Skip to main content

Μεσαιωνική ελληνική

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά


Εισαγωγή

Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.

Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.

Αναζήτηση

Αναζήτηση
Φάκελος λημμάτων
0
  Άδειασμα
  • Επιλογές αναζήτησης
    -  
 
Βρέθηκαν 15 εγγραφές  [0-15]

  Κείμ.αναζήτησης : % | Βιβλ.αναφορά : Χρον. Αθ.

  • ανεγείρω,
    Βίος Αλ. (Reichm.) 2759, Φλώρ. (Κριαρ.) 356, 513, Δούκ. (Grecu) 11918, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ (Ζώρ.) 69, Χρον. Αθ. 862.
    Το αρχ. ανεγείρω.
    Α´ (Ενεργ. και μέσ. αμτβ. με εμπρόθ. προσδιορ.) παρακινούμαι, ξεσηκώνομαι, μαζεύω τις δυνάμεις μου, κάνω κουράγιο (για κάτι) (Πβ. την αρχ. σημασ., L‑S στη λ. 2): εις οργήν γαρ ανήγειρεν και φθόνον η ψυχή μου Φλώρ. 356· καρδία μου, ανεγέρθητ’ εις βοήθειαν της ωραίας Φλώρ. 513. Β´ Ενεργ. μτβ. 1) (Προκ. για χώματα) υψώνω, κάνω πρόχωμα: φοβηθείς τους υπεναντίους και πυκνώσας τας τέντας τάφρον έσκαψε και χώματα ανήγειρε Δούκ. 11918. 2) α) (Προκ. για κτίσμα) κτίζω, οικοδομώ (Η σημασ. ήδη στην Παλατ. Ανθολ., L‑S στη λ. ΙΙΙ· βλ. και Beševl., Spätlat. Inschr. 218, 1· 236, 1· 237, 1): ανηγέρθη η βρύσις του Εξεχώρου Χρον. Αθ. 862· ανεγείραι ταύτῃ (= τῃ Αιγύπτῳ) πόλιν μεγίστην Βίος Αλ. 2759. —Συνών.: ανακτίζω 2, ανασταίνω 2α· β) (μεταφ.) (προκ. για το ουράνιο στερέωμα) δημιουργώ: κι ανήγειρας (ενν. συ Θεέ) τον ουρανόν και πάντας τους αστέρας Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 69.
       
  • αρχιερεύς
    ο, Ακ. Σπαν. 46564, Ερμον. Υ 349, Χρον. Μορ. H 1832, 1895, Βίος Αλ. 1661, Χρον. Μον. K 668, Χρον. Μον. T 72, Διήγ. Αλ. V 21, Αρσ., Κόπ. διατρ. σ. 372, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1389, Δωρ. Μον. (Βαλ.) 44, Δωρ. Μον. XX, Χρον. Αθ. 856, Σεβήρ., Διαθ. 189, Βίος αγ. Νικ. 113, Ιστ. Βλαχ. 28,1213, Συναδ., Χρον. 28, 30, 67· αρχιερέας, Ιστ. Βλαχ. 1054, Λίμπον. 465.
    Το αρχ. ουσ. αρχιερεύς. Η λ. και ο τ. της και σήμ. (ΙΛ, λ. αρχιερέας).
    α) Ο ανώτατος ιερεύς (των Εβραίων) (Βλ. L‑S): των δύο αρχιερέων Ιούδα και Καϊάφα Ακ. Σπαν. 46564· β) ανώτατος κληρικός (Βλ. Lampe, Lex. στη λ. Ε και ΙΛ, λ. αρχιερέας): αρχιερεύς Γαβριήλ ο Φιλαδελφείας Σεβήρ., Διαθ. 189. Βλ. και αρχιεράρχης.
       
  • βρύσις ση
    η, Λόγ. παρηγ. L 714, Καλλίμ. 856, Διγ. (Trapp) Gr. 2077, Διγ. Z 76, 149, Διγ. (Trapp) Esc. 1017, Βέλθ. 295, Χρον. Μορ. H 5023, Φλώρ. 768, Ερωτοπ. 593, Λίβ. P 6, 1651, Λίβ. Sc. 814, Λίβ. Esc. 180, 624, Λίβ. N 11, 196, Αχιλλ. L 278, 491, Αχιλλ. N 1723, Αχιλλ. O 186, Ιμπ. 526, Φυσιολ. (Legr.) 278, Βεν. 12, Ψευδο-Γεωργηλ., Άλ. Κων/π. 879, Μαχ. 64826, Θησ. Δ΄ [654], Ch. pop. 63, Χούμνου, Π.Δ. XI 22, Νεκρ. βασιλ. 41, 106, Γεωργηλ., Θαν. 163, Ριμ. Βελ. 587, Σαχλ. N 137, 371, Σαχλ. Α′ (Wagn.) M 338, Σαχλ. Α′ (Wagn.) PM 147, Σαχλ., Αφήγ. 714, Έκθ. χρον. 862, 3, Σκλάβ. 205, Κορων., Μπούας 7, Σοφιαν., Παιδαγ. 99, Δεφ., Λόγ. 630, Πεντ. Γέν. VIII 2, Αχέλ. 255, Αιτωλ., Βοηβ. 10, Θρ. Κύπρ. K 678, Παϊσ., Ιστ. Σινά 280, Εκατόλ. M 7, Αλφ. 1473, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 397, Κυπρ. ερωτ. 2612, 7718, Πανώρ. Γ΄ 478, Ερωφ. Α΄ 293, Ιντ. β΄ 52, Γ΄ 331, Ε΄ 168, Χρον. Αθ. 862, Ιστ. Βλαχ. 1437, Διγ. Άνδρ. 31519, 36710, 3688, Ερωτόκρ. Α΄ 714, 1283, Β΄ 442, 636, Δ΄ 634, 1380, Στάθ. Α΄ 95, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 88, Δ΄ 82, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [325], Χριστ. διδασκ. 451, Ζήν. Α΄ 24, Τζάνε, Κρ. πόλ. 13830, 57011, κ.π.α.
    Από το βρύω και την κατάλ. ‑σις. Η λ. ήδη τον 6. αι. (Lampe, Lex., λ. βρύσις) και σήμ. (ΙΛ, λ. βρύσι).
    Φυσική πηγή νερού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. βρύσι 1): εις την ρίζαν του δεντρού ήταν πανώρια βρύση Κορων., Μπούαςανηγέρθη η βρύσις του Εξεχώρου Χρον. Αθ. 862· το αίμα βρύσιν είδα κι είχε τρέξει Τζάνε, Κρ. πόλ. 13830· (μεταφ.): οπού ’σου βρύση τσ’ ευγενιάς και της τιμής περβόλι Ερωτόκρ. Α΄ 714. — Βλ. και ανάβρυσι  ‑ση, βρυσούλα.
       
