Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- διοικητής
- ο, Βίος Αλ. 718, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 52, Β́ 48, Έ 1213, Κορων., Μπούας 83, 113, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 781, 807, 1030, Ιστ. Βλαχ. 2042· διοικετής, Χρον. σημ. του 1514 16676.
Το μτγν. ουσ. διοικητής. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
1) Που διοικεί, που διευθύνει (Η σημασ. μτγν., L‑S και σήμ. Βλ. και Δημητράκ. στη λ. 1): «καταστήσω σε διοικητήν» Βίος Αλ. 718· διοικηταί που βρίσκεσθε σ’ όλην την Βενετίαν Κορων., Μπούας 113· (μεταφ.): της πίστεως διοικητής και της δικαιοσύνης Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1030. 2) Διαχειριστής, αντιπρόσωπος (Για τη σημασ. βλ. Πιτσάκη [Αρμεν., Εξάβ. σ. 396]): όστις [κουράτωρ] διοικητής πραγμάτων μάλλον εστί Αρμεν., Εξάβ. Έ́ 1213.
παιδί(ο)ν- το, Προδρ. (Eideneier) I 91, 125, 150, Ασσίζ. 1520, 46416, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 746, Χρον. Μορ. H 4246, 5966, Λίβ. Sc. 1616, 1624, 1715, Λίβ. Esc. 767, 2765, 2773, Λίβ. (Lamb.) N 646, Αχιλλ. L 1128, Μαχ. 9422, 23, 41035, 58028, Διγ. O 1901, κ.π.α.· μπαιδί, Χρον. σημ. του 1514 16677· παιδί, Διγ. Z 3206, Βέλθ. 171, Χρον. Μορ. P 3054, Λίβ. P 1043, Λίβ. Sc. 1343, Λίβ. N 2537, Αχιλλ. (Smith) O 221, Μαχ. 7234, 19618, Γεωργηλ., Θαν. 166, Απόκοπ.2 95, Πεντ. Γέν. XXXII 12, XLII 11, Έξ. I 7, 9, Πανώρ. Β΄ 44, Δ΄ 413, Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 443, Β΄ 411, Δ΄ 408, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 46, Β΄ 2444, Γ΄ 171, Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 356, 665, Στάθ. (Martini) Γ΄ 357, Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 335, Δ΄ 549, Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Α΄ 318, Β΄ 170, Διγ. O 2642, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16126, 38919, 43120, κ.π.α.· παίδι(ν), Εβρ. ελεγ. 162, Πεντ. Δευτ. XVIII 5· παιδίν, Τρωικά 5208, 5216, Προδρ. (Eideneier) II 26-8 χφ Η κριτ. υπ., 58, III 109, 112, 116, 117, IV 103, 104, Ασσίζ. 2926, 2121, 7, 27831, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 610, 618, Χρον. Μορ. P 2517, Λίβ. P 578, Αχιλλ. L 12, 23, 114, Αχιλλ. N 36, Αχιλλ. (Smith) O 11, 43, Μαχ. 24416, 35, 36, 37, 38, 6445, Αρμούρ. (Αλεξ. Στ.) 138, Βουστρ. 487, Άνθ. χαρ. (Κακουλίδη-Πηδώνια) 99, 114, 123, 150, Κυπρ. ερωτ. 1815, Χορτάτση, Ελευθ. Ιερουσ. Α΄ 14, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 16016· παιδίο, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 232r, Βυζ. Ιλιάδ. 85, Παϊσ., Ιστ. Σινά 275· παιδίον, Σταφ., Ιατροσ. 16463, Σπαν. A 40, Βέλθ. 1146, Αχιλλ. (Smith) O 44, 77, 127, Διγ. (Trapp) Gr. 999, 1362, Διγ. Z 1825, 4055, Λίβ. N 2881, Σφρ., Χρον. (Maisano) 44, Διήγ. Αλ. V 26, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 390v, Βυζ. Ιλιάδ. 160, 164, 213, Πτωχολ. α 174, Διγ. Άνδρ. 3135, 13, 34527, 32, 37525· παιδιόν, Αχιλλ. N 192· ονομ. πληθ. παιδιάν, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 45.
