Μεσαιωνική ελληνική
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά
Αναλυτικό Λεξικό Κριαρά

Εισαγωγή
Το Τμήμα Λεξικογραφίας του Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας μπόρεσε να αφιερώσει τις δυνάμεις του στη σύνταξη του Λεξικού της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας 1100-1669, συνεχίζοντας το έργο ζωής του Εμμ. Κριαρά. Το υλικό που κληροδοτήθηκε από τον καθηγητή Εμμ. Κριαρά βρισκόταν, κατά σειρές λημμάτων, σε διαφορετικές φάσεις επεξεργασίας.
Το σύνολο του υλικού υποβλήθηκε σε επανέλεγχο: μετά τις απαραίτητες προσθήκες και διορθώσεις (με βάση νέες εκδόσεις, μελέτες αλλά και τα νέα δεδομένα που έδινε η συστηματική αναζήτηση στοιχείων σε ηλεκτρονικές πηγές, όπως ο Thesaurus Linguae Graecae), στα παλιά προστέθηκαν και νέα λήμματα, με βάση τη διαρκώς συνεχιζόμενη αποδελτίωση.
ΒΡΑΧΥΓΡΑΦΙΕΣ
Οι έξι κατάλογοι που ακολουθούν (Α´-Στ´) περιλαμβάνουν βραχυγραφίες και ουσιώδη βιβλιογραφικά στοιχεία.
Αναζήτηση
- ανευχαριστία
- η· ανευχαριστιά, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [822]· ανευκαριστιά, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [472].
Από το στερ. αν‑ και το ουσ. ευχαριστία—ευχαριστιά. Η λ. και στο Somav. και σήμ. (ΙΛ, λ. ανευχαριστιά).
1) Δυσαρέσκεια, παράπονο: ετέλειωσεν εις τον ανθό τση νιότης τση ακριβής του| με πλήσαν ανευκαριστιά τση τύχης τση άδικής του Ροδολ. Γ΄[472]. 2) Έλλειψη ευχαρίστησης, μη ικανοποίηση: Για να ’χει πάντα περισσούς και μ’ ένα την καρδιά της| να θεραπεύει με χαρές κατά την πεθυμιάν της.| Διατί η πολλή ανακάτωσις και το περίσσιον θάρρος| φέρνει την ανευχαριστιά και το περίσσιον βάρος Σουμμ., Παστ. φίδ. Α΄ [822]. 3) Αγνωμοσύνη: από την ανευχαριστίαν μας απαλησμονήσαμεν τες ευεργεσίες σου Χριστ. διδασκ. 434.
αποθαίνω,- Σπαν. (Ζώρ.) V 512, Σπαν. V Suppl. 174, Ασσίζ. 5312, 654, Διγ. (Hess.) Esc. 159, Χρον. Μορ. (Καλ.) H 493, 1134, Χρον. Μορ. P 4085, Περί ξεν. A 444, Ερωτοπ. 231, Απολλών. (Wagn.) 452, Αχιλλ. O 366, Μαχ. 36614, Θησ. (Foll.) I 12, Βουστρ. 483, Αγν., Ποιήμ. Β’ 74, Συναξ. γυν. 994, Κορων., Μπούας 133, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 38, Τριβ., Ρε 89, Τριβ., Ταγιαπ. 226, Αχέλ. 2321, Θρ. Κύπρ. K 746, Ανων., Ιστ. σημ. ρμά́, Παϊσ., Ιστ. Σινά 2182, Αλφ. (Κακ.) 153, Κατζ. Β́ 36, 91, Έ́ 270, Πανώρ. Δ΄ 437, Ερωφ. Ά́ 204, Πιστ. βοσκ. V 3, 85, Βοσκοπ. 190, 352, Παλαμήδ., Βοηβ. 182, Ιστ. Βλαχ. 1280, Σουμμ., Ρεμπελ. 167, Ερωτόκρ. Ά́ 379, 954, Δ΄ 1086, Θυσ.2 152, 304, 656, 683 896, Ιντ. κρ. θεάτρ. Ά́ 69, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ́ [284], Έ́ [235], Ροδολ., Αφ. Φλαγγ. [9], Ροδολ.,Αφ. Φιορ. [5], Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [204], χορ. δ́ [82], Λίμπον. Εισαγ. 53, 365, Ζήν. Δ́ 380, Διγ. O 1872, Τζάνε, Κρ. πόλ. 18016, 23818, 4408, κ.π.α.· απεθαίνω, Ασσίζ. 11815, 18526, 2191, 26324, Ερμον. Ρ 247, Μαχ. 37425, 4743, Πεντ. Γέν. II 47, XLVIII 21, IX 4, XXI 20, Αρ. XXVI 65, Δευτ. XXIV 16, Αξαγ., Κάρολ. Ε′ 1, Άλ. Κύπρ. 1502, Διγ. Άνδρ. 34329, κ.α.· πεθαίνω, Ασσίζ. 22330, 26717, Αχιλλ. N 565, Μαχ. 187, 7213, 4383, 46628, 6144, 6429, Συναξ. γυν. 209, Πεντ. (Hess.) Γέν. II 17, V 11, VII 22, XLII 2, Σουμμ., Παστ. φίδ. Δ́ [1478], κ.α. ΄ποθαίνω, Ασσίζ. 1293, Διγ. (Hess.) Esc. 121, Χρον. Μορ. P 7206, Αχιλλ. L 745, 1358, Αχιλλ. (Hess.) L 725, Μαχ. 29, 308, 11815, 36426, 48216, 59227, 61019, Βουστρ. 474, Κυπρ. ερωτ. 86, 914, 467, 816, 1233, Συναξ. γυν. 1093, 1146, Κορων., Μπούας 130, Θρ. Κύπρ. K 526, Κατζ. Ά́ 310, Γ́ 90, Ερωφ. Β́ 341, Έ́ 295, Πιστ. βοσκ. III 3, 39, Βοσκοπ. 