  • γίνομαι,
    Σπαν. A 469, Σπαν. P 41, Προδρ. III 37, Μακρεμβ., Υσμ. 16629, Ασσίζ. 4216, 17410, 21830, 26028, 26618, 2858, 2973, 29819, 4041, 40724, 4124, 43915, Ελλην. νόμ. 58322, Ορνεοσ. 5799, Διγ. (Trapp) Gr. 363 (αόρ. εγενήθης), 1788, 2284, Διγ. Z 1947, 2149, 3540, Διγ. (Trapp) Esc. 390, 616, 637, Ερμον. Λ 265, Χρον. Μορ. H 123, 236, 408, 988, 1111, 6357, 8016, Χρον. Μορ. P 156, 3914, 6085, 8037, 8048, Πουλολ. Αθ. 465, Βίος Αλ. 2088, Πτωχολ. P 175, Πανάρ. 6322, Περί ξεν. A 106, 336, Απολλών. 814, Λίβ. P 2431, 2827, Λίβ. Sc. 1173, 1974, 2307, Λίβ. Esc. 674, 2279, 3884, Λίβ. N 2518, Αχιλλ. N 150, Χρησμ. (Βέης) 1444, Φυσιολ. (Legr.) 1092, Rechenb. 133, Βεν. 82, Θρ. Κων/π. Πολλ. 24912, Θρ. πατρ. 62, Παρασπ., Βάρν. C 196, Μαχ. 5015, 31, 8819, 1568, 55625, Σφρ., Χρον. μ. 1828, Θησ. Πρόλ. [65], Γεωργηλ., Βελ. 37, Διήγ. Αλ. V 44, Διήγ. Αγ. Σοφ. 14938, Έκθ. χρον. 4922, Απόκοπ. 365, Σκλάβ. 146, Κορων., Μπούας 27, 29, 50, 76, Πένθ. θαν.2 104, 162, Φαλιέρ., Ρίμ. (Bakk.-v. Gem.) 290, Βεντράμ., Φιλ. 124 (αόρ. εγενήσαν), Ψευδο-Σφρ. 15828, Πεντ. Λευιτ. IV 22, XI 32, Αχέλ. 2213, Αιτωλ., Μύθ. 496, 1244, 15, Κώδ. Χρονογρ. 63, Θρ. Κύπρ. M 209, 476, 692, Χρον. σουλτ. 3114, Ιστ. πατρ. 8018, 1137, 16016, Μηλ., Οδοιπ. 637, Δαρκές, Προσκυν. 40, Κυπρ. ερωτ. 314, 9733, Πανώρ. Β΄ 310, Ε΄ 166, Ερωφ. Α΄ 387, Β΄ 169, Χρον. Αθ. 8511, Παλαμήδ., Βοηβ. 103, 433, 564, Ιστ. Βλαχ. 142, 266, 561, 584, 641, 656, 693, 802, 1034, Σουμμ., Ρεμπελ. 1633, Διγ. Άνδρ. 31719, 32515, 3637, 36421, 36621, 37519, 3967, Ερωτόκρ. Α΄ 59, 612, 1064, 1129, Β΄ 2186, Γ΄ 882, Δ΄ 136, 612, Ε΄ 1084, Θυσ.2 356, 1018, Βελλερ., Επιστ. 55, Ευγέν. 674, 1320, Στάθ. (Θέατρο) Β΄ 108, Γ΄ 561, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 82, Συναδ., Χρον. 29, 39, Αποκ. Θεοτ. II 64, Διήγ. ωραιότ. 915, 945, Βακτ. αρχιερ. 135, Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [996], Δ΄ [1002], Λίμπον. 367, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 189, Δ΄ 492, Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 7, 50, Διγ. O 368, 591, Διακρούσ. 9011, 943, 10115, Σεισμολ. (Οικονόμου) 77, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1753, 17715, 17814, 23524, 28310, 5124, 51618· γένομαι, Ασσίζ. 1065, 36124, Θησ. Γ΄ [307], Ch. pop. 37561, Πεντ. Γέν. XX 9, Έξ. IX 3· μτχ. γενάμενος, Έγγρ. του 1102 (Λάμπρ., ΝΕ 7, 1910, 33)· γεναμένος, Ελλην. νόμ. 54826, Αλεξ. 550, 798, 1338, 1464, 2003, 2645, Κορων., Μπούας 150, Δεφ., Λόγ. 423, Αχέλ. 428, Χρον. σουλτ. 9724, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [28]. γινάμενος, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 168v· γιναμένος, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 89v.
    Από το αρχ. γίγνομαι. Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. γίγνομαι).
    1) α) Δημιουργούμαι, κατασκευάζομαι (Η σημασ. και σήμ., Πρωίας Λεξ.): Όλοι από κρεάς και κόκκαλον είμεστε γεναμένοι Δεφ., Λόγ. 423· Λεκάνη ήτονε χρυσή, όμορφα γεναμένη Αλεξ. 2645· β) (προκ. για γεωργικά προϊόντα) παράγομαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. γίγνομαι I2 και σήμ., Δημητράκ., λ. γίγνομαι 3. Για τη σημασ. βλ. και Preisigke-Kiessling, λ. γίγνομαι 2): Λοιπόν αυτείνη την χρονιάν λίγον κριθάρι γίνη Διήγ. ωραιότ. 945. 2) α) (Προκ. για διάφορα γεγονότα) συμβαίνω, πραγματοποιούμαι (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. γίγνομαι I3 και σήμ., Δημητράκ., λ. γίγνομαι 4): σ’ εκείνο οπού πεθυμώ να γίνει δίκια κρίση Ερωτόκρ. Β΄ 2186· όσα εγίνουντα δι’ εκείνην την Ελένην Διγ. (Trapp) Esc. 616· Και τότε γίνεται χαρά ωσάν και εις το πρώτον Απολλών. 814· αφότου εγένετον εκείνο το πασσάτζο Χρον. Μορ. H 123· γίνεται ρέντα των πεζών και των καβαλαρέων Λίβ. Esc. 2279· β) προκαλούμαι: διά να μου ποίσει την δουλείαν μου, έπειτα ένι κρατημένος να καλλιοτερίσει πάσα ζημίαν τήν μου εγίνετον Ασσίζ. 40724· Από αμαρτίας έγινεν· τέκνον ουκ εποιούσαν| ν’ αφήσουν κληρονόμον τους Χρον. Μορ. P 8037· γ) παρουσιάζομαι: Ο μύθος λέγει· όποτε δεν γίνεται βοήθεια Αιτωλ., Μύθ. 12415. 3) α) (Απρόσ.) συμβαίνει να ... (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. γίγνομαι I3 και σήμ., Δημητράκ., λ. γίγνομαι 6): Εάν γίνεται ότι είς άνθρωπος ού μία γυναίκα να κριθεί απ’ αυλής τοιούτος Ασσίζ. 2858· τότες γίνεται ότι οι ναύτες μεταγνώθουν Ασσίζ. 2973· β) φρ. δεν γίνεται αν δεν ..., παρά να ... = είναι αδύνατο να μη ..., δεν υπάρχει τρόπος να μη ...: εκεί οπού εκοίταζεν έμορφο παιδί ή έμορφη γυναίκα α δεν την ολάστιζεν δεν εγίνονταν Συναδ., Χρον. 39· Είχεν θυγάτηρ μοναχή που θε να την παντρέψει| και αλλέως δεν εγίνονταν παρά να του την πέψει Δαρκές, Προσκυν. 40. 4) α) Έρχομαι σε νέα κατάσταση, μεταβάλλομαι: φαγί να γένω στα θηριά εν τῳ παρόντι κόσμῳ Διγ. Z 1947· ερνήθηκε την πίστιν του και Χριστιανός εγίνη Διγ. (Trapp) Esc. 390· β) καθίσταμαι, αποβαίνω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. γίγνομαι II1 και σήμ., Δημητράκ., λ. γίγνομαι 7): μεγάλ’ οχθροί ντου γίνουνται την ώρα που τα χάσει Ερωτόκρ. Δ΄ 612· τα δυο να κάμουσι πουλιά και να γενούσι ταίρι Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 82· είτα διά της των τριών μεθόδου λέγε ότι, εάν τα ε΄ γίνουνται αβ΄, τα εζ΄ τι θέλουν γένει; Rechenb. 133· και τ’ άλλον τότε του λαού ουκ είδαμεν τι εγένη Απόκοπ. 365· γ) καταντώ: αιχμάλωτοι να γένομεν ογιά τα κρίματά μας Σκλάβ. 146· Πού εσβήσθησαν οι αυθεντιές, πού είναι τα μεγαλεία τους,| πού εγίνησαν οι σάρκες τους, πού επέσαν τα μαλλιά τους; Πένθ. θαν.2 162· δ) φρ. δεν έχω τι να γίνω = δε γνωρίζω τι να κάνω: Ετούτα τα λόγια έλεγεν η κόρη προς τον έρωτα και άλλα πολλά, διότις δεν είχε τι να γένει Διγ. Άνδρ. 31719· ε) φρ. γίνομαι το ένα = (α) συνάπτω δεσμό συγγένειας με γάμο, ενώνομαι με κάπ.: συμπεθεριόν να ποιήσουσιν, το ένα να γενούσιν Χρον. Μορ. H 6357· εσμίξανε και αυτοί οι αφεντάδες οι μικροί και έγιναν το ένα Χρον. σουλτ. 3114· (β) πάω με το μέρος κάπ.: τον Τούρκον επροσκύνησες και έγινες το ένα Παλαμήδ., Βοηβ. 564· ς) φρ. (προκ. για ηλικία) γίνομαι της ηλικιάς = ενηλικιώνομαι: εγίνηκε της ηλικιάς, παντόθες εγροικήθη Ερωτόκρ. Α΄ 59· ζ) φρ. γίνομαι του νόμου = έρχομαι σε ηλικία ώστε να αναλάβω δημόσιο αξίωμα: αφότου αναθράφηκεν κι εγίνετον του νόμου Χρον. Μορ. P 8048· η) φρ. (προκ. για γυναίκα) γίνομαι των πάντων = γίνομαι κοινή γυναίκα: εάν η θυγατέρα ποιεί ασχημοσύνην και γίνεται των πάντων Ασσίζ. 43915· θ) φρ. γίνομαι άφαντος = εξαφανίζομαι: μόνος εγίνη άφαντος κι εγίνη μέγας θρήνος Ιστ. Βλαχ. 584· ι) φρ. γίνεται λόγος = γίνεται συζήτηση για κ.: μη γένει λόγος, μη φανεί και φθάσει μας η μέρα Λίβ. Esc. 3884· κ) φρ. γίνομαι αίμα· βλ. λ. αίμα(ν) 6 φρ.· λ) φρ. γίνομαι άνω κάτω, βλ. άνω κάτω Φρ. 1β· μ) φρ. θάνατος γίνεται (κάπ.) = φτάνει στο σημείο κάπ. να πεθάνει από τη λύπη του: Ο βασιλεύς ήκουσέν το| και του θάνατος εγίνη Πτωχολ. P 175· ν) φρ. γίνομαι εις συμπάθειαν = συμπαθώ κάπ.: να γένει εις συμπάθειαν να ομόσεις στο πτερόν του Λίβ. P 2827· ξ) φρ. γίνομαι έξω της ζωής = πεθαίνω: Ο δε Έκτωρ Ηονέα| έκρουσεν προς τον αυχένα| κι έξω της ζωής εγίνη Ερμον. Λ 265· ο) φρ. γίνομαι εξ ανθρώπων = πεθαίνω (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. γίγνομαι II3c): Εν τούτῳ γαρ ασχολούμενος ο βασιλεύς ασθενείᾳ περιπεσών βαρυτάτῃ εξ ανθρώπων εγεγόνει Ψευδο-Σφρ. 15828· π) φρ. άλλος εξ άλλου γίνομαι = αλλάζω ψυχική διάθεση, γίνομαι άλλος άνθρωπος· αγανακτώ, «βγαίνω από τα ρούχα μου»: άλλος εξ άλλου γέγονεν από της θυμηδίας Διγ. (Trapp) Gr. 1788· και καθαρώς τα παρ’ αυτών γινόμενα σκοπήσω,| άλλος εξ άλλου γίνομαι και τήκομαι τας φρένας Προδρ. III 37· ρ) φρ. δεν ξεύρεις είντα γίνεσαι = δεν ξέρεις τι λες, πέφτεις έξω: Δεν ξεύρεις είντα γίνεσαι, γιατί ’ναι sacramento| της εκκλησάς η παντρειά Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 189· σ) φρ. γίνομαι χαράς = γεμίζω από χαρά: όλος εγένετο χαράς, ευθύς καβαλικεύει Διγ. Z 2149· τ) φρ. γίνομαι εις πλήθος = πολλαπλασιάζομαι: αυτά κάμνουν γόνον πολύν και γίνονται εις πλήθος Φυσιολ. (Legr.) 1092· υ) (προκ. για ερωτικό πόθο) πυρ γίνομαι = ανάβω: ουκ είχον ό,τι γένομαι, πυρ όλος εγενόμην Διγ. (Trapp) Gr. 2284. 5) α) Είμαι, υπάρχω (Η σημασ. αρχ., L‑S, λ. γίγνομαι I3 και σήμ., Δημητράκ., λ. γίγνομαι 11): δεν είχεν ζωντανόν ουδέναν| ποτέ με τόσα πάθη, μήδ’ εγίνην Κυπρ. ερωτ. 314· στης Βενετιάς της ξακουστής, οπ’ άλλη ωσάν αυτείνη| χώρα καμία βέβαια στον κόσμο δεν εγίνη Πρόλ. εις έπαινον Κεφαλλην. 50· β) (προκ. για καταγωγή) είμαι από κάπου, κατάγομαι: Εγώ εγενόμην άνθρωπος της χώρας Αρμενίας Λίβ. Sc. 2307· ουκ είπα πούποτε άνθρωπον το πόθεν εγενόμην Λίβ. Sc. 1974· γ) ανήκω σε κάπ., είμαι κτήμα κάπ.: πάντα όσα έχει εντέχεται να γίνουνται του αφεντός με το κείμενον Ασσίζ. 4041· πάντα όσα έχει ο κλέπτης εντέχεται να γίνουνται του αυθέντη της χώρας εις τον τόπον οπού εποίκεν τούτων την κακοπραξίαν Ασσίζ. 17410. 6) Ισχύω, επακολουθώ: περί ανηλίκου αν γελάσει τον αγοραστήν και του ειπεί ότι είναι τρανός εις την ηλικίαν, τι γίνεται Βακτ. αρχιερ. 135· ποταπόν δίκαιον μέλλει να γίνεται (έκδ. γίνε) περί των ιδίων πραμάτων Ασσίζ. 26028. 7) (Προκ. για ψωμί)«ανεβαίνω»: να μην φάτε γινάμενο ψωμί Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 168v.
       
