θέλεις το όπισθεν και θέλεις το να φύγεις,| μά την χρυσήν σου κεφαλήν και τολμηρά το λέγω,| ατός μου με τας χείρας μου να σε αποκεφαλίσω Αργυρ., Βάρν. K 308· γ) (ως ουσ.) τα νώτα στη φρ. γυρίζω τα όπισθεν = (α) οπισθοχωρώ, βλ. γυρίζω 6γ· (β) δε δίνω σημασία, αποστρέφομαι· πβ. τη φρ. γυρίζω την πλάτη σε κάπ.: Ο δε λαός αυτίκα| εγύρισεν τα όπισθεν και προς εκείνον είπεν:| «απόστρεφε στον οίκον σου κι εργάζου μοναχός σου·| ουκ έχεις μέρος μεθ’ ημών, ουδέ χρειαζόμεθά σου» Σπαν. (Μαυρ.) P 204. 2) (Χρον.) α) (ως επίθ.) προηγούμενος, περασμένος: εις τους καιρούς τούς όπισθεν εσφάλαμεν πολλάκις Χρον. Τόκκων 2987· β) (ως επίθ. ή ως ουσ.· σε διήγηση) που αναφέρθηκε προηγουμένως: Ξενίζεται ο Ιμπέριος …| διά τα λόγια τα όπισθεν τά είπεν ο πατήρ του Ιμπ. μετά στ. 188 κριτ. υπ.· Ο Κλιτοβός ανερωτά τον Λίβιστρον να μάθει| διά τα όπισθεν τα πρόσωπα τα ερωτικά τα τρία Λίβ. Esc. 836· ήκουσες, φίλε μου, τα ’πισθεν που σου εδιηγήθην; Περί ξεν. V 254.
       
  • οπίσθιος,  
    επίθ., Hagia Sophia α 44118.
    Το αρχ. επίθ. οπίσθιος.
    Που βρίσκεται πίσω: οι μισοί επολέμουν όπισθεν και οι μισοί εις το έμπροσθεν και δεν ηξεύραν πού να γυρίσουσι και ποίους να αντισταθούσιν, ή τους εμπροσθίους πολεμίους ή τους οπισθίους Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 408. Το ουδ. στον πληθ. ως ουσ. = το πίσω μέρος του σώματος, τα πισινά: εάν ουν γεννήσωσι τον μυρμηκολέοντα, γεννώσιν αυτόν δύο φύσεις έχοντα· το μεν πρόσωπον λέοντος και τα οπίσθια μύρμηκος Φυσιολ. M 626· φρ. γυρίζω εις τα οπίσθιά μου = στρέφω τα νώτα (φρ. γυρίζω τα οπίσθια στο Βλάχ.· πβ. και γυρίζω 6γ): ωσάν τονε γνωρίσουσι (ενν. οι Εβραίοι τον Χριστόν) εις τα οπίσθιά τους| θε να γυρίσουσι γιαμιά Τζάνε, Κατάν. 181.
       
  • όρθιος,  
    επίθ., Ιστ. πολιτ. 477, Hagia Sophia a 45315, k 4832.
    To αρχ. επίθ. όρθιος. Θηλ. ορθίγια και ορτία ως ουσ. σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα με διαφορετική σημασ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ορθία). Η λ. και σήμ.
    Όρθιος, κατακόρυφος, στητός: Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 204, Έκθ. χρον. 358, Ορνεοσ. αγρ. 54628· έκφρ. εις το όρθιον ιστάμενος = (προκ. για κορμοστασιά) ορθοτενής, στητός: την πάσαν ηλικίαν του σώματος ανωρρεπή και πολύ εις το όρθιον ισταμένη Δούκ. 13717.
       
  • ορθομάρμαρον  
    το, Hagia Sophia f 59412.
    Από το επιθ. ορθός και το ουσ. μάρμαρον. Η λ. στο Steph., Θησ. (λ. ορθομαρμαρόω).
    Μαρμάρινη πλάκα για επένδυση τοίχου: πληρώσαντες (ενν. οι κτίσται) τας λαμπράς … ορθομαρμαρώσεις κατεχρύσωσε τας τε ζεύξεις των ορθομαρμάρων και τας κεφαλάς των κιονίων Hagia Sophia a 43318.
       
  • ορθομαρμαρώνω. 
    Από το επίθ. ορθός και το μαρμαρώνω. Η λ. (στον τ. ορθομαρμαρόω) το 15. αι. (Steph., Θησ.).
    Επενδύω επιφάνεια με μάρμαρο: τες πτερούγες του ναού έως έξω της αυλής τες ορθομαρμάρωσεν Διήγ. Αγ. Σοφ. 15531· ορθομαρμάρωσεν αυτά εις πάντα και τους πηνσούς και τας στοάς Hagia Sophia k 4833‑4.
       
  • ορθομαρμάρωσις  
    η, Βέλθ. 476, Hagia Sophia a 45215, k 4825 κ.α.
    Από το ορθομαρμαρώνω. Η λ. το 10. αι. (PLP, ΕΕΦΣΠΚ 5, 1989, 187) και σήμ. (στον τ. ορθομαρμάρωση).
    Επένδυση τοίχου με μαρμάρινες πλάκες: οι τοίχοι του (ενν. του Αγίου Βήματος) όλοι γύροθεν, έως απάνω εις το ψηφίον, είναι με ορθομαρμάρωσιν Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 156· Τείχια τού (ενν. του τόπου) έκτισεν λαμπρά μετά τους προμαχώνας| και απέξω ορθομαρμάρωσις φαίνεται από μακρόθεν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1631· τας λαμπράς και περικαλλείς ορθομαρμαρώσεις κατεχρύσωσε Hagia Sophia a 45317.
       
