Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- άδεια
- η, Τρωικά (Praecht.) 52721, Σπαν. (Hanna) A 45, 137, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 141, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 575, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) 306, Ασσίζ. (Σάθ.) 6626, 28026, Διγ. (Mavr.) Gr. I 55, Διγ. (Καλ.) A 2488, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 590, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1701, Αχιλλ. (Hess.) N 1313, Ιμπ. (Κριαρ.) 409, 410, 630, Καναν. (PG 156) 73 A, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 6721, 28, Δούκ. (Grecu) 2771, 3736, Θησ. (Βεν.) Ϛ́́ [678], Ζ́́ [1366], Ή́ [438], Έκθ. χρον. (Lambr.) 7416, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 5227, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 1319, 2921, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1484, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36917, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́ 782, Γ́́ 400, Δ́́ 1805, Ευγέν. (Vitti) 1140, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 38722, 48914 κ.π.α.· αδεία, Ερμον. (Legr.) Φ 216, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 614, Αχέλ. (Pern.) 1205, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 875, Διγ. (Lambr.) O 1768· αδειά, Ch. pop. (Pern.) 30, Αχέλ. (Pern.) 2077, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ́́ 1, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 2, 23, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 318, 346, Στάθ. (Σάθ.) Β́́ 83, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ 155, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́́ 91, 96, 261, 1369, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 3221, 3584, 46716· ’δειά, Ασσίζ. 1291 (έκδ. διάν).
Το αρχ. ουσ. άδεια. Ο τ. αδεία απ. και σήμ. στην Κ. Ιταλία (Rohlfs, Et. Wört. σ. 12). Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Ελευθερία να κάνει κανείς κάτι, δικαίωμα (Η σημασ. ήδη μτγν., Sophocl., και σημερ., ΙΛ στη λ. 1): Ουδέν εντέχεται ποτέ να τελειωθεί εις κοσμικήν αυλήν, χωρις να τους δώσουν άδειαν οι λεγάδες Ασσίζ. 28626· να έχουν άδειαν να βάλουν πρωτόγηρον εις το μέσον των Επιστ. Μωάμ. 6721· άδειαν να τα έχουσιν (ενν. τα εδάφη) κατά κληρονομιάν Χρον. Τόκκων 2285· β) απόλυτη ελευθερία, ασυδοσία: αυθέντην τον εποίησεν … Δίδει τόν άδειαν και τιμήν, φουρκίζει και απολλαίνει.| Πλιο ετρέμαν τον Ιμπέριον, πλιο τον επροσκυνούσαν Ιμπ. 630. 2) α) Ευχέρεια χρόνου, καιρός διαθέσιμος (πβ. Άννα Κομν. II, IV 3 και ΙΛ στη λ. 3): και όταν ευρίσκεις άδειαν, και ψάλλε και προσεύχου Σπαν. V 141· β) ευκαιρία: η βίγλα οπού εφύλαττε το μέρος εκείνο από την αγρυπνίαν την πολλήν και τον κόπον … απεκοιμήθη και ηύραν άδειαν τα φουσάτα και ανέβησαν απάνω Κώδ. Χρονογρ. 5227· ολονυκτίς σέ πάντεχα εγώ με αγρυπνία| να φύγωμεν κι ευρίσκουντον σ’ εμάς πολλή αδεία,| γιατ’ όλοι εκοιμούντανε Διγ. O 1768 (πβ. αδειάση)· γ) ευκαιρία, δυνατότητα: τούτο το παιγνίδι,| καθώς θωρώ, καμιάν αδειά δε βλέπω να μου δίδει| που να μπορώ ο βαριόμοιρος στό πεθυμώ να σώσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́́ 96· ιδών ο λαός τα κακά οπού έκαμνε ο Ιουστινιανός ο Κοψομύτης ευρόντες άδειαν τον αποκεφάλισαν Χρον. βασιλέων 802. 3) Άνεση, ξεκούραση: Ω Μιχαήλ ταλαίπωρε, παιδίν της δυστυχίας,| έχεις καιρόν αναπνοής, έχεις καιρόν αδείας Γλυκά, Στ. 575· πλια βια ’χα ογιά το δάσκαλο και πλια ήπαιρνα τα ζάλα| παρά γαϊδάρα όντας γλακά και κόβει τη το γάλα (παραλ. 2 στ.)· δαμάκι ακροστάθηκα για νά βρω την αδειά μου Στάθ. Β́́ 83. 4) α) Άνεση χρόνου, ευρυχωρία (πβ. ΙΛ στη λ. 4): ο Αχιλλεύς εδιέβαινεν· όλοι άδειαν του κάμνουν Πόλ. Τρωάδ. 590· ίνα παραμερίσουσιν και άδειαν να ποιήσουν Ιμπ. 409· για να σταθεί τόπο πολύ, μεγάλη αδειά γυρεύγει Ερωτόκρ. Β́́ 346· Ορκίζω σε εις τον Θεόν να φύγεις απ’ ομπρός μου.| Άδεια οκ το δάσος τούτονε παρακαλώ σε δώσ’ μου Ευγέν. 1140· β) κενός χώρος, δίοδος: Τραπέντες γαρ εις φυγήν ουχ εύρισκον άδειαν ως ότι εκ τριών μερών απέκλεισαν αυτούς Έκθ. χρον. 7416· Πέντ’ ώρες εμαχόντανε κι οι Τούρκοι τότ’ ευρήκαν| σε τρία μέρη την αδειάν και απόκοτοι σεβήκαν Αχέλ. 2077· γ) το κενό: Ώρες εσμίγαν τα σπαθιά κι ώρες την άδειαν βρίσκα Ερωτόκρ. Δ́́ 1805.
κοπρίζω.- Σπανός (Eideneier) B 226, Χρον. βασιλέων 846.
Το αρχ. κοπρίζω. Η λ. και σήμ.
Αφοδεύω: Εχρειάσθη γουν ίνα κοπρίσει και εκόπρισε κάδους ενενήντα εννέα Σπανός (Eideneier) D 1791.
κτίσμα(ν)- το, Καλλίμ. 857, Βέλθ. 446, Ερμον. X 275, Λίβ. Esc. 920, Λίβ. N 783, 2156, Μαχ. 811, 59017, Πένθ. θαν.2 432, Θρ. Θεοτ. 46, Πορτολ. A 1493, Β 2913, Ιστ. πατρ. 8222, 843, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 446, Δωρ. Μον. XXVIII, XXX, Δωρ. Μον. (Hopf) 238, Ερωφ. Γ΄ 119, Ιστ. Βλαχ. 2520, Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [4, 382], Διήγ. πανωφ. 57, Βακτ. αρχιερ. 143, 159, 184, Χριστ. διδασκ. 303, Τζάνε, Κρ. πόλ. 2795, 46717, 55222.