  • γκρεμνίζω,
    Διγ. (Trapp) Esc. 46, Πόλ. Τρωάδ. 520, Χρον. Μορ. H 901, Συναξ. γαδ. 330, Περί ξεν. A 492, Περί ξεν. V 101, Λίβ. Sc. 564, Λίβ. Esc. 1671, Τζαμπλάκ. 56, Χρον. Τόκκων 1301, Γεωργηλ., Βελ. 535, Γαδ. διήγ. (Wagn.) 164, 460, Διήγ. Αλ. V 49, Αλεξ. 260, Πικατ. 62, Σκλάβ. 46, 92, Κορων., Μπούας 80, Περί γέρ. 106, Θρ. Κύπρ. K 254, Μ. Χρονογρ. 371, Ερωφ. Α΄ 562, Κατζ. Ε΄ 48, Χρον. Αθ. 852, Σταυριν. 267, 1088, 1111, Ερωτόκρ. Δ΄ 1073, Ιερόθ. Αββ. 331, Ευγέν. 346, 485, 971, Βακτ. αρχιερ. 180, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1367], Δ΄ [36, 309, 1113], Λίμπον. 360, Φορτουν. (Vinc.) Πρόλ. 26, Ιντ. β΄ 168, Διακρούσ. 8523, Τζάνε, Κρ. πόλ. 20512, 21711, 2818, 28317· γκρεμίζω, Γαδ. διήγ. 164, 460, 475, Αχέλ. 667, Κώδ. Χρονογρ. 62, Χρον. σουλτ. 1173, Πανώρ. Β΄ 250, Ε΄ 123, Ερωφ. Δ΄ 345, Κατζ. Ε΄ 69, 70, Ιστ. Βλαχ. 2085, Ερωτόκρ. Α΄ 335, Δ΄ 610, 1073, Διακρούσ. 8524, Τζάνε, Κρ. πόλ. 16618, 27226, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 122· γρεμίζω, Κατζ. Β΄ 129, Παλαμήδ., Βοηβ. 298, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25123, 28422, 2857· γρεμνίζω, Ιατροσ. 2074, Στάθ. Γ΄ 323, 398, Συναδ., Χρον. 60, Ζήν. Γ΄ 164, Δ΄ 34, Ε΄ 226, 242, Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 269· εγκρεμνίζω, Χρον. Μορ. H 890, Περί ξεν. V 500, Χρον. Τόκκων 3412, Θησ. Η΄ [586], Αλεξ. 261, 268, Πένθ. θαν.2 556, Σταυριν. 238· εγκρημνίζω, Διγ. (Trapp) Gr. 1414· κρεμίζω, Ακ. Σπαν. 46575, Χρον. σουλτ. 11728, 12025, Ροδολ. Πρόλ. Μελλ. [84], Τζάνε, Κρ. πόλ. 16523, 25, 1663, 23918, 29918, 44417, 47812, 48125, Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 919· κρεμμίζω, Μαχ. 661, 31410, 3229, 42414‑5, 46037, 4646, 4666, 54636, 60026, Βουστρ. 440, Κυπρ. ερωτ. 9050, 10044, 10626· κρεμνίζω, Αιν. άσμ. 93, Πόλ. Τρωάδ. 592, Χρον. Μορ. P 890, 4057, Ιατροσ. κώδ. ρο΄, Περί ξεν. A 466, Σφρ., Χρον. μ. 9228, Χούμνου, Π.Δ. VIII 93, Αιτωλ., Βοηβ. 25, Κώδ. Χρονογρ. 62, Βίος Δημ. Μοσχ. 632, Βίος αγ. Νικ. 156, Διγ. Άνδρ. 39114, 39325, 4086, Βακτ. αρχιερ. 177, Διακρούσ. 7811, Τζάνε, Κρ. πόλ. 15514, 15621, 1635, 16822, 17318, 2921, 3124, 3946, 44414, 4836, 49215, 49425· κρημνίζω, Διγ. (Trapp) Gr. 2990, 3018, 3078, Διγ. Z 332, 1873, 3493, 3593, Συναξ. γαδ. 320, Πανάρ. 6115, Γεωργηλ., Βελ. 698, Έκθ. χρον. 3417, 3512, Σοφιαν., Παιδαγ. 103 δις, Ιστ. πολιτ. 4611, Ιστ. Βλαχ. 2082, Διγ. Άνδρ. 40722, Τζάνε, Κρ. πόλ. 25511, 2891.
    Το μτγν. κρημνίζω. Ο τ. γκρεμίζω στον Κατσαΐτ., Κλ. Γ΄ 465. Ο τ. εγκρεμνίζω στο Somav. (λ. εγκρεμνίζω). Οι τ. κρεμνίζω και κρημνίζω στο Βλάχ. Η λ. και ο τ. της γκρεμίζω και σήμ. (Δημητράκ., λ. γκρεμνίζω και γκρεμίζω). Ο τ. κρεμμίζω και σήμ., στην Κύπρο (Σακ., Κυπρ. Β΄ σ. 620).
    I. Ενεργ. Α´ Μτβ. 1) α) Ρίχνω κάπ. από ψηλό σημείο κάτω (Η σημασ. μτγν., L‑S, λ. κρημνίζω, στο Βλάχ., τ. κρεμνίζω και κρημνίζω και σήμ., Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 1): Απέδω εκ τούτου του κιονίου οφείλουσιν κρεμνίσει| τον βασιλέα τον άπιστον της Κωνσταντίνου Πόλης Χρον. Μορ. P 890· κρούει κλωτσιά, γκρεμνίζει την κάτω στον καταρράκτη Περί γέρ. 106· κι όσο πλια η μοίρα στα ψηλά τον άνθρωπο καθίζει,| τόσο και πλιότερα πονεί όντε τονε γκρεμίζει Ερωτόκρ. Δ΄ 610· όλους ευτύς εκρέμνισαν, λέγω, τους καβαλάρους Χρον. Μορ. P 4057· ’ς τούτο αυτή την αζουδιά ξάβνου κι εγώ ήρπαξά τη| και τέτοια λόγια λέγοντας ζιμιό εγκρέμνισά τη Στάθ. Γ΄ 398· β) (μεταφ.) ρίχνω, βυθίζω κάπ. (στη δυστυχία): Ιδές σε πόσην δυστυχιάν τους έχεις γκρεμνισμένους| τούτους τους δυο αγαπητικούς, τους κακομοιριασμένους Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ΄ [1113]· γ) (εδώ προκ. για δέντρο) καταβάλλω, ρίχνω κάτω: ως δέντρον εγκρεμνίστηκεν το όμορφον κορμίν του Σταυριν. 1088· δ) φρ. γκρεμίζω κάπ. από το θρόνο = εκθρονίζω, απομακρύνω κάπ. από την εξουσία: τον υιόν του| γρεμνίζει απού το θρονί για τον αξάδερφόν του Ζήν. Δ΄ 34. 2) Παρασύρω κάπ.: γκρέμισάν μας τα νερά ως μίλια δεκαπέντε Γαδ. διήγ. 164. 3) (Προκ. για βράχο) κυλώ, μετακινώ: εκείνο θέλω το βαρύ χαράκι να γκρεμνίσω| και μετά κείνο της σπηλιάς το στόμα να σφαλίσω Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ΄ [1367]. 4) Οδηγώ κάπ. σε ηθική κατάπτωση: δεν ήξευρεν ο έρημος ... τι να ποίσει,| μόν’ εκινδύνευε σ’ οδόν κακήν να τες κρεμνίσει Βίος αγ. Νικ. 156· δεν βλέπεις (ενν. άνθρωπε) πού και πώς σε κρέμισεν ο διάβολος και πού βούλεται να σε καταντήσει; Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 919. 5) Ταπεινώνω κάπ.: Αν ήθελες το γένος μας πολλά να το τιμήσεις,| δεν έπρεπεν, ως βλέπομεν, τόσον να το κρεμνίσεις Αιτωλ., Βοηβ. 25. 6) α) (Προκ. για πράγματα) ρίχνω καταγής, μετατρέπω κ. σε ερείπιο, κατεδαφίζω, καταστρέφω (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 2): ρίχνασι τ’ αρχοντικά, τσι τοίχους εκρεμνίζαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 15621· Τα τείχη τα ψηλόκτιστα με τέχνες τα γρεμίσαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 2857· β) (προκ. για πρόσ.) καταστρέφω κάπ.: μέθη πολλούς εγκρέμισεν, πολλούς καταδικάζει,| αρίθμητους, αμέτρητους στην αμαρτίαν κράζει Ιστ. Βλαχ. 2085· Τον ον η τύχη εκάθισεν εις θρόνον επηρμένον| κι ο φθόνος τον εκρήμνισεν κι έχει το φως χαημένον Γεωργηλ., Βελ. 698· γ) καταστρέφω κάπ. οικονομικά: η δυστυχία όμως του καιρού και του χρόνου τα ατυχήματα εγκρέμισαν πολλούς και τους ήφεραν εις τον λάκκον της κακής πτωχείας Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 122· 7) Θανατώνω, εξολοθρεύω κάπ.: Πολύς λαός τους αθλητάς ήτον που εμαρτυρήσαν,| πολύς και περισσότερος τον Λίμπονα εγκρεμνίσαν Λίμπον. 360. Αμτβ. 1) Πέφτω, γκρεμίζομαι: γκρέμισα στο πέλαγος μόνο για να γλυτώσω Γαδ. διήγ. 475· εκρεμμίσαν δέκα εις το χαντάκιν και ετσακκίσαν τα ποδία τους Μαχ. 42414‑15. 2) (Προκ. για τη ζωή) κυλώ προς το τέλος, τελειώνω: μόνε η ζωή εγκρεμνίζει.| Επήρεν τον κατήφορον και ποιος να τη γυρίσει; Πένθ. θαν.2 556. 3) Αναχωρώ, φεύγω: εκρεμμίσαν από την Αρμενίαν και επήγαν εις τον Άγιον Γεώργιον Βουστρ. 440. II. Μέσ. 1) α) Πέφτω από ψηλά, γκρεμίζομαι (Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 1): από γκρεμνόν να πέσω,| να γκρεμνιστώ, να γλυτωθώ εκ τούτην την καήλαν Ευγέν. 971· και πάραυτας γκρεμίζομαι, απής φτερά δεν έχω,| γιατ’ ήφηκα τα χαμηλά και τα ψηλά ξετρέχω Ερωτόκρ. Α΄ 335· Τα έθνη θα γρεμνίζονται μαζί αγκαλιασμένοι| κι όσοι αρνηθήκαν τον Χριστόν κι ήτονε βαπτισμένοι| τρεχάτοι δα βουλήσουσι, στην άβυσσο να μπούσι Τζάνε, Φυλλ. ψυχ. 269· εν τῳ τζυκανιστηρίῳ παίζων εκρημνίσθη και σπαραχθείς απέθανε Πανάρ. 6115· β) (προκ. για βράχο) κυλώ: από το βουνόν εγκρεμνίζουνταν πέτρες μεγάλες με πολλήν συντριβήν και χαλασμόν Ιερόθ. Αββ. 331. 2) Καταλύομαι, καθαιρούμαι (Πβ. Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 5): Κι οι βασιλιοί τους και περνού εις τον Άδη,| κρεμίζουνται οι ψηλότες τους και λιώνου| με πρίκες και καημούς, πρι ερθεί το βράδι Ροδολ. Πρόλ. Μελλ. [84]. 3) Ξεγλιστρώ, ξεφεύγω: Αυτός κι η συντροφία του τέσσαρες χιλιάδες (παραλ. 1 στ.) εκόψασι στον πόλεμον κι οι άλλοι γκρεμνισθήκαν| από ’να πλάγι και ευθύς μέσα στην χώραν μπήκαν Κορων., Μπούας 8015. 4) Η προστ. γκρεμίσου = χάσου, τσακίσου, ξεκουμπίσου (Βλ. Κουκ., ΕΕΦΣΠΑ, περ. β΄, 6, 1955/ 56, 250. Η σημασ. και σήμ., Δημητράκ., λ. γκρεμίζω 6): Άμε ποθές, γκρεμνίσου! Κατζ. Ε΄ 48· Σύρε ποθές, γκρεμίσου Πανώρ. Β΄ 250.
       