Το αρχ. ουσ. παιδίον. Ο τ. παιδί στο Βλάχ. και σήμ. Ο τ. παίδι(ν) σε έγγρ. του 17. αι. (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39-40, 1972-73, 213). Ο τ. παιδίν και σήμ. σε ιδιώμ., όπου και άλλοι τ. της λ. (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. παιδί(ν), Λουκά, Γλωσσάρ., Σακ., Κυπρ. Β΄ 708, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., λ. παιδί(ν), Θαβώρης, Ελλην. 19, 1966, 265, Κριαρ., B-NJ 19, 1966, 82). Ο τ. παιδίο σε έγγρ. του 17. αι. (Κώδ. Παναγ. Σπηλιώτ., ΔΙΕΕΕ 26, 1983, 418).
1) (Προκ. για οικογένεια ή γενιά) α) παιδί, γιος ή κόρη: Καθώς όλοι το ξέρετε όσοι έχετε παιδία,| λογιάζω πως για λόγου τους πονεί σας η καρδία Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 167· Να ’ρίξει ο κύρης το παιδί σ’ όλους μας είν’ δοσμένο| κι όποιο παιδί το θέλει αλλιώς είν’ καταδικασμένο Ερωφ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 61, 62· Κάτεχε για γυναίκα σου πως παίρνεις το παιδί μου| σήμερο, την Πανώρια μου, κι ας εί με την ευκή μου Πανώρ. Ε΄ 333· εάν κάμει η γυναίκα μου αγόρι παιδί, να έχει το παιδί από τον βίον μου μερτικόν ένα Rechenb. 45· το θηλυκόν μου παιδίν ή το αρσενικόν Διαθ. Ακοτ. 14720· (σε παροιμ. φρ.): εχάθησαν οι χριστιανοί Ρωμαίοι και Λατίνοι (παραλ. 3 στ.)· έχασε μάννα το παιδί και το παιδίν την μάνναν Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 197· να κλαίει η μάννα το παιδί και το παιδί την μάνναν,| τα κλάματα να λούνουνται ο φίλος με τον φίλον Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 220· Κάμε παιδιά να ’λπίζεις| χαρά να πάρεις απ’ αυτά! Πανώρ. Δ΄ 101· Την παίδα δίδουν τα παιδιά, γιαύτος παιδιά τα λέσι Πανώρ. Δ΄ 105· εκφρ. (1) παιδί γεροντικό = παιδί που γεννήθηκε από γέρους γονείς: είπαμε προς τον αφέντη μου· είναι εμάς πατέρας γέρος και παιδί γεροντικό μικρό Πεντ. Γέν. XLIV 20· (2) παιδί σπλαγχνικό/φυσικό = γνήσιο παιδί: το ηύρα το παιδί εις τον γιαλόν, στον άμμον (παραλ. 1 στ.), και ώσπερ παιδί μου σπλαγχνικόν εκ το εμόν συκώτιν,| ούτως εθάρρουν, ήλπιζα εις το εμά ν’ αφήσω Βυζ. Ιλιάδ. 268· Είντα δεν είναι κύρης σου τούτος; Αμ’ είντα σου ’ναι;| Και πούρι όλοι για φυσικό παιδίν του σε κρατούνε Φορτουν. (Vinc.) Β΄ 200· φρ. (1) βαστάζω παιδί = (για γυναίκα) κυοφορώ, είμαι έγκυος: Τώρα είσαι ευχαριστημένη εις όλες τες γυναίκες, Ολυμπιάδα· σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζεις, παιδί άρρεν Διήγ. Αλ. V 26· (2) κάμνω παιδί = (α) αποκτώ παιδί: παιδιά να κάμεις όμορφα, να δεις κλερονομιά σου,| «μάννα» ν’ ακούγεις τ’ όνομα, ν’ αναγαλλιά η καρδιά σου Πανώρ. Γ΄ 159· ο θαυμαστός Ακρίτης, ο