Το μτγν. ουσ. κτίσμα. Η λ. και σήμ.
1) Χτίσιμο: Ο ρήγας έβαλεν τόσην σπουδήν εις το κτίσμαν του τόπου ότι εις καιρόν α΄ χρόνον εποίκεν το Μαχ. 59217· όταν το κτίσμα τ(ης) Πόλεως επληρώθη, εγένετο η πρώτη και οικουμενική σύνοδος Χρον. βασιλέων 238. 2) Οικοδόμημα: Εστάθη δέ το χτίσμα εκείνο (ενν. η Αγία Σοφία) χρόνους εβδομήκοντα τεσσάρονς Διήγ. Αγ. Σοφ. 1476. 3) Δημιούργημα: Εγώ πιστεύω εις Θεόν, πατέρα των απάντων,| ποιητήν ουρανού και γης και πάντων των κτισμάτων Διγ. Z 1065.
λιτανεία- η, Ασσίζ. 12528, Μαχ. 10014, Αιτωλ., Μύθ. 822, Θρ. Κύπρ. M 219, Ιστ. Βλαχ. 2450, Συναδ., Χρον. 69 δις· λιτανέα, Ασσίζ. 37812· λιτανειά, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 797, Σκλάβ. 109 (έκδ. λιτανεία).
Το μτγν. ουσ. λιτανεία. Η λ. και σήμ.
Θρησκευτική πομπή με παρακλητικό ή εορταστικό χαρακτήρα και με κύριο γνώρισμα την περιφορά ιερών αντικειμένων: ο Πατριάρχης έκαμε … λιτανείαν μετά των κληρικών αυτού. Κ(αι) εδέοντον του Θ(εού) να δώσει βροχήν Χρον. βασιλέων 1148· ενέβην ο ρήγας εις την Λευκωσίαν· και εποίκαν λιτανείες … και επήγεν ο λαός όλος εις την Αγίαν Παρασκευήν και εμπάσαν τον Μαχ. 6786.
λιτανεύω,- Δούκ. 33924, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 399, Χρον. βασιλέων 1146· αόρ. ελιτάνεσσα, Μαχ. 728.
Το αρχ. λιτανεύω. Η λ. και σήμ.
Α´ Μτβ. 1) Ικετεύω, παρακαλώ θερμά: Βίος Αλ. 2294. 2) Περιφέρω κάπ. ιερό αντικ. επικαλούμενος τη βοήθειά του: εις το γέννημάν της (ενν. της ακρίδας) λιτανεύουν το εικόνισμαν Μαχ. 408· εις το ναόν του αγίου Τίτου … είναι μία εικόνα της υπεραγίας Θεοτόκου, την οποίαν … λιτανεύουσιν οι ιερείς Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 461. Β´ (Αμτβ.) συμμετέχω σε λιτανεία: λαός αμέτρητος και όλος ο κλήρος εβγάνουσι την αγίαν εικόνα και γυρίζουν την όλην την χώραν και ελιτανεύαμεν τρεις ημέρες Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 462.
λουτρός- ο, Διγ. Z 113, 116, Rechenb. 661, Αρμούρ. 187, Διήγ. Αγ. Σοφ. 15310, Χρον. βασιλέων 741, Βακτ. αρχιερ. 183.
Από το αρχ. ουσ. λουτρόν με αλλαγή του γένους (Henrich, Κλητ.-γεν. σε -ο, σ. 16· βλ. όμως και Φιλ., Γλωσσογν. 2, 119). Η λ. στο Somav. και σήμ.
1) Τόπος πλυσίματος, λουτρό: Ώρισαν ουν οι ιατροί απέρχεσθαι αυτόν εις τον λουτρόν … και λούεσθαι Σπανός (Eideneier) D 1783. 2) Πλύσιμο, μπάνιο: Βούτυρον και πιπέριν ανάτριβε την κόξαν εις τον λουτρόν Ιατροσόφ. (Oikonomu) 9116.
μαγεύω,- Προδρ. II Η 94, Καλλίμ. 1215, Φλώρ. 854, Μαχ. 64418, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 1314 (έκδ. μαγεύουνται· διορθώσ. σε μαγεύουν τον), Συναξ. γυν. 754, 788, Ροδινός (Βαλ.) 211· μαγεύγω.
Το αρχ. μαγεύω. Ο τ. στο Βλάχ. Η λ. και σήμ.
1) α) Επηρεάζω κάπ. με μαγικά μέσα, κάνω μάγια σε κάπ.: τον εσυμβούλευσεν ο δεμέστικός του … να μην τον επιβουλευθεί … ωσάν τον Μιχαήλ, οπού τον εμάγευσε και εδαιμονίζετον Χρον. βασιλέων 1205· β) προσδίδω σε κ. μαγικές ιδιότητες: τα κρύα νερά της βρύσης θα μαγέψω,| για να μπορέσω μετ’ αυτά ποια ’μαι να σ’ αρμηνέψω Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 91. 2) Γοητεύω, σαγηνεύω· ξεμυαλίζω: έδε κεφάλιν σκορδαψόν σε δώσιν, δοκω ότι εμαγεύθης Προδρ. IΙΙ 325j χφ Η κριτ. υπ. · Μαγεύγου με τα λόγια σου και πέφτω και πλανούμαι Φαλιέρ., Ιστ.2 661· ο άνδρας μου φιλόπονος … ήτον (παραλ. 1 στ.) … εκείνη (ενν. μια έμορφη γυναίκα) τον εμάγευσεν και εκαταστάθη τέτοιος Σπαν. (Ζώρ.) V 650. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = μαγικός: τα χόρτα θα του ρίξω| τα μαγεμένα απάνω τον να τον αποκοιμίσω Ιντ. κρ. θεάτρ. Γ΄ 68.
μεθυστής- ο, Σπαν. (Ζώρ.) V 384, Προδρ. III 263b χφφ CSA κριτ. υπ., 419i χφφ CSA κριτ. υπ., Κρασοπ. 2, 8, Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 122, Gesprächb. 28433, Σαχλ., Αφήγ. 201, Αχιλλ. O 180, Μαχ. 14820, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 293, Ριμ. Βελ. 450, Σαχλ. Β′ (Wagn.) PM 479, Συναξ. γυν. 1017, Βεντράμ., Γυν. 276, Πεντ. Δευτ. XXI 20, Αιτωλ., Μύθ. 1251, Χρον. βασιλέων 971, Ιστ. Βλαχ. 2082, 2088, Αποκ. Θεοτ. I 210.