  • έξι,
    αριθμητ., Ερωφ. Ιντ. β΄ 65, Αχιλλ. O 542, Μαχ. 4225, Χούμνου, Κοσμογ. 1515, 2782, Γαδ. διήγ. 217, Αλεξ. 1769, 2063, Διήγ. Αλ. FE 57, Κατά ζουράρη 40, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 172, 173, Σεβήρ., Διαθ. 19026, Έγγρ. του 1619 (Καζανάκη Μ., Θησαυρ. 11, 1974, 260), Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών ρλ΄, ρϚ΄, Στάθ. (Martini) A΄ 205· έξε, Αχιλλ. L 1224, Χειλά, Χρον. 355, Χρον. Αθ. 121, Έγγρ. του 1670 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 9, 1971) 16423.
    Το αρχ. αριθμητ. εξ. Για το σχηματ. βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ., σ. 547]. Πβ. όμως και Ανδρ., Λεξ., λ. έξη. Ο τ. έξε, που απ. και σήμ. στην Κρήτη (Ξανθ., Ερωτόκρ., σ. 547), αναλογ. προς το πέντε (Hatzid., Einleit. 150). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ., λ. εξ).
    Έξι.
       
  • έξοδος
    η, Προδρ. II Η 62, II G 109, Καλλίμ. 2468, Ασσίζ. 32814-5, Διγ. Z 2359, 3903, Χρον. Μορ. H 369, 8186, Αρμεν., Εξάβ. Γ΄ 371, Ιμπ. 590, Μαχ. 28414, Σαχλ., Αφήγ. 119, Έκθ. χρον. 4721, Φορτουν. (Vinc.) Α΄ 17, Γ΄ 458, Τζάνε, Κρ. πόλ. 51717· έξοδος ο, Ασσίζ. 2219, Φυσιολ. (Legr.) 874, Μαχ. 7025, 47411, 51632, 53224, 63829, Βουστρ. 495 (κριτ. υπ.), Κιγάλα, Σύνοψις ιστοριών υζ΄· έξοδος ο ή η, Ασσίζ. 12424, Διγ. (Trapp) Gr. 1982, Απολλών. 395, Αλεξ. 559, Χρον. σουλτ. 854, Χρον. Αθ. 864, Βίος αγ. Νικ. 264, Ιερόθ. Αββ. 334, Μαρκάδ. 564· όξοδος η, Ασσίζ. 1029, Έγγρ. του 1607 (Κατσουρ., ΕΕΚυκλ.Μ 7, 1968, 339όξοδος ο, Ασσίζ. 7827, Μαχ. 1406, 62820, Βουστρ. 418, 450· όξοδος ο ή η, Ασσίζ. 4424, 62625, Βουστρ. 461· πληθ. έξοδες, Ασσίζ. 4719, Αχέλ. 1239, Πανώρ. Δ΄ 377, Ερωφ. Πρόλ. 117, Α΄ 199, Διγ. Άνδρ. 36419, Ερωτόκρ. Γ΄ 180, Φορτουν. (Vinc.) Δ΄ 493· δοτ. εξόδαις, Έγγρ. του 1645 (Γκίνης, ΕΕΒΣ 39/40, 1972/73, 215)· πληθ. όξοδες, Έγγρ. Σύρου Α΄ 274, Έγγρ. του 1680 (Βισβίζης, ΕΚΕΙΕΔ 12, 1965, 467).
    Το αρχ. ουσ. έξοδος. Ο τ. όξοδος στο Du Cange (λ. όξοδος). Η λ. και σήμ. (Δημητράκ.).
    1) Έξοδος (Η σημασ. και σήμ. Πρωίας Λεξ.): απεχαιρέτησαν ευθύς, κοινώς οι τρεις κινούσιν.| (Και προς την έξοδον λοιπόν οι τρεις μετακινούσιν) Καλλίμ. 75. 2) Μετανάστευση: τα του Μωσέως θαύματα, πληγάς των Αιγυπτίων,| Ιουδαίων την έξοδον Διγ. (Trapp) Gr. 3234. 3) Εκφορά νεκρού, κηδεία (Για τη σημασ. βλ. Σπυριδ., ΕΕΒΣ 20, 1950, 132): ο βασιλεύς μεγάλως ελυπήθη επιστάς εν τῃ προπομπῄ της εξόδου αυτού φορέσας και λευκά διά την θλίψιν Πανάρ. 7322. 4) α) Έξοδα, δαπάνη (Η σημασ. στο Du Cange, λ. έξοδος, σ. 404, και σήμ. στην Κύπρο, Andr., Lex.): πέμπομέν σου ι΄ χιλιάδες δουκάτα διά την έξοδόν σου Μαχ. 50224· β) κατανάλωση: Απέ το ψουμίν, … τό … αγοράζουν απέ τον φούντικαν και κάτω, καν τε διά τον έξοδον των εσπιτιών τους ή διά τα παιδιά τους Ασσίζ. 2435· γ) μισθός: Οι γιανίτσαροι πάσα δέκα έχουν εναν άλογον … και μίαν έξοδον Τάξ. Πόρτ. 50· δ) επιχορήγηση: έταξεν ο βασιλεύς να έχει η καθεμία χωριστάς εξόδους της (έκδ. εξόδεις τας· διορθώσ. εξόδους της) από βασιλικά χρήματα και μία εκάστη ιδίως την ανάπαυσίν της Hist. imp. (Rochow) 19556· ε) χρήματα: στέλνει διά την ώρα| έξοδον και φορέματα διά να τον ενδύσει Ιστ. Βλαχ. 1075· ελευθέρωσεν τους αιχμαλώτους και έδωκεν και τον καθένα έξοδον διά να εξοδιάσει εις την στράταν Διγ. Άνδρ. 32513· στ) πρόσοδοι: τας δωρεάς και τας τιμάς …| παράσχου … πένησι στρατιώταις·| έχει η βασιλεία σου εξόδους αναρίθμους Διγ. Z 2349. 5) α) (Μεταφ.) κόπος, ταλαιπωρία: Ω των ανθρώπων ριζικό και μοίρ’ ασβολωμένη!| πως πρέπει πάντα στο καλό μ’ έξοδες να μαθαίνει| πάσα κιανείς πασίχαρος ποτέ να μην γυρίσει Ιντ. κρ. θεάτρ. Δ΄ 54· Απόλλωνα θεέ, το ξεύρεις ’ς τσ’ έξοδές σου,| όντεν η Δάφνη η κορασά τον νουν εσηκωσέ σου Φορτουν. (Vinc.) Ιντ. α΄ 141· β) παθήματα: με τσ’ έξοδές μου, σήμερο, καθώς θωρώ, μαθαίνω| τους άντρες όλους να μισώ και να τσ’ απομακραίνω Πανώρ. Γ΄ 601· Ώδε λαλώ του πόθου τα κακά μου| κι όλες μου οι έννοιες ώδε ’ναι γραμμένες.| Ω παίδιοι, βάρτε τον σκοπόν σ’ αυτόν μου,| μάθετε σεις απού τον όξοδόν μου Κυπρ. ερωτ. 28.
       
