Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ακουμμέρκευτος,
- επίθ. Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1282· ακομμέρκευτος, Χρυσόβ. του 1364 σ. 33.
Από το στερ. α‑ και το κουμμερκεύω (Για το ρ. βλ. Du Cange, λ. κομμέρκιον), που παράγεται από το ουσ. κο(υ)μμέρκιν <λατ. commercium. Η λ. στον τ. ακομμέρκευτος ήδη στο 10. αι. (Sophocl.). Πβ. και το σημερ. ακουμμέρκιαστος (ΙΛ).
Που είναι απαλλαγμένος από φόρους (Η σημασ. ήδη στο 10. αι., Sophocl., λ. ακομμέρκευτος· πβ. και ΙΛ, λ. ακουμμέρκιαστος 1): όρκον, συνθήκας έποικαν μετά τον βασιλέα| να είναι ακουμμέρκευτοι σ’ όλην την Ρωμανίαν Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1282.
αποκατάστασις -ση- η, Ιερακοσ. 42728, Ιστ. Βλαχ. μετά στ. 354· ’ποκατάσταση, Θησ. Γ΄ [43].
Το αρχ. ουσ. αποκατάστασις. Η λ. και σήμ. από τη λόγια παράδοση.
1) α) Επάνοδος στην προηγούμενη κατάσταση (Η σημασ. στον Αριστοτέλη, L‑S και σήμ.): Καταστροφή του Σερμπάνου βοηβόνδα και πάλιν αποκατάστασις εις την αφεντίαν Ράδουλ βοηβόνδα Ιστ. Βλαχ. μετά στ. 354· μήτε προϋπάρχειν τας ψυχάς των σωμάτων μήτε τέλος είναι κολάσεως μήτε αποκατάστασιν δαιμόνων κατά τον άφρονα Ωριγένην Σφρ., Χρον. μ. 13634· β) (προκ. για άρρωστο) επάνοδος στην προηγούμενη (καλή) κατάσταση (Η σημασ. μτγν., L‑S και η χρ. και σήμ.): πινέτω ο ιέραξ έως παντελούς αποκαταστάσεως Ιερακοσ. 42728· γ) τακτοποίηση, ρύθμιση (ζητημάτων) (Πβ. L‑S): αναγαγείν ενταύθα και μπαΐουλον εις κρίσιν και αποκατάστασιν των Βενετικών Χρυσόβ. του 1364 σ. 141. 2) Κατάσταση: εις τέτοιαν ’ποκατάστασην φριχτή και πονεμένη| κοντά χρόνον εστάθησαν με πόνους και με δάκρυα Θησ. Γ’ [43].
αυτοκρατορικώς,- επίρρ., Χρυσόβ. του 1364 σ. 297.
Το μτγν. επίρρ. αυτοκρατορικώς. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
Δεσποτικά (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. αυτοκρατορικός): των μακράν και εγγύς την εύνοιαν φιλικώς, ει γε μάλλον αυτοκρατορικώς, εφελκύσαι πραγματευόμενος Χρυσόβ. του 1364 σ. 297. Βλ. και αυθεντικά 2β, αυθεντικώς.
άφοβος,- επίθ., Χρον. Μορ. H 9100, Χρυσόβ. του 1364 σ. 48, Διήγ. Βελ. 176, Λίβ. Sc. 1854, Λίβ. Esc. 3013, 3022, Λίβ. N 2694, Παρασπ., Βάρν. C 205, Ριμ. Βελ. 274, Φαλιέρ., Ιστ. V 384, Αχέλ. 2137, Ερωτόκρ. Ε΄ 1021, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1313].