438, Ερωτόκρ. Ά́ 611, 744, 1960, Β́ 1612, Δ́ 1070, Θυσ.2 189, 205, Ευγέν. Πρόλ. 90, Στάθ. Γ́ 228, Φορτουν. Γ́ 261, Ιντ. δ́ 173, Ζήν. Πρόλ. 52, Τζάνε, Κρ. πόλ. 38415, Διακρούσ. 11728, κ.π.α.· μτχ. απεθαμένος, Λίβ. N 2572, 3111, Αχιλλ. (Hess.) L 434, Θησ. Β́ [457], ΙΆ́ [57], Πεντ. Έξ. XII 30, Αρ. XII 12, XVII 13, 14, Σταυριν. 404, 1022, Διήγ. πανωφ. 58, Διήγ. ωραιότ. 800, Λίμπον. 212 κ.ά. απεθαμμένος, Ασσίζ. 17923, 35014, 39314, 46918, απεθανόντας, Κατζ. Έ́ 370· αποθαμένος, Διγ. (Hess.) Esc. 190, Διγ. A 3001, 3627, Βέλθ. 1149, Πόλ. Τρωάδ. 822, Ερωτοπ. 112383, Απολλών. (Wagn.) 710, Λίβ. Sc. 1402, Λίβ. Esc. 3466, Λίβ. N 3089, Ιμπ. 647, 651, Χούμνου, Π.Δ. II 23, Άσμα σεισμ. 9, Κορων., Μπούας 51, 97, 137, Σοφιαν., Κωμωδ. Ricchi 240, Τριβ., Ρε 238, Πεντ. Έξ. XIV 30, XXI 34, Αχέλ. 439, Αιτωλ., Μύθ. 2711, Βοσκοπ. 30, Κατζ. Γ́ 49, 112, Ερωφ. Γ́ 108, Πιστ. βοσκ. II 2, 33, Σταυριν. 490, Ερωτόκρ. Ά́ 826, Γ́ 772, 974, Έ́ 753, Θυσ.2 311, 1004, Συναδ., Χρον. 70, Ροδολ. Ά́ [102, 538], Αποκ. Θεοτ. II 11, Σουμμ., Παστ. φίδ. Ά́ [522], Τζάνε, Κρ. πόλ. 16218, 2658, 45516, 5618, κ.π.α.· αποθαμμένος, Ασσίζ. 10510, 20613, Κυπρ. ερωτ. 1713, 2314, 6916· αποθάνοντας, Ερωτόκρ. Γ́ 108· μτχ. αποθανόντας, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 206v· πεθαμένος, Αιτωλ., Μύθ. 1366· πεθαμμένος, Ασσίζ. 20613· ’ποθαμένος, Θησ. Β́ [772], Κορων., Μπούας 79, Πικατ. 34, Αιτωλ., Μύθ. 7210, Ερωτόκρ. Γ́ 744, Ευγέν. 674, Τζάνε, Κρ. πόλ. 29016· ’ποθαμμένος, Κυπρ. ερωτ. 254, 7022, 8812, 9470, 10429, Θρ. Κύπρ. K 838.
Από τον αόρ. απέθανον του αρχ. αποθνήσκω. Βλ. και Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 214, Χατζιδ., ΕΕΦΣΠΘ 1, 1927, 8, Κριαρ., Ελλην. 22, 1969, 167, Ανδρ., Αθ. 47, 1937, 189. Βλ. και μισαποθαμένος. Για τη μτχ. αποθάνοντας και τα συναφή βλ. Λαμπρινός, Ελλην. 33, 1981, 270.
Α´ Αμτβ. 1) Πεθαίνω: πολλοί επεθάναν εις το μαρτύριον Μαχ. 4383· ζώντας μου κι αποθάνοντας κατάρα θέλω αφήσει Ερωτόκρ. Γ́ 108· την ημέρα όπου φας απ’ αυτό απεθαμό ν’ απεθάνεις Πεντ. Γέν. II 47· φρ. αποθαίνω μόνος μου = προκαλώ το θάνατό μου: μόνος σου γάρ να φονευτείς, μόνος σου ν’ αποθάνεις Αχιλλ. O 366. Βλ. και αναπαύω Β9, ανθυποκρύπτομαι, απαφήνω φρ. β, απεκβαίνω γ, απεκδύομαι, απέρχομαι 4, αποβγαίνω 3, αποθαινίσκω. 2) (Προκ. για τον ήλιο) σβήνω, χάνομαι, βασιλεύω: ελπίζομ’ ότι ο ήλιος π’ αποθαίνει| το βράδυ προς τη δύση, πάλιν| εις την ανατολήν να ξαναγένει Σουμμ., Παστ. φίδ. Χορ. δ́ [82]. Βλ. και αναπληρώνω Β2). Β´ Μτβ. 1) Σκοτώνω, φονεύω (κάποιον) (Για τη σημασ. πβ. Kaps., Vorunters. 102 κ.ε.): μην τ’ αποθάνεις το παιδί με δίχως να σου πταίσει,| κύρη άπονο και αλύπητο μην κάμεις να σε λέσι Θυσ.2 683. Βλ. και αναλώνω A2, αποβάλλω 3, αποθανατώνω, αποκάμνω Β4, αποκοιμίζω 2. 2) Εξαφανίζω, εξαλείφω: αυτός ασήκωσε τες αμαρτίες μας εις το σώμα του, απάνω εις το ξύλον, διά να αποθάνομεν τες αμαρτίες και να ζήσομεν εις την δικαιοσύνην Χριστ. διδασκ. 80. Βλ. και αφανίζω Α1γ.
απολυτικός,- επίθ., Βακτ. αρχιερ. 1368δις, 179, 184.
Από το ουσ. απόλυσις. Για τη λ. βλ. L‑S Suppl. και Lampe, Lex.
Προκ. για επιστολή που χορηγείται σε ιερέα, όταν μετατίθεται από μια σε άλλη μητρόπολη (Η σημασ. ήδη στον 7. αι., Lampe, Lex. στη λ. 2): περί συστατικής επιστολής και απολυτικής και ειρηνικής όπου δίδουν προς τούς κληρικούς αυτών, όταν θέλουσι να υπάγουν εις άλλην πάλιν να καθίσουν εκεί Βακτ. αρχιερ. 179. Έκφρ. απολυτικόν γράμμα = διαζύγιο: Χριστ. διδασκ. 389.