  • ήλιος (και με συνίζηση)
    ο· Ασσίζ. 8814‑15, Διγ. (Trapp) Esc. 16, Φλώρ. 641, Ερωτοπ. 565, Λίβ. Esc. 3806, Λίβ. N 625, Αχιλλ. L 1050, Αχιλλ. N 1582, Ιμπ. 350, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 244, Φυσιολ. (Legr.) 258, Ch. pop. 71, Χούμνου, Κοσμογ. 132, Κορων., Μπούας 119, Πεντ. Γέν. XXXII 32, Έξ. XXII 2, Ιστ. πατρ. 2038, Κυπρ. ερωτ. 666, Πανώρ. Α΄ 373, Γ΄ 529, Δ΄ 291, Ερωφ. Γ΄ 256, Ε΄ 518, Ερωτόκρ. Β΄ 451, 540, Ε΄ 694, Ιντ. κρ. θεάτρ. Β΄ 68, Φορτουν. (Vinc.) Γ΄ 437, Ζήν. Α΄ 338, Τζάνε, Κρ. πόλ. 3335 (έκδ. γεν. ελίου), κ.π.α.· γεν. ηλιού, Διγ. (Trapp) Esc. 1598, Απόκοπ. 112, Ερωτοπ. 323, 488, Φαλιέρ., Ιστ. (v. Gem.) 256, Πανώρ. Γ΄ 45, 561, Ερωφ. Β΄ 231, Ε΄ 44, Ερωτόκρ. Β΄ 180, 1806, Γ΄ 1057.
    Το αρχ. ουσ. ήλιος. Η γεν. ηλιού και σήμ. σε ιδιώμ. (Παπαδ. Α., ΛΔ 4, 1942-48, 114 και Θαβώρ., Προσδιορ. ημερον. 43). Η λ. και σήμ. στον τ. ήλιος (με συνίζ.).
    1) Ο ήλιος: επλάτυνεν ο ήλιος, έλαμψεν πανταχόθεν Φλώρ. 635· εχάθη ο ήλιος ώρᾳ 8ῃ της ημέρας έως ώρας ιβης Χρον. Αθ. 8618· Έσωσ’ ο χαρτοφόρος,| που ήλιος τον μαύρισε κι εγίνετον ως Μόρος Κορων., Μπούας 31· Οϊμέ, και ας ήτο μπορετό τον ήλιο να μη βλέπω,| γιατί στον κόσμο μπλιο να ζω κρίνω δεν είναι πρέπο Ζήν. Ε΄ 219· ο ήλιος πα να σβήσει της υγείας μου Κυπρ. ερωτ. 268· άρα να λάμψει ήλιος ο της δικαιοσύνης| κι η δόξα κι η ευπρέπεια της χριστιανοσύνης; Ιστ. Βλαχ. 2447· Στο χιόνιν εθεμέλιωσες ... (παραλ. 1 στ.) κι ο ήλιος τα θεμέλια σου λει τα, γοργό χαλούσι Ερωτόκρ. Γ΄ 125· όλον τον κόσμον έτρεχα, τον ήλιο εκακοπάθουν Λίβ. P 2572. 2) α) Ο θεός Ήλιος: Ο βασιλέων βασιλεύς, μέγας θεός Δαρείος,| συνανατέλλων δε λαμπρώς Ηλίῳ Θεῴ Μίθρᾳ Βίος Αλ. 1699· β) (πληθ.) αγάλματα ή μνημεία αφιερωμένα στο θεό Ήλιο: να αφανιάσω τα ψηλώματά σας και να γλοθρέψω τους ήλιους σας Πεντ. Λευιτ. XXVI 30. Εκφρ. 1) Ανατολικά του ήλιου = ανατολικά: εις το απέραμα του Ιάρδεν, ανατολικά του ήλιου Πεντ. Δευτ. IV 41. 2) Βασίλευμα ή κάθισμα ηλίου (Βλ. βασιλεύμα(ν)). 3) Μέχρι τέρματος ηλίου = ως τη συντέλεια του κόσμου: εις αιώνας των αιώνων μέχρι τέρματος ηλίου Ερμον. Α 177· 4) Ώρα προς τον ήλιον = απόγευμα: φθάνει εδώ ο Λίβιστρος ώραν προς τον ήλιον Λίβ. P 2379· 5) Εις ήλιον και φεγγάριν = μέρα νύχτα: εσυχνοχαίρομεν εις ήλιον και φεγγάριν Θησ. Πρόλ. [4]. Φρ. 1) Βασιλεύει ο ήλιος (Βλ. λ. βασιλεύω, σημασιολ. 3). 2) Δίδει ο ήλιος = ανατέλλει: ως του να δώσει ο ήλιος και να πλατύνει η μέρα| τον κάμπον εκατέβησαν Αχιλλ. N 458· έδωκεν ο ήλιος την αυγήν, ανέτειλεν το κάστρον Λίβ. Esc. 751. 3) Κάθεται ή κλίνει ο ήλιος = δύει ο ήλιος: Πεντ. Δευτ. XVI 6, Λίβ. N 1381. 4) Δέρνει ο ήλιος κ. βλ. δέρνω σημασιολ. I Α΄ 2α. 5) Δίδει ο ήλιος κ. ή σε κ., βλ. δίδω I Β΄ 6. 6) Με πιάνει ο ήλιος = μαυρίζω από το φως του ήλιου: την στράταν σου να φύτεψα μηλές και κυδωνίτσες (παραλ. 1 στ.), του δρόμου σου τριανταφυλλιές, να μη σε πιάνει ο ήλιος Ερωτοπ. 5. (ως επίκλ.) (Βλ. και Κριαράς [Ανακάλ. σ. 45-6]): ω ουρανέ και ήλιε, μαρτύροι του καημού μου Πανώρ. Β΄ 485· (ως επίκλ. προκ. για όρκο) (Βλ. και Κουκ., ΒΒΠ Γ΄ 372): μα τον Ήλιο το λαμπρό, το Φως και τη Σελήνη,| ποτέ να μη δολώσομε ετούτο οπ’ εγίνη Ερωτόκρ. Δ΄ 1623· (ως προσωποπ.): έσωνε και κατάντανε της μέρας η ασπράδα,| εκίνα κι ο κυρ ήλιος του δρόμου να φουσκώνει Ριμ. κόρ. 606· μίαν είχαμεν αδελφήν το γέννημα ηλίου Διγ. Z 469· (μεταφ.) α) (προκ. για αγαπημένο πρόσ. ή ωραία γυναίκα): σαν είδε (ενν. η Αρετούσα) τον ήλιον της μες στην φλακήν κι εμπήκε, εξαναγίνη το ζιμιό, την ασκημιάν εφήκε Ερωτόκρ. Ε΄ 1121· ευλογημέν’ η μάνα σου κι ο κύρης σου, Ταρσία, οπού εποίκαν ήλιον έκλαμπρον ωσάν ημέρα Απολλών. 475· β) (ως προσφών. βασιλιά, αγαπημένου ή φιλικού προσ.): Ω φανερέ ήλιε, Αλέξανδρε Διήγ. Αλ. V 28· Αγάπη, πόθε μου καλέ, ... ήλιε μου, αυγή μου, μέρα μου Φλώρ. 468. έχεις, ήλιε μου, παιδίν, αγούριν, παλληκάριν; βάλε σχοινίν και πνίξε το Γλυκά, Στ. 210· γ) (μεταφ.) μάτια αγαπημένου προσώπου: δυο ήλιοι σ’ ένα κούτελο βαλμένοι φως μού δίδα (παραλ. 1 στ.), μια κορασίδα ευγενική ... (παραλ. 1 στ.) τσ’ ελπίδες τσ’ είχεν εις εμέ ... Ερωφ. Β΄ 325.
       
  • θανατικόν
    το, Τρωικά 5275, Ιατροσ. κώδ. νθ΄, Βησσ., Επιστ. 2711, Μαχ. 6029, Σφρ., Χρον. μ. 123, 12414, Μάρκ., Βουλκ. 3395, Γεωργηλ., Θαν. 21, 449, Βουστρ. 442, Διήγ. Αγ. Σοφ. 1604, Έκθ. χρον. 5916, Πεντ. Λευιτ. XXVI 25, Αρ. VIII 19, XXXI 16, Βυζ. Ιλιάδ. 817, Αχέλ. 1507, 1877, Θρ. Κύπρ. K 890, Χρον. σουλτ. 9728, Ιστ. πολιτ. 452, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 390, Ερωφ. Β΄ 508, Χρον. Αθ. 8511, Συναδ., Χρον. 36, Βακτ. αρχιερ. 155, Χριστ. διδασκ. 67, 490, Τζάνε, Κρ. πόλ. 21118, 23712.
    Το ουδ. του επιθ. θανατικός ως ουσ. (Βλ. Steph., Θησ. και Lampe, Lex., λ. θανατικός).
    Θανατηφόρα επιδημία: Αρρωστημένοι και καλοί ...| ... το θανατικό πολλοί το κολληθήκαν Τζάνε, Κρ. πόλ. 20628· ήλθεν έναν θανατικόν εις την Λευκωσίαν ... και εποίκεν πολλύν θάνατον Μαχ. 6826.
       
  • κοντότο
    το· κουντίτο.
    Το βενετ. condoto. Τ. κουτούτο στο Βλάχ. και σήμ. στην Κάρπαθο (Μιχαηλ.-Νουάρ., Λεξ. 238), στην Κρήτη (Παπαγρηγοράκι, Ξέν. λέξ. 38) και τοπων. Κουντούτο στην Ίο (Βλ. Κασιμάτη, Λαογρ. 2, 1910, 633). Για τον τ. κουντίτο πβ. και Σκουζέ, Χρον. Αθ. 63, λ. κοντίτο. Η λ. και σήμ. ιδιωμ. (Κονόμ., Ζακυθ. λεξιλ. και Λάζαρης, Λευκαδ., λ. κονττότο).
    Υδραγωγείο: Αυγούστου κδ΄ άρχισεν το κουντίτο της Αθήνας και ανηγέρθη η βρύσις του Εξεχώρου ... και διά εξόδου του κόσμου εσέβη το νερόν Απριλίου κη ημέρᾳ Χρον. Αθ. 861.
       
  • μακαρίτης
    ο, Σπαν. (Μαυρ.) P 1, Ηπειρ. 2148, Ιστ. Ηπείρ. I1, Βησσ., Επιστ. 4, Μαχ. 5229, Σφρ., Χρον. μ. 2014, 9633, 1007, Αρσ., Κόπ. διατρ. [945, 1416], Χρον. Αθ. 859.
    Το αρχ. ουσ. μακαρίτης. Η λ. και σήμ.
    α) Απαλλαγμένος από τα δεινά της ζωής, αξιομακάριστος, ευτυχής: ο μακαρίτης και αοίδιμος πατήρ αυτού Σφρ., Χρον. μ. 5833· ο μακαρίτης … και αξιομνημόνευτος Δούκας ο πατέρας της Ευγ. Ιωαννούλ., Επιστ. 7316· β) νεκρός: υπάρχεις άφθαρτος, και γαρ υπάρχεις μακαρίτης| ει και τοις ζώσι μέχρι νυν και φθέγγει και βαδίζει Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 906· το σπίτι του μακαρίτου Ιακώβου Μεταξά, Επιστ. 47.
       
  • παπάς
    ο, Προδρ. (Eideneier) II 42-4 χφ Η κριτ. υπ., 68-3 χφ Η κριτ. υπ., III 208 χφ G κριτ. υπ., 247, 272, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 490, 491, Μαχ. 122, 7, 11, 17, 36216, 45031, Byz. Kleinchron. A΄ 2108, Απόκοπ.2 93, 201, 471, Ιμπ. (Legr.) 690, Χρον. σουλτ. 3135, 856, Ιστ. Βλαχ. 1627, 2210, Στάθ. (Martini) Γ΄ 544, Διακρούσ. 8129, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 18027, 23115, 50325, Τζάνε, Φιλον. 58514, 58627, 30, κ.π.α.· (άκλ.) παπα‑, Σπανός (Eideneier) Β 232, D 1678, Notizb. 38, Σφρ., Χρον. (Maisano) 12625, Χρον. Αθ. 8514, Μανολ., Επιστ. 172, Σεβήρ.-Μανολ., Επιστ. 17122, Τζάνε, Φιλον. 5853.
    Από το αρχ. ουσ. πάππας. Για το σχηματ. της λ. βλ. Κουκ., Ευστ. Γραμμ. 118 και Βαγιακ., Αθ. 63, 1952, 220. Ο τ. και σήμ. Η λ. τον 4. αι. (Kahane, Sprache 365· πβ. Lampe, Lex. λ. πάππας) και σήμ.
    α) Ιερέας, παπάς: Περί λειτουργίας του αρχιερέως, ότι δεν λειτουργά μόνος του ωσάν παπάς, αλλά μετά διακόνου Βακτ. αρχιερ. 162· μήτε καλόγηρος μήτε κοσμικός παπάς να πλερώνει χαράτσι Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 434· καθένας για το σπίτι του δίδει απολογίαν,| σαν οι παπάδες του λαού διά την ενορίαν Ιστ. Βλαχ. 2034· σαν να ’χει ανοίξ’ η εκκληχιά, έτρεχαν συναγμένοι| παπάδες και οι κοσμικοί όλοι αγαπημένοι Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 710· β) (κυρίως στον τ. παπα‑) ως προσηγορία πριν από κύρ. όνομ.: Σεπτεβρίῳ κα΄ ημέρᾳ β΄ εγεννήθηκα εγώ ο παπα-Συναδινός Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 15r· καθώς μου το είπεν ο κυρ παπα-Φίλιππος Μαχ. 4010· διά αθύμησιν έγραψα …, παπάς Αθανάσιος Φάρης από χωρίου Κοφίνου Byz. Kleinchron. Α΄ 21217. Ως τοπων.: Πορτολ. A 25128.
       