Το αρχ. επίθ. άφοβος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Που δε φοβάται (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1 και σημερ., ΙΛ στη λ. 1): στεκότουν άφοβος στον πόνον του κακού της| κι εις αύτο δεν εδείλιαζε Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [1313]· βλ. και άτρομος· β) που δεν έχει λόγο να ανησυχεί, εξασφαλισμένος: οι τοιούτοι ευγενείς άνδρες … διαφυλαττόμενοι … ακαταδυνάστευτοι και άφοβοι από τε της βασιλείας μου, των αρχόντων και κεφαλάδων μου Χρυσόβ. του 1364 σ. 48· γ) που δε διστάζει: έμβα και εσύ εις την θάλασσαν και έλα όπου με βλέπεις,| άφοβος, ανεγνοίαστος, δίχα τινός ανάγκης Λίβ. Esc. 3013. 2) Που δεν εγκλείει φόβο (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2 και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): έλα κι εδόθη η ορδινιά με του Θεού την χάρη| εις άλλον τόπον πλεά γοργόν και άφοβον να σε πάρει Φαλιέρ., Ιστ. V 384· ο τόπος ήτον άφοβος, οι άνθρωποι αποθαρρούσαν| διά τα φουσσάτα όπου έστηκαν στο κάστρο των Γιαννίνων Χρον. Μορ. H 9100. Το ουδ. ως ουσ. = τόλμη (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 1): φρίττουν και τρέμουν παντελώς το άφοβον, την τόλμη Παρασπ., Βάρν. C 205. Βλ. και αλαζονεία 1, αποκοτιά.
απόδοσις- η, Χρυσόβ. του 1364 σ. 54.
Το αρχ. ουσ. απόδοσις. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. απόδοσι).
Καταβολή (ποσού), πληρωμή (Η σημασ. μτγν., L‑S): επί τῃ αποδόσει του συνήθους κομμερκίου Χρυσόβ. του 1364 σ. 54.
αποθεράπευσις- η, Χρυσόβ. του 1364 σ. 157.
Από το αποθεραπεύω. Η λ. στον Ησύχ. (λ. ακέσεων).
Εξυπηρέτηση, προστασία: εις αποθεράπευσιν μεν των φιλούντων, αποτροπήν δε των μισούντων και αποσόβησιν Χρυσόβ. του 1364 σ. 157. Βλ. και απόσκεπον.
αποσόβησις- η, Χρυσόβ. του 1364 σ. 145.
Η λ. σε Σχολ. (L‑S). Βλ. και L‑S Suppl.
Απόκρουση, απομάκρυνση (Πβ. L‑S): εις αποσόβησιν του αδίκου και (απονομήν) του δικαίου Χρυσόβ. του 1364 σ. 145.
βαΐουλος- ο, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 291, 628 κριτ. υπ.· βάγιλος, Φλώρ. 1593· βάιλος, Ηπειρ. 23711, Βελλερ., Επιστ. 55· μπάιλος, Χρυσόβ. του 1364 σ. 30, 36, Χρον. Μορ. H 1877, 1904, 2243, Χρον. Μορ. P 2276, Ιστ. Ηπείρ. XL3, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 303, Κώδ. Χρονογρ. 511, Χρον. σουλτ. 274, 359, 8433, 9332, Ψευδο-Σφρ. 39618, Δωρ. Μον. XXII, XXIV, XXXIV, XLI, κ.π.α.· μπαΐουλος, Χρυσόβ. του 1364 σ. 30 (κριτ. υπ.), σ. 35· μπαϊούλος, Χρυσόβ. του 1364 δ. 35 (κριτ. υπ.), σ. 36 (κριτ. υπ.)· μπαλίος, Μαχ. 2064, 27836, 6322· πάγιλος, Μαχ. 2066· πάιλος, Χρον. Μορ. P 2243, 6766, Πανάρ. 7530, Θρ. Κύπρ. K17· παλίος, Μαχ. 22823, 28428, 6703, 31, Βουστρ. 423, 424, 429, 439, 484, 485, 492.
Το μτγν. ουσ. βαΐουλος (L‑S Suppl.). Η λ. και σε σχόλ. (L‑S Κων/νίδη και Sophocl.). Πβ. ΙΛ (λ. βάιλας) και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 72. Ο τ. βάγιλος ή βάγυλος τον 9. αι. (Lampe, Lex., λ. βάγυλος). Πβ. ΙΛ (λ. βάιλας).