αποπόθε(ν),- επίρρ., Ασσίζ. 677, Ιμπ. 761, Φορτουν. Δ΄568· απουπόθε, Ασσίζ. 2103· αποπούθεν, Καρτάν., Π. Ν. Διαθ. φ. 101v, Χριστ. διδασκ. 44, 177, 252.
Από τη συνεκφ. από πόθε(ν). Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. αποπούθε).
(Προκ. για προέλ.) αποπού (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. αποπούθε 1, 2): να αφηγηθείς το αποπόθεν είσαι Ιμπ. 761· αν ουδέν έχει απουπόθε να πλερώσει τούτα Ασσίζ. 2103.
αποστάσιον- το, Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 91, Χριστ. διδασκ. 389 (σημ.).
Το αρχ. ουσ. αποστάσιον. Για τη λ. βλ. και Bauer, Wört.· Lampe, Lex. και Sophocl.
Μονομερής δήλωση διαζυγίου (Πβ. L‑S, λ. αποστασίον II): ότε επί μοιχεία κατηγορηθεί και ότε αλόγως αποστάσιον πέμψει τῳ ανδρί τότε γάρ εις μοναστήριον βάλλεται Αρμεν., Εξάβ. Δ΄ 91. — Βλ. και ρεπούδιον.
αραδικώς,- επίρρ., Rechenb. 604, Διγ. Άνδρ. 39814, Χριστ. διδασκ. 475.
Από το ουσ. αράδα κατά τα επιρρ. σε ‑ικός. Η λ. και σήμ. (ΙΛ). Για τη λ. βλ. και Du Cange (Add.).
Κατά σειρά (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): και τα δένδρα ήσαν αραδικώς ένα προς ένα Διγ. Άνδρ. 39814. — Βλ. και αράδι α.
αραθυμώ,- Χρον. Μορ. P 4982, Αλφ. ξεν. 37, Περί γέρ. 161, Αιτωλ., Μύθ. 1199, Εκατόλ. M 33, Χριστ. διδασκ. 284· αροθυμώ, Κυπρ. ερωτ. 11111· ραθυμώ, Προδρ. ΙΙΙ 39, Διγ. Gr. IV 410, Διγ. Esc. 1143, Διγ. A 2948, Χρον. Μορ. H 4982, Πτωχολ. P 385, Πτωχολ. N 377, 391, Λίβ. Sc. 535, Λίβ. Esc. 3742, Λίβ. N 522, Αχιλλ. L 525, Δεφ., Σωσ. 285, Βίος γέρ. V 399, Διγ. Άνδρ. 3772, Ερωτόκρ. Α΄ 689, Διήγ. πανωφ. 58, 60.
Το αρχ. ραθυμέω με το προθετ. α. Για το ο του τ. αροθυμώ βλ. Χατζιδ., ΜΝΕ Α΄ 245. Η λ. και οι τ. της και σήμ. (ΙΛ).
Α´(Αμτβ.) 1) Είμαι νωθρός, οκνηρός· τεμπελιάζω: Αν ραθυμήσω πώποτε και λείψω από τον όρθρον Προδρ. ΙΙΙ 39 (βλ. και αργώ). 2) Ξεκουράζομαι ξεχνώντας τις φροντίδες μου: τότε εραθυμήσαμεν και εις ύπνον εγυρίσθην Λίβ. Sc. 1535 (βλ. και ακουράζομαι I, αλαφρώνω Α2, ανακουμπίζω Β, ανασαίνω Α1, απορραθυμώ). 3) Λιποθυμώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2· βλ. και Ανδρ., Σημασ. εξ. 54): απόθαναν … έως είκοσι άνθρωποι, οι δε εκείνοι οπού εραθύμησαν ουκ έξεστι δυνατόν διηγήσασθαι Διήγ. πανωφ. 60· ν’ αραθυμάς εκ την χαράν και να μηδέν χορταίνεις Περί γέρ. 161 (βλ. και απαφήνω 5 Φρ. α, απολιγαίνω 2, απολιγώνω 2, αποξενώνω Β2, λιγώνομαι). 4) Ανυπομονώ, άδημονώ, έπιθυμώ (Βλ. Ξανθουδίδη [Ερωτόκρ. σ. 682]): και πεθυμώ και ραθυμώ να μάθω,να κατέχω Ερωτόκρ. A΄ 689 όσοι τους βλέπουν λέγουσιν: αυτοί αραθυμούσιν να παν εις την πατρίδα τους Αλφ. ξεν. 37 (βλ. και αγκουσεύω, αναμένω 1γ, αποδέχομαι 5, αρίσκω, βαραίνω, βούλομαι, γυρεύω, θέλω, λαχταρίζω, λιγοψυχώ, ορέγομαι, πλήσκω). 5) Δυσανασχετώ (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, στη λ. 5· βλ. και Βογιατζ., Γλώσσα Άνδρ. 21): τι ραθυμάς, ω δέσποτα, Μεγάλε Δεμεστίκε; Χρον. Μορ. H 4982 (βλ. και αγανακτώ Α3γ, ακούω 8 Φρ., αποδυσπετώ, βαραίνω, βαριούμαι). Β´ 1) (Μτβ.) φοβούμαι κ. (Πβ. ΙΛ στη λ. 3): γυμνή οσκιά γή ονύπνιο μες στην σκότην | θωρώ κι αροθυμώ την κι όλην ’σπέραν | δεν πέφτω αχ την φοβέραν εις το χώμαν Κυπρ. ερωτ. 11111. 2) Λυπώ, στενοχωρώ (κάπ.) (Πβ. ΙΛ στη λ. 4): να λυπηθεί τινάς αληθινά μ’ όλην του την καρδίαν τες αμαρτίες του, οπού με τες οποίες εβάρυνε και αραθύμησε τον Θεόν Χριστ. διδασκ. 284. Βλ. και αγκυλώνω, αναγκάζω 2, ανακατώνω Α 5, ανατάζω 3, βάνω, θλίβω, κακοκαρδίζω, παραπονώ, πικραίνω.
αργεύω,- Συναξ. γυν. 1187, Χριστ. διδασκ. 485, 497 δις.