οποίος είχεν όλα του Θεού τα χαρίσματα …, είχε δε λύπην εις όλην του την ζωήν, πώς δεν έκαμνε παιδίον Διγ. Άνδρ. 3661‑5· (β) (ειδικά για γυναίκα) γεννώ: σήμερον του κόσμου ολουνού βασιλέα βαστάζειν παιδί άρρεν· και όταν θέλεις κάμει το παιδί, να στείλεις διά τ’ εμένα να έλθω, και είτι σου ειπώ, ούτως να κάμεις και εις ποίαν ώραν να γεννήσεις το παιδί Διήγ. Αλ. V 26· (3) ποιώ παιδί = τεκνοποιώ, γεννώ: Περί γυναικός εάν ου ποιεί παιδίν, περί στείρας Ιατροσόφ. (Oikonomu) 1021· (4) ρίχνω το παιδί = αποβάλλω: Ο μς΄ (ενν. ψαλμός) έχει ωφέλειαν εις γυναίκαν οπού ρίκτει τα παιδία Ιατροσ. 21101· (5) συλλαμβάνω παιδί = (για γυναίκα) μένω έγκυος: Ω βασιλεύ πανθαύμαστε, ευγενικέ, ωραίε,| η δέσποινα συνέλαβεν, η ση γυνή, παιδίον,| ούτινος επί γέννησιν χαράν έξεις μεγάλην Διγ. Z 47· β) (ειδικά) γιος (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Δ΄ 14): ήρταν εις την Αίγυφτο ο Ιαακώβ και όλη η σπορά του μετ’ αυτόν. Τα παιδιά του και παιδιά των παιδιών του μετ’ αυτόν· θεγατέρες του και θεγατέρες των παιδιών του Πεντ. Γέν. XLVI 7· να έρτεις προς το κιβωτό εσύ και τα παιδιά σου και γεναίκα σου και γεναίκες των παιδιών σου μετά σεν Πεντ. Γέν. VII 18· γ) (προκ. για θετό παιδί): Είπα πως είν’ παιδί μου| και όχι ποτέ από μένα γεννημένον Πιστ. βοσκ. V 5, 64· έκφρ. αναθρεφτό παιδί / παιδί τσ’ αγάπης = υιοθετημένο παιδί: Εγώ παιδί δεν έκαμα ποτέ μου στον καιρό μου,| μα συντηρώντας σήμερο τούτο τ’ αναθρεφτό μου| παιδί, το Φορτουνάτο μου, το οποίο έχω αναθρεμμένο (παραλ. 1 στ.) βγάνω από τούτο και θωρώ καλά και λογαριάζω| και την αγάπη των παιδιώ τω φυσικώ λογιάζω Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 585· ΜΟΝΤΑΝΟΣ: πώς μπορεί να στέκει| «παιδί» και «όχι παιδί σου»;| ΚΑΛΟΓΟΝΟΣ: Καλά μπορεί να στέκει·| παιδί τσ’ αγάπης, ναι, και όχι της φύσης Πιστ. βοσκ. V 5, 77· φρ. κανω κάπ. παιδί μου = υιοθετώ κάπ.: μία γυναίκα … είδεν εις το όνειρό της ότι ένας νέος την όριζε … να πάρει … το παιδάκιν … και να το κάμει παιδίον της Ροδινός (Βαλ.) 209· δ) (στον πληθ.) οι απόγονοι, οι μέλλουσες γενιές: ημείς, το γένος των Ρωμαίων, δούλοι σου ν’ απεθάνουν,| τούτο ζητούμε, λέγομε, μεθ’ όρκου να μας ποίσεις| εγράφως, να το έχομε εμείς και τα παιδία μας|· από του νυν και έμπροστεν Φράγκος μη μας βιάσει| να αλλάξομεν την πίστιν μας Χρον. Μορ. P 2092· σύρτε αγοράσετε χώρες εις την Φραγκίαν| να έχετε παντοτινά εσείς και τα παιδία σας Χρον. Μορ. P 4246· εκφρ. από παιδί ως παιδί, παιδία παιδιών, παιδίων παιδίων (προκ. για κληρονομική μεταβίβαση περιουσίας ή υποχρέωσης από γενιά σε γενιά· συχνά για να δηλωθεί πλήρης