1) Τίτλος του διπλωματικού αντιπροσώπου της Βενετίας στην Κωνσταντινούπολη (Πβ. ΙΛ, ό.π. Ι· βλ. και Zakythinos [Χρυσόβ. του 1364 σ. 83]): παρά του ευγενούς μπαΐλου Κωνσταντινουπόλεως Χρυσόβ. του 1364 σ. 30· αναγαγείν ενταύθα και μπαΐουλον εις κρίσιν και αποκατάστασιν των Βενετίκων Χρυσόβ. του 1364 σ. 35. Βλ. και βουλευτής γ. 2) α) Αντιπρόσωπος της Βενετίας με διοικητική πληρεξουσιότητα (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ 245] και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 72): ν’ απέλθει σύντομα εκείσε εις τον μπάιλον Χρον. Μορ. P 2276· β) αντιβασιλέας της Κύπρου (Για τη σημασ. βλ. Dawkins [Μαχ. Β΄ 245] και Χατζ., Ξέν. στοιχ. 72): γίνωσκε να ξεύρει η αφεντιά σου ότι ο μπαλίος της Κύπρου ... Μαχ. 27836. 3) Παιδαγωγός (Η σημασ. σε σχόλ., L‑S Κων/νίδη, Sophocl. και σήμ., ΙΛ, ό.π. ΙΙα): Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 628 κριτ. υπ. Βλ. και βάγιος. 4) Υπηρέτης (Πβ. ΙΛ, ό.π. ΙΙα): βάγιλοι τα σηκώνουσιν, τον αμιράν τα πάσιν Φλώρ. 1593. Βλ. και άγουρος 1β, άνθρωπος 5, βαχλιώτης, δούλος, φαμέγιος.
βεστιαρικός,- επίθ., Χρυσόβ. του 1364 σ. 30.
Από το ουσ. βεστιάριον και την κατάλ. ‑ικός.
Που αναφέρεται στο «βεστιάριον»: Το ίσον (ενν. χρυσοβουλλικής προστάξεως) εν τοις βεστιαρικοίς καταστίχοις της βασιλείας μου εγγέγραπται Χρυσόβ. του 1364 σ. 30.
βεστιάριον- το, Act. Lavr. 5968, 6061, Διγ. Z 2079, Οψαρ. 36118, Χρυσόβ. του 1364 σ. 34, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 75, 195, 270, 465, 681 κριτ. υπ., Χρον. στέψ. Μαν. Β′ 3, 45, 97· βιστάριον, Πωρικ. V 46, Διγ. A 2117· βιστιάριον, Πωρικ. S 1057, Διγ. (Trapp) Gr. 1660.
Το λατ. vestiarium (Βλ. L‑S Suppl.). Για το πράγμα βλ. Bréhier, Le monde byzantine B΄ 130-1 και 148-9. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. βεστιάριο). Για τον τ. βιστάριν βλ. όμως και Goossens, Byz. 22, 1952, 259-60.
1) α) Το σύνολο των ενδυμάτων, απαραίτητος ρουχισμός (Η σημασ. τον 9. αι., Lampe, Lex. στη λ. 2): βεστιάρια τιμητά πεντακοσίας λίτρας Διγ. Z 2079· β) είδος ενδύματος: βιστάριν έβαλα τερπνόν, καθάριον βαγδαΐτιν Διγ. (Trapp) Esc. 1422. Βλ. και βέστα. 2) Ιματιοθήκη· το σύνολο των ενδυμάτων: φορούντες επάνω των ιματίων αυτών υφάσματα χρυσά εκ του βασιλικού βεστιαρίου Χρον. στέψ. Μαν. Β′ 45. 3) Βασιλικό ταμείο, θησαυροφυλάκιο (Η σημασ. στον Πορφυρογ., Sophocl. στη λ. 2): πάσαν την αυτού περιουσίαν απήρε και εισήξεν εις το βεστιάριον αυτού Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 681 κριτ. υπ. Βλ. και βιαστήρι. 4) Κεντρική οικονομική υπηρεσία (Βλ. και Zakythinos [Χρυσόβ. του 1364 σ. 74] και Ahrweiler, Byz. et Mer 488): η βασιλεία μου και το θεοφρούρητον αυτής βεστιάριον Χρυσόβ. του 1364 σ. 34.