  • σεβαίνω,
    Σπαν. (Ζώρ.) V 535, 630, Λόγ. παρηγ. L 210, Λόγ. παρηγ. O 605, Προδρ. (Eideneier)2 Δ́ 79, Παράφρ. Μανασσ. 284, Καλλίμ. 928, Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 304, Βέλθ. 234, Ερμον. Ν 22, 183, 186, Χρον. Μορ. H 3376, 8369, Χρον. Μορ. P 7288, 7596, Πουλολ. (Τσαβαρή)2 526, Φλώρ. 1058, Ερωτοπ. 64, 65, Απολλών. (Κεχ.) 246, Λίβ. διασκευή α 195, Λίβ. Esc. 3211, Αχιλλ. (Smith) O 277, Ιμπ. 91, Χρον. Τόκκων 1371, 2657, 2673, Θρ. Κων/π. διάλ. 95, Βησσ., Επιστ. 2614, Αργυρ., Βάρν. K 391, Λίβ. Va 3096, Διήγ. Βελ. χ 223, Σφρ., Χρον. (Maisano) 6213, Θησ. Γ́ [214], Θησ. (Foll.) I 18, Ch. pop. 419, Χούμνου, Κοσμογ. 1070, Byz. Kleinchron. Á 29531, Αλεξ.2 2916, Δευτ. Παρουσ. 199, 200, Απόκοπ.2 324, Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 2469, Ιμπ. (Legr.) 173, Κορων., Μπούας 57, 130, Διήγ. Αλ. G 2719, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 361v, Λουκάνη, Ομήρ. Ιλ. Β́ [160], ΙΓ́ [92], Βυζ. Ιλιάδ. 972, 996, 997, Μαλαξός, Νομοκ. 369, Διήγ. Αλ. E (Lolos) 956, Αχέλ. 849, Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 5611, Αιτωλ., Βοηβ. 229, Σανκταμαύρας, Πράξ. Αποστόλ. (Κακ.-Πάνου) φ. 48r, Αρσ., Κόπ. διατρ. [454], Παϊσ., Ιστ. Σινά 399, Άλ. Κύπρ. 1205, Hagia Sophia ω 53418, Μετάφρ. Δαμασκ. Βαρλαάμ 8931, Κανον. διατ. Β 1111, Χρον. Αθ. 8612, Σταυριν. 950, Ιστ. Βλαχ. 361, Διγ. Άνδρ. 3337-8, 36224, Ευγέν. (Vitti-Spadaro) 288, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 14v, 40v, Βακτ. αρχιερ. (Ακανθ.) 355 ιϚ́ 4, Νεκταρ., Ιεροκοσμ. Ιστ. 82, Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 8980, Προσκυν. α′ 11510, Σουμμ., Παστ. φίδ. Γ́ [1346], Ροδινός (Βαλ.) 84, 165, Διγ. O 1526, κ.π.α.· εσεβαίνω, Ερμον. Ο 119, Χρον. Τόκκων 972, 2057, 3618, Μαλαξός, Νομοκ. 363· σεβαίννω, Θρ. Κύπρ. (Παπαδ. Θ.) 458, 490, Θρ. Κύπρ. M 415, 447· σεμβαίνω, Βέλθ. 806, 1051· σεμπαίνω, Αχιλλ. (Smith) N 144, 576, 626, 1394, 1555, Λίβ. Va 983, Παρασπ., Βάρν. C 216, 276, 314, 324, 388, Συναξ. γυν. 375, Βυζ. Ιλιάδ. 167, 340, 524, 613, 715, 761, 1029· γ́ εν. παρατ. εσέβηνεν, Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 82v· γ́ πληθ. υποτ. αορ. εσβούν, Διήγ. Αλ. F (Lolos) 946· προστ. αορ. σέβα, Χρον. Μορ. H 6547, Χρον. Μορ. P 6547, Λίβ. διασκευή α 275 κριτ. υπ., Διήγ. Βελ. N2 156, Ριμ. Βελ. ρ (Bakk.-v. Gem.) 246, Διήγ. Αλ. V 66, Τριβ., Ρε 265· σεβάτε, Διγ. Άνδρ. 32419.
    Από τον αόρ. του εισβαίνω. Ο τ. σεβαίννω και σήμ. (Παπαγγέλου, Κυπρ. ιδίωμ.). Ο τ. σεμπαίνω και σήμ. ιδιωμ. (Andr., Lex., λ. εισβαίνω). Τ. σιβαίνου (Παπαϊωάννου, Γλωσσάρ. Γρεβ. 116, Χριστοδούλου, Κουζιαν., Τάσιος, Γλωσσ. Πολυγ., Πασχαλούδης, Τερπν. Νιγριτ., Δουγά-Παπαδ.-Τζιτζιλής, Γλωσσ. ιδίωμ. ορ. Πιερίας, κ.α.) καθώς και άλλοι τ. σήμ. ιδιωμ. (βλ. Andr., Lex., λ. εισβαίνω). Η λ. στο Du Cange (σεβαίνειν) και λογοτ. στο ΑΛΝΕ.
    Ά Μτβ. 1) Μπαίνω μέσα σ’ ένα χώρο, έρχομαι μέσα: Εσέβημεν το κάστρον Λίβ. διασκευή α 4519· είπα ... πώς εξέβηκεν (ενν. ο Λίβιστρος) αρχήν εις το κυνήγιν (παραλ. 7 στ.) και πώς εσέβην την αυλήν του Ερωτοκρατούντος Λίβ. Va 3330. 2) Περνώ, διαβαίνω ένα σημείο ή όριο: Οπόταν σέβεις το λοιπόν την βασιλικήν πύλην,| άνωθεν τήρησον ευθύς και τήρησον κανδήλιν Παϊσ., Ιστ. Σινά 425· σεβαίνοντας της πόρτας του κουβουκλίου (ενν. του Αγίου Τάφου) κείτεται ο λίθος ο αποκυλισθείς εκ του μνήματος Προσκυν. α′ 11121· (μεταφ., προκ. για χρονικό όριο): Μήναν επεριπάτησεν, εσέβηκεν τους δύο,| τόπους δυσβάτους ήρξατο να ποδοπεριτρέχει Λόγ. παρηγ. L 40. 3) Επιτίθεμαι, ορμώ και χτυπώ κάπ. ή κ.: Αυτός καλά σ’ εσέβηκεν τώρα να σε γκρεμνίσει Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 49· και ωσάν τα είδετε, άγουροι, ευθύς εφύγετε όλοι| και εμέν μόνον αφήσετε απέσω εις τα θηρία,| και είδετε ότι επέζευσα, με το ραβδίν τα εσέβην Διγ. (Αλεξ. Στ.) Esc. 1725. 4) (Μεταφ.) εισβάλλω, κυριεύω: πόθος εκατεκράτησεν αγούρου την ψυχήν μου,| έρωτας με εσέβηκεν, αγάπη και κρατεί με Λίβ. Va 2963· Γλυκύς ύπνος μ’ εσέβηκεν Ιμπ. 815· μέριμνα με εσέβην Λίβ. Va 193. 5) (Προκ. για δυσάρεστο συμβάν) συμβαίνω σε κάπ.: Και μετ’ αυτείνο στράφηκε στην χώραν, κι εδηγάτον| τα πάθη οπού του εσέβησαν, και ο γέρος αφικράτον,| κι έλεγεν Απολλώνιος τά ’παθε εις την στράτα Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 1766· εφάνη μου στον ύπνον μου κάτινες μ’ ελαλήσαν| και είπαν μου: «Είντα κάθεσαι; Τ’ αδέλφια σου εβουλήσαν!»| Ευθύς τα εντός μου εσπάσθησαν και συγκοπή μ’ εσέβη| κι επήγεν κάτω το παιδίν και άνω η ψυχή μου εξέβη.| Κι ίτις ο Χάρος μ’ έδωκεν θάνατον εις την γένναν Απόκοπ.2 429. 6) (Με αντικ. δευτερεύουσα πρόταση) α) ξεκινώ να κάνω κ., καταγίνομαι με κ., αρχίζω μια δραστηριότητα: Απέθανεν και ο παπακυρ-Εζεκιήλ ο Σιναΐτης, διότι εσέβην και αυτός να θάφτει και να εξεμολογά και έτσι τον εχτύπησεν η πανούκλα και απέθανεν Συναδ., Χρον.-Διδαχ. φ. 89r· και κάτεργον αρμάτωσε (ενν. ο Μενέλαος) να σέβει να παγαίνει Βυζ. Ιλιάδ. 703· Και ως από του αφηγήματος και της ποθομανίας| οι πάντες να εγνωρίσωσι τας ερωτοπικρίας| και να θαυμάσουν άνθρωπον άγροικον εις τον κόσμον,| αφού εσέβην να ποθεί, όσα κακά υπεστάθην Λίβ. διασκευή α 24· β) προβαίνω σε άλλη ενέργεια, συνεχίζω κάνοντας κ. άλλο: όταν δοξολογήσεις τον Θεόν, ως είπαμεν, τότες να σεβείς να γυρέψεις. Λοιπόν, όταν προσεύχεσαι μηδέν έρχεσαι παρευθύς εις γύρεψιν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 363r. 7) Αποδέχομαι, πρεσβεύω: αφ’ του Οτμάνη την γενιά είμαι και κατηβαίνω| και την θρησκείαν εκεινού πιστεύω και σεβαίνω Διγ. O 424. 8) (Με κατηγ.) γίνομαι, καθίσταμαι: Κι όσον ήλθεν στον τόπον του (ενν. ο κόντος της Τσαμπάνιας) κι εσέβηκεν αφέντης,| διορθώνοντα τον τόπον του και τες υπόθεσές του ... Χρον. Μορ. H 2148· Περί κληρικών, εάν σέβουν εγγυηταί, καθήρονται Μαλαξός, Νομοκ. 173. Β́ Αμτβ. 1) α) Εισέρχομαι, μπαίνω μέσα: Η τέντα της κατούνας του τέσσαρους στύλους είχεν·| κι αφότου την εστήσασιν κι εσέβηκεν απέσω (ενν. ο Σεβαστοκράτορας),| ορίζει κι ήλθαν οι άρχοντες όλοι του οι κεφαλάδες Χρον. Μορ. H 4095· Ησθένησεν η μήτηρ της κόρης και έγινεν σύγχυσις εις το οσπίτιον να υπηγαίνουν να έρχουνται, άλλοι να σεβαίνουν, άλλοι να εβγαίνουν Διγ. Άνδρ. 36627· (με εμπρόθ. προσδ.): Και παρευθύς εσέβη (ενν. ο αμιράς) εις το κουβούκλιον της κόρης, η δε κόρη ωσάν τον είδεν ... υπήγεν και εκρεμάσθη εις τον τράχηλον του νέου Διγ. Άνδρ. 33926· Ο προφήτης Ιερεμίας ήκουσεν ότι έρχεται ο Αλέξανδρος και έμασεν ανθρώπους της Ιερουσαλήμ και εποίησεν βουλήν και είπεν: «Καλόν εστίν ημάς να δεχθούμεν τον Αλέξανδρον και να σέβει εις το κάστρο μας...» Διήγ. Αλ. G 26531· Αν ιδείτε έναν ξένον, κλείτε την πόρταν σας να μηδέν σεβεί εις το σπίτι σας Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 368r· (μεταφ.): οπόταν βαπτίζει ο ιερεύς το παιδί ... το Πνεύμα ... το άγιον ... σεβαίνει εις το παιδίον και ζωογονεί το Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 62v· δεν έναι τίποτες παράδοξον αν σεβεί και εις τον Αντίχριστον αυτός ο διάβολος να κάνει αυτά και περισσότερα διά να πλανά τους χριστιανούς Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 165r· β) περνώ από ένα σημείο ή όριο: είπεν (ενν. ο Βερβέρης) του Νεκτέναβου ότι ... ο βασιλεύς της Περσίας ο Δάρειος ... έφθασεν και εσέβην εις το σύνορόν σου με τα φουσσάτα του πολλά και αναρίθμητα Διήγ. Αλ. V 22. 2) α) (Προκ. για ποτάμι) περνώ, κυλώ από μέσα: ήτον η Βαβυλωνία μεγάλη ... Και ο Ευφράτης ποταμός εσέβαινεν μέσα και πάλιν έτρεχεν έξωθεν τρογύρου το κάστρον Διήγ. Αλ. G 27131· β) (προκ. για νερά) χύνομαι: ούτως είναι ... το βασίλειον με τα πολλά φουσσάτα· στέκει ώσπερ η θάλασσα με κύματα αρίφνητα και με πολλά νερά, όπου σεβαίνουν εις την θάλασσαν και χωνεύουν Διήγ. Αλ. G 27238. 3) Προχωρώ: Αφήκαν τον (ενν. οι λησταί τον Βέλθανδρον), εσέβηκεν, ήλθε, προσεχωρήθη·| και όταν μικρόν εσέβηκεν, ευθύς κατάπεσάν τον Βέλθ. 228, 229· (εδώ μεταφ., προκ. για την εξέλιξη μιας υπόθεσης): Τότες, ωσάν εγροίκησε (ενν. ο ρήγας) το πράμαν πώς εσέβη,| δεν ήξευρεν από τη βια το πόθε να κατέβει Ριμ. Απολλων. (Κεχ.) 171. 4) α) Πηγαίνω κάπου· φτάνω κάπου: Και όρισεν (ενν. ο Αλέξανδρος) και εσταμάτησεν τον πόλεμον και εσέβην απέξω εις το κάστρο και ηρώτησέν τους (ενν. τον λαόν της Αιγύπτου) ... Διήγ. Αλ. G 26721· Όφης εγίνηκε ζιμιό (ενν. ο δαίμονας) και αγάλια αγάλια εσέβη| απόξω στην παράδεισο κι εις το τοιχιόν ανέβη Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 1078· β) πηγαίνω σε κάπ.· πηγαίνω να συναντήσω κάπ.: Επίασεν ο Βέλθανδρος τόπον τιμής μεγάλης,| εσέβαινεν ο Βέλθανδρος χωρίς βουλής στον ρήγαν,| οίαν ώραν, ου δέετον άλλου θέλημα να ’χει Βέλθ. 804· τον ορίζει να φυλάγει τέτοιας λογής τον Ιγνάτιον, οπού να μην έχει άδειαν μήτε καν να ειπεί την λειτουργίαν, αλλά μήτε να αφήσει να σέβει τινάς εις εκείνον ή να έβγει εκείνος έξω Ροδινός, Ιγνατ. Παφλαγ. 9727· Και εις την Ρώμην διέβηκε, και εις τον πάπαν εσέβη Κορων., Μπούας 68. 5) Ορμώ σε κάπ., εξαπολύω επίθεση: παίρνουν τόσην βιγορία (ενν. οι κουμπάνοι),| ’τι σεβαίνουν σαν θηρία Τριβ., Ταγιαπ. 172· Και το ποτάμι πέρασε (ενν. ο σινιόρ Μερκούριος), κι εις τους εχθρούς εσέβη| ο δε επίλοιπος στρατός όπισθέν του διέβη Κορων., Μπούας 84· Και απαύτου σύρνει το σπαθίν (ενν. ο Τελαμώνιος) και εις τα κοράσια εσέβην Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 10765· (μεταφ.): ο θάνατος εσέβη| εις τα φουσσάτα δυνατά, πολλά τους αφανίζει Βυζ. Ιλιάδ. 822. 6) (Προκ. για αιχμηρό αντικείμενο) α) εισχωρώ σε άλλο σώμα, μπήγομαι: Εις αγκάθι να σέβει εις χείρα ανθρώπου ή σκύλου ποδάριν Ιατροσ. κώδ. σνέ· β) πέφτω μέσα σε ένα χώρο με ορμή, καρφώνομαι: Και όλοι έριχναν απέξω εις το κάστρο και οι σαΐτες εσέβαιναν μέσα εις το κάστρο ώσπερ μεγάλη βροχή, ώσθε τον ήλιον εσκόταζαν Διήγ. Αλ. G 26715. 7) Εισδύω· χώνομαι, τρυπώνω: Και ... η άρκλα ήτον καλά βεβαιωμένη και καρφωμένη με καλήν κόλλαν διά να μην σεβαίνει εις αυτήν μήτε ήλιος μήτε νερόν Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 96v· ο ήλιος σεβαίνει μέσα εις τα σπίτια οπού έχουν εις τες φανέστρες υαλία Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 21v· (μεταφ.· συνηθέστ. προκ. για συναισθήματα): Ότι εσέβην η αγάπη σου απέσω στην καρδιά μου,| ωσάν μαχαίρι δίστομον κόπτει τα σωθικά μου Ερωτοπ. 578· εις την καρδίαν του (ενν. του Αλεξάνδρου) φόβος μέγας εσέβην Διήγ. Αλ. G 27027· τότε γαρ φθόνος περισσός εσέβην εις Ρωμαίους Διήγ. Βελ. N2Ανάμεσά τως η οργή εσέβη μετά μήνης,| σπαχήδων και γιανιτσαρών, με δίχως της ειρήνης Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 5737. 8) α) Ανεβαίνω, σκαρφαλώνω: Και την φωνήν ως ήκουσεν ο κόντος Λεονάρδος,| ατός του ευθύς εξέβηκεν, έβγαλεν και τες σκάλες.| Στους τοίχους τες ακούμπισε, άρχισαν να σεβαίνουν.| Εξωλογίς ανέβηκαν, και εκόπηκεν η σκάλα Χρον. Τόκκων 614· (προκ. για την ανάληψη του Χριστού): Τότε έλαμψε ο ουρανός και ο Χριστός εσέβη| και φανερά στον ουρανό εβλέπαν τον και ανέβη Π. Ν. Διαθ. (Παναγ.)2 4280· β) κατεβαίνω, πηγαίνω κάτω: Και μετέπειτα υπήγεν ο Κασίμ πασιάς εις τους πύργους του κάστρου και δεν ημπόρεσε να τους πάρει και έκαψέν τους και επαραδόθηκαν διά να μη καγούν και πολλοί εσέβηκαν κάτω με σχοινία και εσκλαβώθηκαν διά να μην αποθάνουν Κώδ. Χρονογρ. 6117· εις το πηγάδι σέβη Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 666· (εδώ προκ. για κατάδυση σε νερό): Τότ’ ο Ερμής εσέβηκε κι είχε τον ανεβάσει (ενν. τον ξυλοκόπον)| ένα χρυσόν (ενν. τσικούρι) Αιτωλ., Μύθ. (Παράσογλου) 4329. 9) Επιβιβάζομαι: άφησε (ενν. ο Ευστάθιος ο Πλακίδας) την αυθεντίαν οπού είχεν και έφυγεν να απεράσει εις άλλον τόπον και εσέβη εις ένα καράβι Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 390r· Κι ο δούκας δ’ αφού το ’μαθε εις μία βάρκα ’σέβη| και με τρομάραν περισσήν από την χώραν ’ξέβη Κορων., Μπούας 80· Εσέβην εις μονόξυλον (ενν. ο Ιασούς), εκίνησεν, υπάγει Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 621. 10) Μπαίνω, εισέρχομαι σε μια κατάσταση α) συναισθηματική/ψυχική/πνευματική: ήμπεν (ενν. η κόρη) εις την αγάπην του κι εσέβην εις τον πόθον Απολλών. (Κεχ.) 275· αφήκεν (ενν. ο Βερδερίχος) το κολάκευμα και εις μανικόν εσέβην (παραλ. 2 στ.) ήρξατο δυναστεύειν με, μυριοκαταπικραίνειν Λίβ. Va 3094· πάλιν εις έννοιαν περισσήν εσέβηκεν ο νους του Λόγ. παρηγ. L 240· ο βασιλεύς εις λογισμόν εσέβη Βυζ. Ιλιάδ. 30· Και εις πόσους η καρδία μου κατακομμούς εσέβην,| και πόσοι επαρελάβασιν πόνοι τον λογισμό μου ... Λίβ. Va 1798· β) γενικ.: Ο Κάστωρ εις τον κίνδυνον εσέβηκεν απέσω Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 1010· δίδουν βουλήν να ποίσουσιν το θέλημα της κόρης,| μη σέβει εις ασθένειαν και εις θάνατον εμπέσει Ιμπ. 325· εάν τολμήσει τινάς να σέβει εις αυτόν τον τέταρτον γάμον, ..., μήτε γάμον να τον ελέγουν, μήτε να τον ονομάζουν, ούτε τα παιδία, οπού να γεννηθούν, λέγονται γνήσια Μαλαξός, Νομοκ. 326· Σεβαίνουσιν εις πόλεμον, νικώσι κατά κράτος,| λαμβάνουν κάστρη και λαόν εκ το νησίν εκείνον Διήγ. Βελ. N2 214. 11) Ασχολούμαι με κ.· παίρνω μέρος, συμμετέχω σε κ.: Ο ... κανών λέγει ότι μήτε επίσκοπος, μήτε πρεσβύτερος, μήτε διάκονος, μήτε καλόγηρος εις κοσμικάς φροντίδας να σεβαίνει Μαλαξός, Νομοκ. 153· Ωσάν τυφλός εσέβαινεν (ενν. ο Γιαγούπης) εις άπασαν δουλείαν·| ήτον ολίγο αλαφρός, αλήθεια ανδρειωμένος,| απόκοτος καλύτερα από τους αδελφούς του Χρον. Τόκκων 2659· αδιακρίτως σέβηκεν (ενν. ο πάπας) εις τέτοι’ ασχημοσύνην Κορων., Μπούας 70. 12) (Προκ. για προϊόντα) προέρχομαι: Εκ τούτου τα δύο εσέβαινεν όλη η εσοδεία| Αγγελοκάστρου και αφεντιάς όλης του Σγούρου Μπούα.| Και φαίνεται, αφού έχασεν την εσοδείαν, ο τόπος| πτωχύνει θέλει παντελώς και θέλει ερημάζει Χρον. Τόκκων 406. 13) (Προκ. για αφήγηση) αρχίζω: εις υπόθεσιν εσέβην του Λιβίστρου| και είπα την πώς εξέβηκεν αρχήν εις το κυνήγιν (παραλ. 20 στ.) ... το παν καταλεπτόν, όλα τα εφηγησάμην| την ποθοξενοδόχισσαν εκείνην την Ροδάμνην Λίβ. Va 3321. 14) (Προκ. για έναρξη χρον. περιόδου) ξεκινώ· φτάνω: Έκλινεν γαρ ο ήλιος, εσέβηκεν η νύχτα Αχιλλ. (Smith) O 414· και όταν εσπέρα έφθασεν, εσέβηκεν η νύκτα Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ.-Jeffr.) 815. 15) (Νομ., προκ. για εμπράγματο δικαίωμα) αποκτώ μερίδιο στην κυριότητα κάπ. πράγματος: Εάν πάρω από εσένα άσπρα δανεικά και ... είτα επάρω από άλλον άνθρωπον ... και από τα πράγματα οπού με έλθωσιν αγοράσω το χωράφι, οπού είπα, και οι δύο σεβαίνετε εις το χωράφι να επάρετε το χρέος οπού σας θέλω Νομοκριτ. 98. 16) (Προκ. για κλήρο) πέφτω, πετυχαίνω σε κάπ.: ήλθεν εις νουν να ποίσουσιν έναν από την μέσην,| να κρίνει γαρ τυραννικά ως φυσικός αυθέντης.| Θέτουν τους κλήρους καθεξής, είς τις να γένει αυθέντης.| Και τρεις φοράς τον θέτουσιν, και εσέβην εις τον Πάριν Βυζ. Ιλιάδ. 198. Φρ. 1) Σεβαίνω στα δίκτυα/ μέσα στο δίκτυο/μες στη σαγήνην = (μεταφ.) πιάνομαι στην παγίδα: Πώς να το πω, θαυμάζομαι, μεράκουλο εγίνη| το πώς αυτοί (ενν. οι Τούρκοι) εσέβησαν στα δίκτυα ώσπερ σαγήνη Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 6418· Κι οι δολιότατοι αυτοί Φραντσέζοι γελαστήκαν,| μέσα στο δίκτυον σέβησαν, σαν ψάρια πιαστήκαν Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 2516· Ο πόλεμος επλήθυνεν, πολλή βοή εγίνη,| οι Τούρκοι τότε σέβησαν όλοι μες στην σαγήνην Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 7476. 2) Σεβαίνω εις το/στο μέσος, βλ. Επιτομή μέσος (Ι) Φρ. 3) Σεβαίνω εις (τας) χείρας κάπ./ στα χέρια κάπ. = (α) (γενικ. προκ. για άνθρωπο) υποδουλώνομαι σε κάπ.: να σέβουν (ενν. οι μωαμεθίτες) εις τας χείρας τως, αυτούνους (ενν. τους Μαλτεζίνες) να δουλεύουν,| στην θάλασσαν με το κουπίν τα ύδατα ν’ αδεύουν Ιωακ. Κύπρ., Πάλη (Kaplanis) 1073· (β) (ειδικ. προκ. για γυναίκα) παντρεύομαι: Και ο Δαρείος ωσάν είδεν την θυγατέραν του ... είπεν την: « ... ούτως σε ορίζω, θυγατέρα μου, μεγάλες τιμές να κάμνεις του Αλεξάνδρου και αφού σεβαίνεις εις τα χέρια του, να τον έχεις αφέντην και βασιλέαν με όλην σου την καρδίαν» Διήγ. Αλ. G 28133· (γ) (προκ. για περιουσιακό στοιχείο) περνάω στην κατοχή κάπ.: Αν γουν απολέσει τινάς το εδικόν του και σέβει εις αλλουνού χείρας και ορίζει το και κυριεύει το κατά λόγον είδος τίποτες, κινητόν ή ακίνητον, δύναται όστις το απολέσει να το γυρεύει Νομοκριτ. 84· Αφού το λοιπόν πουληθεί και αγορασθεί τίποτες και δοθούσι τα άσπρα, είτι κίνδυνον πάθει το πράγμα οπού πουληθεί, εκείνος οπού το αγοράσει το δέχεται, εάν και το πράγμα οπού επουλήθη ακόμη εις τα χέρια του αγοραστού δεν εσέβη Νομοκριτ. 77.
       