Από το επίθ. αργός. Πβ. και το μτγν. αργεύομαι. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Καθυστερώ: Αν τύχαινε και αργεύαν (ενν. να πεθάνουν οι σύζυγοι), | εκείνες (ενν. οι γυναίκες τους) τους εφαρμακεύαν Συναξ. γυν. 1187. 2) α) Κάνω κάπ. αργό, του επιβάλλω ποινή αργίας (προκ. για ιερωμένο): Οι δε λειτουργοί θέλουσιν αργευθεί από την τάξιν του οφικίου τους Χριστ. διδασκ. 497· β) (προκ. για παράπτωμα ιερωμένου) τιμωρώ με αργία: ανάμεσα των απρέπων σφαλμάτων όπου είναι δίκαια να αργεύονται … είναι ετούτα Χριστ. διδασκ. 497. — Βλ. και αργώ Α2α.
αργοπορία- η, Μανασσ., Χρον. 4051, Χριστ. διδασκ. 141.
Από το αργοπορώ. Η λ. και σήμ. κοιν. (ΙΛ).
Καθυστέρηση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ): την βραδύπλοιαν αυτών και την αργοπορίαν Μανασσ., Χρον. 4051.
αρεσιά- η, Σουμμ., Ρεμπελ. 164, Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [508]· αρεσία, Χριστ. διδασκ. 451.
Από το αρέσω. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
Προτίμηση (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Πλιά νόστιμα και πλιά γλυκιά κι ανέν της αρεσιάς σου Σουμμ., Παστ. φίδ. Β΄ [508]. Φρ. κάνω την αρεσιά (μου, κλπ.) = κάνω το κέφι (μου, κ.λ.π.): δεν έκαμεν ο πρεβεδούρος ως εμιλήθη η δουλειά, μόνο αλληλούησε και έκαμε την αρεσιάν του Σουμμ., Ρεμπελ. 164. — Βλ. και αρέσκεια 2α.
ασύσταγα,- επίρρ., Χριστ. διδασκ. 100.
Από το επίθ. ασύσταγος.
Χωρίς τάξη, χωρίς κανονικό ρυθμό (Πβ. το επίρρ. ασυστάτως, Lampe, Lex.): αι ταλαίπωρές μας συνείδησες … ηθέλασι στριφογυρίζεσθαιν ασύσταγα, … αν δεν εστερεώνουνταν εις την … αξιότητα του πάθους και του θανάτου του … Χριστού Χριστ. διδασκ. 100.
άσφαλτος (I),- επίθ., Θησ. I΄ [896], Φαλιέρ., Ρίμ. L 41, Ιατροσόφ. (Oikonomu) 7019, Θυσ.2 663, 943, Χριστ. διδασκ. 488.
Από το στερ. α‑ και το σφάλλω. Η λ. ήδη στον 12. αι. (Δημητράκ.) και σήμ. (ΙΛ).
1) Που δεν κάνει λάθος, αλάνθαστος (Η σημασ. στον 12. αι., Δημητράκ., και σήμ., ΙΛ στη λ. 1 ): Η ζυγαριά η άσφαλτος, οπού τα δίκια κρίνει,| πώς είναι μπορετόν εδά να σφάλει και να κλίνει; Θυσ.2 663· Χαρά σ’ εσένα, Αβραάμ, κι εις τ’ άσφαλτό σου ζάλο Θυσ.2 943. Βλ. και απαρέκβατος, απλανής. 2) Βέβαιος, σίγουρος: αυτούνο τ’ άχαρο και τ’ άσφαλτο ταξίδι Φαλιέρ., Ρίμ. L 41. Βλ. και ανεπίστροφος, ανύποπτος 1.
άτακτα,- επίρρ., Ασσίζ. 17829, 1795, Διγ. Άνδρ. 37529, Νομοκ. 3877, Χριστ. διδασκ. 416· άταχτα, Χρον. Γαλαξ. 213.
Από το επίθ. άτακτος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ, λ. άταχτα).
1) Χωρίς τάξη (Πβ. ΙΛ, λ. άταχτα 1): το ασκέρι των Ρωμαίων εδιαλύθηκε άταχτα Χρον. Γαλαξ. 213 (βλ. και ασυντάκτως 1). 2) Αντικανονικά: έφαγεν και έπιεν άτακτα Ασσίζ. 1795· ο ιατρός εγιάτρεψέν (έκδ., χφ ‑ευψεν) τον άτακτα Ασσίζ. 17829. 3) Άπρεπα (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ, λ. άταχτα 2): αφόβως γελούσιν άτακτα και μετεωρίζονται εμπαθώς και τραγουδούσι και χορεύουσι Νομοκ. 3877· εκείνος δε επήδησεν άτακτα και εβίαζε την κόρην Διγ. Άνδρ. 37529. Βλ. και ασυντάκτως 2.
ατιμία- η, Τρωικά 5233, Διάλ. Ευθυμ. 125, Σπαν. A 207, 657, Διδ. Σολ. Ρ 27, Σπαν. (Μαυρ.) P 232, Ελλην. νόμ. 5563, Ερμον. Θ 230, Χρον. Μορ. H 5103, 8438, Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 422, 465 (σχόλ.), Δ΄ 920, Φλώρ. 1339, Αχιλλ. L 418, Καναν. 73C, Μαχ. 35213, Σκλάβ. 152, Φαλιέρ., Ρίμ. L 205, Θρ. Θεοτ. 104, Ιστ. πατρ. 14510, Παλαμήδ., Βοηβ. 90, Ιστ. Βλαχ. 286, 351, Σουμμ., Ρεμπελ. 168, Βακτ. αρχιερ. 182, Χριστ. διδασκ. 65, Διακρούσ. 11011, κ.π.α.· ατιμιά, Σπαν. (Μαυρ.) P 430, Βέλθ. 57, Πουλολ. Αθ. 43, Πένθ. θαν.2 534, Φαλιέρ., Ρίμ. AN 209.