βλαττί(ν)- το, Σταφ., Ιατροσ. 8212, Προδρ. III 88, Διγ. (Trapp) Gr. 1188, 3304, Διγ. Z 1523, Λίβ. P 1082, Λίβ. Sc. 1725, 2093, Λίβ. Esc. 2534, 4320, Λίβ. N 3748, Αχιλλ. N 1107, Αχιλλ. O 178, κ.α.· βλαντί(ν), Ιμπ. 540, Θησ. Ϛ΄ [298, 413], ΙΑ΄ [293], Ριμ. Βελ. 466, κ.α.· βλαντί(ν) και βλαντίο(ν), Ριμ. Βελ. 38, 831, Δεφ., Λόγ. 489· βλαντίον, Ευγεν., Δρόσ. Β΄ 343 (έκδ. βλαυτίον, πιθ. εσφαλμ. γρ. αντί βλαντίον)· βλαττί(ν) και βλαττίο(ν), Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513, Διγ. (Trapp) Gr. 1746, 1870, Διγ. Z 1149, 2218, 2373, Διγ. (Trapp) Esc. 567, 1789, Χρυσόβ. του 1364 σ. 33, Διήγ. Βελ. 285, 463, Αχιλλ. L 260, Αχιλλ. N 343, 1104, Ιμπ. (Lambr.) 439, Ιμπ. (Legr.) 502, Φαλιέρ., Λόγ. 329, Διγ. Άνδρ. 36117, κ.α.· βλαττίον, Λεξ. IV 554.
Από το ουσ. βλάττα (= λατ. blatta) (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Β2 39). βλ. και Steiner, Stud. byz. Lexik. 156. Η λ. και ο τ. βλαντίν και σήμ. (ΙΛ, λ. βλαττίν). Απ. και ουσ. κατάβλαττον (= «ολοπόρφυρον βλαττίον», ΝΕ 7, 1910, 40).
Ύφασμα ή φόρεμα πολυτελές, συχνά κόκκινο, μεταξωτό (Βλ. ΙΛ, λ. βλαττίν 9, 10, 11 και Zakythinos [Χρυσόβ. του 1364 σ. 67-8] και Speck, JÖBG 15, 1966, 335, 336, 344, 345, 368, 369): ίππους αρίστους δώδεκα και παμμεγέθεις μαύρους| μετά βλαττίων εκλεκτών επάνω σκεπασμένους Διγ. Z 2218· και χρυσοκόκκινον βλαττίν εσάγισαν τον μαύρον Αχιλλ. O 178· Α σου ζητά φορέματα, βλαντιά και δακτυλίδια,| κάμνε της μέσα του σπιτιού ό,τι μπορείς στολίδια Δεφ., Λόγ. 489· πρασινορόδινον βλαττίν είχεν εις το καπούλιν Διγ. Z 1523· άσπρον βλαττίν εφόρεσεν με τα χρυσά πουλία Αχιλλ. N 1107· βλαττία, ήτοι εμπροστάλια των αγίων εικόνων, μικρά μεγάλα δεκαπέντε Κώδιξ Βιβλιοθήκης μονής Πάτμου 513. — Βλ. και ατλάζι, βλαττίτσιν.
βουλευτής- ο, Μανασσ., Χρον. 5705, Χρυσόβ. του 1364 σ. 30, 36, Μαχ. 6367, Αλεξ. 562.
Το αρχ. ουσ. βουλευτής. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
α) Αυτός που σκέφτεται: μαχητής απρόσμαχος και βουλευτής οξύνους Μανασσ., Χρον. 5705· β) σύμβουλος (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 2): όρισε Αλέξανδρος να κάμουν οι κτιστάδες| εκείνο που να τους ειπούν όλοι οι βουλευτάδες Αλεξ. 562· βλ. και βουλάτορας· γ) (προκ. για αξίωμα) αντιπρόσωπος της συγκλήτου της Βενετίας στο Βυζάντιο (Για τη σημασ. βλ. Zakythinos [Χρυσόβ. του 1364 σ. 51]): ο ευγενής άρχων και αποκρισάριος ... αποσταλείς παρά του ... δουκός Βενετίας ... και παρά του ευγενούς μπαΐλου Κωνσταντινουπόλεως ... και των αυτού ευγενικών αρχόντων και βουλευτών Χρυσόβ. του 1364 σ. 30. Βλ. και βαΐουλος 1.
Γενουβίτης- ο, Byz. Kleinchron. Α΄ 9632, 30517, Έκθ. χρον. 1315, 1818, Ιστ. πολιτ. 55, Ψευδο-Σφρ. 2462· Γενίτης, Κώδ. Χρονογρ. 49· Γενοβίτης, Έκθ. χρον. 31· Γενουίτης, Χρυσόβ. του 1364 σ. 35, 63, 111, Chron. br. (Loen.) 20841, Byz. Kleinchron. Α΄ 8654, 18215, Πανάρ. 7432, Δούκ. 3515’17, 6313,17, 734, 10729, 12317, 13725, κ.π.α.· Iανουίτης, Πανάρ. 6812 κριτ. υπ.
