Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- διαυγομαργάριτος,
- επίθ., Επιστ. Ζυγομαλά του 1575 (Crusius, Turcogr. σ. 439).
Από το επίθ. διαυγής και το ουσ. μαργαρίτης.
Φωτεινός: δεσπότης (ενν. ο Χριστός) γλυκύς και λεπτόθυμος άναξ και διαυγομαργάριτος νους Επιστ. Ζυγομαλά του 1575 (Crusius, Turcogr. σ. 439).
διβάμπουλον- το, Έγγρ. του 1293 (Miklos.-Müller, Acta Έ́ 159), Δωρ. Μον., Ιστ. 497· διβάβουλον, Ψευδο-Σφρ. 44822· διβάμουλον, Ιστ. πατρ. 1809, Crusius, Turcogr. 170.
Για τη λ. βλ. Du Cange (λ. διβάμβουλον), Meursius και Verpeaux [Ψευδο-Κωδ., Οφφικ. σ. 190 σημ. 4]. Για τη λ. βλ. και Henrich, Ονόματα 6, 1981, σ. 15-16.
Κηροπήγιο με δύο στόμια (Για τη σημασ. βλ. Du Cange, λ. διβάμβουλον και Verpeaux, [Ψευδο-Κωδ., Οφφικ. σ. 190 σημ. 4]): ο πατριάρχης κατερχόμενος μετά λαμπάδων επί τα διβάβουλα Ψευδο-Σφρ. 44822.
εισόδημα- το, Δούκ. 2618, Σφρ., Χρον. μ. 2021, 6012, 6827, 7626, Έκθ. χρον. 2420, 4720, 688, Χρον. σουλτ. 8624, Ιστ. πολιτ. 3510, Ιστ. πατρ. 16610, Δωρ. Μον. XIX, XXVI, XL, Συναδ., Χρον. 54· εισ(σ)όδεμα, Μαχ. 2634, Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υλζ́́· εσόδημα, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 71, Crusius, Turcogr. 313, 314· σόδημα, Θησ. Ϛ́́ [71], Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 372.
Από το εισοδεύω κατά το γέννημα (Ανδρ., Λεξ.). Η λ. και ο τ. σόδημα και σήμ. (Δημητράκ.).
Έσοδα, εισόδημα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ.): Ο δε ρήγας ηρώτησε διά τον τόπον του Μορέως, πώς είναι και τι εισοδήματα έχει Δωρ. Μον. XL· «Είχαν ’σοδήματα πολλά απέ τα γονικά τους» Θησ. Ϛ́́ [71].
εκουσιακουσίως,- επίρρ., Ιστ. πολιτ. 3311, Crusius, Turcogr. 18.
Από το επίθ. εκουσιακούσιος, που απ. στον Ευστ., Opusc. 30230.
Θέλοντας και μη: εκουσιακουσίως ηκολούθησαν Ιστ. πολιτ. 3311.
ελαία- η, Ιερακοσ. 34514· ελαιά, Κρασοπ. (Eideneier) V 68 (70)· ελέ, Crusius, Turcogr. 325, Έγγρ. του 1660 (Βουρδουμπάκι, Χρ. Κρ. 2, 377, 378)· ελία, Θησ. IB́́ [564], Βουστρ. 448· ελιά, Ασσίζ. 2417, Ch. pop. 50, 466, Πεντ. Γέν. VIII 11, Έξ. XXIII 11, Δευτ. VIII 8, Διακρούσ. 11390· ’λαία.