  • ορισμός  
    ο, Καλλίμ. 69, 2036, Διάτ. Κυπρ. 50111, Ελλην. νόμ. 54425, Ασσίζ. 91, 437, Βέλθ. 611, Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.) 2910 (Δωδώνη 8, 1979, 378), Ερμον. πρόλ. 32, Ω 141, Χρον. Μορ. H 780, Χρον. Μορ. P 2339, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 87, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 41, Φλώρ. 836, Απολλών. 255, Λίβ. Sc. 2918, Λίβ. N 3524, Αχιλλ. L 74, Αχιλλ. N 265, Αχιλλ. (Smith) O 101, Ιμπ. 501, Χρον. Τόκκων 3740, Φαλιέρ., Ιστ.2 162, Διήγ. Βελ. χ 14, Μαχ. 47, 1107, Δούκ. 42326, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3430, Διήγ. Βελ. N2 171, Θησ. Β΄ [84], Ch. pop. 804, Χούμνου, Κοσμογ. 299, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 219, Γεωργηλ., Θαν. 495, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 27, Βουστρ. 434, Διήγ. Αλ. V 21, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 145, Ριμ. κόρ. 633, Έκθ. χρον. 301, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [514], Συναξ. γυν. 20, 112, Κορων., Μπούας 53, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 72v, Τριβ., Ρε 123, Πεντ. Αριθμ. XXVII 14, Πεντ. Δευτ. I 26, Πτωχολ. α 173, Μαλαξός, Νομοκ. 365, Αχέλ. 275, Χρον. 307, Χρον. σουλτ. 6629, Ιστ. πατρ. 801, Αλφ. 1029, Πηγά, Χρυσοπ. 119 (29), Δωρ. Μον. XIX, Κυπρ. ερωτ. 624, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 312, Β΄ 290, Γ΄ 91, Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 10, Παλαμήδ., Βοηβ. 213, Ιστ. Βλαχ. 489, Διγ. Άνδρ. 32921, Θυσ.2 24, Στάθ. (Martini) Ιντ. β΄ 49, Ροδολ. (Αποσκ.) Α΄ 438, Ε΄ 366, Βακτ. αρχιερ. 152, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 190, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 139, Δ΄ 47, Ροδινός (Βαλ.) 73, Διακρούσ. 926, Τζάνε, Κρ. πόλ. 17416, Hagia Sophia V 5433, Μπερτολδίνος 169, κ.π.α.· ’ρισμός, Παρασπ., Βάρν. C 458, Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 392.
    Το αρχ. ουσ. ορισμος. Η λ. και σήμ.
    1) α) Διαταγή, εντολή: πράξω και τους ορισμούς και τα προστάγματά σου| και όλα σου τα βουλεύματα ετοίμως να πληρώσω Φλώρ. 173· Εμίσεψεν ο δουλευτής και μετά μέρες σώνει| στη χώρα, και τ’ αφέντη του τον ορισμό πλερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 786· (ως σύστ. αντικ.): αν έμελλε (ενν. ο πανιέρης) να ορίσει άλλον ορισμόν, έβγαινεν το μεσομέριν και δεν τους εγύριζεν ως τη νύκταν Μαχ. 65420· τον ορισμόν, τόν όρισεν (ενν. ο πρίγκηπας), θέλω να τον πληρώσω Χρον. Μορ. P 4473· (προκ. για το Θεό, τους αγίους ή την εκκλησία): Ούτως γαρ ένι πρόσταγμα και ορισμός Κυρίου Πένθ. θαν.2 631· επειδή εχάλασες τον ορισμόν (έκδ. οργισμόν· διορθώσ.) των αγίων και την οδόν του Θεού, … ουκ εί Χριστιανός Ναθαναήλ Μπέρτου, Ομιλίαι IX 63· δεν είναι μοναστήρι οπού να έχει κανένα παιδευμένον άνθρωπον, εις τον οποίον να ξομολογούνται και να φυλάγουσι τον ορισμόν της εκκλησίας Ροδινός (Βαλ.) 143· (προκ. για τον προφήτη Μωάμεθ): διά να φυλάγει τον ορισμόν του προφήτου εκατεφρόνησεν την βασιλικήν δόξαν Διγ. Άνδρ. 32719· β) έγγραφη διαταγή: άνοιξε τον ορισμόν του ρηγός και τον εδιάβασαν, ότι να τον έχουν διά μπάιλόν τους και γοβερναδόρον, να του δίδουν όλα τα συνηθισμένα τέλη τα αφεντικά και να τον τιμούν και να τον έχουν όλοι καθώς να ήτον και το πρόσωπον αυτού του ρηγός Δωρ. Μον. XLI· απέστειλεν (ενν. ο Σουλτάν Σουλεϊμάνης) αυτόν (ενν. τον καπετάνιο της αρμάδας) μετά φοβερού ορισμού εις την Χίο προς τους πρώτους του τόπου και εις όλον τον λαόν, ίνα καθώς ιδούν και αναγνώσουν τον ορισμόν της βασιλείας αυτού να του παραδώσουν το κάστρον καθώς είναι με τες σκευές και με άλλα άρματα Κώδ. Χρονογρ. 49 δις· εγράψαμεν ορισμούς εις πάντας τους εν τῃ περιοχῄ της Ανδρούσης, … ίνα έλθωσι μετά αρμάτων και των πλειόνων ανθρώπων της αρχής ενός εκάστου αυτών Σφρ., Χρον. (Maisano) 4219· (στην έκφρ. γραφή ορισμός): του (ενν. του Σελίμη) έστειλε (ενν. ο σουλτάνος) γραφή ορισμό με την βούλλα του ότι να ’ρθει εις την Πόλη Χρον. σουλτ. 1384· γ) έγγραφο με το οποίο παραχωρούνται δικαιώματα ή προνομιακή μεταχείριση, παραχωρητήριο: εγώ βασιλεύς σουλτάν Μεχεμέτης διά του παρόντος μου εγγράφου ορισμού κάμνω ψυχικόν εις τον βασιλέαν της πόλης Κωνσταντίνον τον Παλαιολόγον και εις τους άρχοντας αυτού να τους δώσω … να έχουν διά να ζουν ευημερημένα ως άρχοντες, να έχουν αναπαύσεις και δούλους …· τον δε επίλοιπον λαόν θέλω ότι να είναι ελεύθεροι από πάσαν εγγαρείαν και βάρος τινός Ιστ. πατρ. 16716· ως είδε ο σουλτάνος την δουλοσύνην αυτών (ενν. των Κορωναίων), εδέκτη τους με μεγάλην ευσπλαχνίαν και αγάπην και ορισμόν τούς έδωσε ότι να είναι ελεύτεροι από άπασαν εγγαρείαν. Και ούτως εγράφτη ο ορισμός εις την ώρα εκείνην Χρον. σουλτ. 13332, 33· δ) νομική διάταξη: Διά του συνμπαμού και διά τους αρχηγούς εθεσπίστην, ότι πάντες οπού ένι υποταχτικοί της αφεντίας της Ρώμης εντέχεται να ζιουν με ειρήνη και με ανάπαυσιν, και διά τούτον ένι διαφεντεμένον όλους εκείνους εις την αφεντίαν της βασιλείας των Ιεροσολύμων, ότι κανείς να μηδέν σηκώνει ταραχήν κατά τον άλλον και πολεμώντα του άδικον και αγανάκτησιν ού χωριατοσύνην, αμμέ να συνηθίζουν και να κρατούν καλήν αγάπην μέσο τους· και είτινες θελήσουν να παν κατά πρόσωπα τούτους τους καλούς ορισμούς … Ασσίζ. 45430. 2) α) Εξουσία, κυριαρχία σε τόπο: ο βασιλεύς, οπόταν γυρεύει να επάρει πολύν ορισμόν και κάστρη και χώρας, τον εδικόν του και ηγαπημένον ενεμπιστεύεται Διήγ. Αλ. V 29· (μεταφ.): αφ’ την θνήσιν την κακήν τα σπίτια εβρωμίσαν·| τόσον καιρόν να βρίσκουνται κλεισμένα, βουλλωμένα,| κι απ’ ορισμόν της σανιτάς να ’ναιν διαυθεντεμένα Γεωργηλ., Θαν. 71· β) εξουσία, δικαιοδοσία: Τον Πέντε-Βόιον εις εξουσιάν, είτα σ’ ορισμόν του (ενν. του πάπα),| εις χείρας του τον έδωκεν (ενν. ο Μερκούριος) ως σκλάβον εδικόν του Κορων., Μπούας 72· Φαίνεταί σου διά τες αφορμές όπου λαλείς να μείνομεν εις τον ορισμόν σου και εις την αφεντίαν σου; Το ποίον παρακαλώ να μηδέν γενεί Μαχ. 60013· (μεταφ.): αφήννω ’δά στον ορισμόν σου| όλον τον εμαυτόν μου, αγγέλισσά μου Κυπρ. ερωτ. 223. 3) α) Θέληση, επιθυμία: ει μεν και βούλει, βασιλεύ, και έναι ορισμός σου,| ορίσε να μου δώσουσιν εμέναν την κιθάραν Απολλών. 218· Θεέ μεγαλοδύναμε, αν είναι ορισμός σου (παραλ. 1 στ.), … δος σ’ αυτούς τα σπίτια τους, δος και τα πατρικά τους Διακρούσ. 1147· Πατήρ μου, αυθέντη θαυμαστέ …,| τον ορισμόν, το θέλημαν τό έχρηζες έποικά το Ιμπ. 451· «Κρατώντα το, κυράτσα μου, το λαμπιρό σου χέρι| από τα πλια ακριβότερα μέλη μού θέλει φέρει».| Και με την άλλην άπλωσα και πιάνω το λαιμόν της| και προς εμέν την ήφερα δίχως τον ορισμόν της Φαλιέρ., Ιστ.2 448· Τούτην δέ οπού με ερωτάς (παραλ. 1 στ.), αν έναι ο ορισμός σου να την πάρεις,| εις γυναίκα να την πάρεις,| κέρατα θέλουν φυτρώσει| στην αυλήν της βασιλείας σου Πτωχολ. (Κεχ.) P 247· β) καλή, φιλεύσπλαχνη διάθεση: Εγώ παρακαλώ τον ορισμόν του (ενν. του χάρου)| για να λευτερωθώ τέλεια ’πό κείνον| απού μ’ έκαψεν πια παρά κανέναν Κυπρ. ερωτ. 149. 4) α) Άδεια, συγκατάθεση: εσηκώθην ένας αμιράς και λαλεί του σουλτάνου: «Δος μου ορισμόν εμέν του δούλου σου να σου συντύχω· παρακαλώ πολλά την μεγάλην σου αφεντίαν έμπροσθεν τους αμιράδες σου να μου ακούσεις» Μαχ. 18224· η τάμε Μαρία τε Πλισίε διά το θαύμαν τό είδεν εις την αδελφοτέκνην της και διά να κατευοδωθεί ο άντρας της … εζήτησεν με όλην της την καρδίαν του ρηγός να της δώσει ορισμόν και τόπον να κτίσει ναόν του Τιμίου Σταυρού απού γης Μαχ. 6833. Τα παιδία εκείνους τους ανθρώπους οπού δαιμονίζουνται οι γονείς αυτών, εάν θελήσουν τα παιδία να ορμαστούν, ημπορούν να ορμαστούν δίχως να επάρουν τον ορισμόν τούς γονείς αυτών Ελλην. νόμ. 52620· Εάν η γυναίκα υπάγει μετά ξένων ανθρώπων εις παραδιάβασιν ή να μείνει έξω του οίκου της άνευ του ορισμού του ανδρός αυτής, χωρίζεται Ελλην. νόμ. 5384· έκφρ. με τον ορισμόν σου = εφόσον το εγκρίνεις (πβ. σημερ. φρ. «με την άδειά σου/σας»): Αύριον το πρωί θέλω με τον ορισμόν σου να καβαλικεύσω να έλθω να πολεμήσω άλλην μίαν φοράν, διά να εγνωρίσεις καθαρότερα την μάθησιν οπού έχω εις τον πόλεμον Διγ. Άνδρ. 39332· β) άδεια αναχώρησης: Οι μαντατοφόροι ευκαρίστησάν του (ενν. του ρήγα) πολλά από το καλόν θέλημαν όπου τους εποίκεν και επήραν ορισμόν και επήγαν εις το Κάργιος Μαχ. 15827· έδωκέν τους (ενν. ο ρήγας τούς μαντατοφόρους) ορισμόν να στραφούν εις την Αμόχουστον και να ποίσουν το ταξίδιν τους Μαχ. 1789· γ) άδεια άσκησης επαγγέλματος: αν ευρεθεί (ενν. ο ξενικός ιατρός) άξιος να γιατρέψει, ο επίσκοπος να του δώσει ορισμόν απώδε και ομπρός να γιατρεύγει όπου θέλει εις την χώραν Ασσίζ. 4382· αν γίνεται ότι κανείς γιατρός γιατρέψει εις την χώραν άνευ ορισμού, η αυλή εντέχεται να ποιήσει να τον πιάσουν και να τον κιβεντίσουν έξω της χώρας Ασσίζ. 4387. 5) Λόγος, ομιλία, κουβέντα: «Είτιναν εύρω όπισθεν τρεπόμενον και φεύγει| … να τον διχοτομήσω».| Επαίνεσαν τον ορισμόν του θαυμαστού Αχιλλέως| και πάντες προσεκύνησαν Αχιλλ. O 170. Φρ. 1) Βγαίνω εκ τον ορισμόν κάπ. = παρακούω κάπ., απειθώ σε κάπ. (Πβ. και βγαίνω 27): Καλώς τη θυγατέρα μου την πολυαγαπημένη,| οπού ποτέ εκ τον ορισμό τ’ αφέντη τση δε βγαίνει Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Ε΄ 328· Μόνον διά την παράβασιν εκείνην, τήν εποίκα,| εκ του Θεού τον ορισμόν κι υπακοής εβγήκα Χούμνου, Κοσμογ. 310. 2) Δίδω ορισμόν, βλ. δίδω I Α΄ 12 φρ. 3) α) Είμαι αποκάτω τον ορισμόν σου, βλ. αποκάτω (I) 3 β φρ.· β) είμαι εις ορισμόν (κάπ.), βλ. είμαι Γ΄ 4· γ) είμαι εις τους ορισμούς (κάπ.) = (προκ. για πράγμα) είμαι στη διάθεση κάπ.: Η αγιοσύνη σου, παπακυρ Ιωάννη πέμψε μου με τον άνθρωπον αυτόν το βιβλίον του αγίου Αθανασίου, και πάλιν, αν το χρειασθείς ποτέ, είναι εις τους ορισμούς σου, επειδή τα των φίλων και είναι και λέγουνται κοινά Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. (Στεφ.-Παπατρ.) 11211· δ) είμαι του ορισμού κάπ. = ανήκω στην εξουσία κάπ.: και η ψυχή και το κορμίν έναι του ορισμού σου Αχιλλ. N 1545. 4) Κάνω ορισμόν, βλ. κάμνω Φρ. 5) Περνώ τον ορισμό (του Κυρίου) = παραβαίνω τις εντολές (του Κυρίου): δεν ημπορώ να περάσω τον ορισμό του Κυρίου να κάμω καλό γή κακό από τη καρδιά μου· το ος να συντύχει ο Κύριος αυτό να συντύχω Πεντ. Αριθμ. XXIV 13. 6) Ποιώ ορισμόν = διατάζω: ο αμιραλλής εγύρισεν και είπεν του ρηγός: «Ανέν και θέλει να πάγει ο θείος σου ο κοντοστάβλης εις τες δουλλειές σου απού τον πέμπεις με το κάτεργον το δικόν σου, ποίσε ορισμόν να το πάρει Μαχ. 52017.
       