Από το τοπων. Γένουα> Γένουβα και την κατάλ. ‑ίτης.
Αυτός που κατάγεται από τη Γένοβα: παραλαβόντες δε οι Γενουίται ενίσχυσαν αυτόν εν δυνάμει Chron. br. (Loen.) 20841.
γνώμη- η, Σπαν. A 89, 356, 508, Σπαν. (Ζώρ.) V 26, 299, 440, Κομν., Διδασκ. Δ 102, 185, 348, Σπαν. P 13, 31, Κρασοπ. 51, Μανασσ., Χρον. 3306, 3318, 4298, 5585, Καλλίμ. 502, 746, 951, Ασσίζ. 52410, Ιερακοσ. 35317, Διγ. (Trapp) Gr. 331, 1195, 1257, 2278, 2638, 3051, Διγ. A 277, 592, 1808, 2600, 2674, Διγ. Z 2563, 2693, 3160, 3618, Ακ. Σπαν. 3058, Χρον. Μορ. H 2830, 3445, 5645, Chron. brève 180, Chron. br. (Loen.) 135, Βίος Αλ. 2531, 2877, Χρυσόβ. του 1364 σ. 57, Πτωχολ. P 127, Πτωχολ. N 619, 690, Φλώρ. 789, 790, 1364, Ερωτοπ. 46, Απολλών. (Wagn.) 535, Λίβ. P 1529, 2204, 2567, Λίβ. Sc. 710, Λίβ. Esc. 3193, 3210, Λίβ. N 1612, 3814, Αχιλλ. (Haag) L 185, Φυσιολ. (Legr.) 637, 664, Χειλά, Χρον. 353, Σφρ., Χρον. μ. 1147, 14422, Γεωργηλ., Βελ. 29, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 347, Ιμπ. (Legr.) 203, Κορων., Μπούας 15, Πένθ. θαν.2 311, Πένθ. θαν. (Knös) S 311, Βεντράμ., Γυν. 93, Βεντράμ., Φιλ. 379, Τριβ., Ρε 43, Πεντ. Δευτ. IV 6, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1296, Βίος γέρ. V 262, Αιτωλ., Μύθ. 4313, 5510, 934, Θρ. Κύπρ. M 106, Ιστ. πολιτ. 361, Ιστ. πατρ. 11512, Άρχ. Μεγ. P 36, Πανώρ. Πρόλ. 33, Γ΄ 158, 183, 290, 613, Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 121, Α΄ 466, Παλαμήδ., Βοηβ. 732, Ιστ. Βλαχ. 1146, Σουμμ., Ρεμπελ. 158, 162, 165, 176, 177 δις, 186, 187, Διγ. Άνδρ. 32528, 34321, 3569, 15, 38329, Ερωτόκρ. Α΄ 1279, Γ΄ 1670, Δ΄ 549, Θυσ.2 132, Στάθ. Α΄ 48, 281, 324, Ροδολ. (Μανούσ.) Ε΄ [277], Διήγ. ωραιότ. 126, Βακτ. αρχιερ. 183, Λίμπον. 123, 233, Επίλ. 19, 31, 44, 54, 72, 85, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 64, Δ΄ 574, Ζήν. Πρόλ. 148, Α΄ 323, Δ΄ 262, Ε΄ 49, 55, Μαρκάδ. 250, Λεηλ. Παροικ. 71, 328, Διακρούσ. 11522, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1821, 25217, 3983, 5143, 57226, κ.π.α.