Το μτγν. ουσ. μεθυστής. Η λ. στο Somav. Τ. μεθυστάς στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μεθυστάς και Andr., Lex., λ. μεθυστής).
Μέθυσος, μπεκρής: φίλοι του κρασιού και μεθυστάδες Σοφιαν., Παιδαγ. 264· Δεν πίνουν και να σιωπούν οι κρασοποτηράδες,| αμή και τους αγίους μας τους κάνουν μεθυστάδες Ιστ. Βλαχ. 2124. Η λ. ως προσων.: Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 319r (Για τη χρ. βλ. και Τριαντ., Οικογ. ονόμ. 82).
μήτηρ —μητέρα- η, Προδρ. II Η 25d, Διγ. Z 1100, 1142, Διγ. (Trapp) Esc. 549, 635, Βέλθ. Τίτλ., 1166, Απολλών. 8, Λίβ. P 407, Ιμπ. 459, 740, 790, 795, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 133, Μαχ. 64817, Διήγ. Αλ. V 6, 7, Πτωχολ. α 488, 684, Πτωχολ. P 305, 306, Παλαμήδ., Βοηβ. 540· αιτιατ. εν. μήτηρ, Βεντράμ., Γυν. 287· μητρί, Περί ξεν. A 286 (ονομ.), Αλεξ. 464, 2236, 2272 (αιτιατ.), 2295 (κλητ.).
Το αρχ. ουσ. μήτηρ. Για τον τ. μητρί βλ. Καλιτσ., Χρ. Κρ. 2, 1913, 160 (Πβ. Καλιτσ., Χρ. Κρ. 2, 1913, 144), Καλιτσουνάκι [Περί ξεν. A σ. 26] και Holton [Αλεξ. σ. 86-7]. Η λ. μητέρα και σήμ.
1) α) Μητέρα: Διγ. Z 414, Ιμπ. 227, Πένθ. θαν.2 92, Λίβ. Esc. 655· (προκ. για ζώο): Πτωχολ. B 171· εκφρ. (1) από κοιλιάς μητρός = από την αρχή, από την πρώτη στιγμή της ζωής: συ εί ο ποιητής, ο πλάστης και Θεός μας,| όπως σε εγνωρίσαμεν από κοιλιάς μητρός μας Διακρούσ. 11430· (2) βασίλισσα μητέρα = η μάννα του βασιλιά, βασιλομήτωρ: Πτωχολ. A 261· β) (προκ. για την Παναγία): η μήτηρ του Χριστού, λέγω, η Παναγία Διακρούσ. 11622· δόξαζε τον Κύριον και την αυτού μητέραν Ιστ. Βλαχ. 2074. 2) (Μεταφ. προκ. για την εκκλησία) «μητέρα» των πιστών: Μητέρα μας την Εκκλησιάν εκείνην να φυλάξω,| την αχαμνήν και γηραιάν εκείνην ν’ αναθρέψω Αρσ., Κόπ. διατρ. [309]· με θέλημα εκείνης της μητρός μου (παραλ. 1 στ.) … να ποίσω πατριάρχην| εις Μόσχοβον Αρσ., Κόπ. διατρ. [321]· έκφρ. μητέρα των εκκλησιών = (προκ. για το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως): ακούσαντες δε τον θάνατον του πατριάρχου οι αρχιερείς όλοι της δύσεως και της ανατολής … εσυνάχθησαν εις την μητέρα των εκκλησιών, την καθολικήν μεγάλην εκκλησίαν Ιστ. πατρ. 12712. 3) (Μεταφ.) αυτή που φροντίζει σαν μητέρα, προστάτρια: εκυβέρναν την βασιλείαν η μακαρία Πουλχερία, …η μήτηρ των ορφανών και πτωχών Χρον. βασιλέων 431· των ναυτών στο πέλαγος είναι (ενν. η Παναγία) πάντα μητέρα Διακρούσ. 11712. 4) (Μεταφ.) πηγή, αιτία: Ιστ. Βλαχ. 2079.
μητροπολίτης- ο, Χρον. Μορ. H 2683, 3309, 8599, Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 506 κριτ. υπ., Χρον. Τόκκων 1506, Σφρ., Χρον. μ. 13233, Ιστ. Ηπείρ. XXXII6, Ορισμ. Σινάν 631-2, Byz. Kleinchron. Α΄ 154005, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. (Wagn.) 237, Ψευδο-Σφρ. 53413, Χρον. σουλτ. 3634, Αρσ., Κόπ. διατρ. [808], Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 462, Δωρ. Μον. XXI, XLII, Χρον. βασιλέων 1165, Σεβήρ., Ενθύμ. 28, Ιστ. Βλαχ. 227, 1400, 2S49, Τζάνε, Κρ. πόλ. 589, κ.α.
Το μτγν. ουσ. μητροπολίτης. Η λ. και σήμ.
Μητροπολίτης, επίσκοπος που εδρεύει στην πρωτεύουσα μιας περιφέρειας και έχει διοικητική δικαιοδοσία στις επισκοπές της: δοκανίκια γλυπτά, τορνοεμφωλευμένα, κρατούν τα οι επίσκοποι και οι μητροπολίται Διήγ. παιδ. (Tsiouni) 918· Ρηγάδες παίρνει ο Θάνατος, πριντζίπους, βασιλιάδες,| μεγάλους γαρδενάληδες και μητροπολιτάδες Αλφ. 1534· αφέντης είσαι λαϊκός, βλέπε την αφεντιά σου| και μην ανακατώνεσαι …,| διότι δεν εδόθηκε …| ʼπισκόπους να χειροτονάς και μητροπολιτάδες Ιστ. Βλαχ. 1882· μητροπολίτης έτερος παρού της Λευκουσίας αρχιεπίσκοπον μη έχειν εις την αυτήν νήσον, ότι μία εστίν ενορία Διάτ. Κυπρ. 50428-9· Τον μητροπολίτη της Πατρού μετά τους κανονίκους| οχτώ φίε καβαλλαρίων του έδωκαν να έχει Χρον. Μορ. H 1955.
μητρυιά- η· μητρυία, Ελλην. νόμ. 56724, 56818· μητρία, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 314v· μητριά, Δεφ., Λόγ. 545, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 113v, Χρον. βασιλέων 728, Ευγέν. 177, 582, 1404, 1532· μητριγιά, Φαλιέρ., Λόγ. 385 κριτ. υπ. (Βλ. Κριαρ., ΕΜΑ 1, 1939, 147), Ροδολ. (Μανούσ.) Δ΄ [Χορ. 9].
Το αρχ. ουσ. μητρυιά. Για τον τ. μητρυία πβ. συγγενικούς τ. στον Andr., Lex. Ο τ. μητριά και σήμ.