  • ορκιόλιον  
    το.
    Από το ουσ. ορκίολος ο (ή ορκίολον το) (L‑S Suppl.) και την κατάλ. ‑ιον. Η λ. το 12. αι. (Sophocl.).
    Δοχείο νερού: Εποίησε δε (ενν. ο βασιλεύς) και σκεύη ολόχρυσα των δώδεκα εορτών άλλα και άλλα, από τε ευαγγελίων ιερών, χερνιβοξέστων ορκιολίων, δισκοποτηρίων Hagia Sophia a 45917.
       
  • ορνίθιον  
    το, Ορνεοσ. αγρ. 56427, Μαχ. 44623 (πληθ. ορνιθία), Βουστρ. 447 (πληθ. ορνιθία), Hagia Sophia ψ 61723, Βίος Δημ. Μοσχ. 646, Διγ. Άνδρ. 40019, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 60· αρνίθι, Τζάνε, Κρ. πόλ. 4186, 42511, 42612· ορνίθι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 219 χφφ LA κριτ. υπ., Ιατροσ. κώδ. χκα΄, Γαδ. διήγ. 240, Αλεξ. 207, 213, Αιτωλ., Μύθ. 234, 1351, Κανον. διατ. (Χριστοδούλου) Α 1073, 1371, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 35r, Διήγ. πανωφ. 58· ορνίθιν, Προδρ. (Eideneier) IV 471, Ασσίζ. 45026, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 220, 399.
    Το αρχ. ουσ. ορνίθιον. Ο τ. ορνίθι στο Somav. (λ. όρνιθα). Οι τ. και σήμ. ιδιωμ. (Ηλιούδης, ΛΔ 15, 1985, 264, Παπαδ. Α., Λεξ., λ. ορνίθιν και Πλατάκης, Κρητολ. 10-11, 1980, 91).
    1) Πουλί (γενικά): Διγ. (Trapp) Gr. 3973· Ορνίθι να κιλαδεί όντα βάλεις (έκδ. φάλεις· διορθώσ.) να ψήνεται Ιατροσ. κώδ. χκθ́΄. 2) Κοτόπουλο, κότα: Ιερακοσ. 38033· ο καρκατζάς απήρξατο υβρίζειν το ορνίθιν Πουλολ. (Τσαβαρή)2 219· με τα κατσιά δικάζεται (ενν. ο γέρος), μαλώνει με τ’ αρνίθια Περί γέρ. 107. Η γεν. πληθ. ως τοπων. (αν δεν πρόκ. για αρσ. Ορνίθιοι): Μαχ. 5010, 25332 (Για το πράγμα βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 75] και Σπυριδ., ΕΕΒΣ 23, 1953, 186).
       