  • σούμπασης
    ο, Πηγά, Χρυσοπ. 63(26), Χρον. Αθ. 864, Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.- Αποσκ.) 14720, 26418·   σούπασης, Lettres 1453 38, Σφρ., Χρον. (Maisano) 16616 κριτ. υπ.· αιτιατ. πληθ. σουμπάσηδας, Έκθ. χρον. 497 (έκδ. ‑ιδας).
    Από το τουρκ. subaşı. Ο τ. σούπασης σε έγγρ. του 14. (Mor., Byzantinot. 289, λ. σούμπασις), του 15. (Μηνάς, Δωδεκαν. Χρον. 25, 2012, 395, Τσιρπανλής, BF 3, 1968, 197, Lefort, Documents 1521 (σουπασήν), 1726, 197), 16. (σουπασηδες Mor., ό.π., σουππασήδων, Μηνάς, ό.π. 414), 17. και 18. αι. (Τσοπ., Ροδιακά 172) και σήμ. ιδιωμ. (Μηνάς, Νεοελλ. Διαλ. Ά́ 341). Τ. σουμπάσης σε έγγρ. του 15. αι. (Mor., ό.π.). Τ. σουπάσης στο Du Cange (γρ. σουπάσις, λ. μπασίας). Πληθ. σουμπασάδες σε έγγρ. του 16. αι. (TLG) και σε δημ. τραγ. (Λαμπράκης, Λαογρ. Έ́, 1915/1916, 67). Η λ. στο Somav. (γρ. σούμπασις), σε έγγρ. του 15. (Παπαδ. Στ., Απελευθ. αγώνες κείμ. Ά́ 27, Mor., ό.π. (γρ. σούμπασις), Τσιρπανλής, ό.π., 203, 204, Lefort, ό.π. 34), του 16. (TLG, Μηνάς, ό.π. 411. κ.α.) και του 17. αι. (Μπρούσκαρη, Θησαυρ. 19, 1982, 203), σε κείμ. του 18. αι. (Τραγ. Αληδ. (Legr.) 152, κ.α.) και σήμ. ιστ., καθώς και ιδιωμ. (Ξανθιν., Λεξ. δυτικοκρ. ιδιώμ, Παπαχριστ., Λεξ. ροδ. ιδιωμ., όπου και τ. σούπαχης, Χαντζιάρας, Θεσσαλ. γλωσσάρ.).
    Οθωμανός τοπικός αξιωματούχος σε υποδιαίρεση του σαντζακίου με αστυνομικά και διοικητικά καθήκοντα· διοικητής φρουρίου ή στρατιωτικού τμήματος τιμαριούχων σπαχήδων και υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης στην περιοχή της αρμοδιότητάς του (για το πράγμα βλ. Δημητριάδη, Εβλ. Τσελ. 374, Ελλην. Οικον. Ιστ. 153, 330, 355): Έξω πασάδες πέφτουνε, σπαχήδες απομείνα,| αγάδες και τσαούσηδες νεκροί στη γην εμείνα·| γιανίτσαροι, τζαμόγλανα, τσαλμάδες, σουμπασήδες Τζάνε, Κρ. πόλ. (Αλεξ. Στ.-Αποσκ.) 5083· Του δε δεσπότου, ως είπομεν, πανοικί ελθόντος εις τους Κορυφούς, ήλθον προς αυτόν και γράμματα από τον σούμπασην Αγγελοκάστρου Σφρ., Χρον. (Maisano) 16616· Ελθών δε ο πασιάς εν τοις μέρεσιν εκείνοις ουκ εποίησεν ευθέως πόλεμον, αλλ’ εμήνυσε τους σουμπάσηδες και μεγιστάνας των Καραμανιτών Έκθ. χρον. 497 κριτ. υπ.· εις τας κδ́ του ανειρημένου μηνός Νοεβρίου παρέδωκαν την πόλιν Μονεμβασίαν, ημέρᾳ δ́, ώρᾳ ά́ της ημέρας, εις χείρας του αυθεντός Γιανούς μπέη σούμπαση Byz. Kleinchron. Ά́ 3205.
       