Το αρχ. ουσ. γνώμη. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Κρίση, σκέψη, ιδέα, άποψη (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. III1 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 4): Ω λογισμοί, πώς σφάλλετε, ω γνώμη τυφλωμένη Ερωφ. Πρόλ. Χάρ. 121· Τη γνώμη σου την σήμερο καλότατα ήκουσά σου Ζήν. Ε΄ 55· εκρατούσαν γνώμη το πώς το έργο τούτο γίνεται από βουλή εδική τους Σουμμ., Ρεμπελ. 165· επαίνεσαν δε όλοι τους την γνώμην του παιδίου Αχιλλ. (Haag) L 185· εφανέρωσαν ότι μετά γνώμης του δεσπότου εγένετο Ιστ. πολιτ. 361· Αρχιερέα, η γνώμη σου ποια ’ναι να τη γροικήσω; Ζήν. Α΄ 323· Διά αυτήν την ευγλωττίαν του του κόσμου η γνώμη θέλει| πως έσταξαν οι μέλισσες στα χείλη του το μέλι Λίμπον. Επίλ. 19. 2) α) Θέληση, επιθυμία (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II2 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 3): όρκον έκαμαν φρικτόν να έχουν γνώμην μίαν Ιστ. Βλαχ. 1146· β) θέληση, συγκατάθεση (Η σημασ. μτγν., Bauer, Wört. στη λ. 3 και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 9): λαμβάνει ο Δημήτριος του Ασάνη τη θυγατέρα παρά γνώμης της μητρός και του βασιλέως και ευλογείται αυτήν Chron. br. (Loen.) 135· Παρά γνώμην της ορφανής, ήγουν έξω απέ το θέλημάν της, ουδέν δύναται να μνηστευθεί μετ’ αυτής Ασσίζ. 52410· ίνα τον έχω πενθερόν τῃ ιδίᾳ του γνώμη Διγ. (Trapp) Gr. 1257. 3) α) Τρόποι, ήθος, χαρακτήρας (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 8): Αλέξανδρος εγώ φημί τοις Λακεδαιμονίοις,| ην εκ προγόνων έχετε γνώμην καλώς φυλάττειν Βίος Αλ. 2877· Μάγκιπου υιός υπάρχω,| χωριάτου φύσιν έχω| και κακότροπος την γνώμην Πτωχολ. N 690· να σε τα ανταποδώσει ο Θεός άξια ... της καλής σου γνώμης χαρίσματα Διγ. Άνδρ. 38329· β) διάθεση, ψυχική κατάσταση: τα δάκρυα της εράγιζαν σκληρού ανθρώπου γνώμην Διγ. A 2674· γ) (προκ. για ζώο) διάθεση, ορμή: σπανέ πονηρέ και καρδία σατανά και λύκου γνώμη Ακ. Σπαν. 3058· το γαρ άγριον της γνώμης αυτών τιθασεύει το ολίγον φως Ιερακοσ. 35317· εις ίππον μετεσέλισα δαγάλον αστεράτον,| ος είχε γνώμην κάλλιστον εν ταις ανδραγαθίαις Διγ. Z 3618.
γομάρι(ν)- το, Λόγ. παρηγ. L 7, Λόγ. παρηγ. O 8, Ασσίζ. 4631, 4710, 15, 7524, 762, 23719, 24427, 28, 2451, 25212, 36131, 48829, 49527, Διγ. (Trapp) Esc. 592, Πόλ. Τρωάδ. 412, Διήγ. παιδ. 770, Λίβ. Sc. 518, Λίβ. Esc. 1621, Λίβ. N 1483, Τάξ. Πόρτ. 87, Ανακάλ. 12, Βησσ., Επιστ. 259, Μαχ. 52235, 6307, 65815, Σφρ., Χρον. μ. 8226‑7, 27‑8, Θησ. (Foll.) I 116, Θησ. Η΄ [1018], Θ΄ [11], Ι΄ [785], Καραβ. 4921, Γεωργηλ., Θαν. 421, Βουστρ. 458, Απόκοπ. 202, Σαχλ. N 309, Σαχλ., Αφήγ. 21, 24, Πένθ. θαν.2 483, Φαλιέρ., Θρ. 110, Τριβ., Ταγιαπ. 162, Πεντ. Δευτ. I 12, Αχέλ. 1578, Πανώρ. Γ΄ 438, Βοσκοπ. 55, Βίος αγ. Νικ. 143, Ερωτόκρ. Α΄ 234, Β΄ 1580, Γ΄ 782, Ε΄ 296, 498, Θυσ.2 47, Στάθ. Β΄ 281, Γ΄ 393, Ροδολ. Β΄ [334, 343, 415, 421, 422], Διήγ. πανωφ. 59, Διγ. O 2088, Τζάνε, Κρ. πόλ. 14324, 3746, 39519, 4389, 44426· γομάριον, Χρυσόβ. του 1364 σ. 32, 33.