  • οσπίτιον  
    το, Λίβ. P 2721, Notizb. 15067, Rechenb. 61 Βησσ., Επιστ. 285, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3820, Byz. Kleinchron. A΄ 829, 2066, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15416, Ιστ. πατρ. 8212, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Διγ. Άνδρ. 33914, 4028, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7232, Hagia Sophia ω 51214, 5146, κ.α.· εσπίτιν, Ασσίζ. 1010, 10829, 23329, 2435, Μαχ. 38611, 61014, κ.α.· ισπίτι, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1640, 2280· ισπίτιν, Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401 κριτ. υπ., Λίβ. Esc. 224, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 1647, 3135, Απαρν. 14· οσπίτι, Χρον. Μορ. H 1419, 2060, 6039, Χρον. Μορ. P 2922, 5663, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 11913, Ιστ. πατρ. 13713, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 124, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38v, 82v, κ.α.· οσπίτι(ν), Αχιλλ. N 657, Χρον. Τόκκων 302 (γεν. εν. οσπίτι), μετά στ. 640, 642, 2797, 2801, Επιστ. Μωάμ. 674, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 177, Δωρ. Μον. XXIX, Βακτ. αρχιερ. 162· οσπίτιν, Σπαν. (Ζώρ.) V 337, 505, Προδρ. (Eideneier) I 28, 75,152, II 42 χφ Η κριτ. υπ., Διάλ. Ευθυμ. 131β400, 401, 404, Ελλην. νόμ. 52914, Ασσίζ. 39416, 47322, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 127, Πτωχολ. α 550, κ.α.· οσπίτι(ο)ν, Σπανός (Eideneier) Α 183, D 1752, Πανάρ. 6924, Χειλά, Χρον. 351, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1584, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 339r, Κώδ. Χρονογρ. 617, Χρον. σουλτ. 9224, Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 5416, Lettres 1453 876, κ.α.· σπίτι, Βησσ., Επιστ. 262, Διγ. Z 3422, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 220, Απαρν. 16, Θησ. Β΄ [875], Χούμνου, Κοσμογ. 608, Αλεξ. 2268, Συναξ. γυν. 632, Κορων., Μπούας 48, Βεντράμ., Γυν. 142, Πεντ. Γέν. VIΙ 1, Έξ. I 21, Αρ. III 24, Δευτ. XIX 1, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 195v, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 1049, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 7121, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 55, Μεταξά, Επιστ. 4733, 35, Στάθ. (Martini) Β΄ 97, Ιντ. α΄ 39, Ιντ. κρ. θεάτρ. Α΄ 100, Βακτ. αρχιερ. 140, Λίμπον. 486, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 382, Διακρούσ. 7812, 11615, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16315, 17914, 40822, Hagia Sophia v 54310, f 5858, κ.π.α.· σπίτι (ν), Ντελλαπ., Ερωτήμ. 2602, Αχιλλ. L 1036, Χρον. Τόκκων 1310, Byz. Kleinchron. A΄ 21017, 5084, Βεντράμ., Φιλ. 341, Δωρ. Μον. (Hopf) 239, Σεβήρ., Διαθ. 192, κ.α.· σπίτιν, Προδρ. (Eideneier) III 273-72 χφφ ΡΚ κριτ. υπ., Ασσίζ. 64, 7320, 23221, 48129 (έκδ. ‑ις), Ιατροσ. 23162, 165, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 601, Σπανός (Eideneier) Α 28, Χρον. Μορ. P 5094, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 215, 217, Σαχλ., Αφήγ. 230, Απολλών. 483, Χρον. Τόκκων 1174, Μαχ. 18411, 36214, Θησ. Ζ΄ [353], Άσμα σεισμ. 24, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 251, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 348 (πληθ. σπίδια), Πηγά, Χρυσοπ. 233 (6), Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 448, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14v, Ροδολ. (Αποσκ.) Δ΄ 563, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 696, κ.π.α.· σπίτι(ο)ν, Σπαν. O 101, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 400, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 945, Εκλογής χειρόγρ. 24710, Αιτωλ., Βοηβ. 122, Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄, Σουμμ., Ρεμπελ. 16923, Βακτ. αρχιερ. 26· σπίτιον, Αρσ., Κόπ. διατρ. [747], Διγ. Άνδρ. 34722, 35716, 36014, Διαθ. Νίκωνος 226, Βακτ. αρχιερ. 159, 167, 170, Μπερτόλδος 8, 15.
    Από το λατ. hospitium. Ο τ. εσπίτιν και σήμ. στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. ισπίτι σε βυζ. παροιμ. (Πολ. Ν., Επετ. Παρνασσ. 2, 1898, 118) και σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 35) και ισπίτιν σε έγγρ. του 16. αι. (Bakk.-v. Gem., Κρητολ. 6, 1973, 53, Μανούσ., Μεσ. Ν. Ελλ. Δ΄, 1992, 19). Ο τ. οσπίτι σε έγγρ. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 27, 1984, 372) και σε γράμμα (Κυρίλλ., Επιστ. 1413) του 17. αι. Ο τ. οσπίτιν σε παπυρ. του 6.-7. αι. (Kaps., Vorunters. 98 και Ανδρ., ΕΕΒΣ 14, 1938, 533) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν). Ο τ. οσπίτι(ο)ν στο Lampe, Lex., λ. οσπίτι(ον), οσπήτιον. Ο πληθ. σπίδια σε κυπρ. ποιήμ. (Παπαδ. Θ., Κυπρ. Σπ. 36, 1972, 10866, 41, 1977, 20553) όπου και άλλοι τ. της λ. Ο τ. σπίτι από τον 5. αι. (Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1), τον 8.-9. αι. (Lampe, Lex., λ. σπίτι) και σήμ. Ο τ. σπίτι(ν) και σήμ. στη Ρόδο (Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. σπίτι(ν)). Ο τ. σπίτιν στο Meursius (λ. σπήτιον) και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Σακ., Κυπρ. Β΄ 545 και 794, λ. σπίτιν). Ο τ. σπίτιον στο Meursius, λ. σπήτιον. Πληθ. χωσπίτια σε επιστ. του 17. αι. (Μαυροειδής, Δωδώνη 7, 1978, 15079) και σπίθια σε ποιήμ. (Τραγ. Αληδ. 112, 217, 299, 364, 368, Κρ. δημ. τραγ. XVI). Διάφ. τ. της λ. σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. οσπίτιν, Ανδρ., Ελλην. 29, 1976, 232). Η λ. σε παπυρ. του 4.-5. αι., σε Σχόλ. και στη Σούδα (L‑S Suppl.)· βλ. και Lampe, Lex., λ. σπίτι και Τριαντ., Άπ. 1, 25 σημ. 1.
    1) α) Σπίτι, κατοικία κάθε είδους: τους βγάνουν απ’ τα σπίτια τους (ενν. οι Τούρκοι τους χριστιανούς) κι εκείνοι κατοικούσιν Διακρούσ. 10921· το τέτοιον και παράξενον του Έρωτος το σπίτιν Λίβ. Esc. 285· Πρεπό ’τονε να στρέψομε σπίτι συντροφιασμένες,| καθώς κι αποδεκεί ’μεστα κι οι δυο μας μισεμένες Πανώρ. Β΄ 423· (στον πληθ. αντί εν.): αν γεννήσει (ενν. η γυναίκα μου) παιδίν αρσενικόν και ζήσει και πανδρευθεί, αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ Διαθ. Ακοτ. 146· Ήξευρε, πατέρα, ότι ήμαθα και ήλεγες να εβγάλεις την νύφην σου από τα σπίτια της, α μου έρθει τίβοτας Γράμμα κρ. διαλ. 7· εκφρ. (1) έξω σπίτια, βλ. έξω 4β· (2) σπίτι ανοιχτό, βλ. ανοιχτός 1α1 εκφρ.· β) (συνεκδ.) πρόχειρο κατάλυμα, (εδώ) στρατιωτικό κατάλυμα: πριν τότε δε αυγερινού ’κ το σπίτι του εξέβη Κορων., Μπούας 60· εγώ ήλθα εις την ντέντα μου, εκείνη (ενν. η Μαξιμώ) δε πάλιν υπήγεν εις το οσπήτιόν της Διγ. Άνδρ. 3948. 2) (Στον εν. και τον πληθ.) παλάτι, αρχοντικό: μετ’ αυτόν επέζεψαν εις του ρηγός το σπίτι Χρον. Μορ. H 6434· τες νύκτες εβλέπαν τες πόρτες του σπιτίου τού κοντοστάβλη Μαχ. 37421· ο ρήγας επήγε ν’ αλλάξει τα φορήματά του εις τα σπίτια του σιρ Τεμένζ Πετρέ, πουρζέζης της Αμοχούστου Μαχ. 31213· έκφρ. οσπίτια της αφεντίας = παλάτι: όρισεν (ενν. ο μισίρ Ντζεφρές, ο μπάιλος του Μορέως) κι αππλικέψαν τον στης αφεντίας τα οσπίτια Χρον. Μορ. H 2317. 3) Κατάλυμα ζώου, φωλιά: εις ένα σπίτιν όμορφον να πα να κοιμηθούμε (ενν. ο λύκος και η αλουπού) Γαδ. διήγ. (Pochert) 15e· στρέφουνται (ενν. πάσα πτηνόν) ποιον στο σπίτιν ποιον στο δάσος Κυπρ. ερωτ. 1065. 4) Τμήμα σπιτιού α) δωμάτιο (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ σ. 92]): εφέραν μίαν μεγάλην σανία … γεμάτην μαργαριτάριν χοντρόν και πέτρες ατίμητες … και εχένωσεν εις την γωνίαν του σπιτίου Μαχ. 8218· β) υπνοδωμάτιο: το οσπίτιον δε τούτο, όπερ ανεπαύοντο οι βασιλείς, κείται κατά την αριστεράν πλευράν του ναού Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 224· γ) κεντρική αίθουσα θρόνου σε παλάτι: Ο Δάρειος εκάθισεν εις ένα θρονίν υψηλόν … Ήσαν στύλοι εις τες τέσσερεις κόχες του σπιτίου Διήγ. Αλ. G 2762· δ) βασιλικά διαμερίσματα: συνηθείας και τάξεως ούσης εις τα των βασιλέων οσπίτια ότι του πατρός οι κελιώται να χωρώσι και εις τα κελία των υιών αυτού Σφρ., Χρον. (Maisano) 348· ε) πάτωμα σπιτιού: γράψον τούς … ψαλμούς με το αίμαν του μαύρου πετεινού και χώσε το εις το σπίτιν να περιπατούν απάνω Σταφ., Ιατροσ. 23. 5) Οικογένεια, φαμελιά: είναι (ενν. οι πραγματευτάδες) άνθρωποι ξένοι … και τρέφουσι τα σπίτια τους με μόχθους και με κόπους Ιστ. Βλαχ. 2156· ο Ιωάννης να δίδει κάθα χρόνον … υπέρπυρα δώδεκα εις έξι οσπίτια καλών ανθρώπων Διαθ. Ακοτ. 147· Εξ εμού του γράψαντος Αλεξάνδρου του υιού σου,| να σ’ εύρει η γραφή καλά με όλους του σπιτιού σου Αλεξ. 2680· έκφρ. (άνθρωπος) του σπιτιού = αυτός που ανήκει στην υπηρεσία κάπ.: Ακόμη εδώσανε άλλα εκατό ρεάλια ενού ανθρώπου του σπιτιού τού άνωθεν πρεβεδούρου Σουμμ., Ρεμπελ. 16728· Γυναίκα είχε κάποιος κακόγνωμην στους τρόπους,| κι εμίσα του σπιτίου της τους άλλους τους ανθρώπους Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 932· είπεν ο Αβραάμ προς το σκλάβο του, πρωτόγερος του σπιτιού του οπού ’ξουσιάζει εις όλο ος αυτουνού Πεντ. Γέν. XXIV 2· εκφρ. (1) γέννημα του σπιτιού, βλ. γέννημα(ν) 1β· (2) σπίτι γονεού ή γονεών, σπίτι … πατρικόν = η οικογένεια στην οποία γεννιέται κάπ., η πατρική οικογένεια: σηκώσετε το λογαριασμό όλης της συναγωγής παιδιά του Ισραέλ από υιόν είκοσι χρόνος και απάνου εις σπίτι των γονεών τους Πεντ. Αρ. XXVI 2· μεγαλωσιάνος σπίτι γονεού τού Γερσονι Ελιασερ υιός τού Λαέλ Πεντ. Αρ. III 24· βουτάς … και τρώγεις την (ενν. την αθερίνα) ολώμην| ως έμαθες στο σπίτιν σου, πτωχή, εις το πατρικόν σου Πουλολ. (Τσαβαρή)2 349· (3) υιός του σπιτιού = οικογενής, αυτός που γεννήθηκε από γονείς στην υπηρεσία κάπ.: ιδού εμέν δεν έδωσες σπορά, και ιδού ο υιός του σπιτιού μου κλερονομάει εμέν Πεντ. Γέν. XV 3· (4) ψυχές του σπιτιού = υπηρέτες: επήρεν ο Εσαύ τις γεναίκες του και τους υιούς του και τις θεγατέρες του και όλες τις ψυχές του σπιτιού του και το ζωντόβολό του Πεντ. Γέν. XXXVI 6. 6) Το αφεντικό, ο κύριος του σπιτιού: τοιούτον άνθρωπον ακόμη| άλλο οσπίτι μη τον έχει Πτωχολ. α 281· ΔΑΣΚΑΛΟΣ: Η ομορφιά με σκλάβωσε η τόση της κεράς σου| κι ήθελα να την ήκαμες …| δυο λόγια να μ’ αφουκραστεί, … (παραλ. 13 στ.) ΦΟΛΑΣ: Πού τό ’βρηκες το τόλαρο; ΠΕΤΡΟΥΤΣΟΣ: Λόγο να πω στο σπίτι| μου το ’δωσε ο Δάσκαλος, κι επιάσε με μεσίτη Στάθ. (Martini) Β΄ 193· έκφρ. κυρά του οσπιτίου, βλ. κυρά 6 έκφρ· 7) (Με τα επίθ. καλός, μεγάλος) επιφανής οικογένεια ή καταγωγή: ήτον (ενν. ο σερ Τζονάν Αρόνιος) απού καλόν σπίτιν, Κατελάνος, και ο ρήγας εποίκεν του πολλά καλά Βουστρ. 479· άλλοι είναι από τα Χανιά, από μεγάλο σπίτι·| και αρχόντισσες ευγενικές εις διακονιάν γυρίζουν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2336. 8) α) Βασιλικός «οίκος», δυναστεία: Ο δε μακαρίτης και αυθέντης μου ο βασιλεύς τι ουκ έπραξε κρυφίως και φανερώς προς βοήθειαν του οσπιτίου αυτού και των Χριστιανών ή της ζωής αυτού; Σφρ., Χρον. (Maisano) 14021· β) βασιλική «αυλή»: εν Κερκύρᾳ μετά της βασιλίσσης μείνω, άρχων του οσπιτίου αυτής Ψευδο-Σφρ. 5507· εγώ από τε του ελέους τού … Θεού, από τε της λύπης …, από τε της αταξίας πάντων των του οσπιτίου αυτού ανήκοος εγενόμην Σφρ., Χρον. (Maisano) 16824· γ) βασίλειο: επλήγωσεν ο Κύριος το Φαρώ πληγές μεγάλες και το σπίτι του ιπί αφορμή της Σαραί, γεναίκα του Αβράμ Πεντ. Γέν. XII 17· από της λύπης ήθελεν γενείν και ασθενέστερος και ολιγοχρονιότερος (ενν. ο αμιράς)· και μέσον τούτου ήθελεν αναρρωσθήναι και το οσπίτιον εκείνο Σφρ., Χρον. (Maisano) 1084. 9) α) Έθνος, φυλή: τα πρόβατα τα χαμένα του σπιτίου του Ισραήλ Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. ι΄ 6· ανήρ από το σπίτι του Ισραέλ Πεντ. Λευιτ. XVII 8· (εδώ προκ. για μια από τις 12 φυλές του Ισραήλ): εδιάβην ανήρ από το σπίτι του Λεβί και επήρεν τη θυγατέρα του Λεβί Πεντ. Έξ. II 1· β) (συνεκδ.) ο λαός, οι πολίτες ενός έθνους: έκραξαν το σπίτι του Ισραέλ το όνομά του Μαν Πεντ. Έξ. XVII 31· έκφρ. τα σπίτια τούς λας, βλ. λαός 3γ έκφρ. γ. 10) Πατρίδα: εστράφην εις το σπίτιν του, στων Αθηνών την χώρα Βεντράμ., Φιλ. 26· επίστρεψαν όλοι οι Ιουδαίοι εις τα σπίτια τους εις την Ιερουσαλήμ Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 212r. 11) Σπιτικό, νοικοκυριό: Ταύτα δε πάντα (αναφ. σε φαγητά) χρήζουσι κατ’ έτος εις το οσπίτιν| και πλούσιοι και πένητες … Προδρ. (Eideneier) II 73· Εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου Προδρ. (Eideneier) I 90. 12) Περιουσία: Ορίζει ο νόμος και η ασσίζα ότι ο αυθέντης ένι κρατημένος να πλερώσει όλα, και ας βλέπεται ο καθές καλά ποταπού ανθρώπου δίδει το εσπίτιν του Ασσίζ. 1601· ας βλέπεται καλά πάσα άνθρωπος ποταπού ανθρώπου παραδίδει την εμπαλίαν του εσπιτιού του Ασσίζ. 41117. 13) Κτήριο, οικοδόμημα, οίκημα: έλεγε (ενν. η γυναίκα που ταυτίζεται με την πατρίδα): «να βουλίζανε κι εις τ’ άκταφα να πάσι| τα σπίτια και το πέλαγος εμένα να σκεπάσει …» Τζάνε, Κρ. πόλ. 17811· την χώραν την αφάνισεν που κάτω που τον πάτο,| τα σπίτια και τα τείχη της έβαλεν άνω κάτω Παλαμήδ., Βοηβ. 198· έβαλε (ενν. ο ρε Λέουν) να πλερώννουν δέκατον το ρέντον τούς καβαλλάρηδες και παροίκους και ελευθέρους, και όλα τα σπίτια της Λευκωσίας, φούρνους, μύλους, λουτρά Μαχ. 60633. 14) α) Μοναστήρι: ημείς, αυθέντα, οι καλόγηροι, oπ’ ευρισκόμεσθεν εις αυτό το μοναστήριον, ήλθομεν να σε προσκυνήσομεν … να γλυτώσεις με την ευσπλαγχνίαν σου τούτο το σπίτι, όπου λέγεται και είναι οίκος Θεού Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 194· πάντες (ενν. οι μοναχοί) εσηκώθησαν, εφύγασιν αυτίκα,| ελπίζοντες ότι χαλά το σπίτιν να τους πνίξει Προδρ. (Eideneier) III 253 χφ Ρ κριτ. υπ.· β) οίκημα στη δικαιοδοσία μοναστηριού: Εάν γένηται ότι είς άνθρωπος κανονισμένος οπού ένι αρχηγός ή οικονόμος ή οριστής και διδοί, ήγουν νοικιάζει σπίτια ή εις έφυτα και έρχεται και αγκαλεί εις την αυλήν Ασσίζ. 9322‑3· ο μέγας μάστορος να ορδινιάσει τοιούτον αδελφόν εμπαλήν επάνω εις τα σπίτια Ασσίζ. 9413· Εάν γίνεται οτι είς άνθρωπος οπού ένι της ευσεβείας, οπού ένι μαΐστορος ού κουμεντούρης ενού εσπιτίου Ασσίζ. 34317· γ) έκφρ. σπίτι ασκητικό = ασκητήριο, σκήτη: Έδωκε και τους κληρικούς κελλία τριγύρου από την εκκλησίαν κατά την τάξιν τους. Έδωκε και τες ψάλτριες σπίτια ασκητικά Hagia Sophia f 59728. 15) α) Λατρευτικός χώρος, οικοδόμημα αφιερωμένο στη λατρεία του Θεού: λεγόντων ημών των χριστιανών προς υμάς: «Πόθεν απέρχεσθε και προσκυνείτε;» Λέγετε δε υμείς ότι «Εις του Θεού το οσπίτι» Διάλ. Ευθυμ. 131α399, 403· (εδώ προκ. για το ναό της Αγ. Σοφίας): να σε δοξάζουν (ενν. Θεέ) ασεβείς στο άγιόν σου σπίτιν,| απέσω στην Αγιάν Σοφιάν, στα άγια των αγίων; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 154· (εδώ προκ. για το όρος Χωρήβ, στη χερσόνησο του Σινά): Ο δε των πάντων Βασιλεύς Θεός … εδιάλεξε τούτο το αγιότατον όρος· το οποίον έκαμε σπίτι και παλάτιόν του με το να φανεί εις αυτό και να δώσει … τον Νόμον, λέγω, των δέκα εντολών Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 48· β) (προκ. για εβραϊκή συναγωγή): μη φέρεις δώσμα κούρβας και τιμή σκυλιού σπίτι του Κυρίου του Θεού σου εις παν τάγμα Πεντ. Δευτ. XXIII 19· γ) (προκ. για τον τάφο του Μωάμεθ στη Μέκκα): ει μεν επαναπαύεται ο Θεός εν τῳ οσπιτίῳ εκείνῳ και μόνῳ, εξ ανάγκης ην και φοβερόν μυστήριον εν τῳ τόπῳ Διάλ. Ευθυμ. 131407. 16) α) Ξενοδοχείο: FILOCRATE: Πού στέκει ο Δημόφιλος ο μέγας ξενοδόχος; (παραλ. 32 στ.) CALONIDE: (παραλ. 1 στ.) … μ’ ερωτάς διά τον πενθερόν μου.| Ημείς έναι καιρός πολύς όπου κανένα ξένον| εδέχθημαν στο σπίτιν μας Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 50· Έχω και φόβον ου μικρόν να πάγω εις άλλο σπίτιν,| ότι βαστώ πολύτιμα λιθάρια και χρυσάφιν Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 71· β) ξενώνας φιλοξενίας (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 135): ευθύς επρόσταξε (ενν. ο αυθέντης του Μπουκουρέστι) σπίτια να ετοιμάσουν| σ’ αυτά να τους πεζεύσουσι και να τους αναπαύσουν Μαρκάδ. 695· γ) ξενώνας φιλανθρωπικός (Για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ 2, 130 κε.): σπίτιν και απαντοχή να καλυβιστούν, να πέσουν| ξένοι τινές αιχμάλωτοι … Γεωργηλ., Θαν. 610. 17) (Εδώ) η κιβωτός του Νώε (Για τη σημασ. βλ. Τσαβαρή [Πουλολ.2 σ. 405]): Ηξεύρεις, όταν ήμεθεν εις ένα σπίτι οι δύο| έναν αυθέντην είχαμεν (ενν. το Νώε) Πουλολ. (Τσαβαρή)2 535. 18) Αποθήκη: έχεις (ενν. ασβέστην) ένα σπίτιον γεμάτο Διαθ. Νίκων. 22623· έκφρ. του σιταριού το σπίτι = αποθήκη σιταριού: Ήσωσεν ο Ρωτόκριτος στου σιταριού το σπίτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Γ΄ 573. 19) Μαγαζί, (εδώ) φούρνος, αρτοποιείο: Ως γαρ εδιέβαινα προχθές πλησίον μαγκιπείου,| και βλέπω την μαγκίπισσαν έσωθεν ισταμένην (παραλ. 2 στ.). Εσέβηκα στο σπίτιν της και προσεκύνησά την Προδρ. (Eideneier) III 171 χφ Ρ κριτ. υπ. 20) Κακόφημο σπίτι, πορνείο: έβαλε (ενν. ο Χέοψ) την θυγατέρα του εις ένα σπίτιον, όποιος θέλει να παγαίνει εις ταύτην με μισθόν αισχρού έργου Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 239· εάν θέλει (ενν. κανείς άνθρωπος) να λάβει εκείνο τό έδωκεν της γυναίκας της αμαρτωλής, εντέχεται να ποιήσουν να έλθει είς Σαρακηνός εις ένα σπίτιν να πέσει μετά του με α΄ παλούκιν ξυλένον Ασσίζ. 4154. 21) Τόπος, επικράτεια: εγώ ήρτα εις τα χέρια σας ως γοιον απελπισμένος εις το σπίτιν σας, και εμόσετέ μου να με συντροφιάσετε ως την Βενετίαν εις τον έξοδόν μου Μαχ. 53222· ουδέν ουν εφάνη πρέπον εχθρούς … ημών να τους φήσομεν να επάρωσι τοιούτον κάστρον εις την μέσην του τόπου μας … Και εξετάσαντες το πράγμα εστήσαμεν να μηδέν γένηται και … ήλθομεν εις το οσπίτιον ημών Σφρ., Χρον. (Maisano) 5813. 22) Διοικητική έδρα (Για τη σημασ. βλ. Βρανούσης, ΕΜΑ 12, 1962, 61, 72): ήτον (ενν. ο Σπάτας) αυθέντης μέγας και εξουσιαστής εις το Δέλβινον, Φοινίκι και όλην την Αλβανίαν … υποκείμενος τῳ των Ρωμαίων βασιλεί, και το οσπίτιόν του ήτον εις το Φοινίκι Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 1728‑29. 23) Πόλη, (εδώ) η Κωνσταντινούπολη: αυτό το σπίτιν το άπειρον, η Κωνσταντίνου πόλις Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 644· τον αγριόπιστον να εβγάλετ’ εκ το σπίτι,| εκ την Κωνσταντινούπολιν, τη νέα Ρώμη λέγω Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 610· Εχάσασιν (ενν. οι Ρωμαίοι) το σπίτιν τους την Πόλιν την αγία Ανακάλ. 3. Εκφρ. 1) Σπίτι σκλαβιών ή σκλάβων = τόπος, γη δουλείας: σε έβγαλεν από την ηγή την Αίγυφτο από σπίτι σκλαβιών Πεντ. Δευτ. XIII 11· είπεν ο Μοσέ προς τον λαό: «Θυμού την ημέρα ετούτη ος εβγήκετε από την Αίγυφτο, από σπίτι σκλάβων …» Πεντ. Έξ. XIII 3. 2) Του Πλούτωνος σπίτια = Άδης: εις σκοτεινά του Πλούτωνος σπίτια ουδέν εσέβη Κορων., Μπούας 62. 3) Σπίτι της φυλακής ή της φύλαξης  = φυλακή: επήρεν ο αφέντης του Ιοσέφ αυτόν και έδωσέ τον προς σπίτι της φυλακής, τόπος ος οι φυλακωμένοι του βασιλεά Πεντ. Γέν. XXXIX 20· αδερφός σας ένας να φυλακωθεί εις σπίτι της φύλαξής σας Πεντ. Γέν. XLII 19. Η λ. και σε τοπων.: Πορτολ. A 2464, 6, 7· έκφρ. σπίτι του Πεόρ = (πιθ.) το βουνό Φογώρ (Για τη σημασ. βλ. ΠΔ, Δευτ. 34, 6): Πεντ. Δευτ. XXXIV 6.
       