  • στάδιον
    το, Metrol.2 4513, 4814, Rechenb. (Vog.) 241, 2, 3, 4δις, 5, 7· στάδιο(ν), Πόλ. Τρωάδ. (Παπαθωμ. -Jeffr.) 568, Παϊσ., Ιστ. Σινά 1506, Χρον. Αθ. 854, Γεργάν., Εξήγ. Αποκ. 218.
    Το αρχ. ουσ. στάδιον. Ο τ. και σήμ.
    1) Μονάδα μέτρησης μήκους ίση με 600 πόδια (βλ. Schilbach [Μetrol.2 σ. 187]): το στάδιον έχει δακτύλους ‚θχ́, ήτοι παλαιστάς ‚βύ, πήχεις ύ, σπιθαμάς ώ́ Metrol.2 454· Και πάλιν η θάλασσα εματάρθε με μεγάλην σπουδήν ... Και τότες και η Κρήτης και η Σικελία εκλύσθη από το πολύ νερόν. Λέγουν ότι ήλθε εκατόν στάδια μέσα προς την γην, οπού πάσα επτά ήμισι στάδια έναι ένα μίλιον Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. (Κακ.-Πάνου) φ. 309r δις· Έξω από τον Άγιον Τάφον του δεσπότου Ιησού έναι το καμπαναρίον ... Και πέραν αυτού έναι η εκκλησία του αγίου Ιακώβου του αδελφοθέου ...· απέχει από τον άγιον και ζωοδόχον Τάφον στάδιον έν Προσκυν. Κουτλ. 156 809. 2) Μεγάλος, ανοιχτός χώρος ειδικά κατασκευασμένος για αθλητικούς αγώνες· (εδώ ως τόπος μαρτυρίου· για τη σημασ. βλ. και Lampe, Lex., στη λ. B1): Τι ουν, εάν μη νυν αποθάνομεν; Ου τεθνηξόμεθα πλέον; Ποιήσωμεν την ανάγκην φιλοτιμίαν, δράμωμεν προς τον κίνδυνον του πολέμου ως οι μάρτυρες προς το στάδιον των τυράννων Καναν. (Pinto) 443.
       

Ετυμολογία

 
  • Συντομεύσεις

























































































































































































































































































































































Ομάδα εργασίας

Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
Κ. Θεοδωρίδης