Το αρχ. ουσ. ελαία. Ο τ. ελαιά από μετρ. αν. Ο τ. ελιά στο Somav. (λ. ελιά) και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. ’λαία και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
1) Ελαιόδεντρο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I1 και σήμ.): διαπάς χλωρόν κλαδίν ελιάς στο στόμα του βαστώντα Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 210. 2) Καρπός της ελιάς (Η σημασ. στο Somav. (λ. ελιά) και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Φαρίν εκαβαλλίκεψεν κατάμαυρον ως ’λαίαν Χρον. Τόκκων 229. 3) Ελιά του σώματος (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. III και σήμ.): τας εν τῃ ρινί ελαίας μελαίνας Ιερακοσ. 34426· να γινώσκετε ελαίαν έχει μαύρην| οπού ’γραψε το ποίημα, ’ς διξιόν μικρόν δακτύλιν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 1021. 4) (Ως προσωποπ.): έχω Ελαίαν την κυρά ηγουμένην, Φακήν την κυρά οικονόμισσα Πωρικ. V 26.
ελαφοκέρατο(ν)- το· αλαφοκέρατο, Crusius, Turcogr. 255· ’λαφοκέρατο(ν), Αγαπ., Γεωπον. 149.
Από τα ουσ. έλαφος και κέρατο(ν). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). Ο τ. ’λαφοκέρατο(ν) στο Somav. (λ. λαφοκέρατον) και σήμ. στο ποντιακό ιδίωμ. (Παπαδ. Α., Λεξ.).
Κέρατο ελαφιού (Η σημασ. στο Somav., λ. λαφοκέρατον και σήμ., Δημητράκ.): κόνιν από λαφοκέρατον Αγαπ., Γεωπον. 196.
εμβατίκιον- το, Ιστ. πατρ. 1888, Crusius, Turcogr. 174, 175· εμπατίκι, Ιστ. πατρ. 18912· ’μπατίκιν.
Από το επίθ. εμβατός και την κατάλ. ‑ίκιον.
1) Χρήματα που πλήρωνε ο ιερέας στον επίσκοπο για το διορισμό του σε ενορία: Περί εμβατικίου οπού δίδουν οι ιερείς και κρατούν χώρας και ενορεύουν Βακτ. αρχιερ. 153· τας ενορίας τας οποιας αγοράζουν οι χειροτονούμενοι ιερείς από τους αρχιερείς και δίδουν φλωρία, ήγουν εμβατίκια Ιστ. πατρ. 19617-8. 2) Τόκος: ’μπατίκιν του ετοκάριζε τον Μανόλη να πληρώσει δι’ αυτά, θέλει η αυθεντία του και χαριζει του τα Ζερλέντη, Φεουδαλ. Νάξου σ. 48. 3) Εμφυτευτικόν (για τη σημασ. βλ. Bakker-van Gemert [Βαρούχ. σ. 826]): ογιά τα οποία πράματα του έδωκεν ... ογιά εμπατίκιο υπέρπυρα οκτακόσια Βαρούχ. (Bakk.-v. Gem.) 4105.
εξωτικός,- επίθ., Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 328, Γ΄ 3108, 1013, Δ΄ 108 σχόλ., 1015-16, 1016 σχόλ., 1513, Ε΄ 125, 29, 37, 891, 10Δ· ξωτικός, Ευγέν. 1141.
Το μτγν. επίθ. εξωτικός. Η λ. και σε επιγρ. και παπυρ. (L‑S). Η λ. και ο τ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Που δεν είναι συγγενής, ξένος: εξωτικός γαρ άνθρωπος, διαθήκης χωρίς, έτερον ου δύναται κληρονομήσαι Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 924. 2) Που δεν είναι χριστιανός (Βλ. Καρατζ., Glotta 32, 1953, 251) (εδώ προκ. για δικαστήριο) που ανήκει στους έξω, δηλ. στους Τούρκους: ουκ έδωσεν … αυτά … και επήγαν δε εις την εξωτικήν (έκδ. εξωτζικήν· διορθώσ. σε εξωτικήν) κρίσιν Crusius, Turcogr. 220. 3) (Στο συγκριτ.) έξαλλος, τρελός: οπού θυμώνεται πολλά έξω από το μέρος,| μόνος του γίνεται έξοχος και με το θέλημά του,| και πάσχει ώσπερ πάσχουσιν οι εξωτικοτέροι Σπαν. (Μαυρ.) P 127. Ως ουσ. 1) Το αρσ. = ο μη συγγενής, ξένος: ει μεν εστί γραφείσα η κληρονομιά εις εξωτικούς, τουτέστι τους μη όντας συγγενείς Αρμεν., Εξάβ. Ε΄ 52· Διαπράσεως γινόμενης του μεν εξωτικού ο δανειστής ή ο συγγενής προτιμάται εις το αγοράσαι Αρμεν., Εξάβ. Γ΄ 398· ει μεν προήν η μνηστεία, μένει και ως προς μνηστήν η δωρεά έρρωται· ει δε μη προήν μνηστεία, άκυρος η δωρεά· ου γαρ ως προς εξωτικήν, αλλ’ ως προς γαμέτην εγένετο Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 1417. 2) Το ουδ. = φάντασμα, εξωτικό (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. ξωτικός 3): εγώ, ως την είδα, εθάρρουνα και ξωτικόν να ’ν’ κείνη| και τον σταυρόν μου έκαμα πάραυτες για να φύγει Ευγέν. 1237.