και διά παντός κατοχή και κυριότητα ενός πράγματος· βλ. και Βουρδουμπάκις, Χρ. Κρ. 1, 1912, 478): αφήνω τα οσπίτια μου του υιού μου, εις το οποίον σπίτιν εγώ κατοικώ και να μηδέν εμπορεί να το πωλήσει ή να το αφήσει τινός αμέ να παγαίνει από παιδίν ως παιδίν Διαθ. Ακοτ. 1469· εχάρισεν του αυτού σιρ Νικόλου τα Πιλιομάσαρα παιδία παιδιών του Μαχ. 55015, 16· ο αδελφός μου ο Ιωάννης, οπού θέλει κληρονομήσει το σπίτι μου, να έναι κρατημένος τες τρεις λειτουργίες να κάμνει κάθα χρόνον, της Λαμπράς τες τρεις και την μίαν τα Χριστόγεννα παιδίων παιδίων του Διαθ. Ακοτ. 14841· όρισεν ο μισέρ Τζεντεφρές να ιδούν ποία κάστρη δεν επροσκύνησαν και ηύραν …, τα οποία κάστρη … να πολεμηθούν …, αμή του είπαν … να τον προσκυνήσουν, αμή να είναι παντελεύθεροι από πάσαν εγγαρείαν παιδίων παιδίων τους Δωρ. Μον. XXIII· ε) (προκ. για δήλωση κοινής καταγωγής): οι άρχοντες και όλ’ οι στρατιώτες (παραλ. 1 στ.), όλοι εσυμφώνησαν … (παραλ. 1 στ.), πήραν τον κυρ Γαβριήλ …,| αφέντη τον εσήκωσαν …·| «ημείς εσένα θέλομεν …| να σ’ έχομεν αφέντην μας …,| εσένα εγνωρίσαμεν με όλην μας καρδία| και μετ’ εσένα είμεστεν ενός πατρός παιδία» Ιστ. Βλαχ. 794· στ) (συνεκδ.) το μικρό ζώου: να πάρει αυτηνής δυο τρυγόνια ή δυο παιδιά περιστεράς και να πάρει αυτά προς τον ιεριά Πεντ. Λευιτ. XV 29· Αν κυνηγήσει τίποτες (ενν. η άρκος), εκείνη τρώγει πρώτα| και τότε τα παιδία της δίδει τους διά να φάσιν Φυσιολ. 37120· το πουλάκι …| όνταν ιδεί τον άνθρωπο να πάγει στη φωλιά ντου,| πώς λακταρίζει, πώς πονεί, μη χάσει τα παιδιά του Π. Ν. Διαθ. φ. 335 α 23· κριάρια πέντε, βαρβάτα πέντε πρόβατα παιδιά χρονιάρικα πέντε Πεντ. Αρ. VII 17· ζ) (με τις κτητ. αντων. μου ή μας σε προσφών. που εκφράζει συμπάθεια, οικειότητα, τρυφερότητα): Τέκνον μου ποθεινότατον, παιδίν μου ηγαπημένον,| οστούν εκ των οστέων μου και σαρξ εκ της σαρκός μου Σπαν. A 6. Δώστε κι οι δυο τα χέρια σας φιλήσετε, παιδιά μου Πανώρ. Ε΄ 345· Τι έχεις, παιδί μου, με λαλεί (ενν. η Μοίρα) κι εχάθης και φοβάσαι; Φαλιέρ., Ιστ.2 267· Μην λυπάσαι, Διγενή μου,| μην ταράττεσαι, παιδί μου·| η καρδιά σου μην λυπάται Διγ. O 2516· (εδώ σε επίπληξη): αυτά εθάρρουν εις εσέν, παιδίν μου, να κερδίσω;| ήλπιζα εύρειν θησαυρόν κι ηύρα καρβούνιν μέγα Σπαν. A 28· (εδώ σε αφήγηση): (Πάλιν η γραία η ταλαίπωρος τούτα τους συντυχαίνει)| και μετά την συμπλήρωσιν των δυο χρόνων, παιδιά μου,| ο Λίβιστρος εξέβηκεν και η κόρη εκ το κυνήγιν Λίβ. N 2556· (συχνά σε έναρθρ. κλητ.): Τότε τους ερμηνεύει (ενν. ο γέρων):| «Ακούετε, τα παιδιά μου …» Πτωχολ. P 57· ω Ισαάκ, ξύπνησε, το παιδί μου,| ξύπνησε, γείρου να ντυθείς, που να ’χεις την ευκή μου Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 479. 