Το αρχ. ουσ. ατιμία. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Ντροπή, εξευτελισμός (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. II και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): Αλλά αισχύνης πλήρωσον το πρόσωπ’ ατιμίας| εις τα οπίσω να στραφούν με εντροπήν δειλίας Διακρούσ. 11011· άλλ’ ο Θεός του έδωσε μεγάλην ατιμίαν| κι έχασε τα φουσσάτα του και όλην την στρατείαν Ιστ. Βλαχ. 351· βλ. και ανυποληψία, απαντροπή, αποτσιπωμάρα, ατιμασία 1, αχρειοσύνη, εντροπή, σκόρνο· β) προσβολή: Ήλθες, βρομούσα τζαπερού, εις ατιμιά του γάμου Πουλολ. Αθ. 43 Ο τον χαρακτήρα της εικόνος του βασιλέως τιμών και προσκυνών εις τιμήν τον βασιλέως ποιεί ή εις ατιμίαν; Διάλ. Ευθυμ. 125. Βλ. και αναισχυντία 3γ, ασχημία 2, ασχημοσύνη 2, σκόρνο. 2) Ανυποληψία: Επροσπάθει να φτιάσει τα πταισίματα του λαού και να μείνουν οι άρχοντες με την ανυποληψίαν και ατιμίαν από τον λαόν Σουμμ., Ρεμπελ. 168. 3) (Νομ.) μείωση της προσωπικότητας (κάπ.) (Βλ. και Αρμεν., Εξάβ. σ. 392): έγκλημα επάγον δήμευσιν και ατιμίαν Αρμεν., Εξάβ. Α΄ 465 (σχόλ.). 4) (Πληθ.) λόγια προσβλητικά: ύβρισαν τον Αλέξανδρον ύβρεις και ατιμίας μεγάλας Τρωικά 5233· ατιμίας πολλάς εφλυάρει Ιστ. πατρ. 14510. Βλ. και αναισχυντία 3β. 5) Άτιμη, αισχρή πράξη (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): να πράξετε φόνους και κούρση και ατιμίες Μαχ. 35213· αλλά της μεγαλοπόλεως ταύτης την άλωσιν και την αιχμαλωσίαν του γένους, των γυναικών τας ατιμίας, των σωφρόνων τας αισχρουργίας Καναν. 73C. Βλ. και αισχροπραγία. 6) Καταισχύνη: εδιάβη κι έλαβε ζημίαν κι εστράφη με ατιμίαν,| των Τούρκων αλαζονικήν απόκρισιν εποίκεν Χρον. Μορ. H 5103. Βλ. και ασχημάδι 2.
ατσαλιά- η, Κατζ. Ε΄ 492, Ερωτόκρ. Ε΄ 517, 868, 1138.
Από το επίθ. άτσαλος. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) Ακαθαρσία, ρύπος (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 7): να στολιστώ και να πλυθώ και νά ’ρθω στο παλάτι,| γιατ’ είμαι βούρκα και πηλά κι όλ’ ατσαλιές γεμάτη Ερωτόκρ. Ε΄ 1138 Βλ. και αηδία, ακροβυστία 2 (μεταφ.). 2) (Μεταφ.) ασωτία, ασέλγεια: επαράδωκαν του λόγου τους εις την ασέλγειαν, ήγουν ασωτίαν, κακότητα, ατσαλίαν Χριστ. διδασκ. 56.
αφορκία- η, Χριστ. διδασκ. 298, 498.
Από το επίθ. άφορκος.
Παράβαση όρκου, ψευδορκία: όχι μοναχά να μην βλασφημάται το όνομα του Θεού ή να ομνέεται και εις θυμόν να ψευδορκάται, αμή ουδέ εις ουδετιποτένιες άλλες ορκωμοσίες και αφορκίες ή μαγείες το όνομά του (ενν. του Θεού) να μεταχειρίζεται Χριστ. διδασκ. 298.
άφορκος,- επίθ., Χριστ. διδασκ. 366.
Από την πρόθ. από και το ουσ. όρκος.
Επίορκος, παραβάτης του όρκου: Ολωνών των αφόρκων, ολωνών εκεινών οπού συγχύζουσι και ταράσσουσι με σκάνδαλα την εκκλησίαν του Θεού Χριστ. διδασκ. 366. Βλ. και άπιστος Α1β, ασεβής 5.
αφορκώ,- Χριστ. διδασκ. 303.
Από το επίθ. άφορκος.
Παραβαίνω τον όρκο μου: Διά να γίνει μάρτυρας αυτός ο Θεός … και διά να παιδεύσει εκείνον οπού ομνέει, αν τύχει και τον ιδεί πως θεληματικώς τρόπου αφορκά Χριστ. διδασκ. 303. Βλ. και αθετώ 1β.