Το μτγν. ουσ. γομάριον. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γομάρι).
1) α) Φορτίο, φόρτωμα (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γομάρι 1): είς άνθρωπος φορτωμένος ξύλα ού έτερον τίποτες γομάριν Ασσίζ. 36131· διά να αλαφρύνει το γομάρι του καραβίου Ασσίζ. 25212· λέγει ο καραβοκύρης μας (παραλ. 1 στ.): «Το πλια βαρύ σας ρίξετε γομάρι ...» Στάθ. Γ΄ 393· (μεταφ.): Αυτά ουν όλα φρόντισέ τα καλά, ... επειδή το γομάριν επάνω σας είναι Βησσ., Επιστ. 259· Οιμέ! ο καημένος! σήμερο πώς ζιώ ’ς τέτοιο γομάρι Πανώρ. Γ΄ 438· βαρύ γομάρι εγροίκησε απέσω στην καρδιά της Θησ. (Foll.) I 116· λοιπόν εξαγανάκτησα της θλίψης το γομάριν Σαχλ., Αφήγ. 21· (προκ. για τον καρπό της κοιλιάς): ολπίζαμε οι ταλαίπωροι, σαν πέσει το γομάρι,| να μεγαλώνει και να ζει με την δική σου χάρη Θυσ.2 47· β) ζώο με φορτίο (Βλ. Γεωργακ., Αθ. 51, 1941, 67): ουδέ γομάριν να έλθει αππέξω της χώρας Μαχ. 6307. 2) (Συνεκδοχικά) όνος (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γομάρι 2): Μέσα όλοι σαν λιοντάρια| να τους πάρω σαν γομάρια Τριβ., Ταγιαπ. 162.
γύροθεν,- επίρρ., Προδρ. IV 169, Ευγεν., Δρόσ. Α΄ 78, Θρ. αλ. 37, Καλλίμ. 1871, Διγ. (Trapp) Gr. 677, 1166, Διγ. Z 504, 3644, 3868, Βέλθ. 28, 448, Πόλ. Τρωάδ. 383, Έγγρ. του 1324 (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 44), Ερμον. Β 17, Χρον. Μορ. H 3000, Χρον. Μορ. P 1066, Χρυσόβ. του 1364 σ. 35, Φλώρ. 986, Διήγ. πόλ. Θεοδ. 15, Λίβ. Sc. 1342, Αχιλλ. N 962, Ιμπ. 529, Αργυρ., Βάρν. K 390, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1561, Ψευδο-Σφρ. 4005, Ιστ. πατρ. 8121, 1804, 2028, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1588, Διγ. Άνδρ. 37423, 39432, 39810, 18, 40018, 4114, Τζάνε, Κρ. πόλ. 26626, Δωρ. Μον. (Hopf) 239· εγύροθεν, Διγ. (Trapp) Esc. 1612.
Το μτγν. επίρρ. γύροθεν (Sophocl. Βλ. όμως και L‑S, λ. γυρόθεν). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γύρωθε(ν)).
α) Ολόγυρα, κυκλικά, απ’ όλες τις μεριές (Η σημασ. μτγν., Sophocl. και σήμ., Δημητράκ., λ. γύρωθε(ν)): όλος ο τόπος γύροθεν του πατριαρχείου ήτον έρημος Ιστ. πατρ. 8121· γύροθεν εκείνων των βουνίων Χρον. Μορ. H 3000· Τούτους ιδών ο δούλος σου γύροθεν καθημένους Προδρ. IV 169· κλίνην πάντερπνον γύροθεν χρυσωμένην Διγ. Z 504· επήγαν εις το μνήμα τους και εστάθησαν γύροθεν και έκλαιαν Διγ. Άνδρ. 4114· γύροθεν με πέτρινον τοίχον περιφραγμένος (ενν. κήπος) Παϊσ., Ιστ. Σινά 1588· β) (με το άρθρο το): το κάστρον ένι αφυρόν, απέσω εις λίμνην στέκει,| εν ῳ ένι Μέγας ο Οζερός το γύροθεν του κάστρου Χρον. Μορ. H 8798· Διγ. Άνδρ. 32425, 34634· Χρον. Τόκκων 779.