2) (Προκ. για συγγένεια εξ αγχιστείας) α) γαμπρός: δείξει (ενν. ο βασιλεύς) τό ήθελεν καλά του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου,| το πως το έποικε άσκημον …| την θυγατέρα του να ευλογηθεί άνευ θελήματός του (παραλ. 5 στ.)· … ο μισίρ Ντζεφρές …| ως φρόνιμος … οπού ήτον (παραλ. 1 στ.) … μαντατοφόρους στέλνει| εκείσε εις τον βασιλέαν …,| παρακαλεί … να του έχει συμπαθήσει| σ’ εκείνο οπού έποικεν κι εγίνετον παιδί του Χρον. Μορ. H 2547· β) νύφη: για παιδί μου το λοιπό και νύφη ποθητή μου| εγώ την Πετρονέλα μου παίρνω με την ευκή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 287· Πλιότερα θα την αγαπώ τώρα, γιατί παιδί μου| θε να την κάμω, σα θωρείς, και νύφην ακριβή μου Φορτουν. (Vinc.) Ε΄ 201. 3) (Μεταφ.) α) (σε περίφραση, για πρόσωπο που κατάγεται από κάπ. τόπο): Πολλά μεγάλη δύναμην έχει ο Καραμανίτης,| πλιας τέχνης και πλιας μαστοριάς είν’ το παιδί της Κρήτης Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1068· (στον πληθ., για λαό που κατοικεί σε κάπ. τόπο ή σε σχέση με το γενάρχη του): εσήκωσεν ο Ιαακώβ τα παιδάρια του και εδιάβην εις ηγή παιδιά της Ανατολής Πεντ. Γέν. XXIX 59· εκαταδούλωσαν η Αίγυφτο τα παιδιά του Ισραέλ με σκληρότητα Πεντ. Έξ. I 12· σύρε και να σε απεστείλω προς τον Φαρώ και έβγαλε τον λαό μου παιδιά του Ισραέλ από την Αίγυφτο Πεντ. Έξ. III 10· εσύντυχεν ο Κύριος προς τον Μοσέ και προς τον Ααρών τον ειπεί: «Σήκωσε το κεφάλι παιδιά του Κεάθ από μεσοθιό παιδιά του Λεβί εις τις γενεές τους, εις το σπίτι των γονεών τους» Πεντ. Αρ. IV 2· β) (ως χαρακτηρισμός προσώπου· με γεν. ονόμ. φανταστικού ή μυθικού προσώπου ή αφηρημένου ουσ., που δίνει μια ξεχωριστή ιδιότητα στο πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται): Καίσαρε, μη ονειρεύγεσαι, τέρατα μη λογιάζεις| πως είναι ετούτα τα παιδιά του Άδη, καθώς τα κράζεις| ετούτα είναι ορφανά από μάννα και πατέρα| και την περίσσα πίκραν τους στα πόδια σου εφέρα Ζήν. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) Β΄ 176· Ο ξένος πάλιν λέγειν την: «Μάννα, παρακαλώ σε,| τις έναι, πώς την λέγουσιν και τι έναι η κόρη;» «Της δυστυχίας έναι παιδί, αναθροφή και πράγμαν| και εις κόσμον την απέστειλε να ίδει τους δυστυχούντας» Λόγ. παρηγ. L 298· Ο Διγενής του Κίνναμου λέγει: «δε σε σκοτώνω,| κοιτούμενο εις την ηγή …| Αλλά σηκώσου αφ’ την γη αν είσαι παλληκάρι| να ξαναπολεμήσομεν ωσάν παιδιά του Άρη» Διγ. O 2635· Θόδωρε, ξόμπλι τσ’ ευγενειάς και τση τιμής καρφίχτης,| απού ολωνώ των αρετώ παιδί πως είσαι δείχτεις,| χίλια καλώς επρόβαλες Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 620· Ώφου, παιδί τσ’ απακοής, πού μέλλεις να στρατέψεις; Θυσ. (Bakk.