Μητριά: Θησ. ΙΑ΄ [654], Ευγέν. 1304.
μιαίνω,- Διγ. Z 2704, Θρ. Κων/π. (Mich.) 31443, Έκθ. χρον. 159, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 697, Διγ. Άνδρ. 37234, Βακτ. αρχιερ. 142, 148, 184· εμίωσαν, Ανάλ. Αθ. 23, 24 (πιθ. κατά παραδρομή ή εσφαλμ. ανάγν. αντί εμίασαν ή εμίαναν).
Το αρχ. μιαίνω. Η λ. και σήμ.
Α´ Ενεργ. 1) Κηλιδώνω, λερώνω, μολύνω (μεταφ.): Ιστ. Βλαχ. 1968, Διγ. (Trapp) Gr. 1157, 2291, Βίος Αλ. 5720. 2) Βεβηλώνω: εμίαναν (ενν. τα έθνη) τον ναόν τον άγιόν σου Ιστ. πολιτ. 2121. 3) Διαφθείρω, ατιμάζω: τα τρυφερά θυγάτρια τ’ αρχονταναγιωμένα| διά να μην τα μιάνουσιν και μείνουσιν φθαρμένα Θρ. Κύπρ. M 64· εις τα σπίτια τους παγαίνουν, καθημέραν τες μιαίνουν (ενν. τες γυναίκες) Συναξ. γυν. 1196· οι ασεβείς … και γυναιξί μιγήσαι| ου μόνον εκ της φύσεως, αλλά και παρά φύση,| οίτινες και τους άρρενας εμίαναν επίσης Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 684. 4) Ντροπιάζω: Η γυνή το θέλημά σου ου κάμνει,| αμμή έμπροστεν εις τους εχθρούς βούλεται να σε μιάνει Συναξ. γυν. 306. Β´ (Μέσ.) μολύνομαι· (μεταφ.) αμαρτάνω, κολάζομαι: γέρων επόρνευεν και εμιαίνετον Χρον. βασιλέων 1086. Η μτχ. παρκ. ως επίθ. = ακάθαρτος· (μεταφ.) μιαρός, ρυπαρός: Γυναίκα γαρ του Δάρειου είχεν (ενν. ο ’Λέξανδρος) ’χμαλωτισμένη,| μ’ εκείνην δεν εμοίχευσε, σαν το ’χουν μιασμένοι Αλεξ. Επίλ. 28· μεμιασμένον δε θηρίον εστίν (ενν. η ύαινα) Φυσιολ. M 243· τους γαρ νεκρούς ουκ έθαπτον, ήσθιον μάλλον τούτους.| Και θεασάμενος αυτών έθη μεμιασμένα| και δεδοικώς … |… μήπως …| … μιάνωσι την κτίσιν,| αυτούς κατετροπώσαμεν Βίος Αλ. 5717.
μισθός- ο, Σπαν. A 513, Κομν., Διδασκ. Δ 310, Γλυκά, Στ. 433, Σκλέντζα, Ποιήμ. 199, Κορων., Μπούας 148, Αιτωλ., Μύθ. 14313, Ιστ. Βλαχ. 1822, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 88, Ροδινός (Βαλ.) 104, Τζάνε, Κατάν. Αφ. 65, κ.α.· μιστός, Χρον. Μορ. H 5140, Ντελλαπ., Ερωτήμ. 663, 709, 2375, Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1309, 1315, 1318], Θυσ.2 744, Τζάνε, Κρ. πόλ. 43418.
Το αρχ. ουσ. μισθός. Ο τ. στον Κατσαΐτ., Θυσ. Γ΄ 392 και σήμ. Η λ. και σήμ.
1) α) Καθορισμένη αμοιβή που δίνεται ως αντάλλαγμα εργασίας ή υπηρεσίας, ανταμοιβή: Προδρ. IV 140b χφ g κριτ. υπ., Αιτωλ., Μύθ. 12111, 14311, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 239· β) αμοιβή, μισθός στρατιωτών: υπήγεν ο Φωκάς ο στρατιώτης … να πάρει τα χρήματα του μιστού αυτού, ήγουν του λουφέ των στρατιωτών Χρον. βασιλέων 656· ο βασιλεύς Μαυρίκιος, ως φιλάργυρος οπού ήτον, έδωκεν ολίγον μιστόν των στρατιωτών Χρον. βασιλέων 658. 2) Θεϊκή ανταμοιβή στη μέλλουσα ζωή για ενάρετες πράξεις (Πβ. Lampe, Lex. στη λ., σημασ. 2β): να τον δώσει (ενν. τον καπιτάνον) ο Θεός μετά τον θάνατόν του| να εύρει τον Παράδεισον, να λάβει τον μισθόν του Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 822· Όσον απταίστως έπαθες, όσον αδίκως πάσχεις,| τοσούτον πολλαπλάσιος απόκειται μισθός σοι| παρά Θεῴ τῳ ποιητῄ πάντων και κηδεμόνι Γλυκά, Στ. 440· μετά … των Μαρτύρων να απολαμβάνουσι (ενν. οι Πατέρες) τους μισθούς των μαρτυρικών αλγηδόνων Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 96· « … να λάβωμεν κι ημείς μισθόν του μέλλοντος αιώνος». Συναξ. γαδ. 85· έκφρ. μισθός ψυχικός: γίνονται δε (ενν. οι κληρικοί εγγυηταί) δι’ αγάπην Χριστού εις τινάς χριστιανούς τεθλιμμένους διά μισθόν ψυχικόν Βακτ. αρχιερ. 149. 3) (Συνεκδ.) αγαθοεργία, ευεργεσία, ελεημοσύνη: Τώρα οι πλείστοι σου μισθοί σε φέρνουν (ενν. πάτερ Φραγκίσκε) εις τα ύψη| κι εις τά ʼπραξες ανταμοιβή δεν έναι να σου λείψει Σκλέντζα, Ποιήμ. 537· Άξιον ευτείνον τον μισθόν καθένας να τον κάμει,| όντεν ιδεί χρειαζόμενον, μετά χαράς να δράμει Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1835]· Ω Κύριε μου γλυκότατε, δάσκαλε της ειρήνης| και της συμπάθειας ο ιατρός, της ελεημοσύνης,| σιμά στους άλλους εγροικώ ετούτον τον μισθόν σου,| το πως καλείς και τον ληστήν εις την παράδεισόν σου Φαλιέρ., Θρ. 159· ειδέ θελήσει (ενν. ο αυθέντης ή η κυρία του σκλάβου) να ποίσει τον μισθόν τούτον, εμπορεί να κάμει ομολογίαν έμπροσθεν καλών μαρτύρων, το πως τον ελευθέρωσεν παντολεύθερον Ασσίζ. 14914.