αφορμή- η, Τρωικά 53318, Σπαν. A 614, Σπαν. V 197, Κομν., Διδασκ. Δ 337, Γλυκά, Στ. 340, Μανασσ., Ποίημ. ηθ. 862, Καλλίμ. 2185, Ασσίζ. 2414, 2812, 769, 13724, 1597, 17515, 30025, 36815, 38431, 41021, Ελλην. νόμ. 52214, 5465, Διγ. (Trapp) Gr. 693, Διγ. Z 938, 1890, Βέλθ. 918, Ερμον. Α 37, Β 29, Χρον. Μορ. H 284, 1418, 1877, 1994, 2186, 2701, 3224, 4471, 5773, 7178, 7562, 8435, 8552, 8811, 8862, Χρον. Μορ. P 64, 3748, Φλώρ. 547, 1497, Βίος οσ. Αθαν. 256, Ερωτοπ. 119, Λίβ. Sc. 64, Λίβ. Esc. 1195, 1507, Μαχ. 1624, 281, 4216, 4633, 7628, 34, 969, 16418, 20628, 21011, 33012, 4029, 5103, 6, 51415, 59615, 64028, Δούκ. 13512, Σφρ., Χρον. μ. 1289, Θησ. (Foll.) I 28, 100, Θησ. Πρόλ. [11], Β΄ [156], Δ΄ [296], Χούμνου, Π.Δ. VII 18, Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 469, Γεωργηλ., Βελ. 22, Βουστρ. 422, 438, 518, Αλεξ. 88, Αγν., Ποιήμ. Ά́ 39, Άνθ. χαρ. 2932, 2998, Κυπρ. ερωτ. 542, 4, 584, 9216, 9361, Άσμα σεισμ. 29, Συναξ. γυν. 49, Κορων., Μπούας 150, Πένθ. θαν.2 197, Φαλιέρ., Λόγ. 151, Βεντράμ., Φιλ. 264, Πεντ. Γέν. XLIII 18, Δευτ. XXII 14, Αχέλ. 89, Αιτωλ., Μύθ. 242, 587, 1326, Χρον. σουλτ. 712, 9023, 1312, Μορεζίν., Κλίνη Σολομ. 404, 408, Πανώρ. Α΄ 78, 233, Β΄ 163, 456, 479, Γ΄ 547, Ε΄ 241, Ερωφ. Α΄ 134, Β΄ 28, Γ΄ 70, Δ΄ 11, 16, Κατζ. Β΄ 359, Ε΄ 430, Πιστ. βοσκ. I 1, 79, 5, 41, Παλαμήδ., Βοηβ. 910, 1301, Ιστ. Βλαχ. 1490, 2113, Σουμμ., Ρεμπελ. 157, 161, 191, Ερωτόκρ. Α΄ 377, 1100, Β΄ 19, 657, 861, Γ΄ 607, 1052, Δ΄ 11, Θυσ.2 510, 513, 573, 581, Στάθ. Ιντ. β΄ 55, Γ΄ 161, Συναδ., Χρον. 44, Ροδολ. Α΄ [641 ], Ε΄ [154], Σουμμ., Παστ. φίδ. Ε΄ [957 ], Λίμπον. Εισαγ. 37, 502, Φορτουν. Πρόλ. 8, Α΄ 286, 332, Ιντ. α΄ 111, Γ΄ 526, 626, Ιντ. γ΄ 67, Δ΄ 88, Ιντ. δ΄ 7, Ε΄ 103, Διγ. O 861, Τζάνε, Κρ. πόλ. 1772, 2282, 24520, 34921, 54815, Διακρούσ. 7114, 11517, Χριστ. διδασκ. 86, 189, 205· ’φορμή, Κυπρ. ερωτ. 9039.
Το αρχ. ουσ. αφορμή. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
1) α) Αιτία, λόγος (Η σημασ. αρχ., L‑S στη λ. 2 και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): για ποια αφορμή η μάννα μου δεν ήρθε να με ντύσει; Θυσ.2 510· ουδέποτε την αφορμήν εμάθαν της ανάγκης Θησ. Δ΄ [296]· βλ. και αθιβολή 4, αιτία, αρχή A3, υπόθεσις ‑ση. Εκφρ. διά την αφορμήν, απού ή απέ την αφορμήν, με αφορμήν, διά της αφορμής, γι’ αφορμή, ιπί αφορμή, εκ την αφορμήν, εξ αφορμής (με γεν. αντων. ή ουσ.) = εξαιτίας (Πβ. ΙΛ, λ. αφορμή 1α φρ.): ούδ’ έχουν παύσην διά την αφορμήν σου Κυπρ. ερωτ. 584· Τα πάθη (παραλ. 1 στ.), κείνα τα ποια διαβάζω| απού την αφορμήν του Κυπρ. ερωτ. 9361· αν χαθεί τίποτες απέ την αφορμήν του Ασσίζ. 1597· εσκοτώσεν τον με αφορμήν του μισέρ Ρίτζου Βουστρ. 518· εάν τίποτες χάσει διά της αφορμής του Ασσίζ. 41021· τα πάθη τά διαβάζω γι’ αφορμή σου Κυπρ. ερωτ. 542· ιπί αφορμή του ασήμιου οπού εστράφην εις τα δισάκια μας Πεντ. Γέν. XLIII 18· εκ την αφορμήν της Έρης Ερμον. Α 37· έφησεν χαμόν του τόπου| του παιδός έξ άφορμής γαρ| του τε μέλλοντος γεννάσθαι Ερμον. Β 29· β) πρόφαση, δικαιολογία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1α): όταν οκνεύσει άνθρωπος, όλον αφορμές γυρεύγει Γεωργηλ., Θαν. (Wagn.) 469· ηύρεν αφορμήν ότι ο ρήγας εγέλασέν τον Μαχ. 16418. 2) α) Ευκαιρία: Έδραξεν, ηύρεν αφορμήν ο ευνούχος προς την κόρην Λίβ. Esc. 1507· βλ. και άδεια 2β, αδειάση, ανάπαυσις 6, ευκαιρία, καιρός· β) περίπτωση, περίσταση: όπως να μη του λείψει| εις τούτην γάρ την αφορμήν κι εις τούτην του την χρείαν Χρον. Μορ. H 3224· εάν γένηται με καμμίαν αφορμήν ότι είς άνθρωπος ή μία γυναίκα έχει καμμίαν ασθένειαν Ασσίζ. 13724. Βλ. και καιρός, χρεία. 3) Υπόθεση, ζήτημα: ο ποίος εξηγήθην του ρηγός όλην την αφορμήν Μαχ. 21011. Βλ. και αθιβολή 3, αιτία 3, δουλειά, έγνοια, πράγμα, υπόθεσις ‑ση. 4) Μέσο, τρόπος, δυνατότητα: ερώτησέ τους ακριβώς του να τον συμβουλέψουν| με τί τρόπον και αφορμήν τον τόπον του φυλάξει Χρον. Μορ. H 8811· Εάν έχεις πόθον εις εμέν, φιλίαν στερεωμένην,| έχεις και τρόπον και αφορμήν δουλειάν να με ποιήσεις Φλώρ. 1497. Βλ. και μόδος, πράξις ‑ξη, στράτα, τρόπος. 5) Δεξιοτεχνία: άνταν οι άπιστοι Γενουβήσοι με αφορμήν και τέχνην εσηκώσαν την Αμμόχουστον απέ τον ρήγα Μαχ. 4029. Βλ. και αριστοτεχνία. 6) Μομφή, κατηγορία (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 5): ηθέλαν της βάλει αφορμήν ότι εσκότωσέν τον Ασσίζ. 38431· να βάλει αυτηνής αφορμές λογιών και να βγάλει απάνου της όνομα κακό Πεντ. Δευτ. XXII 14. Βλ. και απιστία 5, αρέστα 1, ατιμασία 3, αψιμαχία 2, καταδίκαση, σκονάδι, ψέγωση. 7) Στενοχώρια, «τρέλα»: εις αφορμήν την ήριχνε εκείνο τό λογιάζει Ερωτόκρ. Β΄ 657· κάνει την κι είναι ξυπνητή όλο το μερονύχτι| για να θυμάται τση φιλιάς κι εις αφορμή τη ρίχτει Ερωτόκρ. Α΄ 1100. Βλ. και ατιμία 4, αφορμάγρα, πείραξη, πικρία. Εκφρ. (διά) αφορμήν τού … ή να …, προς αφορμήν (με γεν.) = για να …, με σκοπό να …: αφορμή να γιατρευτώνε Χρον. σουλτ. 9023· διδοί το εις προικιόν διά αφορμήν του κλέψει αυτόν Ασσίζ. 17515· δράσσεται την μόνωσιν προς αφορμήν των θρήνων Καλλίμ. 2185. Φρ. ποιώ αφορμήν = προσποιούμαι (ότι): εκίνησαν και εποίκαν αφορμήν ότι υπάγουν εις τας χώρας τους Τρωικά 53318· ποίησε απέδω αφορμήν ότι θεωρείς το κουβούκλιν Λίβ. Sc. 64.