-v. Gem.) 347· γ) (για άτομα που ανήκουν σε μια ομάδα· εδώ μαθητές): τα ’γραψα εις την φυλακήν διά τες αρχιές μαυλίστριες …| και τα παιδία του σκολειού πολλά τα τραγουδούσαν Σαχλ., Αφήγ. 112· Ω στύλε μέγιστε της Εκκλησίας, πώς έπεσες; Τάχα να ακούεις τες φωνές μας; Τάχα να αισθάνεσαι τα δάκρυά μας; Τάχα να γροικάς τους στεναγμούς μας, το ώχου και την θλίψιν των παιδίων σου; Χίκα, Μονωδ. 39186· δ) (προκ. για τους πιστούς που ανήκουν στο ποίμνιο ενός ιερέα): Ο πάπας … μήνυσέν του (ενν. του ρήγα): «Παιδίν μου γλυκύν, εκείνοι όπου μηνιάζουνται εις το θέλημα είναι εκείνονε όπου τους μηνιάζουσιν» Μαχ. 2613· ε) (προκ. για τους πιστούς ως τέκνα του Θεού ή της Παναγίας): φυλακές και βάσανα διά το όνομά σου (ενν. Κύριε),| όλα τα υπομένομεν, ότ’ είμεστε παιδιά σου Ιστ. Βλαχ. 2614· παιδιά εσείς του Κύριου του Θεού σας Πεντ. Δευτ. XIV 1· στείλε τη χάρη σου σ’ εμάς, αγιότατη Μαρία,| να ’χομε μοίρα εις εσέ, ως μάννα στα παιδία (παραλ. 6 στ.). Λοιπό, μητέρα μας γλυκιά, στρέψε προς τα παιδιά σου,| φίλησε και συργούλισε, βάλε τα στην ποδιά σου| και την ελεημοσύνη σου δώσ’ τωνε να βυζάσου Π. Ν. Διαθ. φ. 335α 10. 4) Νέος ακόλουθος· φίλος: αναπετώ την τέντα μου, σταίνω το φλάμουλόν μου,| συνάγω τα παιδία μου τα συνομήλικά μου,| δίδω βουλήν να μείνομεν πάλιν εις αυτόν τον τόπον Λίβ. P 509· βάνουν και δώδεκα παιδιά με τούτον (ενν. τον Πάριν) εις τον πύργον,| πρώτων αρχόντων ευγενών, όμοιοι σαν εκείνον,| λιθαρωτά, πανεύμορφα το εικοστόν το έτος Βυζ. Ιλιάδ. 355. 5) (Προκ. για άνθρωπο απερίσκεπτο, επιπόλαιο): Την όρεξή της (ενν. της γυνής σου) τσάκιζε, μηδέν βαλθεί και θέλει| τραγούδια, γάμους και χορούς και γλυκαθεί το μέλι.| Ωσάν το κάμνει η μέλισσα, θέλει πνιγεί απέσω,| δεν ξεύρω πλιο τιμητικά τέτοιον αιτιάν να χύσω.| Διατί αυτείνη η σαϊτιά εις την καρδιάν σου φτάνει| και δεν ευρίσκεται ιατρός τέτοιαν πληγήν να γιάνει (παραλ. 2 στ.). Δι’ αυτό ο Μαρκέζης έλεγεν, όποιος και αν γλυτώσει| να τονε κράζουνε παιδί, διότι απ’ ανθρώπου γνώση| δεν είναι μπορεζάμενον τινάς να κολυμπήσει| εις τέτοιον πέλαγος βαθύ και να μηδέν βουλίσει.| Χαρά σ’ αυτείνον που θωρεί τον κίνδυνον εκείνον| και στέκει απόξω και θωρεί καλύτερον τον κρίνον Δεφ., Λόγ. 502. 6) Δούλος· νεαρός υπηρέτης: Διγ. Z 4144, Σφρ., Χρον. (Maisano) 10814· Εκείνη δε μηχάνημαν εσκεύασε και δόλον| και πόρνη τις εγένετο …| ου προς τινάν των ευγενών ουδ’ από των μεγάλων,| αλλά προς ένα μισθαργόν, παιδίν του κηπουρού μας Καλλίμ. 