μοιχεύω- Φυσιολ. (Offerm.) G 9411, Φυσιολ. (Kaim.) 78α10, 79α10, Ελλην. νόμ. 5388, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 377r, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 414, Χρον. βασιλέων 1094, 1105, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. 1 134, 154, κ.α.
Το αρχ. μοιχεύω Τ. μοιχεύγω στο Βλάχ. και σήμ. στη Χίο (Andr., Lex. στη λ.). Η λ. και σήμ.
I. Ενεργ.· μτβ. και αμτβ. 1) α) Διαπράττω μοιχεία: Ελλην. νόμ. 53810, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 415, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 175v, Τζάνε, Κατάν. 396· β) (μεταφ.): μοιχεύει πνευματικώς Ιστ. πατρ. 14417. 2) Συνουσιάζομαι· (εδώ προκ. για ζώα): ο άρρην μοιχεύει την θήλειαν (ενν. έχιδνα) Φυσιολ. (Offerm.) M 479· ο κόραξ μοιχεύει Φυσιολ. (Kaim.) 78b10. 3) Μεταφ. α) μολύνω ηθικά: αυτός ο παρανομότατος Αρσένιος, ζώντος αυτού του γνησίου αρχιερέως, έλαβε τον θρόνον αυτού … και εμοίχευε την εκκλησίαν Χριστού του Θεού Ιστ. πατρ. 14313· β) παραποιώ, αλλοιώνω, διαστρέφω: μοιχεύει (ενν. ο Φαρισαίος) με το ψεύδος την αλήθειαν Πηγά, Χρυσοπ. 291 (36)· γ) λατρεύω είδωλα: εκείνοι (ενν. οι Ιουδαίοι) … εμοίχευσαν το ξύλον και λίθον Φυσιολ. 35717. IΙ. (Μέσ. προκ. για γυναίκα) διαπράττω μοιχεία, γίνομαι μοιχαλίδα: Βακτ. αρχιερ. 170, Χρον. βασιλέων 1038, Αλεξ. 288, Καλλίμ. 2308, Μαλαξός, Νομοκ. 166.
μονέδα- η, Βουστρ. 461, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 110r, 110v, Χρον. σουλτ. 846, Κατά ζουράρη 135, Χρον. βασιλέων 1066, Σεβήρ., Σημειώμ. 22α, Σεβήρ., Τελ. Σημειωμ. 2α, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 286, Τζάνε, Κρ. πόλ. 5213.
Το βενετ. monèda (Kahane, Sprache 568· βλ. όμως Χατζ., Ξέν. στοιχ. 87 και Stanitsas, Act. VIIIe Congr. Intern. Neo-hell. franc. 103, όπου το προβηγκ. moneda). Τ. μονάδα σήμ. στο ποντιακό ιδίωμα (Παπαδ. Α., Λεξ.) και μονιέδα στο Φωτειν., Νομ. Πρόχ. 143105-6 και 292251, 255. Η λ. στο Βλάχ., σε έγγρ. του 16. (Λάμπρ., ΝΕ 6, 1909, 27422, Βισβίζ., ΕΑΙΕΔ 4, 1951, 2629) και 17. αι. (Ξανθ., Χρ. Κρ. 1, 1912, 79 και 90, Σερεμέτης, Θησαυρ. 1, 1962, 131) και σήμ. (Ανδρ., Λεξ.).
α) Νόμισμα, νομισματική μονάδα: ήσαν σκεπασμένα τα δουκάτα και οι μονέδες Μαχ. 8223· όρισε (ενν. ο Ισαάκιος ο Κομνηνός) και έγραψαν εις την μονέδα του το εικόνισμά του Χρον. βασιλέων 1276· Διά να εβγάλει (ενν. ο Λυκούργος) αυτήν την ψώραν της φιλαργυρίας από τον τόπον του όρισεν η μονέδα του να είναι από σίδερον και όχι από ασήμι ή χρυσάφι Ροδινός (Βαλ.) 131· β) (συνεκδ.) χρήματα: εβγάνει (ενν. ο Απολλώνιος) και χαρίζει τον για τον καιρόν εκείνον| μονέδαν οπού βρίσκετον, χρυσάφι κι ήτον φίνον Ριμ. Απολλων. (Βεν.) [1820]· να μην σηκώνουσι τίποτες εις την στράταν παρά μοναχά ραβδί, μηδέ βούργια μηδέ ψωμί μηδέ μονέδα Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ς΄ 8. Φρ. Κάμνω ή ποιώ μονέδαν = κόβω νόμισμα: έδωκέ του (ενν. ο βασιλεύς του γαμβρού του) και θέλημα να κάμνει και μονέδαν εδικήν του εις το όνομά του Δωρ. Μον. XXVI· εποίκεν (ενν. ο σιρ Τιπάτ) και μονέδα του Κουρίκος δικήν του Μαχ. 5623· ο ρήγας δεν είχε να ποίσει όξοδον και εποίκεν μονέδαν χαρκήν Βουστρ. 461.
μονοθελητής- ο, Χρονογρ. (Λαμψ.) 250, Χρον. βασιλέων 722.
Από το επίθ. μόνος και το ουσ. θέληση. Η λ. τον 8. αι. (Lampe, Lex. Addenda, λ. *Μονοθελήται και Sophocl., λ. Μονοθελήται or Μονοθεληταί).
Οπαδός αίρεσης που αποδίδει στο Χριστό μία μόνο θέληση, τη θεϊκή: Ούτος (ενν. ο βασιλεύς) εποίησεν σύνοδον των αγίων πατέρων και αναθεμάτισεν των μονοθελητών την αίρεσιν Χρονογρ. (Λαμψ.) 250.
μονοκράτωρ- ο, Byz. Kleinchron. A΄ 14057, Προδρ. IV lgg χφφ CSA κριτ. υπ., Μαχ. 64211, Χρον. βασιλέων 214, 1010, Τζάνε, Κρ. πόλ. 57814.
Από το επίθ. μόνος και το ουσ. κράτωρ. Η λ. τον 4. αι. (Lampe, Lex.). Λ. μονοκράτορας και σήμ.