δελιβρίζω,- Χρυσόβ. του 1364 σ. 85.
Από το ιταλ. delivrare.
Παραδίδω κ. σε κάπ.: ο ειρημένος … εδελίβρισεν αυτό συν πάντων των νομών και δικαιωμάτων αυτού εις τας χείρας του … Χρυσόβ. του 1364 σ. 85.
δεξιότης- η, Χρυσόβ. του 1364 σ. 14· δεξιότη, Πτωχολ. N 50, Βίος γέρ. V 45.
Το αρχ. ουσ. δεξιότης. Η λ. και σήμ. ως λόγ. στον τ. δεξιότητα.
1) Ικανότητα, επιτηδειότητα (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. I και σήμ. ως λόγ.): με την γνώσιν, όπερ είχεν| και του νου την δεξιότην Πτωχολ. N 50. 2) Η πράξη του «δεξιούμαι», η υποδοχή κάπ. (Η σημασ. μτγν., L‑S στη λ. II. Βλ. και Zakythinos [Χρυσόβ. του 1364 σ. 42]): Αλέξιος ο Μέγας Κομνηνός … χρυσόβουλλον εκείνου λόγον … εξέπεμψεν … επί φιλικῄ ενώσει και δεξιότητι και συμβιβασμάτων καταστάσει Χρυσόβ. του 1364 σ. 14.
δεξίωσις- η, Χρυσόβ. του 1364 σ. 25, Χριστ. διδασκ. 422, 424.
Το μτγν. ουσ. δεξίωσις. Η λ. και σήμ. στον τ. δεξίωση.
Υποδοχή (Η σημασ. μτγν., L‑S): ο λειτουργός θέλει τελειώσει τα όσα είναι διά την δεξίωσιν του μετανοημένου Χριστ. διδασκ. 424.
διάθεσις- η, Ελλην. νόμ. 5412, 54226, 57018, Ιερακοσ. 3817, 47028, Ωροσκ. 419, 10, Χρυσόβ. του 1364 σ. 151, Λίβ. Sc. 3153, Λίβ. N 3735, Δούκ. 19914, Αιτωλ., Μύθ. 10512, Μεταξά, Επιστ. 47 δις, Βακτ. αρχιερ. 165, Διακρούσ. 1199.
Το αρχ. ουσ. διάθεσις. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.). (Βλ. και Andr., Lex.).
1) Ψυχική ή σωματική κατάσταση (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II1a και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 10): πρέπει ο αρχιερεύς και ο πνευματικός πατήρ να τους τηρούν την διάθεσιν και την καρδίαν Βακτ. αρχιερ. 165· θανατωδέστερα τούτων (ενν. των νοσημάτων) τα των κοιλιακών και υστερικών διαθέσεων έσονται Ωροσκ. 4110· Η κνησμώδης και ψωρώδης επιγενομένη διάθεσις Ιερακοσ. 47028. 2) Η στάση προς κάπ. ή κ. (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. IIb και σήμ., Δημητράκ. στη λ. 11): η σπλαγχνική και ευνοϊκή διάθεσις οπού τον απερασμένον καιρόν εδείξατε Μεταξά, Επιστ. 47· φαίνονται ότι έχουσιν διάθεσιν αγία Αιτωλ., Μύθ. 10512· οίδαμεν ακριβώς την προς ημάς εκ πολλών χρόνων διάθεσιν Δούκ. 19914· πόσην αγάπην και στοργήν και διάθεσιν γνησίαν! Λίβ. Sc. 3153. 3) Σχέση: διότι έσχεν μετ’ αυτής γαμικήν διάθεσιν μετά όρκου Ελλην. νόμ. 54226· Ο μέντοι από του αγίου βαπτίσματος τινά δεξάμενος ου δύναται ταύτην ύστερον προς γάμον αγάγεσθαι ως δήθεν γεναμένην θυγατέραν αυτού …, αλλ’ ουδέ ο υιος αυτού, επειδή ουδέν άλλως ει μη έχων επ’ αυτής πατρικήν διάθεσιν Ελλην. νόμ. 57018.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- επίθ. Χρον. Μορ. (Καλ.) H 1282· ακομμέρκευτος, Χρυσόβ. του 1364 σ. 33.