  • οσπιτόπουλο(ν)  
    το, Βενετσάς, Δαμασκ. Βαρλαάμ 15110· σπιτόπουλλον· σπιτόπουλο, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 10316· σπιτόπουλον, Διήγ. Αλ. V 26 δις, Hagia Sophia ω 51521.
    Από το ουσ. οσπίτιον και την κατάλ. ‑πουλο(ν). Ο τ. σπιτόπουλο σε έγγρ. του 16. αι. (Μέρτζιου, Κρ. Χρ. 15-16, 1961/62 τεύχ. β΄, 280). Ο τ. σπιτόπουλον σε έγγρ. του 17. αι. (Δετοράκης, Κρ. Εστ. 1, περ. δ’, 1987, 122). Τ. (ο)σπιτόπ’λλον σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
    1) Μικρό οίκημα, κτίσμα για διάφ. χρήσεις: τους έβαλε (ενν. ο αφέντης ο Τζιρβάν) εις ένα σπιτόπουλο οπού ήταν εις την αυλήν του μέσα κτισμένο με πηλόν, οπού με πάσα παραμικρό σύνεργο το έσπαγαν Σουμμ., Ρεμπελ. 187· υποκάτωθεν (ενν. του δένδρου) ήτον ωσάν σπιτόπουλον και δεν ήτον βολετόν ότι να φαίνεται από πούποτες Διγ. Άνδρ. 38920· εκουβανούσαν άσπρα και τα ήφερναν εις το σπιτόπουλον οπού εφτίασεν ο βασιλεύς σιμά εις το ρολόγιον Διήγ. Αγ. Σοφ. 15120· όρισεν (ενν. ο Φίλιππος) και εποίησαν σπιτόπουλον, κουβούκλιν σιδερένιο, και έβαλεν το (ενν. το πουλάριν) απέσω Διήγ. Αλ. V 31· (προκ. για κατοικία· εδώ με το επίθ. μικρός πλεοναστικά): κείνου η αρχόντισσα έσσω ’τον σφαλισμένη,| σ’ έναν σπιτόπουλλον μικρόν ήτον εκεί κρυμμένη Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 478. 2) Μικρός, περιορισμένος χώρος· χώρος όπου ασκητεύει μοναχός, (εδώ) σπηλιά: εσυνέβηκε να σέβει η … μητέρα του Νεοφύτου μέσα εις το σπιτόπουλον, οπού εστέκετον μοναχός του και ασκήτευεν ο υιός της και εστοχάζετον με τον νουν του τον Θεόν Ροδινός (Βαλ.) 224.
       