α) Μοναδικός και απόλυτος κυρίαρχος, μονάρχης: ο δε Κωνσταντίνος μετά την τελευτήν του αυταδέλφου αυτού μονοκράτωρ χρόνους β΄, μήνας ια΄ Byz. Kleinchron. A΄ 14161· (προκ. για το Θεό): παρακαλούμεν σε, δέσποτα παντοκράτορ,| της γης τε και του ουρανού αφέντη μονοκράτορ,| δος και αυτοίς την χάριν σου διά να σ’ εγνωρίσουν,| μόνον Θεόν αληθινόν να σε ομολογήσουν Ιστ. Βλαχ. 2700· β) γενικός, ανώτατος διοικητής: ήλθεν εις το νησί της Κρήτης ντζενεράλες κύριος μονοκράτωρ Ιάκω-Φουσκαρίνος, ο οποίος έκαμε πολλές ορδινίες και τάξες εις την Κρήτην, οίαι ουκ εγένοντο πώποτε και οποίαι στέκονται έως σήμερον, ήγουν εις τα 1667 Byz. Kleinchron. A΄ 52422.
μουλάριον- το, Παράφρ. Χων. (Νικήτ. Χων., Βόνν.) 445, κριτ. υπ.· μολάριον, Ιστ. πατρ. 15921-2· μουλάρι, Βεντράμ., Φιλ. 293, 305, Πεντ. Γέν. XII 16, XXXII 16, Αρ. XXII 21, 27, 28, Χρον. σουλτ. 4029, Κατζ. Γ΄ 484, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20515, 2061, 2517, 31025, 3113, κ.α.· μουλάρι(ν) ή μουλάριον, Διγ. Z 1148, 1226, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1074, Σπανός (Eideneier) D 1017, Χρον. Μορ. H 6129, Φλώρ. 981, Φαλιέρ., Λόγ. (Bakk.-v. Gem.) 201, Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. I 791, II 23, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 122ν, 243r, 312v, Διγ. Άνδρ. 33832, 34019, κ.α.· μουλάριν, Χρον. βασιλέων 1314.
Από το ουσ. μούλα και την κατάλ. ‑άριον. Κατά Ανδρ., Λεξ., λ. μουλάρι, από το ουσ. μούλος< λατ. mulus. Ο τ. μολάριον στο Πορφυρογ., Έκθ. (Βόνν.) 47518, 4804-5, 10-11, κ.α.· βλ. πάντως και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 649. Ο τ. μουλάρι στο Meursius (λ. μουλάρη) και σήμ. Ο τ. μουλάριν και σήμ. στην Κύπρο (Βλ. Σακ., Κυπρ. Β΄ 667) και στο ποντιακό ιδίωμα (Βλ. Παπαδ. Α., Λεξ., λ. μουλάριν, I). Η λ. σε Γλωσσάρ. (L‑S), σε έγγρ. του 11. (Act. Lavr. 3844, 4428, 4830) και του 15. αι. (Act. Doch. σ. 271) και στο Meursius (ό.π.).
Ημίονος, μουλάρι: ουδέ άνδρας έναι ουδέ γυναίκα και έχει διπλήν την φύσιν ώσπερ τα μουλάρια Σπανός (Eideneier) D 99· εχώρισεν και εφόρτωσεν καμήλια καν διακόσια,| καν εκατόν μουλάρια ασήμιν και χρυσάφιν Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 573· Ένα μουλάρι πάχυνεν, επήδα κι εκαυχάτον| το πως κρείττον απ’ άλογα έστεκε, κι επαινάτον Αιτωλ., Μύθ. 1391.
μούρτζουφλος,- επίθ.· μουρτζουφλός, Χρον. βασιλέων 1348.
Κατά Συμεων., Βυζαντ. 132, 1985, 1621-8 από το ρ. μουρτζουφλώ< μούντζα + βολώ (όπου βλ. και για την εξέλιξη της μορφής της λ.)· πβ. όμως και Κουκ., ΕΕΒΣ 5, 1928, 14 και Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 206 όπου από το *μουτζότυφλος (= ο διαπομπευόμενος)< ουσ. μούτζα + τύφλα με ανάπτυξη του ρ. Η λ. στο Meursius. Για τις σημερ. σημασ. και τους διάφ. τ. της λ., καθώς και για λ. της ίδιας οικογένειας βλ. Συμεων., ό.π. 1623-4. Η λ. και ως επών. (Τριαντ., Οικογ. ονόμ. 81).
Συνοφρυωμένος, βαρύθυμος, κατσούφης· εδώ ως παρων. (βυζ. αυτοκράτορα): Έλαβε δε την βασιλείαν ο Αλέξιος ο Μουρτζουφλός και εβασίλευσεν χρόνους δύο και μήνας δέκα Χρον. βασιλέων 1350. —Το ουδ. ως τοπων.: Πορτολ. B 537.
μυρίζω,- Προδρ. II Η 28, III 216bb χφ g κριτ. υπ., 412d χφ g κριτ. υπ., Καλλίμ. 1407, Διγ. (Trapp) Gr. 1204, 3458, Διγ. Z 2794, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 237, 1649, Βέλθ. 704, Ερωτοπ. 7, 158, Χούμνου, Κοσμογ. 334, 770, 1374, Απόκοπ.2 26, 83, Κυπρ. ερωτ. 426, 977, Πανώρ. Β΄ 521, Γ΄ 343, Ε΄398, Ερωφ. Πρόλ. 88, Ιντ. β΄ 86, 140, Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Α΄ 418, 663, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [848], Β΄ [130], Γ΄ [7], Φορτουν. (Vinc.) Αφ. 49, Β΄ 313, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1357, 1428, 23528, κ.π.α. (μέσ.) μερίζομαι, Κρασοπ. (Eideneier) L 54 (76).
Το αρχ. μυρίζω. Η λ. και σήμ., καθώς και στους τ. μερίζω, μερίζομαι.