επανέβασις- η, Ιστ. πατρ. 13622, 1375, 1401, 17019, 1769, Crusius, Turcogr. 144, Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υνδ΄.
Από το επανεβαίνω και την κατάλ. ‑σις.
Αύξηση: έκαμαν επανέβασιν εις το χαράτσιον φλωρία πεντακόσια Ιστ. πατρ. 1549.
επίσταλσις- η.
Από το επιστέλλω και την κατάλ. ‑σις.
Επιστολή: υφ’ ης (ενν. φιλελληνίας) και αρχήθεν της προς τον παναγιότατον ημών ιεράρχην επιστάλσεως κατετόλμησα Crusius, Turcogr. 469.
ευημερώ,- Λόγ. παρηγ. L 220· μτχ. ευημερημένος, Ιστ. Βλαχ. 376, 481, Χριστ. διδασκ. 415.
Το αρχ. ευημερέω. Η λ. και σήμ.
1) Ευτυχώ, ευημερώ (Η σημασ. και σήμ.): Δεν βλέπετε τους ασεβείς το πώς ευημερούσιν …; Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 580. 2) Πετυχαίνω, βρίσκω: όταν ανθρώπου ευημερήσω, τάχιστα αποστείλω σοι ό,τι έφησας ημίν πάντα Crusius, Turcogr. 337. 3) Κάνω κάπ. να ευτυχήσει: Χαρά τόν <η> τύχη ευημερεί και ουαί τόν ατυχίσει Λόγ. παρηγ. L 206. Η μτχ. ως επίθ. = α) που ευημερεί, ευτυχισμένος: εκατοικούσαν εις την αγίαν πόλιν και ήσαν ευημερημένοι και αναπαυμένοι Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υξ΄ η βασιλειά των Ρωμαίων ποτέ μεν ήτον ενημερημένη, ποτέ δε δυστυχημένη Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών ρπα΄· β) πλούσιος: Άνθρωπος ήτον φρόνιμος, καλός, ανδρειωμένος, ήμερος, ελεήμονας και ευημερημένος Ιστ. Βλαχ. 90.
ευχέτης- ο, Αρσ., Κόπ. διατρ. [1217], Βελλερ., Επιστ. 62· ευχετής, Miklos.-Müller, Acta Ε΄ 284· ευχήτης, Crusius, Turcogr. 321.
Από το εύχομαι κατά τα ουσ. σε ‑έτης. Η λ. τον 8. αι. (Sophocl.).
Αυτός που δίνει ευχές, που προσεύχεται για κάπ.: τρέμω, πτοούμαι, δέδοικα, μη φονευθώ προώρας| και χάσεις σου τον Πρόδρομον, τον κάλλιστον ευχέτην Προδρ. I 274· Νικόδημος ο Κεφαλληνίας και Ζακύνθου Αρχιεπίσκοπος και υμέτερος ευχέτης Μεταξά, Επιστ. 4861.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ., Επιστ. Ζυγομαλά του 1575 (Crusius, Turcogr. σ. 439).