αχαμνίζω,- Διγ. Z 4400, Gesprächb. 7919, Περί ξεν. A 234, Λίβ. Esc. 2695, 2717, Θησ. I΄ [823], Γαδ. διήγ. 338, Αλεξ. 2873, Συναξ. γυν. 214, Κορων., Μπούας 51, Πένθ. θαν.2 17, 334, 555· αόρ. αχάμνισα, Πεντ. Έξ. IV 26, Δευτ. IV 31, XX 3, XXXI 6, 8, Πιστ. βοσκ. V 4, 15, Διγ. Άνδρ. 34414, Χριστ. διδασκ. 85· αχαυνίζω, Σοφιαν., Παιδαγ. 122· ’χαμνίζω, Λίβ. Sc. 1547, Λίβ. Esc. 115 (κριτ. υπ.) (Καρατζ., Byz. 21,1951, 60 δέχεται τ. χαμίζω), Λίβ. N 135, Πεντ. Έξ. XVII 13· ’χαυνίζω, Προδρ. I 188.
Από το επίθ. αχαμνός και την κατάλ. ‑ίζω. Βλ. και Κοραή, Λεξιλ. σημ. 13-4. Η λ. και σήμ. (ΙΛ).
I. Ενεργ. 1) (Μτβ.) χαλαρώνω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 1): ευθύς δε τότ’ επέζευσεν, την ζώνην του αχαμνίζει Διγ. Z 1400· Τα ρέτενα τ’ άλόγου του τότε αχάμνισέ τα Κορων., Μπούας 51· ποτέ μεν να αχαυνίζομεν το χαλινάριν εις τας επιθυμίας, ποτέ δε να το κρατούμεν Σοφιαν., Παιδαγ. 122. Βλ. και απολύω Α13α, αχαμνώ 1. 2) α) Εξασθενώ κάπ., κάνω κάπ. αδύνατο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): δια να τον πάρει την ανδρείαν, δια να τον αχαμνίσει Συναξ. γυν. 214· βλ. και αδυναμίζω Β· β) (αμτβ.) εξασθενώ, αδυνατίζω (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 2): Επεί λοιπόν εβλέπομεν ότι αχάμνισαν τα μέλη,| για πλούτον, δόξαν και τιμήν δεν πρέπει να μας μέλει Πένθ. θαν.2 17· (ηθικά): Επληγώθη (ενν. ο Χριστός) δια τες αμαρτίες μας και εχάμνισε δια τες παρανομίες μας Χριστ. διδασκ. 85· βλ. και αδυναμίζω Αα, αδυνατίζω, απατυχεύομαι, ασθενώ 2, ατυχεύω· η μτχ. παρκ. ως επίθ. = εξασθενημένος, αδύνατος (Η σημασ. και σήμ. στη λογοτ., Δημητράκ. στη λ. 2): γέροι αχαμνισμένοι Αλεξ. 2873· βλ. και αδύναμος α, απόλιγνος, άπορος (I)6, ασθενώ 2 μτχ. α, άσχημος 8, άτυχος 9α, αχαμνός 3α, γ, άψυχος 4, κατηγορώ μτχ.· γ) κάνω κ. να αδρανίσει: άμα τῳ πέσειν εις την γην εκείνο τό εφονεύθη,| τ’ άλλο εις ύψος έδωκεν, ανέβην εις τα νέφη·| ’χαμνίζει απέκει το πτερόν εκ το ύψος τοσούτον| και πίπτει εις το ταίριν του και εκείνο φονευμένον Λίβ. N 135. 3) Απολύω, αφήνω ελεύθερο (Η σημασ. και σήμ., ΙΛ στη λ. 3): εκείνος (ενν. ο αετός) εκ του φόβου του αχαμνίζει το περδίκιν Λίβ. Esc. 2717. Βλ. και αμολάρω, αποβγάνω 3β, αποστέλλω 3, αχαμνώ 2, εξαφήνω, ξεμηστεύω. 4) α) Εγκαταλείπω κάπ. (Βλ. ΙΛ στη λ. 4): ο Θεός σου αυτός οπού πηγαίνει μετ’ εσέν να μη σε αχαμνίσει και να μη σε αφήσει Πεντ. Δευτ. XXXI 6· βλ. και αποβάλλω 1, αποχωρίζω (I) Αε, Ββ, αφίω, ξαφήνω· β) φεύγω από κάπ.: και αχάμνισεν από αυτόν Πεντ. Έξ. IV 26. Βλ. και αποξεβαίνω α, αποφεύγω, αποχωρίζω (II), μισσεύω. 5) Παύω, σβήνω (Πβ. Ανδρ., Σημασ. εξ. 32): τα στήθος το δικό σου ν’ απαλύνει,| αγιότατη θεά, σαν αχαμνίσει| την λόχην (έκδ. λόγχην) τούτο το κρασί Πιστ. βοσκ. V 4, 15. 6) (Προκ. για την καρδιά) δειλιάζω, λιποψυχώ: εις τον πόλεμο επί τους οχτρούς σας μη αχαμνίσει η καρδιά σας, μη φουβεθείτε Πεντ. Δευτ. XX 3. Βλ. και ακροδειλιάζω, αποδειλιάζω 2, δειλιώ. 7) Νικώ: εχάμνισεν ο Ιωσούα τον Αμαλέκ και τον λαό του δια στόμα σπαθιού Πεντ. Έξ. XVII 13. II. (Μέσ.) ορμώ: Απάνου τ’ αχαμνίστηκε εκείνη η κουρτέσα Θησ. I΄ [823]. Βλ. και αράσσω Β 1α.