I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Αλείφω ή τρίβω κάπ. με μύρο ή άλλες αρωματικές ουσίες: Διγ. O 1194· (με σύστ. αντικ.): Χρον. βασιλέων 1198· β) (προκ. για νεκρό πριν από την ταφή): στολίζεις, μυρίζεις (ενν. το νεκρόν σώμα) και παραπέμπεις τῳ τάφῳ Ναθαναήλ Μπέρτου, Στιχοπλ. IV 798· Ταφιασταί μυρίσαντες ʼΛεξάνδρου το κορμάκι| και μέσα το εβάλασι εις το χρυσό λαρνάκι Αλεξ. 2927· γ) (προκ. για το σώμα του Χριστού): ο Χριστός ελάλησεν ... (παραλ. 4 στ. ): Αυτή το μύρον έβαλεν ... |εις το εδικόν μου ...| το κορμίν, ως διά να το μυρίσει| και να έναι πάντα ανάμνησις του ενταφιασμού μου Ντελλαπ., Στ. θρηνητ. 45· επρόλαβε να μυρίσει το κορμί μου διά τον ενταφιασμόν μου Μάξιμ. Καλλιουπ., Κ. Διαθ. Μάρκ. ιδ΄ 8. 2) (Μεταφ.) δίνω χαρά, ανακουφίζω: όντα κοιτάξω Κρητικό σε ρούγα να γυρίζει,| στολίζει την καημένη μου καρδιά και τη μυρίζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 57220. 3) Κάνω κάπ. ή κ. να ευωδιάζει, ραίνω κ. με άρωμα: οικέτιδες …| … άνθη κατέχουσαι ρόδα τε και μυρσίνας,| τον αέρα μυρίζουσαι οσμαίς θυμιαμάτων Διγ. (Trapp) Gr. 1798. 4) α) Αναδίδω κάπ. οσμή· έχω κάπ. άρωμα, ευωδιάζω από κ.: έπρεπεν η μαύρη γη …| ... ν’ αναβρεί (έκδ. αναθρεί· διόρθ. Ξανθ., B-NJ 2, 1921, 203) ροδόσταμαν και να μυρίζει μόσχον Αχιλλ. N 1754· τον μόσχον και τον ξυλαλάν μυρίζει η ελικιά σου Ερωτοπ. 223· Μπλιο ζαμπέτια δε μυρίζω, μα βρομώ όλος και σκανίζω Φαλλίδ. 47· (με είδος σύστ. αντικ.): ωσάν εφύσα ο άνεμος και επέφταν πολλάκις τα άνθη, εμύριζαν πολλήν και εύμορφην μυρωδίαν Διγ. Άνδρ. 40019· β) αποπνέω, αναδίδω· (μεταφ.) κάνω έκδηλα φανερή μια ιδιότητά μου: πόθο κι ερωτιά μυρίζεις Πιστ. βοσκ. II 2, 172· πνέεις ερωτιάν και πόθ’ όλος μυρίζεις Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [543]· Πού τόσοι νιοι ... που …| … μοσκοραίνα στα στενά και πόθον εμυρίζα; Ερωφ. Πρόλ. 64· γ) (μεταφ.) κάνω φανερό, πιστοποιώ, αποδεικνύω: οι τάξεις μου οι ευγενικές ... την τιμή μυρίζου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. β΄ 83· τα λόγια σου πολλή αρχοντιά μυρίζου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 1686. 5) Οσφραίνομαι· απολαμβάνω την ευωδιά ενός πράγματος: φέρνει (ενν. η φινίτσα μου) από τα λούλουδα του κόσμου και μυρίζει Τζάνε, Κρ. πόλ. 58323· Το λασμαρίν τους άρρωστους μυρίζοντα βουθά τους,| γιανίσκει και παρηγορά Κυπρ. ερωτ. 1155. Β´ Αμτβ. 1) (Προκ. για άγιο) αναβλύζω μύρο: ευρήκασι το κορμίν της άγιον (ενν. της Θεοφανώς) και εμύριζε και ήκανε θαυμάσια Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 436. 2) α) α1) Αναδίδω οσμή: από την πτωχειάν τα ρούχα των μυρίζουν (έκδ. μοιρίζουν· διόρθ. Papadim., Viz. Vrem. 1, 1894, 647) Γεωργηλ., Θαν. 444· (εδώ σε μεταφ.): ως κοδιμέντα δέξου τους (ενν. τους στίχους), ποσώς αν ου μυρίζουν Προδρ. I 13· α2) (προκ. για το χώμα) αναδίδω τη χαρακτηριστική μυρωδιά μετά τη βροχή: απάρτι εμύρισεν η γης να σκεπαρνομαλίζουν (ενν. οι γεωργοί) Ημερολ. 382· β) αναδίδω ευχάριστη μυρωδιά, ευωδιάζω: Σαν ξεραθεί ο βασιλικός, Γιαννούλη, δε γυρίζει| στην πρώτη ντου ομορφιά ποτέ, καλά και να μυρίζει Πανώρ. Γ΄ 308· εκ των αρωμάτων τε μυρίζει η εκκλησία Φυσιολ. (Legr.) 769· οι αρχόντισσες γυρίζουν| και ως από μόσχου και λουτρού περνώντα να μυρίζουν Απόκοπ.2 120· γ) αναδίδω δυσάρεστη μυρωδιά, βρομώ: κορμιά ανοιμένα εθώριες κι εμυρίζαν,| σκουλήκια εις τες καρδιές κι εμυρμηκίζαν (έκδ. εμυρμηρίζαν Ξανθ., BZ 18, 1909, 590 = Ξανθ., Μελετ. 248) Τζάνε, Κρ. πόλ. 13817. 3) α) (Μεταφ. και σε μεταφ.) γίνομαι αντιληπτός: Κυπρίδημος εκράζετο, πολλοί τον εγνωρίζα,| όλα του τα καμώματα από μακρά εμυρίζα Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 506· οι ανθοί της αρχοντιάς από μακρά μυρίζου Ερωτόκρ. (Αλεξ. Στ.) Β΄ 294· β) φανερώνω την προέλευσή μου, την καταγωγή μου (Πβ. την παροιμία στη Χίο: ο μάντης ρήγας να γενεί πάλι μαντιάς μυρίζει, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Β′ 325): μάγκιπος υιός υπάρχεις| και κακής τσερβέλας τέκνον (παραλ. 2 στ.), μόνο η φύσις σου μυρίζει| από βασιλείας άλλης· | η αρχή και εξουσία| κάμνει σε και βασιλέα Πτωχολ. P 299. Γ´ Απρόσ. (πιθ. με γεν. προσ.) επιθυμώ, μου δημιουργείται η επιθυμία (Για τη χρ. και τη σημασ. βλ. v. Gemert [Φαλιέρ., Ιστ.2 σ. 166, 196]: ο καιρός το δίδει,| σότα μυρίζει, το γλυκύ να φάγομεν τ’ απίδι Φαλιέρ., Ιστ.2 700. IΙ. Μέσ. Α´ (Αμτβ.) έχω την αίσθηση της όσφρησης: να δουλέψετε εκεί είδωλα κάμωμα χέρια αθρώπου ξύλο και πέτρα ος δεν εβλέπουν και δεν ακούγουν και δεν τρων και δεν μυρίζουνται Πεντ. Δευτ. IV 28. Β´ Μτβ. 1) (Με σύστ. αντικ.) αλείφομαι με μύρο: Άσμα πολ. 360. 