2272. 7) (Σε σχέση με την ηλικία του ανθρώπου) α) μωρό, νήπιο: αυτός επαίρνει το παιδί και φέρνει το στο σπίτιν,| φέρνει το την γυναίκα του, πολλά το καμαρώνει (παραλ. 2 στ.), βυζάνου, θεραπεύουν το, κηδεύουσιν το βρέφος Βυζ. Ιλιάδ. 154· μέσα στη φούστα ευρέθηκε και το παιδίν αυτείνο| και ακόμη δυόμισι χρονώ να μην επέρνα κρίνω Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 561· Καμία εκκλησία ου ψάλλετον, αλλ’ ούδε ελειτουργάτον,| παιδία ουδέν εβάφτιζαν, νεκρούς ουδέν εψάλλαν Χρον. Μορ. P 5966· (προκ. για το Χριστό ως βρέφος): Με το άστρον λοιπόν ήλθον (ενν. οι μάγοι) … και εύρασι το παιδί με την Μαρίαν, την μητέρα του, και προσέπεσαν και επροσκύνησαν Πηγά, Χρυσοπ. 256 (16)· β) παιδί, αγόρι ή κορίτσι: Διήγ. Αλ. V 41, Μαλαξός, Νομοκ. 537· Θρήνος πολύς εγίνηκεν από μικρούς μεγάλους,| γέροντες, βρέφη και παιδιά, παπάδες, διδασκάλους Λίμπον. 462· έκφρ. από παιδίον = από την παιδική ηλικία: Φίλιππον τον ελέγασι … (παραλ. 1 στ.), οποίον τον εθέλασι έχει από παιδίον| κλεμμένον ’κ των γονέων του τα πλήθη των αθλίων Αχέλ. 1195· γ) (ειδικά) αγόρι (Για τη σημασ. βλ. Κουκ., ΒΒΠ Β΄2 165): τοσούτον δε ηγάπησεν ο λαός πας| ατόν τον υιόν αυτού ως και παιδία ελάλουν το όνομα αυτού και παιδίσκαι Ιστ. πολιτ. 6514· Αφέντης τώρα όρισεν: «Οι γέροντες κι οι γράδες| ας πάσι να μισέψουσι (μόνον μη μπου στσ’ αρμάδες)| παιδιά μικρά και κορασές, γυναίκες παντρεμένες| και τσ’ άντρες τως ν’ αφήσουσιν οι παραπονεμένες» Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 19416· δ) (προκ. για τον Έρωτα): Πολλά μεγάλην αφεντιά, πολλά μεγάλη χάρη| έχει τ’ ολόγδυμνο παιδί που παίζει το δοξάρι·| βαστά κουρφά ψιλή μαγνιά, τα μάτια μας κουκλώνει| και το κακό που μελετά δε μας το φανερώνει Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 274· ε) (συνεκδ.) άγαλμα, ομοίωμα μικρού παιδιού: Εις της Φιοκίνας γύροθεν ιστέκουνται τα ζώδια| και έμορφα και τορνευτά, γυαλόκοπα παιδία Λίβ. Esc. 2484· ϛ) νέος άντρας, παλληκάρι: παιδίν ξανθόν, αρτιγενές, μακρόν τῃ ηλικίᾳ Διγ. (Trapp) Gr. 2210· είχεν η φράσις ούτως δε των τριών παιδιών εκείνων:| «αυθέντη μέγα, βασιλεύς … (παραλ. 1 στ.), ημείς, γινώσκεις βασιλεύ, διά σέναν καρτερούμεν,| ποίον θελήσεις εκ τους τρεις γαβρόν διά να πάρεις» Απολλών. (Wagn.) 285· Δίχως να ηξεύρει η κόρη ή το παιδίν οπού μέλλουν να λάβουν τα μνήστρα, ήγουν την ευχήν και τον ασπασμόν, ουδέν εξιάζουν όσο γενούν εις αυτούς Ασσίζ. 52423· (σε προσφών.): Ευγενικότατον παιδί, που την ζωήν σου δίδεις| για την ζωήν των αλλωνών κι ουδεποσώς την χρήζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [903].