  • οστιάριος  
    ο, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14918, Hagia Sophia a 4407, k 47313, 4743, φ1 49318, ω 5137.
    To λατ. ostiarius. Η λ. τον 6. αι. (L‑S Suppl.), στη Σούδα και σε έγγρ. του 11. αι. (Act. Lavr. 3747, Act. Ivir. 4540).
    Τιτλούχος της βυζαντινής αυλής, συνήθως ευνούχος, που είχε ως κύριο έργο να οδηγεί και να παρουσιάζει τους διάφορους αξιωματούχους και λειτουργούς στον αυτοκράτορα (για το πράγμα βλ. Guilland, REB 13, 79-84): υπήρχεν οίκος Αντιόχου ευνούχου οστιαρίου Hagia Sophia a 43918.
       
  • όστρακον  
    το, Ιερακοσ. 36517, 39413, 22, 39717, 4956, Hagia Sophia k 47520, 4778, φ1 4959, 4962, ξ 56917‑18, ψ 60420.
    To αρχ. ουσ. όστρακον. Η λ. και σήμ. στον τ. όστρακο.
    1) Θραύσμα πήλινου αγγείου: Ιερακοσ. 4902, 49427. 2) Μίγμα από άμμο και κεραμίδια (Πβ. αστράκιον): λαβών ιδίαις χερσί το άσβεστον μετά του οστράκου … έβαλεν επί το θεμέλιον Hagia Sophia a 44215· τον ζωμόν (ενν. της κριθής) εμίγνυον μετά του ασβέστου και του οστράκου αντί ύδατος Hagia Sophia k 47616· 3) α) Το σκληρό περίβλημα των οστρακοειδών (π.χ. χελώνας, σαλιγκαριού, καβουριού): Ιερακοσ. 36611, 4933, Βίος Αλ. 4348· β) (προκ. για το οστό της σουπιάς): Σηπίας όστρακον, μαράθρου χυλόν, κρόκου, σμύρνης τῳ ίσῳ μέλιτι μίξας, λειώσας χρω Ιερακοσ. 39715.
       
  • ουδαμινός,  
    επίθ.
    Από το επίθ. ουδάμινος με καταβιβασμό τόνου. Τ. ’δαμινός σήμ. στην Κρήτη (Andr., Lex., στη λ.). Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.), σε επιστ. του 15. αι. (Τωμ., ΕΕΒΣ 46, 1983-6, 3584 και Μανούσ., Κρ. Χρ. 11, 1957, 307) και σήμ. στην Κρήτη (Andr., Lex., στη λ.).
    Ταπεινός· ασήμαντος: δέδεξο, πανθαύμαστε, δώρον βραχύ τι| εκ των εμών ουδαμινοτάτων λόγων Αναγν., Ημιάμβ. 95· Τον δε άμβωνα και την σολέαν μη δυνάμενος ποιήσαι τοιαύτα πολυέξοδα και πολύτιμα, εποίησεν αυτά ουδαμινά διά λίθων και κιόνων αργυρενδύτων Hagia Sophia α 46620. — Πβ. και μηδαμινός.
       
  • παζάρι(ο)ν  
    το, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 319v, Λούκαρ., Διάλογ. 225· παζάρι, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 121 χφ Ζ κριτ. υπ., Γαδ. διήγ. (Pochert) 4b, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1399], Συναξ. γυν. 603, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 393, Αρσ., Κόπ. διατρ. [72], Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 425, Μετάφρ. «Χαρακτ.» Θεοφρ. 122, 125, Βίος Δημ. Μοσχ. 311, Σταυριν. 480, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 33v, 166r, Βακτ. αρχιερ. 143, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 190, 241, Πτωχολ. B 81, Ιστορ. δεσποτών Ηπείρ. 286, Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ζ΄ 4, Hagia Sophia ω 5146, ν 5461, Νομοκριτ. 73, κ.α.· παζάριν, Σαχλ., Αφήγ. 866 (έκδ. παζαρευόσουν· διορθώσ.· βλ. παζαρεύω), Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 600.
    Το τουρκ. pazar. Ο τ. παζάρι στο Meursius (λ. παζάρη, παζάριον), σε έγγρ. του 18. αι. (Σκουβαρά, Ολυμπιώτ. 349, 468), στο Κατσαΐτ., Ιφ. Ε΄ 725, Κλ. Α΄ 733, Β΄ 669, 873, Γ΄ 538 και σήμ. Ο τ. παζάριν και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.). Η λ. στο Meursius (λ. παζάρη, παζάριον).
    1) α) Τόπος αγοραπωλησίας εμπορευμάτων και υπηρεσιών, αγορά, παζάρι: τα δε αβγά πουλιούνται εις το παζάρι Rechenb. 431· επήγαμε και εις το Πορτάτο, εις το παζάρι των καλογέρων, και εκάμαμεν σεριάνι Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 38r· έξελθε ταχέως … εις τας πλατείας … και εις τους φόρους και εις τα παζάρια της χώρας Πηγά, Χρυσοπ. 220 (30) β) (προκ. για αγοραπωλησία σκλάβων): δεμένον εκ τραχήλου| τον επήγαν στο παζάρι| ωσάν σκλάβον, ωσάν δούλον,| κι άρχισαν και διαλαλούσαν| πως πουλούν εις το παζάρι| ένα γέρο γεροντάκη Πτωχολ. B 35, 38· Χαράτσι όταν δεν έχουσι να πληρώσουν,| τα πουνιά παιδιά τους θέλουν να δώσουν (παραλ. 1 στ.), κι έρχονται στο παζάρι και τα πωλούσιν Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 1404· γ) (προκ. για μίσθωση εργατών): εστέκουνταν εις το παζάρι χωρίς δουλεία Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Ματθ. κ΄ 3· δ) (συνεκδ.) οικήματα, μαγαζιά της αγοράς: οπίσω εκατέβην ο ποταμός της Λεμεσού … και επήρεν τα σπιτία του Βαθυμπέρτου … και το παζάρι τα χανουτία τους Τούρκους και τα μαγαζένια και το Καστέλλι έχωσε το ήμισο Ανων., Ιστ. σημ. ρμα΄. 2) α) Διαπραγμάτευση της τιμής αγοράς ή των όρων αγοραπωλησίας ενός πράγματος ή ανθρώπου, παζάρεμα: έως να κάμουν του σπιτίου το παζάρι ανέμεινεν πάσα χρόνον Διήγ. Αγ. Σοφ. 14937· είπε τους ο βασιλέας:| «Σύρετε αγοράσετέ τον (ενν. το γέρο)»!| Τότε πάσι στον υιόν του| να ποιήσουν το παζάρι (παραλ. 2 στ.). Λέγει τους ο υιός του γέρου (παραλ. 1 στ.): «Πέντε χιλιάδες γρόσια| δότε, αγοράσετέ τον».| Κι είπανε οι μεγιστάνοι:| «Σαν πολλά ’ναι! Συ, καλέ μου,| σε πολλή τιμή τον λέγεις·| μόν’ κατέβασέ τον λίγο»! Πτωχολ. A 67· β) (προκ. για αγοραίο έρωτα): σκολάζω με πολιτικές, μαζώνω και γαμούν τες,| και φέρνουν εις το σπίτι μας και κάμνουν το παζάρι Σαχλ., Αφήγ. 871· πέντε μεγάλες πολιτικές εμείναν μετ’ εκείνην,| παζάριν εκρατήσασιν ένα ημερονύχθι Σαχλ., Αφήγ. 816· γ) εμπορική συναλλαγή· πώληση: τόσον πανί επέμεινεν από το δεύτερον παζάρι Rechenb. 8417. — Βλ. και λ. μπιτ παζάρι.
       