2) α) Μυρίζω κ., αισθάνομαι τη μυρωδιά που αναδίδει κ. (Η χρ. και σήμ. στην Κρήτη, Χατζιδ., Γλωσσ. έρ. Α′ 137 και στο ποντιακό ιδίωμα, Παπαδ. Α., Λεξ.): θυμίαμα μυρίζομαι Αιτωλ., Μύθ. 504· ουκ οίδα πώς χορτάζουσιν οι δεκατρείς τον μήνα,| πάντως αν το μυρίζονται (ενν. το οινάριον), μόλις να τους αρκέσει Προδρ. II Η 28· (με είδος σύστ. αντικ.): εφίλησεν (ενν. ο Ιτσχάκ) αυτόν και εμυρίστην τη μυρωδιά των ρούχων του Πεντ. Γέν. XXVII 27· β) οσφραίνομαι, απολαμβάνω την ευωδιά ενός πράγματος: αν εύρω τσίπουρον στην γην, σκύφτω, μυρίζομαί το Διήγ. εις τους κρασοπατέρας 113· Ρόδα, νερά γλυκόβρυτα η στράτα σου να γέμει,| να πίνεις, να μυρίζεσαι, ποτέ να μη διψάσεις Ντελλαπ., Ερωτήμ. 3150· (σε μεταφ.): οι φίλοι μου να το δεχτούν και να το μυρισθούσι (ενν. το δένδρον),| τα λόγια τούτα που ’ν’ εδώ ν’ ανοίξουσι να δούσι Τζάνε, Κρ. πόλ. 1357· γ) (μεταφ.) αντιλαμβάνομαι, «παίρνω είδηση»· υποψιάζομαι (Η σημασ. και σήμ.): φακρασήν με λέγουσι κι εγώ ου μυρίζομαί το Προδρ. III 263α χφφ CSA κριτ. υπ.· δ) (προκ. για το Θεό) αναγνωρίζω· αποδέχομαι, ικανοποιούμαι με κ. (Πβ. και ά. μυρωδιά σημασ. 3): εμυρίστην ο Κύριος τη μυρωδιά της ανάπαψης και είπεν: « ... να μη προσμίξω να καταριστώ ακόμη την ηγή» Πεντ. Γέν. VIII 21· την ταπείνωσίν μου την εμυρίσθηκεν ο Θεός και του άρεσεν Ροδινός (Βαλ.) 116. Η μτχ. ως επίθ. (Η χρ. και σήμ. στην Κύπρο, Σακ., Κυπρ. Β΄ 670) = 1) Που έχει οσμή χαρακτηριστική: Βάνει (ενν. ο Ιακώβ) τα ρούχα του Ησαύ, απού ’σα μυρισμένα,| και τα δικά του ευρέθησαν παραμεράς ριμένα Χούμνου, Κοσμογ. 1381. 2) α) Ευωδιαστός, μυρωδάτος: χόρτα μου δροσοφύτευτα κι αθθοί μου μυρισμένοι Κυπρ. ερωτ. 11210· βότανα και λουλούδια μυρισμένα Βοσκοπ.2 46· Χείλη γλυκιά και ονόστιμα, στόμα μου μυρισμένο Πανώρ. Β΄ 195· γυρίζω στου Ρινάλδο μου τη μυρισμέν’ αγκάλη Ερωφ. Ιντ. β΄ 140· β) (μεταφ. και σε μεταφ.): του Αβραάμ τους μυρισμένους κόλπους Τζάνε, Κατάν. 283· το μυρισμένον και αθιμένον περβόλιν το αγιασμένον του αγίου Πνεύματος Άνθ. χαρ. 28723-4· «Ω δαίμων,| διατί εράς πάντων των αλλοτρίων,| πηγήν έχων αθόλωτον, όλην μεμυρισμένην;» Διγ. Z 3708· η γνωστική Ερωπρικούσα,| το ξόμπλι της τιμής και ο μυρισμένος της ευγενιάς ανθός Πιστ. βοσκ. IV 3, 92· στο λιβάδι τσ’ αρετής είν’ μυρισμένοι κρίνοι Λίμπον. 144· Των αρετώ τα ʼπωρικά πάντά ʼναι μυρισμένα Ερωφ. Α΄ 41· γ) (σε προσφών. αγαπητού προσ. με τα ουσ. φως, μήλον, ρόδο, κλπ.): διά τούτο εβράδυνα, φως μου μεμυρισμένον Διγ. (Trapp) Gr. 3123· Ρόδον μου ευθαλόφυτον, μήλον μου μυρισμένον Διγ. Z 2878· τριαντάφυλλό μου κόκκινο και ρόδο μυρισμένο Διγ. O 1755. 3) Αρωματικός: Ρίξετε απάνου εις αυτήν (ενν. τη φωτιά) πράγματα μυρισμένα,| λιβάνι, μύρα, αρώματα, πράγματα ευωδισμένα Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [399].

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η, Τρωικά (Praecht.) 52721, Σπαν. (Hanna) A 45, 137, Σπαν. (Λάμπρ.) Va 141, Γλυκά, Στ. (Τσολ.) 575, Παράφρ. Μανασσ. (Praecht.) 306, Ασσίζ. (Σάθ.) 6626, 28026, Διγ. (Mavr.) Gr. I 55, Διγ. (Καλ.) A 2488, Πόλ. Τρωάδ. (Μαυρ.) 590, Χρον. Μορ. (Schmitt) P 1701, Αχιλλ. (Hess.) N 1313, Ιμπ. (Κριαρ.) 409, 410, 630, Καναν. (PG 156) 73 A, Επιστ. Μωάμ. (Λάμπρ.) 6721, 28, Δούκ. (Grecu) 2771, 3736, Θησ. (Βεν.) Ϛ́́ [678], Ζ́́ [1366], Ή́ [438], Έκθ. χρον. (Lambr.) 7416, Κώδ. Χρονογρ. (Άμ.) 5227, Ιστ. πολιτ. (Βόνν.) 1319, 2921, Ιστ. πατρ. (Βόνν.) 1484, Διγ. (Πασχ.) Άνδρ. 36917, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́ 782, Γ́́ 400, Δ́́ 1805, Ευγέν. (Vitti) 1140, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 38722, 48914 κ.π.α.· αδεία, Ερμον. (Legr.) Φ 216, Δεφ., Λόγ. (Kar.) 614, Αχέλ. (Pern.) 1205, Χρον. σουλτ. (Ζώρ.) 875, Διγ. (Lambr.) O 1768· αδειά, Ch. pop. (Pern.) 30, Αχέλ. (Pern.) 2077, Κατζ. (Πολ. Λ.) Δ́́ 1, Πιστ. βοσκ. (Joann.) III 2, 23, Ερωτόκρ. (Ξανθ.) Β́́ 318, 346, Στάθ. (Σάθ.) Β́́ 83, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́́ 155, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Γ́́ 91, 96, 261, 1369, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Ξηρ.) 3221, 3584, 46716· ’δειά, Ασσίζ. 1291 (έκδ. διάν).