πομπή- η, Σπανός (Eideneier) Α 41, 50, 67, 70, D 189, 323, 725, 1069, 1085, 1138, 1183, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 475 κριτ. υπ., ΑΖ 28, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 775, Ερωτοπ. 347, Μαχ. 40825, Σφρ., Χρον. (Maisano) 1304, Συναξ. γυν. 653, Χρον. σημ. του 1514 85-86, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 96, 9711, 10416, 1445, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά [1158], Γέν. Ρωμ. 20, Διγ. O 2654· μπομπή, Σπανός (Eideneier) A 377, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 475 κριτ. υπ.
Το αρχ. ουσ. πομπή. Ο τ. και η λ. και σήμ. λαϊκ.
1) Δημόσια διαπόμπευση (για το πράγμα βλ. Κουκ., ΒΒΠ Γ́ 184 κε.): Μπρε ουδετιποτένιε … Εσύ είσαι διά τεπελέτισμα και πομπή Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 61r. 2) Ντροπή, όνειδος, διασυρμός: σφάζουσι (ενν. οι Τούρκοι) τους χριστιανούς και τσ’ αποκεφαλίσα| και με μεγάλη τους πομπήν οι ζωντανοί γυρίσα Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 24614· την εδιώξαν (ενν. την κουρούναν) κι έπαθε τότε πομπές μεγάλες Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 10016. 3) (Στον πληθ.) επαίσχυντες πράξεις: φανήκαν όλες οι πομπές και τα καμώματά του Ιστ. μακαρ. Μαρκ. 516. 4) α) Ως υβριστ. χαρακτηρισμός προσώπου (ή ζώου): είσαι (ενν. γάδαρε) κάθαρμα, πομπή και γέλιον των ζώων Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 681· Όταν στραφώ και να σε ιδώ, ορτύκι, εις τον γάμον (παραλ. 1 στ.) να είσαι όλον της πομπής και μιτσοποδαράτον … Πουλολ. (Τσαβαρή)2 475 κριτ. υπ.· ω κακομούσουρε και αγριοθώρετε, κακή πομπή Σπανός (Eideneier) A 17· β) σε ύβρεις ή κατάρες: Ω σπανέ και παράσημε, (παραλ. 3 στ.) … πομπή εις τα γένια σου,| σκατά στα μουστάκια σου Σπανός (Eideneier) D 154· σπανέ … (παραλ. 1 στ.) ω κακομούσουδε| και αγριομούστακε,| κακήν πομπήν| να ’χεις εις τα μάγουλα Σπανός (Eideneier) D 71. Έκφρ. εις/με την πομπή(ν) + γεν. προσωπ. αντων. = για καταισχύνη κάπ.: κάλλια ν’ αποθάνομεν σήμερον στην τιμήν μας,| παρά να μας ορίσουσιν Βλάχοι εις την πομπήν μας Σταυριν. 622· Και συ, Κωνσταντινούπολις, πώς εκαταφρονέθης (παραλ. 1 στ.) εχάθηκεν η δόξα σου, εχάθη κι η τιμή σου| και σε ορίζουν βάρβαροι τώρα με την πομπή σου Ιστ. Βλαχ. 2378· πβ. Γέν. Ρωμ. 20.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- ο, Βίος Αλ. 718, Αρμεν., Εξάβ. Ά́ 52, Β́ 48, Έ 1213, Κορων., Μπούας 83, 113, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 781, 807, 1030, Ιστ. Βλαχ. 2042· διοικετής, Χρον. σημ. του 1514 16676.