Ετυμολογία
Οδηγίες Αναζήτησης
Υπόδειξη
Διπλό κλικ σε μία λέξη οδηγεί σε αναζήτηση με την επιλεγμένη λέξη. Αποτελεί βοηθητική λειτουργία ειδικότερα σε λέξεις που ακολουθούν συντομογραφίες π.χ. Βλ., Πβ., ΣΥΝ. ...- Πεδίο Αναζήτηση
-
Στο πρώτο πεδίο μπορείτε να πληκτρολογήσετε μέρος του λήμματος, χρησιμοποιώντας τον αστερίσκο * για το υπόλοιπο.
Η επιλογή αυτή είναι χρήσιμη, όταν θέλετε να αναζητήσετε ομάδες λέξεων που περιέχουν το μόρφημα ή την ακολουθία χαρακτήρων που πληκτρολογείτε.
Παραδείγματα:- γραπτ* (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από " γραπτ") : γραπτός
- *γραπτ* (όλες οι λέξεις που περιέχουν το "γραπτ") : απαράγραπτος, απερίγραπτος, γραπτός, ευπαράγραπτος
- *ισμος (όλες οι λέξεις που λήγουν σε "ισμός") : αποχαιρετισμός, μετατοπισμός, ορισμός.
- κ*ισμος (όλες οι λέξεις που αρχίζουν από "κ" και λήγουν σε "ισμός") : καθαρισμός, καλλωπισμός, κατηχισμός κλπ.
Παρατήρηση
Αν δε βάλετε καθόλου * το σύστημα τοποθετεί ένα * στο τέλος της λέξης. γραπτ γραπτ* - Επιλογές Αναζήτησης
-
Στη "Σύνθετη Αναζήτηση" μπορείτε να αναζητήσετε λήμματα ή ομάδες λημμάτων, που να προκύπτουν με συνδυασμούς κριτηρίων.
Τα κριτήρια λειτουργούν συζευκτικά: όσα πιο πολλά κριτήρια δώσετε τόσο λιγότερα λήμματα θα εμφανιστούν, γιατί ζητάμε λήμματα που να ικανοποιούν ΟΛΑ τα κριτήρια που εισάγονται. Όταν κάποιο κριτήριο δεν μας ενδιαφέρει, το αφήνουμε κενό.
Παράδειγμα:- Μπορείτε να βρείτε ΟΥΣΙΑΣΤΙΚΑ που προέρχονται από τα ΤΟΥΡΚΙΚΑ και έχουν σχέση με τον ΆΝΕΜΟ.
- Τύπος Λήμματος
-
Εμφανίζεται ένα μενού προεπιλογών που περιλαμβάνει τις διάφορες γραμματικές κατηγορίες, ώστε να επιλέξετε το μέρος του λόγου που σας ενδιαφέρει.
- Ερμήνευμα / Σώμα κειμένων
-
Το πεδίο αυτό είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να εισαγάγετε ένα όρο, ο οποίος ανιχνεύεται στο σύνολο του ερμηνευτικού μέρους του λήμματος. Ο όρος αυτός μπορεί να είναι λέξη, βραχυγραφία, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία, π.χ. τίτλ*, οπλ*. Έτσι έχετε ένα κριτήριο για αναζήτηση, για παράδειγμα, σημασιολογικά συγγενών λέξεων.
Παράδειγμα
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε κάποια λέξη, ακολουθία λέξεων ή ακολουθία χαρακτήρων στα παραδείγματα που δίνονται για τη διασάφηση της σημασίας ή των σημασιών κάθε λήμματος. Μπορείτε, λόγου χάρη, μέσα από αυτά τα παραδείγματα να διαπιστώσετε τη χρήση των συνδέσμων (π.χ. "όταν"). - Αναφορά
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε τη βιβλιογραφική πηγή ή το όνομα του συγγραφέα από τα οποία περιμένετε να προέρχεται ένα τουλάχιστον από τα παραδείγματα του λήμματος, π.χ. Ερωτόκρ., Πανώρ.
- Ετυμολογία
-
Το πεδίο είναι ανοιχτό και σας επιτρέπει να αναζητήσετε συγκεκριμένους όρους ή βραχυγραφίες ή ακόμη συνδυασμό όρων και βραχυγραφιών που δηλώνονται στο ετυμολογικό μέρος του άρθρου, το οποίο είναι πλήρως διακριτό από το υπόλοιπο σώμα του λήμματος, καθώς διαχωρίζεται από αυτό με αγκύλες. Για παράδειγμα μπορούμε να αναζητήσουμε:
- τη συντομογραφία μιας ξένης γλώσσας (λατ., βενετ., ιτάλ., τουρκ.),
- ενός ιδιώματος (κρητ., ποντ.),
- μιας ιστορικής φάσης της ελληνικής, όπου πρωτοσυναντάται η λέξη (αρχ., μτγν.)
- κάποιου λεξικού (Somav., Βλάχ., Meursius, Du Cange)
Ομάδα εργασίας
- Ηλεκτρονικής Υλοποίηση
- Κ. Θεοδωρίδης
- η· ανευχαριστιά, Σουμμ., Παστ. φίδ. (Βεν.) Α΄ [822]· ανευκαριστιά, Ροδολ. (Μανούσ.) Γ΄ [472].