  • παιγνίδιον  
    το, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 297, κριτ. υπ., Μαλαξός, Νομοκ. 176· παιγνίδι, Σαχλ. N 220, Θησ. Δ΄ [138], Ζ΄ Υπόθ. [14], [333], [591], Ch. pop. 756, Δεφ., Λόγ. 105, Βυζ. Ιλιάδ. 680, Πιστ. βοσκ. III 2, 24, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1495, 2416, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [168], [1073], Γ΄ [95], Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 192· παιγνίδι(ν), Διγ. Z 136, Βέλθ. 1329, 1336, Χρον. Μορ. P 2410, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 139, 180, Αχιλλ. N 327, Ιμπ. 412, Θησ. Β΄ [198], [208], Γεωργηλ., Θαν. 313, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 147, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 2452, Ε΄ 653, Διγ. O 2041, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 26018, κ.α. παιγνίδιν, Τρωικά 5224, Καλλίμ. 2070, Φλώρ. 1372, Μαχ. 54822 (πληθ. παιγνίδια), Βυζ. Ιλιάδ. 614, 683, 684, Ξόμπλιν 128v· παιχνίδι(ιν), Αχιλλ. L 270, 477, 815, Αχιλλ. (Smith) O 609, Hagia Sophia v 54518, 22, 5463.
    Από το ουσ. παίγνιον και την υποκορ. κατάλ. ‑ίδιον. Ο τ. παιγνίδι στο Meursius και σήμ. Ο τ. παιχνίδι και σήμ. Η λ. τον 6. αι. (Steph., Θησ.).
    1) α) (Γενικά) πράξη ή ασχολία που γίνεται απλώς για διασκέδαση, για ψυχαγωγία: έπεσε (ενν. ο βασιλεύς) … εις τους χορούς και εις τα παιγνίδια Δωρ. Μον. (Βαλ.) 41· Τις ηπορεί να δηγηθεί εκείνα τα παιγνίδια| και κείνη την ξεφάντωσιν, ως ήτονε ’πιτήδεια Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [765]· θέλοντες εις το τραπέζι να παίξουσι το παιγνίδι, οπού εις αυτούς είναι συνηθισμένον και αγαπητόν (τούτο δε είναι φόνος και ανθρώπου σφαγή προς χαράν εδικήν τως και ξεφάντωμα) Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 121· (μεταφ.): έτσι το ’χει φυσικό τση Μοίρας το παιγνίδι,| να παίρνει από τη μια μερά, στην άλλη να τα δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 615· β) ομαδικό παιγνίδι, παιδιά: εσύ σαν σμίξεις μετ’ αυτές παίζοντας το κρυφτούλι,| παιγνίδι που συχνότατα συνήθεια τ’ έχομ’ ούλοι Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [1048]· σταθείτε γύρου γύρου| ν’ αρχίσω το παιγνίδι Πιστ. βοσκ. III 2, 19. 2) α) Τυχερό παιγνίδι: όπου παίζει τα χαρτιά, τα ζάρια, δεν εορτάζει (παραλ. 4 στ.), μα τούτο σε παρακαλώ, τέκνον μου εδικόν μου,| οκ το παιγνίδι απέφευγε, να έχεις την ευχήν μου Δεφ., Λόγ. 124· Πέντε πράματα καταλύουν τες αρχοντίες: το παιγνίδιν, η πορνεία, η γούλα, οι πολέμοι και οι γυναίκες Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 148· β) επιτραπέζιο παιγνίδι: οι άρχοντες και οι πραγματευτάδες| έχουσιν τα παιγνίδια, τετορνευμένους σκάκους,| ταβλία και ζατρίκια και όσα τα τοιαύτα Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 921. 3) Αντικείμενο που χρησιμοποιεί κάπ., ιδίως ένα παιδί, για να παίζει, παιγνίδι: όντεν ανεθρέφουμου και κοπελιά ελογούμου,| παιγνίδια και κουτσουνικά πάντά ’βανα στο νου μου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 976· (μεταφ.) κόρη μου ευγενικότατη, του δάσου στολισίδι,| ξόμπλι της καλοριζικιάς, τσ’ ανάπαψης παιγνίδι Ιντ. κρ. θεάτρ. δ΄ 34. 4) (Μεταφ.) α) (προκ. για κ. που γίνεται εύκολα, δίχως κόπο): ανδραγαθίας έκαμεν (ενν. ο Αχιλλεύς) ξεχωριστές στον κόσμον·| … δράκοντες επολέμαν (παραλ. 1 στ.), λέοντες και λεοντόπαρδους είχεν τους σαν παιχνίδιν Αχιλλ. L 1228· Παιγνίδι μασε φαίνεται, το δούμε φουσκωμένη| από μακρά τη θάλασσα κι άγρια και θυμωμένη Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 1629· β) (προκ. για κ. που δεν έχει βαρύτητα, σπουδαιότατα): πάλε είπαν του και δεν επίστευσεν· λοιπόν είπεν: «Οι όρκοι παιγνιδία είναι» Μαχ. 54822· όσα και αν είδες άφες τα, τούτα παιγνίδια ουκ ένι,| φόβητρα δε και βάσανα και στοναχαί και πένθη Γλυκά, Στ. 519. 5) (Μεταφ.) α) αστεϊσμός: Άλλον ένι να πεις έναν πράμαν για παιγνίδιν και να δείξεις καλόν θέλημαν και να το έχεις κακόν Ξόμπλιν φ. 134r· β) αστεϊσμός σε βάρος κάπ., φάρσα: εις την καδέκλα ήτονε μια φούσκα πλακωμένη| με μαξιλάρι κι ήτονε, λογιάζω, φουσκωμένη·| κι αν ένα μωροσκόπελο την ήθελε κουκλώσει| ογιά παιγνίδι τάχατες κι ογιά να ξεφαντώσει … Στάθ. (Martini) Β΄ 52· έκφρ. σε παιγνίδι = στ’ αστεία: φαίνεταί μου κι αν το πω ψόματα σε παιγνίδι| «έχετε υγειά, μισεύγω σας», λιγοθυμιά μού δίδει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Δ΄ 343· γ) εμπαιγμός· στη φρ. κάμνω παιγνίδιον = εμπαίζω, κοροϊδεύω κάπ.: εκεί οπού πρώτον μάς είχαν σε τιμήν και αξίαν, γίνονται παιγνιδισταί μαζί μας, και τις ηξεύρει ακόμη να μην μας κάμνουν κανένα παιγνίδιον Μπερτολδίνος 108· δ) (προκ. για πρόσωπο ή πράγμα που βρίσκεται στην απόλυτη διάθεση κάπ.) έρμαιο, πιόνι: το στήθος μου το ταπεινό σπούρδα τω σαϊτώ σου,| σημάδι του προσώπου σου, παιγνίδι τω χεριώ σου; Πανώρ. Β΄ 214· Άλλοι άξοι, φρονιμότατοι, που ’χαν καιρού θεμέλιο| του Έρωτα εγενήκασι παιγνίδι του και γέλιο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 280. 6) Τέχνασμα, πλεκτάνη· (εδώ προκ. για πολεμικό τέχνασμα, στρατήγημα): όσα παιγνίδια σύρνονται εις τον παρόντα κόσμον,| εκτότε τα εδίδαξαν οι Έλληνες στην Τροίαν Βυζ. Ιλιάδ. 893. 7) α) Αγώνισμα αθλητικό: για να τον τιμήσουσι (ενν. τον Αρκήτα) …| πολλά παιγνίδια όρθωσαν να γένουν και παλαίστρες,| στα όποια όλοι βασιλείς έδειξαν την ανδρειάν τους| και μέσα σ’ όλους το δρομιόν, όπου την φήμην πήραν| … ο Ίδας και ο Κάστωρ Θησ. ΙΑ΄ [592]· β) αγώνισμα πολεμικό: πρέπει να παιδεύομεν και να γυμνάζομεν τα παιδία εις τα στρατιωτικά και πολεμικά παιγνίδια και αγώνας, λέγω κοντάρια και δοξάρια και κυνήγια Σοφιαν., Παιδαγ. 279· (εδώ μονομαχία): Επήγαν (ενν. ο Καραμανίτης και ο Κρητικός) εις του βασιλιού και θέλημα τως δίδει,| ογιά να κάμουσι κι οι δυο θανατερό παιγνίδι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1040· 8) Ερωτικό παιγνίδι, ερωτοτροπία: Οϊμέ, το χηρεμένο μου κρεβάτι όντε πλακώνω,| με νυκτικά μου δάκρυα το ’γραίνω και με πόνο| θυμώντας τα κανάκια μου, τα χάδια, τα παιγνίδια| … που ’χα σ’ εμέ την ίδια| πάντ’ απού τον αφέντη μου, άντρα και βασιλιά μου Ροδολ. (Αποσκ.) Β΄ 367· Τότες τα λόγια, τα φιλιά και τα παιγνίδια (παραλ. 1 στ.) αγάπης νομικής ήσαν δεσίδια Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. ο΄ [37]· Των αμματιώ μου τα παιγνίδια| εθανατώσαν το βοσκόν αιφνίδια Βοσκοπ.2 31. 9) α) Μουσικό όργανο: είχεν η κόρη σύνηθον απάνω εις τραπέζιν| μετά πληρώσαι τρυφισμόν να παίξει το παιγνίδιν.| Ευδόμην το χαλκόκορδο το μουσικόν εκείνο, έπαιξεν με τας χείρας της η κόρη η Ελένη Βυζ. Ιλιάδ. 655· Ήβγαινε (ενν. η Ειρήνη) με τιμή πολλή μέσα από την χώρα (παραλ. 1 στ.) με όργανα, με τούμπανα και με πολλά παιγνίδια Διγ. O 139· Τρουμπέτες και άλλα παιγνίδια ελάλησαν διάφορα … και τύμπανα πολλά Δωρ. Μον. XIX· (προκ. για πολεμικό μουσικό όργανο): Τότε επαίζανε τα παιγνίδια του πολέμου τα μουσικά του σουλτάνου και εκαλούσανε τους Ρωμαίους εισέ πόλεμον Χρον. σουλτ. 9012· Εδώκασιν τα βούκινα και όλα τα παιγνίδια·| τρουμπέτες και άλλα μουσικά όργανα του πολέμου Ιμπ. 118· β) (συνεκδ.) μουσική: ο κάτης με τον ποντικό χορεύγουσιν ομάδι,| έδε χορός αρχοντικός με δίχως το παιγνίδι Κάτης 99. 10) Θέαμα (Για τη σημασ. και το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 268-9, Δ΄ 114-5, Ε΄ 198): Ο κδ́ κανών της έκτης Συνόδου ορίζει μη θεωρείν τον ιερέα χορούς ή παιγνίδια ή ιπποδρόμια Μαλαξός, Νομοκ. 176· ήρχισεν (ενν. ο Διγενάς) πάλι σε χαρές να τρέχει κι εις κυνήγια,| εις τράπεζες να βρίσκεται, να βλέπει τα παιγνίδια Διγ. O 2216.
       
  • παιδάριον  
    το, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 128v, 389v, Hagia Sophia α 44714· παιδάρι, Αλεξ. 2831.
    Το αρχ. ουσ. παιδάριον. Τ. παιδάριο σήμ.
    1) α) Μικρό παιδί: Θυσ.2 591, Δούκ. 4357· (εδώ προκ. για τον Έρωτα): προς το μεσονύκτιον εκείνης της εσπέρας| ήλθεν ένα παιδάριον εις αυτήν, ώσπερ …| να πέτεται εις τον ουρανόν και από θυμού να δράμει,| να εμβεί εις τον κοιτώνα της και τοιαύτα να την λέγει Λίβ. P 1307· β) βρέφος, μωρό: όταν εγεννήθη το παιδίον και εξέβην εις το φως του κόσμου και έκλαυσεν και είπεν: «Όταν σωθούν οι σαράντα χρόνοι, πάλιν θέλω γυρίσει εις εσένα, μητέρα, εδική μου γης». Και είδεν πας άνθρωπος και εξενίστη πώς εσύντυχεν το παιδάριον Διήγ. Αλ. V 27. 2) (Μειωτ. προκ. για νεαρό και ανώριμο άτομο) παιδαρέλι: Είπε τους ο Αλέξανδρος: «Μη μέμφεστε εμένα,| μέμφεστε τον αυθέντη σας (ενν. το Δαρείο), τά μὄχει ’δώ γραμμένα·| ουδέν σας πέβει ’ς βασιλιά, μόνον εισέ παιδάρι·| τέτοιαν τιμή αυθέντης σας μου κάμνει κι έχω χάρη» Αλεξ. 717. 3) Νεαρός δούλος, υπηρέτης: Χούμνου, Κοσμογ. 1636. 4) Νεαρό πτηνό ή ζώο: ειδέ η κοιλία του ιέρακος επέχεται, της κοιλίας τα ένδοθεν συν τῃ κόπρῳ και αίμα παιδαρίου συμμίξας εις τροφήν αυτῴ δος και λύσεις αυτήν Ορνεοσ. αγρ. 53923.
       
  • πάκτον  
    το, Hagia Sophia α 46111, κ 48511, φ1 5039.
    Το λατ. pactum. Τ. πάκτο σήμ. ιδιωμ. (Kahane, Sprache 532). Τ. πάχθο σε έγγρ. του 18. αι. (Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ 463). Τ. πάχτο σε έγγρ. του 18. αι· (Μπόμπου-Σταμάτη, Πρακτ. Ε′ Παν. Σ 460, 469, 493) και σήμ. ιδιωμ. (Kahane, Sprache 532 και Χυτήρης, Κερκυρ. γλωσσάρ.). Η λ. τον 6. αι. (L‑S) και πολλ. σε έγγρ. από τον 11. έως το 17. αι. (Βραν. Ε., Βυζ. έγγρ. Πάτμου Α′ 1 1212, 17, 26, 930, Act. Lavr. 5532, 5946, 6757, Caracausi 430, Θεοχ., Τζαμπλάκ. 152, Μανούσ., Θησαυρ. 3, 1964, 92, 93, 96, Νικολόπουλος-Οικονομίδης, Σύμμ. Α΄ 292, Πεντόγαλος, Παρνασσ. 16, 1974, 50, 51, κ.α.).
    1) Συνθήκη, συμφωνία: θέλομεν ίνα πάντες οι Φράγκοι από τον καιρόν του πάκτου του κυρίου Μάρκου Δάνδουλου εκείνου του δούκος Κρήτης μέχρι και την πρώτην ημέραν, εν ῃ εμούρτευσες, ίνα ώσι Φράγκοι Συνθήκ. Καλλ. 318. 2) α) Ενοίκιο που καταβάλλεται για τη μίσθωση ακινήτου: του οποίου μοναστηρίου έχω έως ζωής μου εις πάκτον το μετόχιον της κυρίας της Γοργοπάκοης Ιερόθ. Αββ. 338. β) (προκ. για φιλοκερδή ανάθεση αξιωμάτων): άρξας ευθύς ανεκήρυξε (ενν. ο βασιλεύς Αλέξιος) τας ενοχάς μη εις πάκτα διδόναι, αλλά τοις εκκρίτοις και ευσυνειδήτοις Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 638, κριτ. υπ. 3) Φόρος υποτέλειας: Μανίας φοβηθείς σφόδρα αποστέλλει πρέσβεις| προς τον βασιλέα ζητών ειρήνην υποσχόμενος και ετήσια πάκτα Χρονογρ. (Λαμψ.) 250.
       
  • παλάτιον  
    το, Προδρ. (Eideneier) II 21, Διγ. A 2150, Χρον. Μορ. H 677, Κομνηνής Άννας Μετάφρ. 154, 159, Φλώρ. 414, 1737, Λίβ. Sc. 3181, Λίβ. N 3763, Φυσιολ. 3475, Σφρ., Χρον. (Maisano) 3413, Αρσ., Κόπ. διατρ. [266], Πτωχολ. (Κεχ.) P 217, Δωρ. Μον. XXV, Hagia Sophia α 44414, κ.α.· παλάτι, Διγ. A 1229, 1675, 3993, Χρον. Μορ. H 558, 974, Χρον. Μορ. P 558, Ερωτοπ. 566, Θησ. Β΄ [951], Δ΄ [141], Χρον. σουλτ. 11732, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Πρόλ. 99, Α΄ 147, 164, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 190, 237, Β΄ 79, 2444, Στάθ. (Martini) Γ΄ 16, Διγ. O 1017, 1697, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 14916, 19310, κ.π.α.· παλάτι(ν), Διγ. Z 55, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 159, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 400, Χρον. Τόκκων 2643, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 822, Απόκοπ.2 121, Πεντ. Γέν. XXV 16, Αριθμ. XXXI 10, Ιστ. πατρ. 1806· παλάτιν, Προδρ. (Eideneier) IV 79, Καλλίμ. 1172, Βέλθ. 869, Πόλ. Τρωάδ. 691, Ερωτοπ. 560, Λίβ. Esc. 4335, Ιμπ. 874, Διήγ. Βελ. χ 407, Μαχ. 6813, 26210, 60030, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 157, Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 416, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Γ΄ 262, Δ΄ 761, κ.α.· παλάτιo, Διγ. O 1218· παλάτι(ο)ν, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 107, Διήγ. Βελ. χ 22, Θησ. Ϛ΄ [491], Byz. Kleinchron. A΄ 4921, 515, Έκθ. χρον. 7420, Κορων., Μπούας 54, Χρον. σουλτ. 5712.
    Το μτγν. ουσ. παλάτιον. Ο τ. παλάτι στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. αι. (Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 67) και σήμ. Ο τ. παλάτιν στο Sophocl. και σήμ. ιδιωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ., Μουσαίου, Βατταρισμοί 105). Η λ. και σήμ. ως τοπων. (Δραγ., Αθ. 27, 1915, 334).
    1) α) Ανάκτορο, βασιλική κατοικία: όρισεν ο βασιλεύς γαρ,| έμπροσθέν του εις το παλάτι| την ηφέρασιν εκείνη (ενν. την κορασίδα) Πτωχολ. α 514· κάθου στο παλάτι σου σαν ρήγας οπού είσαι Ιστ. Βλαχ. 1886· β) (περιληπτικά στον πληθ.): εις τα παλάτια πήγασιν του άρχοντος του τόπου Απολλών. 776· έφθασαν εις παλάτια να δουν τον βασιλέαν Γεωργηλ., Βελ. Λ (Bakk.-v. Gem.) 649· εκφρ. (1) Μέγα Παλάτιον = το ανάκτορο της Κωνσταντινούπολης: οι δε γαμβροί του βασιλέως … ήλθοσαν εν τῃ Πόλει … και εισήλθον εις το Μέγα Παλάτιον Byz. Kleinchron. Α΄ 583· (2) Παλαιά Παλάτια = εγκαταλειμμένα ανάκτορα που χρησιμοποιούνται ως φυλακές: ο Καίσαρης της Ρωμανίας, που τον κρατούν στην Πόλιν| απέσω εις την φυλακήν, εις τα Παλαιά Παλάτια Χρον. Μορ. P 5418· εκείσε εκατάφυγεν (ενν. ο βασιλεύς Βαλδουβής) μετά τους Φράγκους όλους| όπου ήσαν τότε μετ’ αυτόν εις τα Παλαιά Παλάτια Χρον. Μορ. H 1299. 2) (Κατ’ επέκταση) πολυτελές, επιβλητικό οίκημα, έπαυλη: κάμε της σα γεννηθεί παλάτι,| μέσα σ’ αυτόνο βάλε την μην πέσει σε αγάπη Διγ. O 55· ο βασιλεύς … όρισε κι έκτισαν παλάτια θαυμαστά και έβαλαν μέσα την κόρην Διγ. Άνδρ. 31414. 3) (Συνεκδ.) α) οι άνθρωποι, το προσωπικό του παλατιού: Εις την ανδρείαν ετέρπουμουν και εις δόξαν του κορμιού μου| και εις την περηφάνειαν όλου του παλατιού μου Νεκρ. βασιλ. 50· απ’ όλους είχεν ακριβό πάντα στη συντροφιά του| έναν οπού Πεζόστρατον εκράζαν τ’ όνομά του·| του παλατιού ήτο θαρρετός, ξεχωριστός παρ’ άλλο,| και διχωστάς του ο βασιλιός δεν ήκανε ένα ζάλο Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 75· β) βασιλική αυλή, εξουσία: για ντροπή του βασιλέως| και αισχύνη εις το παλάτι Πτωχολ. A 219· (εδώ προκ. για κοσμική εξουσία): Ουδέ παλάτια δύνονται ουδ’ εκκλησιές μπορούσι,| αλλά ’δέ φόρος τον καημόν τόν έχω ν’ απαντούσι Φαλιέρ., Ιστ.2 637· γ) οι υποθέσεις του παλατιού: ο βασιλεύς το ακούει,| πέμπει και τον λογοθέτην,| άρχοντα του παλατίου του Πτωχολ. (Κεχ.) P 98. 4) (Θρησκ., μεταφ.) α) (προκ. για εκκλησία) κυρίως ναός: ευρίσκεις το παλάτιον, λέγω, της εκκλησίας,| πλατύ δε και ευρύχωρον, μεγάλης παρρησίας Προσκυν. Εθν. Βιβλ. 2043 261· β) (προκ. για τη βασιλεία των ουρανών): Τους εκλεκτούς με την χαράν άγγελοι ν’ αναβάσουν| ’ς παλάτιον το ουράνιον τον Κύριον να δοξάσουν Ρίμ. θαν. 140· γ) (προκ. για την Παναγία ως κατοικία του Χριστού): Χαίρε, πύργος εις την τιμήν, πουλάκιν της σπλαγχνιότης,| χαίρε, παλάτιν του Χριστού και κάστρο της Θεότης Ύμν. Παναγ. 4. δ) (Σε μεταφ. προκ. για τάφο): Στον Άδη στεφανώνομαι, μάρτυρας να ’ναι ο Χάρος (παραλ. 1 στ.), οι αράχνες τα στολίδια μου, κι η μαύρη γης παλάτι Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Ε΄ 857· (προκ. για το ανθρώπινο σώμα): σε μπαίνω στο παλάτι μου, σε τούτο το κορμάκιν| το αχαμνόν, το πενιχρόν, όνομα Γεωργάκην Γεωργίου ρήτορος, Στίχ. α 109.
       
  • πάμμιγος,  
    επίθ.
    Από το αρχ. επίθ. παμμιγής αναλογ. με τα επίθ. σε ‑ος.
    Που είναι κατασκευασμένος από τη μίξη πολλών στοιχείων, (εδώ) μετάλλων: «Εις χωνευτήριον εμβάλωμεν χρυσόν, άργυρον, λίθους τιμίους παντοίους …, ύελον και λοιπήν πάσαν μεταλλικήν ύλην». Και τρίψαντες αμφότερα αυτών εις όλμους και δήσαντες επί το χωνευτήριον έχυσαν. Και … ανέλαβον ταύτα οι τεχνίται εκ του πυρός και έχυσαν εις τύπον. Και εγένετο χυτή πάμμιγος η αγία Τράπεζα, ατίμητος Hagia Sophia α 4568.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης